Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

(ακόμα ένα) Γράμμα στον Άγιο Βασίλη.

Στο καπάκι από το προηγούμενο άρθρο, αλλά είναι η τελευταία μέρα του χρόνου: η σημειολογία της ημέρας επιβάλλει να γράψω κάτι, δε συμφωνείτε;
Σκέφτηκα, λοιπόν, διόλου να μην πρωτοτυπήσω και να γράψω ένα γράμμα στον Άγιο Βασίλη, ο Άγιος, ως τέτοιος, θα βρει τρόπο να το λάβει και να το διαβάσει, ακόμα κι αυτή την τελευταία στιγμή. Παρεμπιπτόντως, εγώ δεν θυμάμαι πότε σταμάτησα να πιστεύω στον Άγιο Βασίλη, οπότε δύο τα τινά: ή δεν πίστευα ποτέ ή πιστεύω ακόμα. Εσείς πως με κόβετε;
Όπως κι αν έχει, Άγιε μου, εγώ θέλω να σε ευχαριστήσω για τα δώρα που μου έφερες πέρσι.
Ευχαριστώ που μου έφερες όλους τους αγαπημένους μου γερούς και δυνατούς, ευχαριστώ για κάτι πολύ όμορφα εσώρουχα, ευχαριστώ για τα ωραία Χριστούγεννα στο βρωμονήσι, ευχαριστώ που έκανες καλά τον αδελφό της φίλης μου, ευχαριστώ και για την ίδια μου τη φίλη.
Κι όχι μόνο γι' αυτή. Ευχαριστώ για όλους μου τους φίλους, για τους παλιούς που κάνεις και δε με ξεχνάνε και για τους καινούργιους που έκανες και με αγαπήσανε. Ευχαριστώ που μεταμόρφωσες την Κέρκυρα και μπορώ να την υποφέρω πια, ευχαριστώ για το παλάτι που έστειλες στο δρόμο μου και που με έχει κάνει για λίγο μια μικρή πριγκίπισσα.
Ευχαριστώ, Άγιε, και για το Τόκυο, που έκανες και πήγα πέρσι, πάρα πολύ ωραίο δώρο, μπορώ να έχω το ίδιο φέτος;
Ευχαριστώ και για όλα τα ευτελή υλικά αγαθά, που, ξέρεις, εμένα δε με νοιάζουν και πολύ, αλλά, άμα τα έχω, μωρέ, καλά είναι!
Ευχαριστώ, προπάντων, για όλα τα τέλεια ταξίδια που έκανα αυτή τη χρονιά, Άγιε, και τίποτε άλλο να μην είχα, αυτά φτάνανε.
Ευχαριστώ και για τα ανιψάκια που περιμένω, Άγιε Βασίλη, κι αν μπορείς, να τους φέρνεις κάθε χρόνο δώρα, γιατί στάθηκες πολύ γενναιόδωρος κι έστειλες δύο από δαύτα ταυτόχρονα, που να βγω πέρα, Άγιέ μου;
Ευχαριστώ για όλα αυτά τα δώρα, Άγιε Βασίλη, που μου έφερες τη χρονιά που πέρασε κι άμα μπορείς φέτος, ένα δεύτερο σινεμά στην Κέρκυρα πολύ θα το εκτιμούσα. (Επίσης, ξέρεις εσύ, κάτι περιπτώσεις που έχουμε υγείας, πολύ ωραίο θα ήταν να μην τις είχαμε, ε, φανταστικέ Άγιε;)

Επιστροφή στο Χάουαρντς Εντ.

Μετά από 3 ώρες μελέτης της ρωσικής γλώσσας και μετά από την τραγική διαπίστωση ότι δε μου χωράει κανένα από τα ρούχα που έχω φέρει μαζί μου, καθώς ολημερίς κι ολονυχτίς τρώω ωσάν το γουρούνι κι όταν δεν τρώω κοιμάμαι (τι να σου κάνει κι αυτός ο μεταβολισμός, τα' χει παίξει, πόσο να λειτουργήσει πια), αντί να κόψω τις φλέβες μου από ανία, είπα να μοιραστώ τις σκέψεις μου και τα συναισθήματά μου και μετά να πάω να πιω μια μπίρα με τη Μαρίνα (η Μαρίνα είναι η παιδική μου φίλη, μια αχτίδα ελπίδας σ' αυτή την πόλη).
Πάρα πολύ ωραίες οι γιορτές, που λέτε: βλέπεις τους αγαπημένους σου, ξεκουράζεσαι, δεν έχεις να βρεις τι να μαγειρέψεις κάθε μέρα, όμορφα όλα, αλλά, εγώ, δεν σας το κρύβω, έχω ψιλοβαρεθεί. Βέβαια, φταίω κι εγώ, φταίω. Καταρχήν, έπρεπε, η ανόητη, να πάω στην Αυστρία που είχα μια πρόσκληση, αλλά τέτοιος γκάγκας είμαι, ήρθα στη Λαμία. Τέλοσπαντων, κομμάτια να γίνει, αυτή η έρμη μάνα είχε ξεχάσει τη φάτσα μου, τόσον καιρό που είχε να με δει. Αλλά που κάθομαι κάθε βράδυ και πήζω βλέποντας Ράδιο Αρβύλα με τη μαμά και το μπαμπά, που το πάτε; Πόση κατάντια και πόση μιζέρια αντέχει ένας άνθρωπος; Αλλά, έτσι είναι, παιδιά μου, κάποιος που ως συνήθως δε θυμάμαι ποιός, πολύ σοφά το είχε θέσει: αν βγεις έξω, κάτι βρίσκεις και τρως, αν μείνεις μέσα κάτι βγαίνει και σε τρώει. Βέβαια, στην περίπτωση μου, κάτι βρίσκω και τρώω έτσι κι αλλιώς, χεχε.
Πάντως, όσο και να βαριέμαι, γελάω και λίγο, είναι η αλήθεια, σιγά που δε θα 'βρισκα εγώ να γελάσω. Μα, ξέρετε τι πλάκα έχει στο σπίτι μου; Καταρχήν, επειδή εγώ έτσι έχω συνηθίσει κιόλας, μένω κι εδώ, όχι σε ένα, αλλά σε δύο σπίτια. Το αποτέλεσμα είναι να έχω στο ένα σπίτι τα πυτζαμάκια μου και στο άλλο την οδοντόβουρτσά μου και χτες δεν ξέρω πως βρέθηκε η αριστερή μπότα στο σπίτι της αδελφής μου κι η δεξιά στης μαμάς μου. Τραγική η κατάστασή μου. Το καλύτερο, όμως, είναι που η μαμά μου δεν έχει πιστολάκι μαλλιών, οπότε εγώ κάθε φορά που θέλω να λουστώ, πρέπει να πάω στην αδελφή μου, που μένει στην κορυφή μιας από αυτές τις ασύλληπτες λαμιώτικες ανηφόρες, που σας ανέλυσα στην προηγούμενη ανάρτηση. Τώρα δε που ήρθε και η άλλη αδελφή μου, η οποία έφερε μεν το δικό της πιστολάκι αλλά δε μένει στη μαμά μου, έχουμε δύο πιστολάκια στο ένα σπίτι, αλλά κανένα στο άλλο: παράλογο; Δεν απαντά, άρα λογικό. 
Επίσης, πρέπει να ξέρετε, αν δεν το έχετε ήδη μάθει εξ ιδίας πείρας, πως οι γονείς, όσο μεγαλώνουν, παθαίνουν μετάλλαξη. Μεταλλάσονται καταρχήν σε κουφά όντα. Η τηλεόραση στο σπίτι μας παίζει σε εντάσεις που ακούγονται, είμαι σίγουρη, ως το Άλφα του Κενταύρου. Με δεδομένο ότι έχουμε δύο τηλεοράσεις στο σπίτι, διότι η μαμά μου θέλει να βλέπει τα Μυστικά της Εδέμ, ενώ ο μπαμπάς μου, όπως φαντάζεστε, δεν θέλει, αντιλαμβάνεστε τι γίνεται. Αφήστε που για να με ακούσουν πρέπει να φωνάζω λες και με σφάζουν, σας λέω, εξουθενωτικό. Άγιε Βασίλη, αν διαβάζεις, φέρε ένα ίαρ γουίσπερερ στο μπαμπά μου, σε παρακαλώ.
Μια άλλη μετάλλαξη που παθαίνουν οι γονείς είναι της φλυαρίας: εκεί που είχα συνηθίσει να τρώμε σε απόλυτη ησυχία (και ησύχαζε λίγο το κεφάλι μου), τώρα η μαμά ρωτάει τα πάντα και, ω του θαύματος, ο μπαμπάς της απαντάει! Να φανταστείτε, μιλάνε μέχρι και για τα ποδοσφαιρικά της Λαμίας, το οποίο βεβαίως και υφίσταται ως θέμα, διότι προσφάτως ένα μεγάλο σκάνδαλο ταρακούνησε την τοπική κοινωνία. Πήγε, λέει, η ομάδα της Λαμίας να παίξει με μια πόλη της Γερμανίας, δεν ξέρω ποιά, δεν το συγκράτησα αυτό, κι έφαγε 14 γκολ. Προφανώς, οι ποδοσφαιριστές καθόντουσαν οκλαδόν στο γήπεδο κατά τη διάρκεια του αγώνα, αλλιώς δε γίνεται να μπουν 14 γκολ σε ένα ποδοσφαιρικό αγώνα, λέω εγώ με το φτωχό μου το μυαλό. Τώρα, λοιπόν, έχει γίνει ο κακός χαμός στη Λαμία και απαιτούν όλοι να παραιτηθεί ο πρόεδρος της ομάδας και ο μπαμπάς μου, ως πρώην ποδοσφαιριστής της ομάδας και νυν παράγων, ανακατώνεται παντού και έρχεται το μεσημέρι να ενημερώσει τη μαμά μου. Τι να πω κι εγώ. 
Προτιμώ να μη μιλήσω διόλου και να τελειώσω ήσυχα ήσυχα το φαγητό μου και μετά να φέρω τα χάπια του μπαμπά, τα οποία επιμελώς χωρίζει σε μεσημεριανά και απογευματινά και μετά καταπίνει αδιαμαρτύρητα, ο γλυκός μου. Φυσικά, μετά τα χάπια, μαλώνει για κάνα εικοσάλεπτο με τη μαμά για το πόσο μεγάλο θα είναι το κομμάτι από το γαλακτομπούρεκο που θα φάει. Βλέπετε, ο πατέρας έχει ζάχαρο και πρέπει να τρώει λίγα έως καθόλου γλυκά, αλλά αυτή είναι η τρίτη μετάλλαξη που παθαίνουν οι γονείς όταν μεγαλώσουν: κάνουν λίγο όπως έκανες εσύ με την κόκα-κόλα. Ντε και καλά να πιεις τουλάχιστον 4 ποτήρια, αλλιώς θα κρατούσες την αναπνοή σου μέχρι να πάθεις κάτι.
Τέλοσπαντων, τα υπομένω όλα αυτά με μεγάλη κατανόηση και αγάπη, που κάθε τέκνο οφείλει να δείχνει στους γεννήτορές του, αλλά ταυτόχρονα νασταλγώ το (όποιο εν πάση περιπτώσει) σπίτι μου κι όταν φεύγω λίγο λυπάμαι και λίγο χαίρομαι και μη με πείτε αναίσθητη, γιατί φωτιά θα πέσει να σας πλακώσει, ξέρω ότι όλοι το ίδιο κάνετε!

Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

Νομίζατε ότι γλιτώσατε;

Αγαπημένοι μου αναγνώστες, ναι, το ξέρω πόσο σας έλειψα και με πόση αγωνία περιμένατε το επόμενο άρθρο μου, το οποίο δραματικά καθυστερούσε και σας γέμιζε αγωνία για την τύχη ενός καταπληκτικού ανθρώπου και ευρηματικού συγγραφέα.
Όχι, όμως πια, μην αγωνιάτε άλλο: είμαι εδώ και πάντα θα είμαι εδώ, να γεμίζω τις οθόνες και τις καρδιές σας κι όσα κακεντρεχή σχόλια κι αν υπάρξουν, ειδικά από αυτόν τον ανώνυμο, που τον ξέρω πολύ καλά ποιος είναι, αλλά ας έχει χάρη που περιμένει παιδάκια, εγώ θα συνεχίσω, εδώ, στις επάλξεις του μπλόγκινγκ κι ας έχουν μείνει μόνο 26 αυτοί οι ρημαδοαναγνώστες και δε λένε να πάνε παραπάνω. Θα το καταπιώ κι αυτό.
Λοιπόν, εχάθην, διότι για άλλη μια φορά, όπως φαντάζεστε, έφυγα. Είπαμε, on the road again. Μην περιμένετε, όμως, τίποτε μαγευτικές περιγραφές και τα γνωστά, διότι αυτή τη φορά έφυγα για τη γενέτειρα πόλη μου, δια να εορτάσω οικογενειακώς τις άγιες ημέρες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Δεδομένου, δε, ότι σε 5 μήνες περίπου θα γίνω ευτυχής και χαζή θεία, καθώς η αδελφή περιμένει δίδυμα παρακαλώ, έπρεπε να είμαι εδώ, να δω τις σχετικές φωτογραφίες, να ακούσω τη σχετική γκρίνια και να προσφέρω τη σχετική βοήθεια. Άφησα, λοιπόν, το αγαπημένο μου νησί και τις αγαπημένες μου φίλες στο νησί και αφού γύρισα τη μισή Ελλάδα, κατέληξα στην πόλη που με γέννησε.
Μα τι πόλη είναι αυτή, δεν μπορείτε να φανταστείτε. Ειδικά αυτές τις μέρες, τις εορταστικές, κλπ, ξεπερνά τον εαυτό της. Καταρχήν, υπάρχει περίπτωση να είναι η μοναδική πόλη στη χώρα η οποία διατηρεί τη (χουντική, αν δεν απατώμαι) συνήθεια να μεταδίδει από ηχεία καρφωμένα στις κολόνες του δημόσιου φωτισμού χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Και καλά να ήταν μόνο τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Που μεταδίδει και διαφημίσεις των τοπικών επιχειρήσεων; Η αγαπημένη μας (εμένα και των αδερφών) είναι η διαφήμιση ενός καταστήματος κινητής τηλεφωνίας με το τουλάχιστον ατυχές όνομα Χαλιμούρδας. Κι εκεί που ακούς το ευχάριστο τραγουδάκι για τον γνωστό τάρανδο παύλα ελαφάκι, αρχίζει το εγκώμιο του Χαλιμούρδα, με αποτέλεσμα η γράφουσα πάνω από μία φορές να έχει γονατίσει από τα γέλια στη μέση της πιο κεντρικής πλατείας της πόλης.
Η οποία πόλη, παρεμπιπτόντως, αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από πλατείες και ανηφόρες: τουλάχιστον εφιαλτικό. Ωστόσο, έχουμε μερικές πολύ γραφικές ανηφόρες, οι οποίες, όπως έχω αναφέρει σε προηγούμενο άρθρο, μας κατατάσσουν επιτυχώς στην κατηγορία της γραφικής πολίχνης. Το θέμα είναι πώς να τις ανέβεις τις ανηφόρες και πώς να κατέβεις τις αντίστοιχες κατηφόρες, ειδικά εάν φοράς τακούνια, κάτι το οποίο συνήθιζε η αδελφή (πριν μείνει έγκυος, τώρα τα τακούνια τα φορά στον ύπνο της), η οποία, έχοντας απηυδήσει και ούσα παράγων της πόλης απαίτησε και απέκτησε κυλιόμενες σκάλες στις απότομες ανηφόρες. Ναι, κυλιόμενες σκάλες. Φουτουριστικό; Είμαστε πολύ μπροστά. (Οι τελευταίες πληροφορίες μου, βέβαια, λένε πως ο δήμαρχος αφαίρεσε τις σκάλες τελικά, διότι οι αδαείς επαρχιώτες πήγαιναν με τα πόδια έτσι κι αλλιώς.)
Το καλύτερο με αυτές τις πόλεις, όμως, είναι που επειδή έρχεσαι μόνο τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, οπότε όλοι είναι χαλαροί και άνετοι και κάνουν διακοπές, σου φαίνεται πως δεν δουλεύει κανείς και πως όλοι μονίμως πίνουν καφέ και χαζολογάνε στις πλατείες. Ή μπορεί, στην περί ης ο λόγος πόλη να μη σου φαίνεται και να είναι έτσι ακριβώς, δεν ξέρω, δεν το έχω διαπιστώσει ακόμα.
Επίσης, πρόσφατα ή και όχι τόσο πρόσφατα, η μικρή μας πόλη απέκτησε το δικό της κατάστημα Zara, που όσοι από τους ευγενείς αναγνώστες μου δεν κατέχετε τι είναι ετούτο, είναι ένα πολυκατάστημα ρούχων, εξαιρετικά τρέντι, σικ και πολυαγαπημένο. Το γεγονός αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να κυκλοφορούν πανομοιότυπα ντυμένες απαξάπασες οι νεαρές και οι όχι και τόσο νεαρές κυρίες, σε σημείο που να σκιάζεσαι και να νομίζεις ότι έχεις βρεθεί μέσα σ’ αυτήν την ταινία, The Stepford wives νομίζω τη λέγανε, όπου ήταν όλες ίδιες και τελικά ήταν εξωγήινες.
Λέτε; Λέτε η γενέτειρά μου να έχει καταληφθεί από εξωγήινους εισβολείς και να την κυβερνά μια μοχθηρή ιδιοφυής οντότητα, που έχει στήσει εδώ το αρχηγείο της, με σκοπό να κυριαρχήσει σε ολόκληρο τον πλανήτη; Λέτε γι’ αυτό όλη η Ευρώπη να συζητά για τη μικρή μας πόλη; (Αυτό το είπε σήμερα ο μπαμπάς μου, αλλά θα σας εξηγήσω στο άλλο άρθρο τι εννοούσε, γιατί τώρα θα επιστρέψει η έγκυος αδελφή στης οποίας το σπίτι έχω καταλύσει κι έχω να χαϊδέψω την κοιλίτσα της).
Επίσης, έχω να σας πω πολλά για το τι παθαίνουν οι γονείς όταν μεγαλώσουν και γιατί εγώ δεν πρόκειται ποτέ να κάνω παιδιά και για τους συμμαθητές που συναντάς μετά από 15 χρόνια κι ένα σωρό! Χα, I’ m back!

Δευτέρα, 6 Δεκεμβρίου 2010

Επανάληψις μήτηρ πάσης παθήσεως.

Εν τω μέσω εξεταστικής περιόδου και τρελού άγχους κι ενώ έχεις μπερδέψει την επανάσταση στο Γουδί με τη Νεολιθική Επανάσταση, το σταυροειδή εγγεγραμμένο με τον ιωνικό ρυθμό και τη στάση του Νίκα με τις στάσεις των μορφών του Πικάσο, εγώ κάθομαι η ώρα 7.37 το πρωί (μα, τι ανώμαλες ώρες είναι αυτές που με πιάνει η έμπνευση;) να γράψω ένα άρθρο και να χαλαρώσω.
Διότι, ναι, είμαι τόσο βλαμμένη: χαλαρώνω γράφοντας. Άλλοι χαλαρώνουν τρώγοντας, άλλοι πίνοντας, κάποιοι κάνουν σεξ, πολλοί βλέπουν τηλεόραση. Εγώ, επειδή κάνω δίαιτα από τότε που γεννήθηκα, είμαι μονίμως άφραγκη και το ποτό, ως γνωστόν, κοστίζει, το σεξ μου πέφτει κομματάκι απομακρυσμένο και τέλος βαριέμαι φριχτά την τηλεόραση (εκτός αν πρόκειται για Παπακαλιάτη, βεβαίως βεβαίως), χαλαρώνω γράφοντας.
Πριν, λοιπόν, κάνω τη φοβερή μου επανάληψη (πράγμα που προϋποθέτει ότι έχεις διαβάσει όλη την ύλη τουλάχιστον μία φορά, χαχα, ωραίο αστείο) και πάω να γράψω Βυζαντινή Αρχαιολογία, με την οποία έχω μια σχέση παθιασμένη καθώς την είχα και τελευταίο μάθημα πριν το πτυχίο στο πανεπιστήμιο, θα σας γράψω, αγαπημένοι μου αναγνώστες, ένα παραλήρημα για τις εξετάσεις γενικώς.
(Παρεμπιπτόντως, αγαπημένοι μου αναγνώστες, αφού, το ξέρω, είστε περισσότεροι που διαβάζετε, γιατί, βρε, δεν πατάτε εκεί και μια παρακολούθηση, να παίρνει λίγο θάρρος κι η γράφουσα;)
Οι εξετάσεις κάθε είδους είναι ένα πρώτης τάξεως ψυχογράφημα για τον εξεταζόμενο και όχι μόνο. Έχω εντρυφήσει στο θέμα κι έχω εμπεριστατωμένη άποψη, καθότι, αν και στην τρυφερή ηλικία των 30 χρόνων, έχω δώσει διαφόρων ειδών εξετάσεις 35 φορές. Εξετάσεις για το σχολείο, για το πανεπιστήμιο, στο πανεπιστήμιο, για ξένες γλώσσες, για προπτυχιακά, μεταπτυχιακά και δεύτερες σχολές και γενικώς δε συμμαζεύεται.
Όταν έχεις εξετάσεις, πρέπει να τρως καλά και να κοιμάσαι καλύτερα για να μπορείς να αποδώσεις, καλή εξωγηπεδική ζωή το λένε αυτό. Οι περισσότεροι, βέβαια, τρώνε αηδίες και κοιμούνται σαν τις νυχτερίδες: κρεμασμένοι ανάποδα στο μπράτσο του καναπέ, από τις 3 ως τις 5. (Και μετά περιμένουν να γράψουν καλά, που είναι σαν τον Κόμη Δράκουλα και το Γκόλουμ ταυτόχρονα.)
Επίσης, πρέπει να παίρνεις βιταμίνες, όπου βιταμίνες είναι τα πορτοκάλια και τα μαρούλια, όχι αυτά τα χρωματιστά χάπια, αυτά είναι αμφεταμίνες, άλλη γνωστή σύγχυση των εξεταζόμενων ανά το χρόνο και το χώρο.
Εγώ, βέβαια, με το φαγητό και τον ύπνο δεν είχα ποτέ πρόβλημα, το πρόβλημά μου ήταν το εξής: πάντα θέλω να πάω μια βόλτα μετά το διάβασμα, να με φυσήξει λίγο ο αέρας, να δω έναν άνθρωπο, κάτι. Όπου το λέω στους φίλους μου, οι οποίοι συνήθως δίνουν τις ίδιες εξετάσεις με μένα, όμως, με κοιτούν με το μάτι του τρελού και τα μαλλιά του Άραγκορν, οπότε εγώ οπισθοχωρώ και πάω μόνη μου τη βόλτα. Μέχρι κι η Βίβιαν με απαρνήθηκε χτες.
Το καλύτερο, όμως, με τις εξετάσεις, είναι τα όνειρα που κάνεις για όταν θα έχουν τελειώσει αυτές: τι μουσική θα ακούς στη διαπασών, τι θα φορέσεις στο πάρτι που θα πας, πως θα κουρευτείς, τι αλλαγές θα κάνεις στα έπιπλα, πόσο καθάρισμα θέλει το σπίτι, που θα πλύνεις και θα σιδερώσεις ακόμα και τις κουρτίνες(τις οποίες, σε κ. σ., δε σε νοιάζει να τις πλύνεις ακόμα κι όταν κατεβούν μόνες τους από τα κουρτινόξυλα και μπουν οικειοθελώς στο πλυντήριο) κι άλλα τέτοια πάρα πολύ σημαντικά πράγματα. Χτες, με τη Μαριλένα, μιλούσαμε για καμιά ώρα για την ταβέρνα που θα πάμε όταν τελειώσουμε με τις εξετάσεις(με είχε πάρει να ξεκαθαρίσουμε τους οκταγωνικούς, μη με ρωτήσετε τι είναι, τελικά δεν τους ξεκαθαρίσαμε, βρήκαμε ωστόσο την ταβέρνα).
Επίσης, εμένα, όταν διαβάζω, με ενοχλεί πάρα πολύ να είναι τα φρύδια μου άβγαλτα και να πιάνω αυτές τις χαζές τριχούλες που τσιμπάνε και φαίνονται, οπότε, παρατάω τα βιβλία και πάω να βγάλω τα φρύδια μου. Το κάνω, όμως, κάθε μέρα, προκειμένου να αποφύγω να διαβάσω, με αποτέλεσμα, στο τέλος της εξεταστικής να μη μου έχει μείνει φρύδι. Τραγικό. Άσε πια αυτή την ψαλίδα στις άκρες των μαλλιών. Μια φορά, στο πανεπιστήμιο, κατά τη διάρκεια εξεταστικής, είχα κουρευτεί μόνη μου, διότι με νευρίασε η ψαλίδα: ούτε φρύδια ούτε μαλλιά, λες κι είχα πάθει τριχοφάγο ήμουν.
Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι τώρα πια, μετά από τόσες εξετάσεις, εγώ προσωπικά κανένα άγχος δεν έχω και καμία στέρηση εξόδου δεν υφίσταμαι, απλά περιμένω να περάσει και να επανέλθουν όλοι στα φυσιολογικά τους. Ως τότε, βγάζω τα φρύδια μου κι ελπίζω να είναι, Θεέ μου, η τελευταία φορά που δίνω εξετάσεις, που δεν θα είναι, το ψυχανεμίζομαι, έχω εθιστεί, αλλά η ελπίδα πεθαίνει τελευταία (δίχως κλισεδάκι δεν ανεβαίνει άρθρο) κι επίσης η ώρα έχει πάει 8.30, οπότε, ας πάω να κάνω τη ρημαδοεπανάληψη και πείτε μου καλή επιτυχία.

Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

Ο τελευταίος χορός vol. 2

Και σιγά που θα περίμενα εγώ μέχρι την άλλη εβδομάδα, αφήστε που ως τότε θα έχουν γίνει πολλά και θα πρέπει να γράψω κι άλλο άρθρο…
Που είχαμε μείνει; Α, ναι.
Μετά από τον ομηρικό καυγά, κι επειδή είχαμε γίνει ρεντίκολο τση κοινωνίας στην πόλη, προσπεράσαμε κάτι εκκλησιές που έχει η Καστοριά με αξιοπρέπεια αντάξια βυζαντινού αυτοκράτορα και πήγαμε στις Πρέσπες, τη Μικρή και τη Μεγάλη.
Το τοπίο εκεί είναι πραγματικά απερίγραπτο, δεν υπάρχουν λόγια να μεταφέρω την ατμόσφαιρα και την ομορφιά της φύσης, την απεραντοσύνη του ουρανού, τα χρώματα της λίμνης και το απόκοσμο του μικρού νησιού στη μέση, του Αγίου Αχιλλείου. Έπεφτε κι ένα μελαγχολικό ψιλόβροχο, ήτανε σαν παραμύθι και τα καλάμια έπνιγαν τις φωνές μας, μεταφερθήκαμε για λίγο σε έναν άλλο κόσμο και ηρεμήσανε τα πνεύματά μας. Εξαιρετικά γοητευτική περιοχή και η πιο ωραία εποχή της, να πάτε οπωσδήποτε.
Στη συνέχεια, κατευθυνθήκαμε στο Βόλο, μια μικρή Θεσσαλονίκη. Εκεί, συνέβη το εξής μοναδικό: για πρώτη φορά στα χρονικά της Σχολής Ξεναγών, σε μάθημα που γινόταν στον αρχαιολογικό χώρο του Διμηνίου (έτερος προϊστορικός οικισμός, βρωμάει ο τόπος από δαύτους στη Θεσσαλία), παρακολουθούσαν όλοι, μα όλοι ανεξαιρέτως κι ούτε ένας δεν είχε κόψει πέρα, ούτε ένα φλας δεν άστραψε, ούτε μισό κινητό δε χτύπησε. Διότι η Προϊστορική Αρχαιολογία κρέμεται από πάνω μας σαν δαμόκλεια σπάθη κι έπρεπε στο Διμήνι και στο Αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου να μάθουμε όσα δεν έχουμε μάθει ως τώρα, πράγμα, όπως φαντάζεστε, αδύνατον. Επίσης, στο Βόλο, συνέχισαν όλοι να διαβάζουν μανιωδώς, όλοι πλην εμού, μεγάλη περιέργεια έχω πως θα τις περάσω αυτές τις εξετάσεις.
Μετά από αυτό το καταπληκτικό μάθημα της Προϊστορικής, πήγαμε μια βόλτα στο Πήλιο. Ήταν μια όμορφη μέρα, Κυριακή με λιακάδα, κι ήσουν με τους φίλους σου σ’ ένα ωραίο μέρος και πήγαινες για φαγητό κι είναι κάτι τέτοιες στιγμές που δεν το καταλαβαίνεις, αλλά σε κάνουν ευτυχισμένο και μετά μένουν εκεί κι ας τις έχεις ξεχάσει, αυτές οι στιγμές είναι εκεί, σαν χάντρες στο αγαπημένο σου κολιέ.
Στο Πήλιο, μολονότι εγώ φοβόμουν ότι θα συναντήσουμε κάναν Κένταυρο και θα μας κλέψει έτσι όμορφες που είμαστε, ξεκινήσαμε η Ελένη, η Μαριλένα, η Βίβιαν κι εγώ να πάμε με τα πόδια από την Πορταριά ως τη Μακρυνίτσα (καλά μη φανταστείτε καμιά τρελή απόσταση, κάνα-δυο χιλιόμετρα είναι) και περπατούσαμε μέσα στις πρασινάδες, αγναντεύαμε τη θέα και το Βόλο που απλωνόταν στα πόδια μας και βγάζαμε φωτογραφίες. Ευτυχώς, φτάσαμε γρήγορα στη Μακρυνίτσα και στο φαγητό δίχως να συναντήσουμε Κένταυρο, αν κι εγώ είμαι σίγουρη ότι κάπου πήρε το μάτι μου έναν να μας κρυφοκοιτάζει.
Τελευταίος προορισμός, τα Μετέωρα, όπου για να πάμε, μείναμε στην Καλαμπάκα (κι ήπια του πόνου το ποτό με την τσανάκα), μια κοσμοπολίτικη και ζωντανή πόλη…
Το καλύτερο, όμως, στην Καλαμπάκα ήταν το ξενοδοχείο μας, αντάξιο μελλοντικών ξεναγών: λες και μπήκα σε ναό, η διακόσμηση αποτελούνταν από τρίγλυφα, μετόπες, αγάλματα αρχαίων θεών, αγγεία ερυθρόμορφου ρυθμού, αετώματα στην είσοδο και όλα αυτά σε κομψούς τόνους χρυσού, ροζ και κίτρινου. Έκανες να μπεις στο ασανσέρ κι έβλεπες δίπλα σου έναν Σάτυρο γύψινο και χρυσό να σε κυνηγάει. Κατέβαινες για πρωινό και σε καλημέριζε μια Άπτερος Νίκη με ροζ φτερά. Έβγαινες στο μπαλκόνι και σου έβγαζε το μάτι το αέτωμα με τον Δία. Η επιτομή του στιλ. Αφού, μπαίνοντας στο δωμάτιο περίμενα τουλάχιστον δυο κούρους στο μπάνιο και μια Καρυάτιδα αντί για κομοδίνο, τίποτε τέτοιο όμως δε βρήκα, απάτη το λόμπι, για τα μάτια του κόσμου.
Και μετά από όλα αυτά, πήγαμε στα Μετέωρα, όπου μετέωροι σταθήκαμε και με κομμένη την ανάσα μπροστά στα θαύματα της φύσης. Εκείνοι οι θεόρατοι βράχοι, βγαλμένοι από κάποιον προκατακλυσμιαίο βυθό, ξαφνικά ξεπροβάλλουν μπροστά σου και φτιάχνουν ένα τοπίο ανεπανάληπτο και στη μέση στέκεις εσύ, ανήμπορος και τόσο μικρούλης ανθρωπάκος.
Και εκεί, σ’ αυτόν τον εντυπωσιακό τόπο, χάλασε η φωτογραφική του γράφοντος γκαντεμόσαυρου, είναι δυνατόν; Κι έτσι δεν μπόρεσα να απαθανατίσω τις εξαιρετικές τοιχογραφίες των μοναστηριών που σκαρφάλωσαν στις κορυφές των βράχων και να γίνω κι εγώ μια ειδική και καταπληκτική μετεωρολόγος σαν όλους αυτούς που κυκλοφορούν εκεί έξω… Είχα, όμως, το τεφτέρι μου και έγραψα τα πάντα, αλήθεια σας λέω, όχι σαν τη Βίβιαν που έγραφε συνταγές. Μετρήσαμε όλα τα μοναστήρια, συγκρίναμε τεχνοτροπίες αγιογράφων , την κρητική σχολή και την παλαιολόγεια τέχνη, φάγαμε ίσαμε με ένα κιλό λουκούμια έκαστος, χαϊδέψαμε όλες τις γάτες που συναντήσαμε και τρομάξαμε τους μοναχούς με τις αγριοφωνάρες μας και μετά πήραμε το δρόμο του γυρισμού.
Κι έτσι έφτασε στο τέλος κι αυτό το ταξίδι, το οποίο, βέβαια, παραλίγο να μη φτάσει καθώς την επιστροφή μας απειλούσαν διάφοροι δαίμονες: απεργίες, άνεμοι, σεισμοί, λιμοί και καταποντισμοί. Η Σοφία κόντεψε να μείνει στον τόπο από το άγχος, μέσα στην άγια ατμόσφαιρα της ιεράς μονής Βαρλαάμ γύριζε και τρομοκρατούσε τους ανθρώπους, «εσύ άκουσες για τη 48ωρη απεργία στα πλοία;» άκουγες ξαφνικά δίπλα στο αυτί σου και νόμιζες ότι κατέβηκε άγγελος Κυρίου να εξαγγείλει την απεργία.
Ευτυχώς, οι απεργοί το μετάνιωσαν κι οι άνεμοι κόπασαν για να γυρίσουμε εμείς σώοι στο νησί και να αποχαιρετήσουμε την Αλεξάνδρεια που χάνουμε: τις ατελείωτες και υπέροχες εκδρομές. Θα ξαναπάμε ταξίδια, σίγουρα, αλλά κανένα δεν θα είναι σαν αυτά.
Κανένα ταξίδι, άλλωστε, δεν είναι σαν το προηγούμενο κι αυτό είναι το ωραίο, ε;

Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

Ο τελευταίος χορός vol. 1

Κυριακή πρωί, εννοείται, πλην μια δύσκολη ώρα, δηλαδή στις 7.30 το χάραμα, κάθομαι και γράφω, όχι επειδή έμπλεξα κι εγώ με το Imperia και μπήκα να πουλήσω ξυλεία, όχι, δεν έχω πέσει ακόμα σ’ αυτή την κατάντια, αλλά επειδή σε μισή ώρα θα κοπεί το ρεύμα και δεν θα έχω υπολογιστή ούτε ίντερνετ κι επίσης επειδή έχω τρελό διάβασμα, διότι σε 3 μέρες ξεκινά η τελευταία (ελπίζω) εξεταστική της περίφημης Σχολής Ξεναγών και της ζωής μου (ξαναελπίζω).
Πριν όμως αφοσιωθώ για πολλοστή φορά στην Ιστορία της Τέχνης και τη Νεότερη Ελληνική Ιστορία (α, μην τ’ ακούτε έτσι, είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντα θέματα), θα σας περιγράψω την τελευταία μας εκδρομή.
Τελεσίδικο, ε; Η τελευταία εκδρομή: όχι πια βαλίτσες ούτε ξυπνητήρια ούτε τι ώρα θα κατεβούμε για πρωινό, όχι πια photo shootings στα διάφορα ειδυλλιακά σημεία. Τελείωσαν οι πρωινές βόλτες στους αρχαιολογικούς χώρους, ο Δημήτρης δεν θα ξαναδιαβάσει για να μας κάνει μάθημα. Ούτε θα ξαναπεταχτούμε με τη σούστα μας από το λεωφορείο για να πιάσουμε θέση στα τραπέζια του μεσημεριανού, δε θα ξαναγκρινιάξουμε για τις μπριζόλες. Όχι πια καινούργια ξενοδοχεία (τα έχουμε δει όλα έτσι κι αλλιώς) και δεν θα ξανατρέξουμε σαν πενταήμερη να δούμε το δωμάτιο της Σοφίας και της Μαριλένας, που έτσι κι αλλιώς, βέβαια, ήταν πάντα καλύτερο από το δικό μας, δεν ξέρω γιατί. Όχι πια ηχογραφιστήρια ούτε θα ξαναψάξουμε φυλλάδια των μουσείων ούτε θα ξαναπαρακαλέσουμε να μας ανοίξουν το χώρο. Δεν ξέρω αν θα ξαναγελάσουμε έτσι ποτέ στη ζωή μας και δεν ξέρω αν έχουμε περάσει ποτέ τόσο ωραία. Η τελευταία εκδρομή.
Κι επειδή τώρα, είμαι σίγουρη, η Ειρήνη έχει βάλει τα κλάματα κι η Ελένη το ίδιο (ορίστε, σας το φύλαγα για το άρθρο), ας ελαφρώσουμε λίγο τη φορτισμένη συναισθηματικά ατμόσφαιρα (σας έχω πει πόσο τρελαίνομαι για κλισεδάκια, έτσι;).
Ξεκινήσαμε από την Καστοριά, με τις γνωστές πια στάσεις ανά μισάωρο. Το θέμα με αυτές τις στάσεις, εκτός από τη μαθηματική εξίσωση καφές = τουαλέτα-στα-επόμενα-10-λεπτά-άρα-κι-άλλη-στάση, είναι ότι μαζί με τον καφέ περιλαμβάνουν και κρουασάν: η Μαριλένα κι εγώ θα κατεβάσαμε ίσαμε με μια κούτα Molto σ’ αυτή την εκδρομή, τι μας είχε πιάσει δεν ξέρω, και δεν θέλω ν’ ακούσω βλακείες περί της σχέσης που έχει η σοκολάτα με την έλλειψη σεξ.
Εν πάση περιπτώσει, αφού μαζέψαμε από την Ηγουμενίτσα τους αγαπημένους μας καθηγητές, για τους οποίους δεν σας έχω μιλήσει κι ούτε πρόκειται, μέχρι να σιγουρευτώ ότι πέρασα τα μαθήματά τους (μετά θα γίνει χαμός), και φυσικά φάγαμε την απαραίτητη τυρόπιτα, πήραμε το δρόμο για την Καστοριά και πριν φτάσουμε, σταματήσαμε στο Δισπηλιό.
Έχετε ακούσει για το Δισπηλιό; Νεολιθικός οικισμός, σου λέει, αν δεν κάνω λάθος (είπαμε, έχω θέμα με τις χρονολογήσεις), και παραλίμνιος, με τα σπιτάκια του δηλαδή χτισμένα πάνω σε πασσάλους μέσα στη λίμνη της Καστοριάς. Φυσικά, τα σπιτάκια δεν έχουν σωθεί, παρά τα έχουν πιστότατα αναπαραστήσει αυτοί οι εξαιρετικοί επιστήμονες και άνθρωποι, οι αρχαιολόγοι. Πάρα πολύ εντυπωσιακό, όμως, να βλέπεις το καλυβάκι πάνω στην εξέδρα που το προφύλασσε από την υγρασία της λίμνης και γεμάτο με τα σύνεργα του νεολιθικού ψαρά και της νεολιθικής νοικοκυράς κι η βαρκούλα δεμένη έξω από την πόρτα. Είχε, έξω από τα σπιτάκια, και κάτι προβολείς, εντελώς νεολιθικούς, προφανώς για να βλέπουν τα βράδια οι ψαράδες να νετάρουν τα δίχτυα τους.
Αφού βγάλαμε κι εκεί φωτογραφίες, φτάσαμε στην Καστοριά με την όμορφη λίμνη της. Μα τι ωραία λίμνη! Ανοιχτή, σαν καθρέφτης ήσυχη, με την απαραίτητη ομίχλη να κάνει το τοπίο λίγο τολκινικό, με παπάκια, κύκνους, σταχτοτσικνιάδες (παραδέχεστε;) και διάφορα άλλα πουλιά, βάρκες, τα βουνά από πάνω, τα σύννεφα να αντανακλώνται, ένα θαύμα, σας λέω. Εκεί στην Καστοριά, μέναμε σε ένα ξενοδοχείο, το οποίο, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα ξενοδοχεία που έχουμε μείνει, όχι μόνο δεν είχε κατσαρίδες, αλλά ήταν και πολυτελέστατο, με ωραία μεγάλα δωμάτια και υπερσύγχρονα κυριλέ μπάνια, στα οποία είχε επιτέλους τζαμαρίες στο ντους κι έτσι γλίτωσαν οι παντόφλες μας από βέβαιο πνιγμό.
Βέβαια, εμείς, ως γνήσιοι μαθητευόμενοι ξεναγοί, αφήσαμε και εκεί το μύθο κι ευθύς αμέσως θα σας εξηγήσω το γιατί. Προσέξτε: μετά από αυτή την εκδρομή ξεκινάει η εξεταστική μας, όπως σας εξέθεσα ανωτέρω. Ως εκ τούτου, όλοι ήρθαν εφοδιασμένοι με βιβλία αντί για τις εικονίτσες τ’ αγιού (αν και νομίζω ότι περισσότερο θα μας βοηθήσει ο άγιος, παρά τα βιβλία) κι έτοιμοι για διάβασμα. Αποφασίσαμε, λοιπόν, να κάνουμε ένα study group, διότι πολλοί άσχετοι μαζί μπορεί και να βγάλουν κάτι. Και έβγαλαν: ο ένας το μάτι του αλλουνού. Ένα ωραίο απόγευμα στο study group μια διαφωνία μεταξύ κυριών κατέληξε σε καυγά ολκής, όπου ακουστήκαμε σε όλη την Καστοριά, ειδικά μια συμμαθήτρια κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό, η φλέβα είχε πεταχτεί μέχρι απέναντι. Να φανταστείτε, ο γκρουμ του ξενοδοχείου ερχόταν με τα Λεξοτανίλ στο δίσκο, πλην ματαίως, διότι οι κραυγές εσυνεχίζοντο, εγώ, όπως φαντάζεστε, ήθελα να γελάσω, αλλά δεν μπορούσα γιατί θα με μάλωναν, η Βίβιαν από απέναντι με κοιτούσε επίτηδες για να με κάνει να γελάσω, μέχρι κι η Μαριλένα μίλησε, που δε μιλάει ποτέ.
Κι όλα αυτά, αγαπητοί μου, όλο το μίσος κι ο αλληλοσπαραγμός, για την Προϊστορική Αρχαιολογία, που να το ήξερε ο έρμος Σλήμαν κι ο άλλος έρμος, ο Έβανς, ότι θα ξεσήκωναν τέτοια θύελλα. Τέλοσπαντων, οι διπλωματικές σχέσεις δεν αποκαταστάθηκαν, αλλά απεφεύχθη το εγκεφαλικό επεισόδιο με εκούσια αποχώρηση του υποψηφίου και το study group συνέχισε τις εργασίες του. Παρεμπιπτόντως, μήπως ξέρει κανείς από τους ευγενείς αναγνώστες μου πότε και που εντοπίζονται τα πρώτα δείγματα γραφής στον ελλαδικό χώρο; Είναι το πιο φλέγον ερώτημα της εποχής.
Εδώ, όμως, και για να δημιουργήσω και το σχετικό σασπένς, θα σας αφήσω πρώτον γιατί το άρθρο βγαίνει τερατώδες κι έχω άλλα τόσα να γράψω και θα τα γράψω στο επόμενο και δεύτερον για να συνεχίσω το πυρετώδες διάβασμά μου και θα τα πούμε νεξτ γουίκ.

Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

Συνάνθρωποι ή απάνθρωποι;

Όταν ξεκίνησα αυτό το παραληρηματικό μπλογκ (βαρέθηκα ν’ αλλάζω απ’ τα ελληνικά στ’ αγγλικά, συγχωρήστε μου αυτές τις ηλίθιες λέξεις), είχα πει ότι γενικά δεν θα ασχολιόμουν με το σχολιασμό της επικαιρότητας.
Πρώτον, διότι το λέω και στον τίτλο: ό,τι και να συμβεί η ζωή συνεχίζεται πάντα και πάντα μου προκαλεί μεγάλη απορία. Και δεύτερον, εγώ, ως γνήσιος καραγκιόζης, αυτό που θέλω να κάνω είναι να σκάτε κάνα χαμόγελο κι όχι να χολοσκάτε με όλα αυτά που, εντάξει, τα ξέρετε, τα στραβά του κόσμου, δεν περιμένετε εμένα να σας τα πω.
Τώρα, όμως, θα κάνω μια εξαίρεση, η οποία απλώς θα επιβεβαιώσει τον κανόνα, βεβαίως βεβαίως, και μετά θα φύγω και θα συνεχίσω να αιθεροβατώ σ’ αυτόν το θαυμάσιο κόσμο που ζω, όπου όλα θα πάνε καλά στο τέλος. Θα συνεχίσω να είμαι συνειδητά και από προσωπική μου επιλογή αφελής και αισιόδοξη-παρεμπιπτόντως, είναι η ιδέα μου ή το έχετε παρατηρήσει κι εσείς: το αισιόδοξος έχει καταντήσει βρισιά;
Όλα αυτά, όμως, μετά την εξαίρεση, η οποία είναι οι εκλογές. Ε, λύσσιαξαν πια, να γίνουν εκλογές και να γίνουν εκλογές, ορίστε, έγιναν οι εκλογές και τι κατάλαβαν; Έχω καμιά δυο βδομάδες που ακούω για το μήνυμα των εκλογών, αυτό είναι το μήνυμα των εκλογών, το άλλο είναι το μήνυμα των εκλογών, σιχάθηκα!
Μην ψάχνετε, παιδιά, κανένα μήνυμα δεν υπάρχει, σιγά ποιος θα ασχολιόταν να στείλει μήνυμα, πήγανε όλοι εκδρομές και καφέδες. Το μόνο μήνυμα που εστάλη ήταν αυτό με την ώρα και την καφετέρια συνάντησης που αντάλλαξαν φίλοι, γκόμενοι, παρέες, κλπ.
Τέλοσπαντων, εκτός από το μήνυμα, το θέμα με τις εκλογές είναι πως ξυπνούν μέσα στο μέσο Έλληνα το ζώο. Το ζώο της επανάστασης και της αντίδρασης: όλοι έξαφνα μουντζώνουν, βρίζουν και καταριούνται, απειλούν, απαξιώνουν και εκμηδενίζουν. Και παντού ακούς πόσο άχρηστοι είναι όλοι οι πολιτικοί και πόσο σάπιο το σύστημα και πόσο όλοι τα παίρνουν και για τη διαφθορά, τον εύκολο πλουτισμό, την υποκρισία-α, και τα κροκοδείλια δάκρυα, μην ξεχάσω τα κροκοδείλια δάκρυα. Έλα, Παναγία μου, σκιάομαι, που λένε κι οι Κερκυραίοι.
Κι είναι όλοι έτοιμοι να «τα βάλουν φωτιά», να τα γκρεμίσουν όλα, να βουλιάξουν ωσάν την Ατλαντίδα, διότι μόνο έτσι θα αναγεννηθούμε. Ναι, ναι, μ’ αυτό το πλευρό να κοιμόμαστε, της επανάστασης και της φωτιάς. Όπως είπα και σε έναν φίλο μου προχτές, που ήθελε να πάρει δυο μπιτόνια πετρέλαιο και να κάψει όλα τα αυτοκίνητα στην πλατεία, δεν τα παίρνεις καλύτερα τα μπιτόνια το πετρέλαιο να τα δώσεις σε κάναν άνθρωπο να ζεσταθεί, παιδάκι μου;
Διότι μόνο αυτό το μήνυμα μπορούμε να στείλουμε, αν θέλουμε: ότι δεν είμαστε απάνθρωποι, αλλά συνάνθρωποι. Η μεγαλύτερη επανάσταση, η πιο δύσκολη κι η πιο ανατρεπτική είναι αυτή, αγαπητοί μου, να είσαι με τον άλλον μαζί, να μπορείς να συσπειρωθείς, να συνεννοηθείς, να συνεργαστείς και εν τέλει να δημιουργήσεις, να επιδιορθώσεις και να προχωρήσεις. Μαζί, όμως, μαζί.
Νομίζω ότι οι κυβερνώντες, οι πολιτικοί, οι δεν ξέρω πώς να τους πω, θα τρόμαζαν πολύ ή, ακόμα καλύτερα, θα σκέφτονταν λίγο, αν έβλεπαν τους ανθρώπους, στο πείσμα των καιρών, που προστάζουν απομόνωση, καχυποψία και κλειδωμένες πόρτες, να ανοίγουν τις πόρτες τους και να βοηθάνε ο ένας τον άλλον.
Σε περίπτωση που δεν έχετε διαβάσει το «Περί φωτίσεως» του Ζοζέ Σαραμάγκου, σπεύστε και θα εννοήσετε τι εννοώ. Τι γίνεται σ’ αυτό το βιβλίο; Εκλογές. Πλην όμως, το λευκό ξεπερνά το 80% (δελεαστικό; Αν ήμουν στο Υπουργείο Παιδείας, το βιβλίο αυτό θα ήταν στο πρόγραμμα διδακτέας ύλης). Οπότε, υπάρχει ένα ξεκάθαρο μήνυμα: δεν θέλουμε κανέναν. Τρελαίνονται όλοι οι κρατούντες και ψάχνουν να βρουν τον υποκινητή της τρομοκρατικής ενέργειας. Οι άνθρωποι όμως ελάχιστη σημασία τους δίνουν και αναδιοργανώνουν τη ζωή τους και ανακαλύπτουν από την αρχή την αλληλεγγύη και την προσωπική ευθύνη στην κοινωνία.
Αλήθεια, διαβάστε το βιβλίο. Είναι τουλάχιστον διαφωτιστικό.
Εγώ αυτά είχα να πω για την επικαιρότητα και τις εκλογές. Τώρα θα πάρω πάλι των ομματιών μου και θα ξενιτευτώ κι όταν γυρίσω, θα σας πω πως περάσαμε για να γελάσετε και πάλι, αφήστε που αυτή είναι η τελευταία εκδρομή κι όταν γυρίσουμε εγώ θα έχω κατάθλιψη και θα πρέπει να την αντιμετωπίσω.
Με τέτοια που ‘χω ψυχολογία, πως θα βγω στη συναυλία;

Κυριακή, 7 Νοεμβρίου 2010

Imperia ή πως να χωρίσετε σε 10 μέρες

Εσείς το ξέρετε το Imperia; Όχι; Α, δεν ξέρετε τι χάνετε, θα σας πω εγώ τι είναι το Imperia: είναι ένα διαδικτυακό μεσαιωνικό πολεμικό κολοπαίχνιδο, το οποίο παίζεται σε σχεδόν πραγματικό χρόνο. Διαδικτυακό σημαίνει ότι δεν παίζεις μόνος σου, παρά παρέα με άλλους βλαμμένους από όλον τον κόσμο, μεσαιωνικό σημαίνει ότι οι στρατιώτες φοράνε διχτυωτά (οι ήρωες με τα καλσόν), πολεμικό σημαίνει ότι έχεις το στρατό σου και τον στέλνεις να επιτεθεί σε άλλους στρατούς, όπως έκανες όταν ήσουν 5 χρονών κι έπαιζες με τα μολυβένια στρατιωτάκια, και κολοπαίχνιδο σημαίνει ότι μπορείς να καταστρέψεις την καριέρα σου, τη σχέση σου κι εν τέλει τη ζωή σου παίζοντας Imperia. Επίσης, σε σχεδόν πραγματικό χρόνο σημαίνει ότι ο στρατός σου κάνει να πάει και να έρθει από την επίθεση όσο και αν όντως μετακινούνταν με μουλάρια και άλλα υποζύγια.
Κι εντάξει όλα αυτά με το Imperia, δε θα με ένοιαζε, να σας πω την αλήθεια, και πάρα πολύ, αν δε με επηρέαζε προσωπικώς. Και με επηρεάζει, φίλοι μου, με επηρεάζει. Διότι Imperia παίζει ο καλός μου μανιωδώς, ολημερίς κι ολονυχτίς είναι δικτυωμένος και στέλνει τους στρατούς του να επιτεθούν, περιμένει να γυρίσουν, αποκρούει άλλες επιθέσεις, φτιάχνει συμμαχίες, χτίζει πανεπιστήμια γιατί δίνουν, λέει, πολλά λεφτά (απ’ αυτό και μόνο καταλαβαίνεις πόσο χαζό είναι αυτό το παιχνίδι, που ακούστηκε τα πανεπιστήμια να δίνουν λεφτά, μόνο παίρνουν, ποτέ δεν δίνουν), αγοράζει ξυλεία και πουλάει σίδερα (σαν τους γύφτους με τα ντάτσουν που γυρνάνε στις γειτονιές και πουλάνε παλιοσίδερα), όλη τη μέρα, όμως, χωρίς υπερβολή.
Κι όταν είμαστε έξω, δε βλέπει την ώρα να γυρίσει να δει τους στρατούς του και πάνω από μία φορά έχει φύγει εξεπιτούτου από το έξω για να πάει στο κοντινό ίντερνετ καφέ να δει τι γίνεται. Και ξυπνάει στις 8 το πρωί κυριακάτικα για να αγοράσει ξυλεία που είναι φτηνή αυτή την ώρα. Άσε που χτυπάνε τα τηλέφωνα μες στη νύχτα κι εκεί που είμαι πεπεισμένη ότι έχει βρει άλλη κι είμαι έτοιμη να τον διώξω, ακούω που μιλάει στο Μήτσο, ποιά είναι η Μήτσος, του λέω, ο αρχηγός της συμμαχίας, μου απαντάει, και με πήρε να μου πει ότι μας την έπεσαν μπαμπέσικα, κοιμήσου εσύ, μωρό μου, εγώ θα μπω λίγο να δω τι γίνεται. Και ξυπνάω το πρωί κι είναι εκεί, μπροστά στην οθόνη. Ο Μήτσος, του λέω, δεν έχει άλλη δουλειά; Έχει, είναι, λέει, 42 χρονών κι έχει γυναίκα και 2 παιδιά κι είναι ιδιοκτήτης της δικής του επιχείρησης, αμ δε θα την έχει για πολύ καιρό ούτε την επιχείρηση ούτε τη γυναίκα αν συνεχίσει έτσι.
Επίσης, στο κολοπαίχνιδο υπάρχει κι ένα υποτυπώδες χρηματιστήριο, όπου όταν ανεβαίνει η ξυλεία, πέφτει το σίδερο κι όταν έχεις να πουλήσεις τα κρατάς κρυφά για να χτυπήσεις καλή τιμή, δεν έχω καταλάβει ακριβώς πως γίνεται, το θέμα είναι ότι ο Γιάννης έχει φτιάξει σελίδες επί σελίδων στο Excel για να κανονίζει το οικονομικά του Imperia, στο θεό σας, και στο πορτοφόλι του δεν ξέρει τι έχει. Μη σας πω και το άλλο, έχει ήδη κανονίσει με ποιόν θα κάνει συμμαχία και πως θα διαμορφώσει τη στρατηγική του τον επόμενο χρόνο στο Imperia κι είμαι σίγουρη ότι ξέρει την πορεία του σε βάθος 2 ετών τουλάχιστον κι όταν του πεις να σκεφτεί για τη σχέση μας, δεν μπορεί να δεσμευτεί, αγχώνεται, λέει, δεν μπορεί να κάνει σχέδια, πόσο λογικό είναι αυτό;
Και το κορυφαίο; Επειδή για να κερδίσεις στο Imperia πρέπει να κάνεις συντονισμένες επιθέσεις, έχει φτιάξει ένα λογαριασμό στο όνομά μου και παίζει και μ’ αυτόν. Οπότε τι έκανε ο αθεόφοβος; Βρήκε ένα πρόγραμμα με το οποίο μπορείς να μπεις στον υπολογιστή του άλλου και από μακριά να δουλεύεις κι απ’ αυτόν κι απ’ τον δικό σου. Και θέλει να το κάνει έτσι, διότι δεν επιτρέπεται να έχεις δύο λογαριασμούς ανοιχτούς στον ίδιο υπολογιστή ταυτόχρονα. Αυτό όμως για να γίνει θέλει, φυσικά, και τη συγκατάθεση του άλλου. Εγώ, όμως, αρνούμαι και προσπαθεί να με πείσει με διάφορες γαλιφιές, αλλά δε μασάω.
Ο καμένος. Το τρομακτικό είναι πως δεν είναι ο μόνος. Υπάρχουν πολλοί εκεί έξω, ζουν ανάμεσά μας, κι είμαι σίγουρη ότι υπάρχουν και πολλές ομοιοπαθούσες, ένας, λέει, πήρε διαζύγιο εξαιτίας του Imperia, θέλετε να μαζευτούμε όλες και να κάνουμε απεργία ξέρετε από τι μέχρι να σταματήσουν να παίζουν Imperia; Το κάνανε και στην αρχαία Αθήνα κι έπιασε…
Εγώ πάντως θα τον βρω αυτόν που το έφτιαξε το Imperia. Και θα τον βάλω να παίζει ασταμάτητα τα παιχνίδια με τους συνδυασμούς ρούχων και το σχέδιο μόδας που παίζει η Ρενάτα, μέχρι να παραδοθεί και να δεχτεί να καταστρέψει τους κωδικούς για το Imperia και να μη μείνει ίχνος από αυτό το πράγμα στην κυβερνομνήμη και στην ιστορία του Διαδικτύου.

Το πιο μακρύ ταξίδι μου

Δεν καταλαβαίνω, αγαπημένοι μου φίλοι, γιατί πρέπει το φθινόπωρο να κάνουμε νέες αρχές και να φτιάχνουμε προγράμματα και να μπαίνουμε σε σειρά. Εγώ, το φθινόπωρο, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να κοιμάμαι χωμένη κάτω από το πάπλωμα και να πίνω σοκολάτες: καμία διάθεση δεν έχω για νέο πρόγραμμα και σειρά. Και τώρα, αφού είπα το παράπονό μου, που ξέρω ότι το συμμερίζεστε όλοι, και πριν η αδελφή μου με πει γκρινιάρα, ο Θανάσης αρνητική, η μαμά μου «αχ, κορίτσι μου» κι ο Γιάννης αρχίσει τα σεξουαλικά υπονοούμενα για το πάπλωμα, θα σας περιγράψω τη φοβερή εκδρομή μας στη Μακεδονία.
Πράγμα το οποίο θα κάνω με πόνο ψυχής, διότι υπάρχει πολύ μεγάλη πιθανότητα να είναι η τελευταία μας, εκτός αν βρεθεί κάποιος χορηγός για την ταλαίπωρη Σχολή Ξεναγών της Κέρκυρας, αλλιώτικα μας βλέπω να κοιμόμαστε με σλίπινγκ μπαγκ στα πάρκα των διαφόρων πόλεων (και γκρινιάζαμε για τις κατσαρίδες στα ξενοδοχεία, αλλά, βέβαια, έτσι είναι, μόνο άμα χάσεις κάτι το εκτιμάς, γιατί, τι είχανε οι κατσαρίδες; Σου κρατάνε και συντροφιά.).
Ξεκινήσαμε, λοιπόν, από την Καβάλα, τη γενέτειρα του αγαπημένου μας συμφοιτητή Τάσου. Έχει πλάκα όταν πάμε στις διάφορες γενέτειρες των διαφόρων συμφοιτητών, διότι, μολονότι κανείς δεν θέλει να το παραδεχτεί, είναι όλοι περήφανοι για τον τόπο τους: δείχνουν από ‘δω, περιγράφουν από ‘κει, το σχολείο, το φροντιστήριο, το παγκάκι του ραντεβού, το περίπτερο που αγόραζα νερό κι άλλα τέτοια, για να κάνουμε, λέει, βιωματική την ξενάγηση, η καινούργια αγαπημένη μας φράση, η βιωματική ξενάγηση, τρομάρα μας!
Η Καβάλα, που λέτε, είναι μια από τις όμορφες επαρχιακές ελληνικές πόλεις, με μια αξιοπρεπή πλακόστρωτη ανηφόρα (διότι, στην ελληνική επαρχία δεν στέκεσαι ως πόλη αν δεν έχεις την προαναφερθείσα ανηφόρα) και ένα υπερσύγχρονο νοσοκομείο, το οποίο γνωρίσαμε αρκούντως, καθώς κάμποσοι μαθητευόμενοι ξεναγοί επάθανε γαστρεντερίτιδα, τα συμπτώματα της οποίας, φαντάζομαι, τα έχετε υπόψη σας, κι αν όχι, καλύτερα.
Ως εκ τούτου, πηγαινοερχόμασταν στο νοσοκομείο και όλα ήταν μια υπερπαραγωγή: αφυδατώσεις, οροί, Zadac (κι εγώ τώρα τα έμαθα, είναι κάτι χάπια για το στομάχι), μια μανιταρόσουπα η οποία συνέβαλλε τα μάλα στην επιδείνωση, λαπάδες και χαμομήλια, η Ελένη να νομίζει ότι έχει πάθει τουλάχιστον έλκος δωδεκαδάκτυλου, αφήστε.
Έμαθα όλα τα γιατροσόφια για τον ακατάσχετο εμετό και μέσα σε όλα πεταχτήκαμε κι ως τη Θάσο, να δούμε κι εκείνο το νησί, όπου περπατήσαμε χιλιόμετρα η Βίβιαν, εγώ κι η Μαριλένα και μετά η Μαριλένα κουράστηκε και ήθελε να ανέβει στα αυτοκινητάκια αυτά που έχουν τα περίπτερα και κουνιούνται πέρα δώθε, για τα παιδάκια, τα ξέρετε; Ε, ανέβηκε, κι ας διπλώθηκε στα τέσσερα (είναι και πανύψηλη) και υποχρέωσε τον περιπτερά να τα βάλει μπροστά και για άλλη μια φορά αφήσαμε το μύθο και γίναμε θέαμα.
Επίσης, με βάση την Καβάλα και καβάλα στ’ άλογο της φιλομάθειάς μας (καλό, ε;) πήγαμε στην Ξάνθη, όπου πρέπει να σας πω ότι πολύ μεγάλη εντύπωση μου έκανε η φωνή του μουεζίνη, που καλούσε τους μουσουλμάνους σε προσευχή. Δεν είχα ξανακούσει κι ήταν πολύ περίεργη η αίσθηση που σου άφηνε, λίγο σα να είσαι σε ξένη χώρα, αλλά, όχι, είσαι στη χώρα σου, μόνο που εδώ ζουν κι άλλοι, λίγο διαφορετικοί από σένα κι όμως τόσο ίδιοι. Γενικώς, η Ξάνθη ήταν λίγο μια άλλη χώρα, πολύ ατμοσφαιρική κι εντελώς χειμωνιάτικη πόλη.
Από την Καβάλα και θαυμάζοντας τη μαγευτική μακεδονική φύση, με τα πορτοκαλί και τα καφετιά που δεν τα βάζει ο νους και τις καταπράσινες πεδιάδες δροσισμένες από τη βροχή και γάργαρα νερά να ακούγονται παντού (και να μας υποχρεώνουν σε αμέτρητες στάσεις για τουαλέτα, στις οποίες μετά την τουαλέτα έπαιρναν καφέ να πιουν, είναι λογικό τώρα αυτό;), φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη. Τι να πω τώρα εγώ για τη Θεσσαλονίκη; Ας μην πω τίποτε, διότι θα με βρίσουν όλοι-μα γιατί η συνήθης κατάληξη είναι να με βρίζουν; Μήπως πρέπει να το προσέξω;
Βασικά, αυτό που έμεινε στους περισσότερους από τη Θεσσαλονίκη είναι οι εκκλησιές, σάμπως είδαμε και τίποτε άλλο; Κάτι ανάκτορα εκεί του Γαλερίου, τι να φτουρήσουν, άμα έχεις φάει στη μάπα καμιά 10-15 εκκλησιές; Επίσης, αυτό που έμεινε σε όλους μας είναι ένα άδειο πορτοφόλι, διότι και ψώνια να μην κάνεις (μα, κύριε Ζάρα μου, είναι δυνατόν, μας έχετε καταστρέψει με όλα αυτά τα ωραία σας, εσείς κι ο κύριος Μάνγκος, απαπά, φωτιά είστε!), ένα τσουρέκι, μια κρέπα, έναν καφέ, ένα κάτι θα το φας! Όπως καταλαβαίνετε, και άφραγκες και χοντρές, μεγάλη πίκρα. Επιπλέον, εγώ έφαγα και τη φλασιά με τον κοινωνικό κύκλο που γλαφυρά σας περιέγραψα και με έβρισε κι η καλή μου φιλενάδα Δώρα, η οποία όμως διόλου δεν εκτίμησε το γεγονός ότι αγόγγυστα την ακολούθησα σε κάτι εγκαίνια ενός πολυχώρου τέχνης, απ’ αυτούς που μόνο στη Θεσσαλονίκη βρίσκεις πια, νομίζω.
Δεν πειράζει, όμως, πολύ ωραία περάσαμε στη Θεσσαλονίκη, η οποία κατά γενική ομολογία είναι αγαπημένη πόλη: όλη μέρα τριγυρίζαμε και μας φυσούσε ο αέρας, μας θαύμαζαν τ’ αγόρια, χανόμασταν στο πλήθος, εγώ τους έδειχνα τα πάντα και τους έσπασα τα νεύρα, μπαινοβγαίναμε στα μαγαζιά και δοκιμάζαμε ρούχα, χαζεύαμε στα βιβλιοπωλεία, μυρίζαμε τα τσουρέκια, ήταν θαύμα όπως πάντα! Συν το ότι εγώ έκανα χρήση του δικαιώματός μου να μείνω στο σπίτι της αδελφής μου κι έτσι γλίτωσα το μέτριο έως άθλιο ξενοδοχείο με το τουλάχιστον υπαινικτικό όνομα Telioni…
Αφού μετρήσαμε όλες τις εκκλησίες της Θεσσαλονίκης και πατήσαμε κάθε ιερό πλακάκι των φοιτητικών μου χρόνων, πήγαμε στη Βέροια, όπου ήταν η βάση μας για διάφορες εξορμήσεις αρχαιολογικής, εννοείται, φύσεως κι όπου φάγαμε το κρύο της αρκούδας, σκοτώσαμε τα γνωστά πλέον αρθρόποδα-συγκατοίκους (Ελένη, ήρθε η ώρα να σου το πω: το πρώτο βράδυ βρήκα ένα έντομο και το εξουδετέρωσα, η Βίβιαν ήταν στο δωμάτιο, τυχαίο; Δε νομίζω!) και παίξαμε Jungle Speed, ένα επιτραπέζιο παιχνίδι, στο οποίο είμαι κορυφή, ό, τι και να λέει ο φίλος Μιχάλης. Πήγαμε στη Βεργίνα, στην Πέλλα, στο Δίον, πολύ ωραίοι χώροι όλοι, με δέντρα, φυσικά, και τα απαραίτητα ερείπια. Χορτάσαμε βροχή και μακεδονικούς τάφους, α, ναι, δεν έχουμε παράπονο, από τάφους είμαστε πλήρεις.
Εμένα, βέβαια, λίγο άρρωστο μου φαίνεται αυτό, που χαιρόμαστε με τους τάφους, σαν τους τυμβωρύχους κι αντί ν’ αφήσουμε τους ανθρώπους ήσυχους στην αιωνιότητά τους, εμείς πάμε και τα ανασκαλεύουμε, όπως εκείνον τον τάφο της Κρίσεως, όπως λέγεται, με μια θαυμάσια τοιχογραφία στην πρόσοψή του, όπου προφανώς νευρίασε ο κάτοχος του τάφου: την πλήρωσε η Εύη, η οποία γλίστρησε η κακομοίρα και πήρε μια τούμπα, πολύ φτηνά το γλίτωσε το σπασμένο κεφάλι. Κι αυτό χάρη στα μαλλιά του Γιώργου, από τα οποία πιάστηκε κατά την πτώση, ευτυχώς που ήταν εκεί ο Γιώργος που έχει μαλλιά, διότι έτσι κι είχε πετύχει κανέναν άλλον από τους συμμαθητές μας, εκεί θα είχε μείνει…
Ύστερα από όλα αυτά κι επειδή είχαν περάσει ήδη 2 εβδομάδες, οι Κορφιάτες είχανε πάθει στερητικό σύνδρομο (είμαι σίγουρη που κάποιοι από αυτούς έχουν μαζί τους ομοίωμα του φρουρίου και εννοείται εικονίτσα τ’ αγιού και το βράδυ τα βάζουν κάτω από το μαξιλάρι τους για να κοιμηθούν) και είχανε τελειώσει τα καθαρά ρούχα σε όλους και όχι μόνο στους συνήθεις υπόπτους, γυρίσαμε, άφραγκοι, κουρασμένοι, αφυδατωμένοι, αλλά κατά τι σοφότεροι και σίγουρα πανέτοιμοι για το επόμενο ταξίδι (μόνο τα πλυντήρια να βάλω, παιδιά, και φύγαμε!).

Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2010

Δαμάζοντας τα κύματα...

Δεν είχα υπολογιστή, γιατί ταξίδευα για την αγαπημένη μου πόλη-όχι το Τόκυο, την άλλη αγαπημένη μου πόλη, τη Θεσσαλονίκη, οπότε έγραψα αυτό το ομολογουμένως λίγο πιο χαρούμενο από το προηγούμενο άρθρο σ’ ένα τετράδιο, πολύ ευχάριστο, με εικόνες από ασπρόμαυρες ταινίες, όπου φιλιούνται διάφοροι παλιοί πανέμορφοι ηθοποιοί.
Το κατάλληλο τετράδιο για να γράψεις ένα άρθρο για τον έρωτα.
Επίσης, είναι καλό καμιά φορά να γράφεις και στο χέρι, γυρνάς λίγο πίσω κι ίσως μπορέσεις να θυμηθείς πράγματα από το παρελθόν: πώς συναντιόσουν με τους φίλους σου πριν έρθουν τα κινητά-τυχαία; Είχαμε όλοι το κληρονομικό χάρισμα της ενόρασης; Δεν το καταλαβαίνω, τώρα γιατί πρέπει να μιλήσουμε 14 φορές πριν το ραντεβού;
Ξεφεύγω, όμως, και το θέμα μας είναι ο έρωτας. Ο έρωτας, που λέτε, φίλοι μου, πιστεύω, τον αλλάζει τον άνθρωπο. Τον κάνει πιο ήρεμο, προσηνή, γαλήνιο, ευχάριστο (σχετικά), να χαμογελά περισσότερο και να μιλά καλύτερα (τον φυσιολογικό άνθρωπο. Διότι τον βλαμμένο δεν τον σώζει ούτε ο έρωτας ούτε ο Δαλάι Λάμα ούτε τίποτα).
Και το λέω αυτό, διότι τελευταία βλέπω διάφορους έρωτες τριγύρω μου να γεννιούνται και να ανθίζουν και να κάνουν όλα αυτά που συνήθως κάνει ένας έρωτας. Και παράλληλα βλέπω διάφορους ερωτευμένους φίλους μου (ξέρουν αυτοί, δεν θα τους δώσω τώρα στεγνά) να παθαίνουν όλα τα προαναφερθέντα.
Εγώ; Α, εγώ είμαι μονίμως ερωτευμένη (με το πιο όμορφο αγόρι του κόσμου, πρέπει να ξέρετε, είναι σαν αυτούς τους παλιούς ηθοποιούς που σας έλεγα) και γι’ αυτό δεν παρατηρούνται αλλαγές επάνω μου: χαμογελάω ηλιθιωδώς και χαχανίζω αδιακρίτως, σαν τη Γιαδικιάρογλου, από γεννησιμιού μου, διότι και πριν το πιο όμορφο αγόρι του κόσμου, εγώ ερωτευόμουν σε εβδομαδιαία βάση.
Τέλοσπαντων, εντάξει, δεν ήταν όλα αυτά έρωτες, καθώς, ο πραγματικός έρωτας όταν έρθει, αντίθετα με ό, τι πιστεύεται, δεν τον καταλαβαίνεις, διότι σε βαράει κατακέφαλα, είτε σιγά σιγά και ύπουλα είτε άμεσα και δραστικά, δεν έχει σημασία, το κατακέφαλα παραμένει: σου διαλύει την αντίληψη, σου κόβει τα γόνατα και σου αλλάζει τον αδόξαστο γενικώς.
Και μετά, μένεις εκεί ξέπνοος, προσπαθείς να συνειδητοποιήσεις το τσουνάμι που σε πέτυχε και να το διαχειριστείς. Σιγά. Άμα ξέρετε εσείς κανέναν που να το διαχειρίστηκε, να μου τον δείξετε.
Αδύνατον να διαχειριστείς ένα τσουνάμι. Δεν μπορείς να το αποφύγεις ούτε να του κρυφτείς, να το ξεγελάσεις, δεν μπορείς να κοροϊδέψεις κανέναν (το χρόνο ή τον εαυτό σου). Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να κάθεσαι σαν το βλάκα μπροστά στην οθόνη του 131 και να κοιτάς τη διεύθυνση και το τηλέφωνό του: τα έκανα αυτά όταν δούλευα εκεί, πατούσα το κουμπί που έλεγε ότι δεν δεχόμουν κλήσεις και για κάνα δεκάλεπτο κοιτούσα.
Τέλοσπαντων, όταν δεν κάνεις τέτοιες βλακείες κι όταν τα καταφέρνεις και συγκρατείσαι να μην κλάψεις με τη Μαρία την άσχημη επειδή βρίσκεις παραλληλισμούς ανάμεσα στη δική σου και τη δική της ερωτική ιστορία (βασικά, βρίσκεις παραλληλισμούς ανάμεσα στη δική σου και σε οποιαδήποτε ερωτική ιστορία και κυρίως στις τραγικές, Ρωμαίος κι Ιουλιέτα, Δάφνις και Χλόη κι άλλα τέτοια), το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να τον ζήσεις τον έρωτά σου.
Άλλωστε, και με τα κύματα πιο εύκολο είναι να βουλιάξεις μέσα τους παρά να τα αφήσεις να σπάσουν πάνω σου ή να τα δαμάσεις: είδατε ο Λαρς φον Τρίερ τι έπαθε. Και μετά, με όσο κουράγιο σου έχει απομείνει, να ξεκινήσεις για «νέες ήττες, για νέες συντριβές».

Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2010

Πίκρα.

Εντάξει, προσέξτε τώρα τι έχω πάθει: έχω ένα άρθρο στο τετράδιό μου έτοιμο, διότι δεν είμαι σπίτι κι εκεί που είμαι δεν έχω ίντερνετ, οπότε το έγραψα στο τετράδιό μου ταξιδεύοντας.
Πλην, όμως, τώρα έχουν γίνει πάρα πολλά πράγματα και είναι παντελώς άκυρο να ανεβάσω ένα άσχετο άρθρο, το οποίο είναι και για τον έρωτα (ακόμα πιο άσχετο θέμα). Λέω, λοιπόν, να γράψω τους διάφορους πόνους που έχω εγώ και οι γύρω μου και να είμαι μέσα στο κλίμα.
Καταρχήν, η Ρενάτα δίνει αύριο κάτι πολύ σημαντικές εξετάσεις και τώρα μάλλον τα 'χει παίξει από το άγχος εγώ δεν είμαι εκεί, καλά, γενικώς, υπάρχει αυτό το πρόβλημα: ποτέ δεν είμαι κάπου όταν πραγματικά πρέπει, είμαι μόνο όταν δεν χρειάζεται και πάρα πολύ, αλλά δεν θα το κάνω θέμα τώρα.
Επίσης, ήρθα στην πόλη μου μετά από 3 χρόνια περίπου και διαπίστωσα τα εξής εξαιρετικά απογοητευτικά πράγματα: 1. οι παλιοί μου φίλοι έχουν κάνει καινούργιους φίλους, τους οποίους εγώ δεν ξέρω. 2. ο κοινωνικός κύκλος μου έχει συρρικνωθεί έως έχει εξαφανιστεί από προσώπου γης. 3. η Δώρα αγχώθηκε διότι δεν της έχω εκθέσει τα σχέδιά μου για το μέλλον, με τα οποία έτσι κι αλλιώς δε νομίζω να συμφωνήσει.
Σε γενικές γραμμές, νιώθω για άλλη μια φορά ελαφρώς πρόσφυγας. Που είμαι, που θα επιστρέψω, από που θα φύγω και που θα καταλήξω τελικά; Έχω και το Γιάννη, ο οποίος παθαίνει κάτι παραπλήσιο σε υστερική κρίση όταν λέω τη φράση "σπίτι μας", τι θα κάνω, δεν ξέρω.
Να γράψω, λοιπόν, για όλα αυτά ή να ανεβάσω το έτοιμο, χαλαρό και χαριτωμένο άρθρο για τον έρωτα; Οέο;
Εν πάση περιπτώσει, θα το αφήσω φλου το θέμα. Υποθέτω πως όλα θα πάρουν μόνα τους το δρόμο τους. Θα συνεχίσω τώρα την εκδρομή μου στη Μακεδονία κι όταν γυρίσω, θα σας πω τι έγινε να γελάσετε.

Κυριακή, 10 Οκτωβρίου 2010

Οι καλοί και οι φελλοί

Κυριακή πρωί, κάνει μαύρο ψόφο κι έχω ξετρυπώσει μια μάλλινη γκρι ζακέτα, υπέρκομψη, δεν μπορώ να σας περιγράψω πόσο ταιριάζει με τη φόρμα μου! Ενδεδυμένη καταλλήλως, λοιπόν, και εννοείται με μαλλιά σαν τον κήπο της τρελής, κάθομαι να μελετήσω Βυζαντινή Αρχαιολογία: αδύνατον.
Αγαπητή Ελένη, αν διαβάσεις την ανάρτηση, θα ξέρεις τι σε περιμένει αύριο. Αν όχι, τόσο το χειρότερο.(Η Ελένη είναι η καθηγήτριά μου της Βυζαντινής Αρχαιολογίας, που θα με εξετάσει αύριο, η δύσμοιρη).
Αδύνατον, παιδιά, να διαβάσω. Διότι, πρώτον, έχω βαρεθεί στη ζωή μου να διαβάζω και, δεύτερον, έχω ήδη το bloody πτυχίο της Αρχαιολογίας, το έχω, να μη σας νοιάζει πως το απέκτησα, το θέμα είναι ότι κανείς δεν μπορεί να μου το πάρει πίσω, για ποιο λόγο πρέπει να ξαναδώσω τις ίδιες εξετάσεις για να γίνω ξεναγός, ε;
Αλλά, βέβαια, που πάει ο ξεναγός άμα δεν ξέρει τι είναι το ημιχώνιο και τι είναι η ημικυλινδρική καμάρα, άσε πια το αυτονόητο του σύνθετου οκταγωνικού και της ογκηρής τεχνοτροπίας.
Εν πάση περιπτώσει, δε σας ενδιαφέρουν όλες αυτές οι άγνωστες λέξεις, που μερικοί ίσως τις περάσατε και για βρισιές (εγώ δε σε είπα ημιχώνιο ποτέ), απλά χρησιμοποιώ αυτό το αίσθημα της ματαιότητος που μου δημιουργούν εμένα αυτές οι εξετάσεις ως έναυσμα (αγαπημένη λέξη) για άλλο ένα παραλήρημα-άρθρο. Αυτή τη ματαιότητα, λοιπόν, προφανώς τη νιώθουν πάρα πολλοί άνθρωποι, νέοι ή όχι και τόσο νέοι, στην Ελλάδα και σε διάφορα επίπεδα ή εκφάνσεις της ζωής τους και γι’ αυτό παίρνουν των ομματιών τους και ξενιτεύονται.
Είχε, λέει, το προηγούμενο ΒΗΜagazino δημοσιεύσει τις ιστορίες 8 ελλήνων που έχουν βρει δουλειά και καταφύγιο στη Βαρκελώνη. Επίσης, έχει δημοσιευτεί έρευνα σχετική με τους γιατρούς στη Σουηδία: περισσότεροι από τους μισούς είναι μη Σουηδοί, με πάρα πολλούς από αυτούς να είναι Έλληνες. Για την ακρίβεια, οι Έλληνες γιατροί στη Σουηδία είναι όσοι και οι Γερμανοί γιατροί στη Σουηδία, τη στιγμή που η Ελλάδα έχει περί τα 11 εκ. πληθυσμό, ενώ η Γερμανία πόσο, δεν ξέρω, καμιά 7-8 φορές παραπάνω; Και, βέβαια, πέρα από τις δημοσιευμένες έρευνες και ιστορίες, εσείς οι ίδιοι πόσους γνωστούς έχετε που ζουν στα εξωτερικά ή που πολύ θα ήθελαν; Εγώ, πάντως, ανησυχητικά πολλούς. Όλοι αυτοί έφυγαν ή επιθυμούν διακαώς να φύγουν από αυτή την άθλια χώρα. Άριστα έπραξαν, μολονότι όπου και να πάνε, η Ελλάδα θα τους προδίδει, όπως είχε πει κι εκείνος ο άλλος, φίλε μου.
Άριστα έπραξαν, διότι εκεί που πήγαν ζούνε καλύτερα, αν και τους λείπουν οι σκεπές της Ελλάδας, που λέει κι ο Μηνάς, παίρνουν τα λεφτά που τους αξίζουν, βοηθάνε όσο θα ήθελαν την οικογένειά τους, έχουν καλούς συνεργάτες, ωραίο περιβάλλον, ασφάλεια και πάρα πολλά άλλα πράγματα, αναγνώριση, επιβράβευση, και δεν ξέρω τι άλλο, διότι εγώ ουδέποτε έζησα στο εξωτερικό, πλην εκείνων των ημερών στο Τόκυο, όπου πράγματι τα είχα αυτά όλα.
Αυτή είναι η μία πλευρά.
Την άλλη πλευρά την εξέθεσε ο Αλκίνοος Ιωαννίδης σε μια συνέντευξη στο 7 της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας: «Θα κάτσω εδώ, να δεχτώ το δώρο της ταπείνωσης (…) του ανθρώπου που, ενώ μικρός ήθελε να αλλάξει τον κόσμο, στη δύσκολη στιγμή δεν μπορεί ούτε τη γειτονιά του να κάνει καλύτερη. Εδώ, λοιπόν, να με δω στην πράξη. Γιατί στα λόγια υπήρξα αρκετά καλός…», λέει ο Αλκίνοος. Εντάξει, μην αρχίσετε τη γκρίνια, ναι, άνθρωποι σαν αυτόν μιλάνε ελαφρώς εκ του ασφαλούς, αλλά εδώ θα με βρει σύμφωνη.
Κι εγώ εδώ θα κάτσω, φίλοι μου(όχι ότι μπορώ να κάνω κι αλλιώς δηλαδή, εκ του ασφαλούς κι εγώ, καμιά πρόταση δε μου έχει γίνει από τα εξωτερικά), να μας δω στην πράξη. Εδώ, να παίρνω τα ελάχιστα χρήματα για τη δουλειά μου, να ξεσκίζομαι στο διάβασμα για το τίποτα ίσως, να δουλεύω (αν δουλεύω) 42 ώρες το 24ωρο ίσα για να επιβιώνω, να τρέμω το σουπερμάρκετ, να μετράω ένσημα λες κι είναι λίρες. Αλλά, αν φύγουμε, ρε παιδιά, όλοι οι καλοί, τι θα γίνει; Θα βουλιάξει αυτή η χώρα, διότι πολλοί φελλοί μαζί κάνουν βάρος. Όχι, όχι, εγώ θα κάτσω εδώ, να δω τι μπορώ να κάνω κι αν το μόνο που θα μπορέσω είναι απλά να υπάρχω, θα το κάνω όσο καλύτερα γίνεται.
Αλλά δεν πιστεύω ότι αυτό είναι το μόνο που θα μπορέσω. Ξέρετε κάτι; Εντάξει, δε φταίμε εμείς για ότι έγινε και για το πόσο σκατά έχουνε πάει όλα στην Ελλάδα. Αλλά, αν όλα είχανε πάει άριστα και τώρα ήταν η Ελλάδα δίχως οικονομική κρίση, δίχως χρέη, δίχως προβλήματα, δίχως τίποτε, δε θα καθόμασταν εδώ να απολαμβάνουμε τους καρπούς; Έτσι και τώρα, να κάτσουμε εδώ, να βοηθήσουμε στη λύση. Όταν ζεις σε μια ομάδα, σε ένα σύνολο μέσα, δεν γίνεται να λες ότι εγώ θα είμαι μέλος μόνο τις καλές στιγμές. Αλλιώτικα, μην είσαι καθόλου μέλος. Κι αυτό θεμιτό. Το αθέμιτο είναι να είσαι μέλος όποτε σε βολεύει.
Κι αφού είπα αυτά τα βαρυσήμαντα, πάω τώρα να διαβάσω Βυζαντινή Αρχαιολογία και να γίνω μια καταπληκτική ξεναγός, που θα φέρει πολλούς τουρίστες στην Ελλάδα, γιατί την υπεραγαπά και δε θέλει με τίποτα να την αφήσει στη μοίρα της.

Τετάρτη, 6 Οκτωβρίου 2010

Θεόφιλε, ζούμε για να σε δούμε!

Δεν ξέρω αν ψάχνατε την εβδομαδιαία μου ανάρτηση, ελπίζω να την ψάχνατε, διότι αλλιώς τι κάνουμε εδώ πέρα, πάντως έλειπα. Τώρα, λοιπόν, που γύρισα, μπορώ να αφιερωθώ ψυχή τε και σώματι στην αγαπημένη μου ενασχόληση: να γράφω στο blog μου και να χαζεύω πόσες φορές είδανε το προφίλ μου και να παλεύω να βάλω αυτή τη ρημάδα τη ροή διαδικτυακού τόπου, που, παρεμπιπτόντως, αν ξέρει κανείς πώς, ας μου πει.
Φυσικά, μαντεύετε που είχα πάει: εκδρομή με την αγαπημένη μου σχολή, ναι, ξέρω πόσο όλοι ανυπομονείτε για την περιγραφή των περιπετειών των ιπτάμενων ξεναγών! Κοιτάξτε όμως τι έχω πάθει: όλοι θέλουν να μπουν σ’ αυτό το blog, δεν ξέρω γιατί, εγώ δεν το έχω και για πολύ καλό κι όπως είπα και στην Ευδοκία, που θα γκρινιάξει τώρα γιατί δεν θέλει να τη λένε έτσι, ας μην ελπίζουν σε μένα για τα 15 λεπτά δημοσιότητας που τους αναλογούν, γιατί σωθήκανε.
Αυτή τη φορά πήγαμε στο Βορειοανατολικό Αιγαίο, δηλαδή στη Λήμνο, τη Λέσβο και τη Χίο. Α, πάρα πολύ ωραία νησιά, με ευχάριστη ατμόσφαιρα και πράσινες πεδιάδες, με ούζα, μαστίχες, ποιήτριες, κλπ, αλλά πάνω απ’ όλα με το προνόμιο να είναι η κοιτίδα των λεγόμενων πολιτισμών του ΒΑ Αιγαίου, οι οποίοι υπήρξανε εκεί περί τις 3.000 χρόνια πριν από σήμερα. Αυτοί οι πολιτισμοί, που λέτε, καταπληκτικοί πολιτισμοί, πολύ ευφάνταστοι, από τους πρώτους στον ελλαδικό χώρο, εφευρετικοί άνθρωποι, με εμπορικό δαιμόνιο και άριστες σχέσεις με τους απέναντι, κάτι που επ’ ουδενί δεν ισχύει για τους σημερινούς κατοίκους του ελλαδικού χώρου. Εντάξει, να σας πω, εκείνοι οι παλιοί κάτι παραπάνω θα ξέρανε, λέω εγώ με το φτωχό μου μυαλό, εμείς σήμερα για ποιόν λόγο ακριβώς τρωγόμαστε σαν τα σκυλιά;
Τέλοσπαντων, ας μην υπεισέλθω, διότι θα με βρείτε σε κάνα χαντάκι, ξεκινήσαμε, λοιπόν, από τη Λήμνο, πράγμα που σημαίνει ότι γλιτώσαμε την Αθήνα και τη διαδρομή του μαρτυρίου. Αντ’ αυτού, έπρεπε να πάμε στη Θεσσαλονίκη για να πάρουμε το καραβάκι για το νησί. Το οποίο καραβάκι λέγεται Θεόφιλος κι υπάρχει και πλέει από το σωτήριον έτος 1975. Επιπλέον, επειδή έχει την κακή συνήθεια να κοπανάει στα λιμάνια κατά το παρκάρισμα, έχει πάρει το παρατσούκλι Θεότυφλος. Συν το ότι θα ταξιδεύαμε μέσα στη μαύρη νύχτα, όλα αυτά μαζί μας έκαναν να νοσταλγήσουμε τις μπριζόλες της Αμφιλοχίας. Για να μην πεινάσουμε, λοιπόν, πάνω στο καράβι κι αναγκαστούμε να φάμε αυτά τα μαυρογκαγκανιασμένα καραβίσια τοστ κι επειδή είχαμε δικαίωμα φαγητού αξίας 9 ευρώ ανά άτομο, τα οποία έπρεπε να χαλάσουμε ΟΛΑ, μόλις φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη, η Βίβιαν κι εγώ πήγαμε να πάρουμε πίτσες και σάντουιτς, όπου, εντάξει, το παρακάναμε λίγο: 3 πίτσες και 3 σάντουιτς, μαζί με τα (κλεμμένα) κεκάκια από την καφετέρια και 3 κουτιά με τσουρέκια και τρίγωνα που μας είχε φέρει ο μπαμπάς της Νατάσας, κι όλα αυτά για 6 άτομα. Χμμ. Εντάξει, πόσο σίγουρες ήμασταν ότι δεν θα καταλήγαμε σε καμιά άγνωστη βραχονησίδα, όπου εκτός από διπλωματικό επεισόδιο, θα δημιουργούνταν κι ένα μεγάλο κενό στο στομάχι μας, ε, πόσο;(Περιττό να σας πω ότι τρώγαμε πίτσες και τσουρέκι για 4 μέρες.)
Τρώγοντας, λοιπόν, και κοιμώμενες στις πάρα πολύ βολικές πολυθρόνες του Θεόφιλου, εφτάσαμε στη Λήμνο, όπου πήγαμε καταρχήν στην Πολιόχνη, προϊστορικός οικισμός, μη με ρωτήσετε χρονολόγηση, ποτέ δεν την έμαθα, το μόνο που ξέρω είναι ότι είναι χτισμένος σε έναν πανέμορφο λόφο με αέρα και θάλασσα (εμείς γιατί χτίζουμε τις πόλεις μας σε γούβες;) και ότι εκεί υπάρχει, λέει, το πρώτο κοινοβούλιο στην Ευρώπη, όπου κοινοβούλιο λένε τα υπολείμματα ενός κτιρίου μέσα στο οποίο υπάρχουν καθίσματα για τους βουλευόμενους, τι να πω, μεγάλη φαντασία έχουν αυτοί οι αρχαιολόγοι καμιά φορά. Έπειτα, και αφού κοντέψαμε να σκοτωθούμε για να μπούμε σε μια σπηλιά κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, ντε και καλά, λες και δεν είχαμε ξαναβουτήξει τα πόδια μας στη θάλασσα, πήγαμε να φάμε. Παιδιά μου, τι φαΐ ήταν εκείνο! Κάτι πιατέλες δυο στρέμματα με άπειρα ορεκτικά και μετά κάτι βουνά από καλαμαράκια και στο τέλος λουκουμάδες ζεστοί, έχουμε να το λέμε, έτσι δεν έχουμε ξαναφάει κι ας έχουμε γυρίσει όλη την Ελλάδα.
Είχαμε ήδη πάρει 2 κιλά έκαστος, όπως καταλαβαίνετε, και καλύτερα που φύγαμε από τη Λήμνο και πήγαμε στη Λέσβο, εννοείται πάλι με το Θεόφιλο, για να μη χαλαρώνουμε! Βέβαια, και στη Λέσβο που πήγαμε, ένα ουζάκι εδώ, ένα μεζεδάκι εκεί, καταστραφήκαμε πάλι. Εκεί είδαμε καταρχήν τη μαγευτική πόλη της Μυτιλήνης, όπου όλοι θέλαμε να αγοράσουμε ένα σπίτι, διότι όλοι οι Μυτιληνιοί ήσαν καραβοκύρηδες κι έχτιζαν κάτι αρχοντικά, άλλο πράγμα! Κι επειδή ο γείτονας ήθελε να μπει στο μάτι του γειτόνου, το ένα ήταν καλύτερο από το άλλο. Εγώ πήρα ένα απομακρυσμένο: η Ελένη γκρίνιαζε ότι πάλι γειτόνισσα θα με έχει. Επίσης, είδαμε τις ναΐφ ζωγραφιές του Θεόφιλου, με ψαράδες και ωραία χρώματα και απλές, κατανοητές και ευχάριστες, η χαρά της ζωής, βρε παιδί μου, φτάνει πια με τους μουρτζούφλικους πίνακες! Σε κάποιο σημείο του νησιού δε, σώζεται ακόμα πάνω στον τοίχο όπου τη ζωγράφισε μια εικόνα του Θεόφιλου κι εκεί ένας επίδοξος και φιλόδοξος ποιητής έχει γράψει τον ύμνο του για τον καλλιτέχνη. Δεν αντέχω να μη σας παραθέσω μια στροφή:
Θεόφιλε, μας έλειψες κι όλοι σ’ αναζητούμε,
μα είν’ αργά, πολύ αργά για να σε ξαναδούμε.
Υπήρχες κάποτε στη γη σα λαϊκός ζωγράφος,
δούλευες αμερόληπτα με ζήλο και με πάθος.
Τέλοσπαντων, έτσι πήγαινε όλο το ποίημα, είναι τα αγαπημένα μου αυτά με τις εμπνευσμένες ρίμες.
Πριν πάμε εκεί με τη ζωγραφιά και το ποίημα, ξέχασα να σας πω, επισκεφτήκαμε ένα γλυκό ορεινό χωριό, την Αγιάσσω, κι ήπιαμε ωραίο ελληνικό καφέ σε ζωγραφιστά φλιτζανάκια, τα οποία η Μαριλένα έβαζε στη σειρά και φωτογράφιζε το art de la table, τους έχω κολλήσει όλους με τις καλλιτεχνικές φωτογραφίες, χα!
Αφήσαμε τη Μυτιλήνη και το ωραιότατο ξενοδοχείο όπου μέναμε και στο οποίο η Βίβιαν ξαναβρήκε κατσαρίδες, α, δεν εξηγείται μόνο αυτή να βρίσκει, τις φέρνει μαζί της, μέσα στη βαλίτσα, και πλεύσαμε στη Χίο, φυσικά με το Θεόφιλο, τι χαζά είναι αυτά που ρωτάτε, έχει, βρε, άλλο καράβι σαν το Θεόφιλο; Τώρα, στη Χίο εγώ έχω περάσει μερικές από τις πιο ωραίες μέρες της ζωής μου, είχα και κάτι Χιώτες φίλους, την αγαπώ πολύ, αλλά η αλήθεια είναι πως μετά τη Μυτιλήνη δεν άρεσε η Χίος σε κανέναν. Ευτυχώς που μέναμε σε καλό ξενοδοχείο, με θέα και ανατολές κλπ, αλλιώτικα θα μας έσπαγαν στη γκρίνια. Εκεί, στη Χίο, έχει ένα χωριό, τα Μεστά, που είναι σα να έχει βγει από τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, όλο πέτρινο, με καμάρες και καστροσπιτάκια και πλακόστρωτα για να τρέχουν τα αλογάκια των ιπποτών, κι εμείς κάναμε τις πυργοδέσποινες. Όταν, όμως, γυρίσαμε στο ξενοδοχείο κι ήρθε η ώρα να ξεκουράσουμε τα πονεμένα μας πόδια, ευχήθηκα να είχα ένα Ορκ μαζί μου: οι συγκάτοικοί μου ελύσσαξαν εκείνο το βράδυ, χαχάνιζαν και τσίριζαν, μου κρύβανε τα παπούτσια, με φωτογράφιζαν ενώ κοιμόμουν, όλο κάτι τέτοιες βλακείες. Αλλά αυτά παθαίνεις άμα δεν έχεις πάει ποτέ κατασκήνωση, ό,τι δεν έκανες τότε, τα κάνεις τώρα. Έπρεπε να το φωνάξω τελικά εκείνο το Ορκ.
Εν πάση περιπτώσει, τη γλίτωσαν και μετά φύγαμε, με αεροπλάνο! Να φανταστείτε, κάτι μούτσοι από το Θεόφιλο έπαιρναν τηλέφωνο διότι απόρησαν που είχαμε τόσες μέρες να φανούμε, εμείς όμως είμαστε, όπως έχω πει, ιπτάμενοι ξεναγοί, και σαν τέτοιοι, πετάξαμε μακριά για άλλες περιπέτειες…

Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου 2010

Η μοναξιά του σχοινοβάτη

Θα σας εκθέσω τώρα ένα πρόβλημα που έχω. Καλά, δεν είναι μόνο ένα το πρόβλημα που έχω, είναι γύρω στα 4 ή 5, κι επίσης, δεν το έχω μόνο τώρα αυτό το πρόβλημα, το είχα ανέκαθεν. Απλά, τώρα που ζω σε μια μικρή πόλη, λίγο έχει μεγαλώσει το πρόβλημα, όχι, ψέματα, δεν έχει μεγαλώσει, μάλλον φαίνεται περισσότερο διότι έχει λιγότερα λεωφορεία. (Με διακρίνει μια αντίφαση σήμερα ή είναι η ιδέα μου;)
Όπως κι αν έχει, το πρόβλημά μου αφορά, σε πρώτη ανάγνωση, το lifestyle και σε δεύτερη, τη βιοθεωρία –καταπληκτική λέξη, πολύ μου αρέσει, η θεωρία του βίου, η τέχνη του ζην, οι προσωπικές σου οδηγίες χρήσης για τη ζωή, είμαι και πολύ καλή στα θεωρητικά, μεγάλη επιτυχία έχω και στη βιοθεωρία. Στη βιοπράξη, πάλι, όχι και τόση. Διότι, μολονότι η δική μου βιοθεωρία είναι πάρα πολύ συγκεκριμένη, ξεκάθαρη και σταθερή, στην πράξη αντιμετωπίζω πρόβλημα ένταξης.
Προσέξτε: στην Κέρκυρα, ή θα πηγαίνεις στο Μικρό Καφέ και στο Κουρδιστό Πορτοκάλι ή θα πηγαίνεις στο Bristol και στο Ευ. Με αντιλαμβάνεστε; Συμβαίνει αυτό και στη Θεσσαλονίκη και σε οποιαδήποτε πόλη κι αν ζείτε, για δοκιμάστε να αλλάξετε τα ονόματα με δικά σας οικεία. Με λίγα λόγια, πρόκειται για την αιώνια πάλη, παλιά όσο ο κόσμος, μεταξύ των αναρχοαυτόνομων, που τους λέω εγώ συνεκδοχικά, και των mode people, που τους λέει η Ρενάτα. Είναι, ρε παιδί μου, λες και υπάρχει μια λεπτή κόκκινη γραμμή, όχι πάντα τόσο λεπτή βέβαια, μερικές φορές είναι σαν αεροδιάδρομος, μην τυχόν και την περάσει κανείς κατά λάθος και βρεθεί στην άλλη πλευρά του δρόμου. Διότι, όσο και να διατείνονται απαξάπαντες, και οι μεν και οι δε, ότι δεν βάζουν ταμπέλες αυτοί κι ότι τώρα πια δεν υπάρχουν διαχωρισμοί κι ότι ας ενωθούμε σε μια μεγάλη παρέα, ο καθένας, λέει, είναι ελεύθερος, τρίχες, στην ουσία τίποτε από αυτά δεν ισχύει. Πρέπει να διαλέξεις: δεν γίνεται να πηγαίνεις για καφέ στο Bristol και για ποτό στο Κουρδιστό Πορτοκάλι, δε γίνεται να παρακολουθείς συναυλίες του Αγγελάκα με ροζ γόβες.
Και γιατί, παρακαλώ, δεν γίνεται; Εμένα πολύ μου αρέσει ο Αγγελάκας, μεγάλωσα μ’ αυτά τα τραγούδια. Αλλά τι να κάνω που μου αρέσουν κι οι ροζ γόβες και δεν θέλω να τις αποχωρίζομαι; Δηλαδή, γι’ αυτό πρέπει να μην ακούω Αγγελάκα; Νομίζω πως και ο ίδιος ο Αγγελάκας θα εξανίστατο αν του το έλεγα.
Διότι, φίλοι μου, ειδικά οι αναρχοαυτόνομοι, που υποτίθεται ότι είναι και πιο ανοιχτόμυαλοι από όλους τους άλλους ανθρώπους και πρεσβεύουν την ελευθερία κινήσεων και επιλογών, απαπα, ειδικά αυτοί σε κοιτάνε σαν εξωγήινο, αν τυχόν δεν ακολουθείς τη στιλιστική και συμπεριφοριστική τους πρόταση, την οποία δεν θα αναλύσω τώρα εδώ, πιστεύω όλοι την έχουμε μπροστά μας. Κάποτε, όταν ζούσα στη Θεσσαλονίκη, πήγα με μια παρέα σε μια μπυραρία στην Τούμπα, που ομοίαζε με γαλατικό χωριό: ξύλινοι πάγκοι και θηριώδεις τύποι που έπιναν κουβάδες μπίρα. Εγώ, για κακή τύχη της (μαυροντυμένης, φυσικά) παρέας μου, φορούσα το ροζ παλτό μου. Μόλις μπαίνουμε μέσα, έφριξαν και ήθελαν να το βγάλω. Συμφώνησα και το έβγαλα, αποκαλύπτοντας το αγαπημένο μου λαχανί πουλόβερ. Αντιλαμβάνεστε τι έγινε, χαχα, εγώ ακόμα γελάω! (Εμένα, πάντως, πολύ μου άρεσε εκείνη η μπυραρία, γιατί, ως γνωστόν, μου αρέσει η μπύρα, αλλά και οι θηριώδεις τύποι.) Επίσης, ας πούμε ότι παραβλέπουν τις ροζ γόβες και τα λαχανί πουλόβερ, άμα λες συνέχεια αστειάκια και γελάς ακατάσχετα πώς να το παραβλέψουν; Σε θεωρούν το λιγότερο σοβαρό άνθρωπο στον κόσμο και το να μην είσαι σοβαρός είναι έγκλημα, σημαίνει ότι δεν ασχολείσαι διόλου με τα μείζονα κοινωνικά ζητήματα. Βέβαια, το ότι συγχέουν τη σοβαρότητα με τη σοβαροφάνεια δεν τους έχει περάσει καν από το μυαλό.
Αλλά μη νομίζετε πως κι οι mode people είναι καλύτεροι. Το δήθεν πάει σύννεφο, στις φλέβες τους ρέει εσπρεσσάκι (άμα ακούω εσπρεσσάκι, μου ’ρχεται να ρίξω σφαλιάρα), όχι αίμα, η λέξη κάμπινγκ είναι βρισιά κι αν ασχοληθείς λίγο με τα μείζονα κοινωνικά ζητήματα, τους χαλάς το βράδυ. Επίσης, αυτοί ποτέ δεν κυλίστηκαν στην άμμο, όταν η μαμά τους τους πήγαινε στη θάλασσα, παίζανε με τα κουβαδάκια πάνω στην ξαπλώστρα, εννοείται! Άσε που άμα δώσεις λεφτά σε κάνα πλανόδιο μουσικό, αυτομάτως υποθάλπεις εγκληματικές ενέργειες. Και φυσικά υπάρχει κι εδώ το στιλιστικό ζήτημα: αυτό το καρό του Burberry μπορώ να μην το ξαναδώ; Άμα δεν έχεις ένα Burberry, έστω ένα από αυτά τα πουκάμισα που το έχουν στο γιακά και που μόνο ο γιακάς κοστίζει μισό μισθό, μη βγεις καλύτερα, κάτσε μέσα. Και το φαγητό; Σουβλάκια; Ε, όχι και σουβλάκια, προσούτο με πεπόνι θα φάμε για μεσημεριανό και άμα σου αρέσει, μόνο τη Μαριλένα παραδέχομαι, που γυρνούσαμε στο Λιστόν με τις πίτες ανά χείρας και χαιρόμασταν.
Αντιλαμβάνεστε το πρόβλημά μου; Οι αναρχοαυτόνομοι εγκρίνουν που μου αρέσει ο Αγγελάκας, αλλά παθαίνουν σοκ με τις ροζ γόβες μου, οι mode people χαίρονται που είμαι χαρούμενη, αλλά δεν μπορούν να κάτσουν και στα γρασίδια, που εμένα πολύ μου αρέσει να κάθομαι στα γρασίδια, ειδικά την άνοιξη (τις γόβες τις αφήνω δίπλα μου και χώνω τα δαχτυλάκια μου στο χορτάρι) κι εγώ μονίμως παραπαίω. Οι φίλοι μου λένε ότι πρέπει να αποφασίσω με ποιους θα πάω και ποιους θ’ αφήσω, αλλά εγώ λέω ότι σιγά μην αποφασίσω ποτέ: πολύ γέλιο ρίχνω με τις φάτσες των διαφόρων που με κοιτάνε καλά καλά επειδή φοράω ροζ ή επειδή χτυπιέμαι σαν τρελή με τα τραγούδια των Violent Femmes, που μπορεί να ακουστούν κατά τύχη στα κυριλέ μπαράκια επειδή μπερδεύτηκε ο ντιτζέι…

Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

Ο ιπτάμενος ξεναγός και το μαγεμένο νησί

Μερικές φορές, ξέρετε, νιώθω πάρα πολύ τυχερός άνθρωπος, διότι, μολονότι η μοίρα μου με έχει ρίξει στην Κέρκυρα, η σχολή για την οποία ήρθα εδώ μας πηγαίνει διάφορες σχεδόν εκπαιδευτικές εκδρομές σε ολόκληρη την όμορφη χώρα μας, οι οποίες, εκτός από ευχάριστα ταξίδια αναψυχής και επιμόρφωσης, είναι και πηγή ασύλληπτου γέλιου. Βέβαια, η γράφουσα ευκαιρίες ασύλληπτου γέλιου βρίσκει, ως γνωστόν, παντού, πάντα και υπό οιεσδήποτε συνθήκες (ναι, ξέρω, αυτό είναι λίγο προβληματικό).
Από μία από αυτές τις εκδρομές, λοιπόν, πρόσφατα επέστρεψα και πολύ θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας τις αναμνήσεις μου, εσείς δεν ξέρω αν θέλετε, αλλά, είπαμε, αυτό είναι το καλό με το blog.
Ξεκινήσαμε ένα ωραίο (και πολύ) πρωί να πάμε στην Αθήνα για να πάρουμε το αεροπλανάκι για τη Σαντορίνη. Δεν ξέρω αν έχετε ταξιδέψει ποτέ με λεωφορείο από την Κέρκυρα στην Αθήνα, αν δεν το έχετε κάνει, μην παραλείψετε, είναι μοναδική εμπειρία. Επίσης, επιβάλλεται, κατά τις 12 να σταματήσετε στην Αμφιλοχία να φάτε ωραιότατες μπριζόλες ή γεμιστά, στην καλύτερη περίπτωση. Και το λέω αυτό, διότι εμείς, σε ΚΑΘΕ bloody εκδρομή σταματάμε στην Αμφιλοχία για μεσημεριανό, η οποία απέχει περί τις 2 ώρες από την Ηγουμενίτσα, όπου έχεις μόλις φάει την πρωινή σου τυρόπιτα. Και μετά, ως την Αθήνα, δεν τρως τίποτε και έχεις λιμοκτονήσει ώσπου να φτάσεις. Μα καλά, διαίρεση δεν ξέρει κανείς σ’ αυτή τη ρημαδοσχολή;
Εν πάση περιπτώσει, φτάνουμε στην Αθήνα, μπαίνουμε στο αεροπλανάκι και πατάμε το ταλαιπωρημένο ποδαράκι μας στο πιο όμορφο μέρος του κόσμου, αλήθεια λέω, παιδιά, η Σαντορίνη είναι το πιο όμορφο μέρος του κόσμου, με τα απόκοσμα βράχια της να μαυρολογούν μέσα σ’ αυτό το μπλε θαύμα και την καλντέρα να στέκει απέναντί σου και να σου θυμίζει ότι είσαι στο έλεος της φύσης, ότι και να κάνεις. Εκεί, πάμε στο ξενοδοχείο, όπου, με μεγάλη μας χαρά, η Μαριλένα, η Ελένη κι εγώ διαπιστώνουμε ότι έχουμε τρίκλινο-εντάξει, αυτό τώρα εσάς δεν σας λέει τίποτα, αλλά εμάς μας είπε πολλά. Στο οποίο τρίκλινο πληρώσαμε ακριβά τη χαρά μας, διότι, μόλις μπαίνει η Μαριλένα για μπάνιο εμφανίζεται μια κατσαρίδα σε μέγεθος δεινόσαυρου και με ικανότητες αμφίβιου, αφού επέπλεε με μεγάλη άνεση σε ένα στρώμα αφρού. Η Μαριλένα να σκούζει στα Αγγλικά (ποιος ξέρει γιατί, ίσως στην προηγούμενη ζωή της ήταν η Μαρία Στιούαρτ, εγώ πάντως δεν θυμάμαι πως είναι η κατσαρίδα στα Αγγλικά, αυτηνής πως της ήρθε με τη μία;), η Ελένη να έχει βουλώσει τα αυτιά της και να τραγουδάει δυνατά για να μην ακούσει το κρατς του φόνου κι εγώ, ο ήρωας της μάχης των κατσαρίδων, ατάραχη να φονεύω την κατσαρίδα.
Την επόμενη μέρα, δολοφόνοι και ληστές, πήγαμε στην Οία. Η Οία, δεν ξέρω αν ξέρετε, είναι ένα χωριουδάκι στη Σαντορίνη, πάρα πολύ γραφικό, με άσπρα σπιτάκια, στενά δρομάκια, φούξια βουκαμβίλιες κι ένα ηλιοβασίλεμα παγκοσμίως διάσημο. Εμείς είδαμε το ηλιοβασίλεμα, ακούσαμε τον ήλιο που τσιτσίρισε μόλις ακούμπησε τη θάλασσα και μετά χαθήκαμε στα στενά δρομάκια κι όταν έφτασε η ώρα να πάρουμε το λεωφορείο της επιστροφής, είχαν μαζευτεί όλες οι φυλές του Ισραήλ και περίμεναν το ίδιο λεωφορείο. Το οποίο, εννοείται, τίγκαρε μόλις έφτασε και κρεμιόμασταν σαν τα σταφύλια από τις πόρτες :της Νατάσας ο ποπός ήταν όλος έξω από το λεωφορείο. Να γίνεται χαμός, όλοι να προσπαθούν να μπουν στο λεωφορείο, ένας φώναζε “I’m coming, honey” τρώγοντας κάτι πατάτες, κάτι κοπέλες είχαν πιαστεί από τη μέση και κάνανε, λέει, το σκουλήκι, για να τα καταφέρουν να μπουν, σας λέω, πανικός γινόταν. Ώσπου, ο εισπράκτορας τα παίρνει κρανίο, κατεβαίνει και φωνάζει με στεντόρεια φωνή “Ten people down! Now!”. Έντρομοι, κατέβηκαν 5-6 κι ένας είχε πέσει κάτω με τα χέρια στο κεφάλι, νόμιζε ότι γινόταν τρομοκρατική επίθεση. Κατεβήκαμε κι εμείς και περιμέναμε στωικά το επόμενο λεωφορείο, συζητώντας με κάτι Αμερικάνους πως φτιάχνεται η taramosalata. Εγώ τους είπα ότι το μυστικό είναι the fish thing κι εκεί έληξε η συζήτηση: μάλλον δεν τους άρεσε το ψάρι.
Το επόμενο νησί που επισκεφτήκαμε ήταν η Νάξος. Να σας πω τώρα τι συμβαίνει με τα νησιά των Κυκλάδων: είναι πανέμορφα, γαλήνια και χρωματιστά, αλλά εγώ στο 48ο δρομάκι είχα συγχυστεί, δεν θυμόμουν πια σε ποιο νησί είμαι από όλα, σε όποιο στενό και να έμπαινα, νόμιζα ότι μου ήταν γνώριμο. Αυτή, βέβαια, η υπερέκθεση στις εικόνες και τις πληροφορίες μου συμβαίνει σε κάθε εκδρομή, οπότε το έχω συνηθίσει. Κάπως έτσι έπαθα και στη Νάξο. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι η Νάξος έχει, λέει, 620 εκκλησιές, τις οποίες νομίζω είδαμε όλες. Και πόσους αγίους πια να έχει η ορθόδοξη εκκλησία; Από ένα σημείο άρχισε η επανάληψη των ονομασιών, η Ελένη έχασε το μέτρημα κι εμείς χάσαμε το μυαλό μας. Ολόκληρη την ημέρα ήμασταν μέσα σε ένα λεωφορείο κι όταν πια είχε βραδιάσει κι εκ των πραγμάτων δεν έβλεπες μπροστά σου, εμείς σταματήσαμε, στο Θεό σας, σε ένα αρχαίο λατομείο για να δούμε έναν κολοσσιαίο κούρο-που να τον δούμε τον κούρο, παραλίγο να σκοντάψουμε πάνω του και να φάμε τα μούτρα μας. Είπαμε θα αφήσουμε τα κοκαλάκια μας σ’ εκείνο το λεωφορείο και θα το στοιχειώσουμε, αιώνια καταδικασμένοι να περιπλανιόμαστε στους αρχαιολογικούς χώρους, οι σκελετωμένοι ξεναγοί που βγαίνουν απειλητικοί και μαυλίζουν τους ανθρώπους για να ακούνε τους ατελείωτους μονολόγους τους. Ο ιπτάμενος ξεναγός. Και μετά ο κούρος θα σηκώνεται, σαν άλλο κράκεν, και θα τρώει τους ανυποψίαστους τουρίστες…
Ευτυχώς φύγαμε από τη Νάξο, δε μας έκανε καλό. Στη συνέχεια, επισκεφτήκαμε την Πάρο. Μαλαματένιο νησί η Πάρος, μια κούκλα ξαπλωμένη στη θάλασσα, λαμπερή και χαρούμενη, εντάξει, με τα γνωστά δρομάκια και τις βουκαμβίλιές της. Είδαμε, όμως, στην Πάρο, μια εκκλησιά πολύ διαφορετική από όσες είχαμε δει ως τώρα, την Εκατονταπυλιανή. Χτισμένη με χρωματιστά, χαρούμενα τουβλάκια, που μόνα αυτά διακοσμούσαν τους τοίχους της κι έλειπαν αυτοί οι βλοσυροί, κατσούφηδες άγιοι, στέκεται εκεί δροσερή και χαριτωμένη, όπως ολόκληρο το νησί, και μόνο τη χαρά της ζωής σε κάνει να σκέφτεσαι και καθόλου τη ματαιότητά της.
Από την Πάρο πήγαμε στη Μύκονο με ένα πλεούμενο πολύ ωραίο, αλλά τι να το κάνεις; Είχε κάτι μποφόρια, σύνηθες φαινόμενο στο Αιγαίο, και λίγο κουνούσε το πλεούμενο. Αντιλαμβάνεστε τι γινόταν: οι μισοί ήταν κάτασπροι, οι άλλοι μισοί πράσινοι, ένας ταλαίπωρος κύριος μοίραζε σακουλάκια (και μετά έπρεπε να τα ξαναμαζέψει…) κι εγώ με τη Βίβιαν ρωτούσαμε τι έχει για μεσημεριανό και παραλίγο να μας δείρουν.
Με τα πολλά φτάσαμε στη Μύκονο και στο ξενοδοχείο, το οποίο μάλλον ήταν το πρώτο που χτίστηκε ever στο νησί, έβριθε σκαλιών (έπρεπε να ανέβουμε 194 μετρημένα σκαλιά για να πάμε στα δωμάτιά μας) και κατσαρίδων (στο κρεβάτι της Βίβιαν είχε το σπίτι της μια κατσαριδοοικογένεια). Για τη Μύκονο δεν έχω και πολλά να σας πω, εμένα προσωπικά πολύ μου χάλασε την εντύπωση η εμπορευματοποίηση των πάντων, τα πανάκριβα μαγαζιά και τα λαμπερά φώτα, οι δήθεν φάτσες στο δρόμο κι όλη η ατμόσφαιρα του κοσμοπολίτικου, που τελικά καμία προσωπικότητα δεν δίνει στο μέρος.
Έχω, όμως, να σας πω για τη Δήλο, όπου φτάνεις από τη Μύκονο με ένα καραβάκι κι όπου ακόμα βασιλεύει ο Απόλλωνας. Αυτό το νησί είναι μαγεμένο, είμαι σίγουρη. Το φως που το κατακλύζει είναι μοναδικό, πλημμυρίζει την καρδιά σου και το πνεύμα σου, δε σ’ αφήνει να σκεφτείς σχεδόν. Περιπλανιέσαι ανάμεσα στα ερείπια της ελληνιστικής πόλης και ξαφνικά ξεπροβάλλουν μπροστά σου χρωματιστά ψηφιδωτά, ψηλές κολόνες και μαρμάρινα κατώφλια. Και μετά, ψηλά, κοντά στην κορφή του λόφου, κοντοστέκεσαι να πάρεις μια ανάσα κι αυτή σου ξανακόβεται, καθώς αντικρίζεις όλα τα χρυσά και τα θαλασσιά και τα άσπρα που φτιάχνουν τη Δήλο. Ο άνεμος τα παίρνει όλα μακριά και μόνο μένουν οι ναοί των ξένων θεών που έφτασαν από την Αίγυπτο και την Ανατολή και ρίζωσαν εδώ, γιατί τους άρεσε το φως, είμαι σίγουρη. Και τέλος, κοντά στο λιμάνι και στους ανθρώπους, για να τους προσέχει και να τους βοηθά, το ιερό του Απόλλωνα, το σπίτι του, τόσο όμορφο, ακόμα και γκρεμισμένο. Καθώς τριγύριζα και πάλευα να βγάλω άκρη από τα ερείπια και να γλιτώσω από τα φίδια που φώλιαζαν ανάμεσά τους, κάτω από τον ήλιο του μεσημεριού και μέσα στον αέρα του Αιγαίου, είμαι σίγουρη ότι κάπου εκεί τριγύρω ήταν κι ο θεός, που ποτέ δεν άφησε το αγαπημένο του μέρος, το μέρος που γεννήθηκε και πρωτοείδε αυτό το καταιγιστικό φως, που όλα τα δείχνει κι όλα τα κρύβει.
Μετά από όλα αυτά τα λυρικά και μαγεμένα, κατάκοποι επιστρέψαμε στην πεζή πραγματικότητα και στην πολύβουη Αθήνα κι από εκεί πήραμε τους πέντε δρόμους, καθένας και για άλλο μέρος, με άπειρες φωτογραφίες και άπειρα άπλυτα, ώσπου να έρθει η στιγμή να ξαναφύγουμε: αυτή είναι η μοίρα μας, εμάς των μαθητευόμενων ξεναγών κι ας μην υποκρινόμαστε ότι δεν μας αρέσει.

Δευτέρα, 13 Σεπτεμβρίου 2010

Τελικά, ο Βολταίρος κάπνιζε;

Σας έχω πει πόσο μου αρέσει να γράφω κλισέ και φοβερές ρήσεις διάσημων αντρών, έτσι; Λοιπόν, μία από τις αγαπημένες μου είναι αυτή που είχε πει ο Βολταίρος, αν δεν απατώμαι (αν απατώμαι, παρακαλώ, να διαλύσετε την πλάνη μου): δε συμφωνώ με όσα λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να τα λες. Την έχω παραφράσει ελαφρώς και συνήθιζα να λέω ότι δεν καπνίζω, αλλά θα υπερασπιστώ το δικαίωμά σου να καπνίζεις( καλά, όχι μέχρι θανάτου, δεν είμαι δα κι ο Βολταίρος).
Και γράφω συνήθιζα, διότι σιγά σιγά αλλάζω γνώμη επί του συγκεκριμένου δικαιώματος.
Με αφορμή την καθολική, λέει, και δίχως παραθυράκια, λέει, απαγόρευση του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους (που φαντάζομαι έχετε υπόψη σας, από 1 Σεπτεμβρίου) και μετά από την παρακολούθηση εκατοντάδων παθιασμένων συζητήσεων μεταξύ καπνιστών και μη, σκληροπυρηνικών και μετριοπαθών, κάθησα κι εγώ και σκέφτηκα ποια είναι στ’ αλήθεια η άποψή μου για το συγκεκριμένο ζήτημα. Όχι ότι σας ενδιαφέρει και πάρα πολύ, αλλά αυτό είναι το καλό με το blog: γράφεις ό, τι θέλεις, τον πόνο σου, τις απόψεις σου, ποιήματα, ανέκδοτα και άμα σε διαβάσει κανείς, καλώς, αλλιώς, τουλάχιστον τα είπες και ξέσπασες.
Ας είμαι ειλικρινής: πολύ μου άρεσε, ρε παιδιά, αυτή η απαγόρευση. Ναι, ξέρω, τραγικό να το λέω, ότι μου αρέσει μια απαγόρευση ( απαγορεύεται το απαγορεύεται, αυτό δεν θυμάμαι ή μπορεί και να μην ξέρω ποιος το έχει πει), οι απαγορεύσεις είναι κακό πράγμα, φασιστικό, ολοκληρωτικό κι όλα αυτά τα δαιμονισμένα, αλλά δείτε πως έχει το θέμα: εγώ δεν καπνίζω, ωραία; Παρόλαυτα, πολλοί από τους φίλους μου καπνίζουν. Επίσης, οι γονείς μου κάπνιζαν αρειμανίως σε όλα μου τα παιδικά χρόνια (όταν με έστελνε η μαμά μου να της πάρω τσιγάρα, εγώ της τα έπαιρνα μεν αλλά μετά τα έριχνα στην τουαλέτα και τραβούσα το καζανάκι, απαίσιο;). Επίσης, κάπνιζε η παλιά μου συγκάτοικος: μύριζαν οι πυτζάμες μου (σιχαμένο), μύριζε το σπίτι, κιτρίνιζαν οι κουρτίνες, μύριζε μέχρι και η γάτα, ρε παιδιά, στο θεό σας.
Ως εκ τούτου, εγώ μονίμως μύριζα, μυρίζω και θα μυρίζω, μου φαίνεται, μέχρι να πεθάνω, τσιγαρίλα, μολονότι δεν καπνίζω ούτε κάπνισα ποτέ στη ζωή μου ολόκληρη. Ανήκω, δηλαδή, σε μια μειοψηφία παραμελημένη και αγνοημένη, όπως γίνεται, άλλωστε, συνήθως με τις μειοψηφίες.
Επίσης, αφάνταστα με εκνευρίζει που όταν βγαίνω έξω να πιω ένα ποτό ή έναν καφέ (ναι, ακόμα και οι μη καπνιστές πίνουν καφέδες και ποτά, φοβερό;), πάλι μυρίζω, όχι απλώς μυρίζω, ποτίζουν τα πάντα, τσιγαρίλα. Από τα μαλλιά, φρεσκολουσμένα ενίοτε, μέχρι τα εσώρουχα, φρεσκοπλυμένα πάντα. Δεν έχω χειρότερο. Ας πούμε, όμως, ότι ανέχεσαι τη μυρωδιά κι ότι βγαίνεις μονίμως άλουστη, ώστε να λουστείς μία και καλή την άλλη μέρα (εντάξει, τα εσώρουχα τα ξαναπλένεις, μην αρχίσετε αμέσως τις αηδίες). Το μαυρισμένο πνεύμονα πως τον ανέχεσαι; Το να τρως με τον καπνό μέσα στη μούρη σου πως το ανέχεσαι; Πως ανέχεσαι, εν ολίγοις, την αγένεια και την αναισθησία του καπνιστή, ο οποίος, εντάξει, αυτός καταστρέφεται, τι να κάνουμε τώρα, ο καθένας κάνει ό, τι θέλει, αλλά εσένα σε ενοχλεί μέχρι ανθρωποκτονίας και σου μαυρίζει και τα δικά σου τα πνευμόνια;
Όταν πρωτοξεκίνησε το θέμα με την απαγόρευση του καπνίσματος, ήμουν ενάντια, διότι έλεγα, η αφελεστάτη, ότι η προσπάθεια να μην ενοχλείς το διπλανό σου με τη συνήθειά σου ή η προσπάθεια να είσαι υγιής πρέπει να είναι αποτέλεσμα παιδείας και όχι εξαναγκασμού ή νόμου. Τρίχες. Ο κόσμος έχει φτιαχτεί για τους καπνιστές, τους δεξιόχειρες και τα αυτοκίνητα. Οι υπόλοιποι στον Καιάδα, να φύγετε, να πάτε αλλού. Ελαχιστότατοι καπνιστές, ακόμα και φίλοι μου, καλά δεν το συζητάω για τους αγνώστους, προσπαθούν στ’ αλήθεια να μη με ενοχλούν με τον καπνό τους. Καμία παιδεία και κανένας σεβασμός. Εγώ καπνίζω όπου και όποτε γουστάρω, διότι είμαστε ελεύθερη χώρα και είμαι ελεύθερος άνθρωπος και δεν θα με περιορίσεις εσύ κι ούτε θα μου πεις τι και αν θα το κάνω. Σύμφωνοι.
Πόσο ελεύθερος, όμως, είμαι εγώ, φίλε μου καπνιστή, ο μη καπνιστής; Το ξέρετε, φαντάζομαι, ότι υπάρχουν άνθρωποι που αποφεύγουν καφετέριες και μπαρ που τους αρέσουν επειδή έχει πολύ καπνό. Αυτό είναι ελευθερία, άραγε; Ή μήπως είναι ελευθερία να μη μπορείς να προστατευτείς από τη μαυρίλα στα μέσα σου; Διότι και ο παθητικός καπνιστής, αποδεδειγμένα, μπορεί κάποτε να υποφέρει από τις αρρώστιες του καπνιστή: βήχα, δύσπνοια, πισσαρισμένα πνευμόνια.
Εξανίστανται, λοιπόν, όλοι για τον καινούργιο νόμο και ωρύονται για την παραβίαση των δικαιωμάτων (υπερβολικό) και απειλούν ότι αυτοί θα καπνίζουν όπως και πριν και σιγά να μην πληρώσουν κανένα πρόστιμο. Το θέμα, όμως, δεν είναι τα πρόστιμα (αν και 500 ευρώ δεν είναι αμελητέο θέμα, έτσι;). Το θέμα είναι ότι εκλείπει από το μέσο άνθρωπο η στοιχειώδης ευγένεια και ο στοιχειώδης σεβασμός για τον διπλανό, που διόλου δεν είναι ζήτημα μόρφωσης ή κοινωνικής τάξης ή εκπαίδευσης, είναι ζήτημα ανθρωπιάς. Κι όταν εκλείπουν τα στοιχειώδη και αναγκαζόμαστε να φτιάχνουμε νόμους για να τα φέρουμε πίσω υποχρεωτικά, τότε αυτό ακριβώς είναι το ανησυχητικό και το ολοκληρωτικό και το φασιστικό. Οπότε, μάλλον στο χέρι μας είναι να τα αποφύγουμε αυτά όλα, αρκεί να σκεφτόμαστε λίγο και τον άλλον, ε;

Σάββατο, 28 Αυγούστου 2010

... κι εγώ δεν έχω για νοίκι.

Σε περίπτωση που δεν το έχετε ήδη καταλάβει, προέρχομαι από πολυμελή οικογένεια: έχω, δόξα τω θεώ, 2 γονείς και 2 μεγαλύτερες αδερφές. Ως εκ τούτου, ζούσα πάντα με κάποιον στο σπίτι. Αλλά και μετά, που μεγάλωσα κι έφυγα απ’ το σπίτι (όπως είναι το κανονικό και φυσιολογικό κι όχι ως τα 42 σου να μένεις στους γονείς σου, με αποτέλεσμα να μην ξέρεις κατά που πέφτει η ΔΕΗ, διότι την επλήρωνε πάντα η μαμά), πάλι έμενα με άλλους στο σπίτι, συγκεκριμένα με τις βλαμμένες αδερφές μου, καλά, μιλάμε για πολύ γέλιο, θα σας το περιγράψω κάποια στιγμή. Έπειτα, όταν μεγάλωσαν και οι αδερφές μου και δε χρειαζόταν πια να τις προσέχω και πήγαν (ευχαριστώ, θεέ μου) σε δικά τους σπίτια, επιτέλους έμεινα λίγο μόνη μου. Πολύ λίγο, όμως, διότι ύστερα ήρθαν οι μέλισσες και μαζί τους ο Γιάννης, ο οποίος μολονότι είχε δικό του σπίτι, κατσικώθηκε στο δικό μου – λογικό: ήταν πιο καθαρό κι είχε πάντα φαγητό στο ψυγείο. Όταν πια και ο Γιάννης πήγε φαντάρος και πήρε όλα τα πράγματά του από το σπίτι μου και τον υπολογιστή από το τραπέζι (όπου εγώ έκλαιγα για 3 μέρες, επειδή έφυγε ο υπολογιστής και μαζί του ο Γιάννης και μετά έβαζα πάνω στα τραπέζι άπειρα πράγματα για να μη το βλέπω άδειο, ενώ ως τότε γκρίνιαζα γιατί δεν είχε χώρο στο τραπέζι, μη τα ρωτάτε, μια τραγωδία), εμένα δε μου έφταναν τα λεφτά, οπότε μετακόμισα στο ίδιο σπίτι με μια φίλη μου, που έγινε έτσι συγκάτοικός μου. Στη συνέχεια, πήγαμε μεν η καθεμία στο δικό της σπίτι, αλλά τι να κάνεις που είχε γυρίσει ο Γιάννης από φαντάρος, οπότε επανακατσικώθηκε, εκτός του ότι δεν είχε πια δικό του σπίτι. Τέλος, εγώ έφυγα για την άκρη του πολιτισμένου (εντάξει;) κόσμου, όπου με έριξε η μοίρα σε ένα σπίτι που είχε ήδη μία κάτοικο, της οποίας έγινα συγκάτοικος. Μπερδεμένο; Που να δείτε στην πράξη.
Εν πάση περιπτώσει, το θέμα είναι ότι εγώ μονίμως είχα έναν έως δύο συγκατοίκους. Ως εκ τούτου, μπορώ να εκφέρω τεκμηριωμένη και εμπεριστατωμένη γνώμη για το πώς είναι να συγκατοικείς με κάποιον: είναι τουλάχιστον εκπαιδευτικό, αναμφίβολα συναρπαστικό και σίγουρα όχι τόσο δύσκολο όσο πιστεύετε. Οι φίλοι μου απορούν πως μπορώ και μένω με κάποιον άλλον, αυτοί, λένε, δε θα μπορούσαν ποτέ. Εγώ απαντώ ότι, πρώτον, ανάγκα και οι θεοί πείθονται, άμα το ενοίκιο έχει πάρει τη μορφή Ορκ και σε κυνηγάει στον ύπνο σου, μια χαρά μπορείς, και δεύτερον, εμένα διόλου δε μου αρέσει να μένω μόνη μου, αγριεύομαι.
Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι η πρώτη μου εμπειρία από τη συγκατοίκηση ίσως θα έπρεπε να με αποθαρρύνει από το να την ξαναδοκιμάσω, αλλά, όχι, εγώ εκεί, επέμενα (και τελικά δικαιώθηκα!). Εντάξει, οι αδερφές δεν πιάνονται για συγκάτοικοι, διότι όπως και να το κάνεις, είναι αδερφές και τις αγαπάς με όλα τα στραβά που έχουν (η μία, σας έχω πει που θέλει 3 διαφορετικές σφουγγαρίστρες κι η άλλη είναι το αντίθετο: δεν θέλει καμία, υποκρίνεται ότι δεν ξέρει τι είναι η σφουγγαρίστρα), αν και όταν δε μένεις μαζί τους είναι πιο εύκολο να τις αγαπάς. Η πρώτη μου συγκάτοικος, όμως, πιάνεται και παραπιάνεται: αυτή νομίζω ότι θεωρούσε τη σφουγγαρίστρα έργο του Σατανά, όχι απλώς δεν την έπιανε, την απέφευγε συστηματικά, ίσως είχε φοβηθεί ότι θα ζωντανέψει, ήταν και τα μαλλιά μου, βλέπετε, στη μέση, που λίγο μοιάζουν με σφουγγαρίστρα, οπότε είχε πάθει μια σύγχυση. Αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, πως αν δεν ήμουν εγώ, το σπίτι μας θα χρειαζόταν αυτές τις κυριούλες από το Σκάι, τις έχετε δει; Που πάνε και καθαρίζουν κάτι σπίτια-κοτέτσια με κάτι φτερωτά γάντια; Ε, αυτές, και μάλιστα θα ήταν επετειακό το επεισόδιο με το δικό μας σπίτι. Ευτυχώς, το αποφύγαμε.
Το καλό (και το κακό ταυτόχρονα) με τη συγκατοίκηση είναι ότι μοιράζεσαι τα πάντα: τους λογαριασμούς, τις δουλειές του σπιτιού, το απορρυπαντικό για το πλυντήριο (πληγή, έτσι;), τους καβγάδες με τη μαμά σου, τον καναπέ, τους προβληματισμούς σου, απίστευτο γέλιο. Είναι ωραία να μπαίνεις στο σπίτι και να έχεις κάποιον να του γκρινιάξεις για τη βροχή που σε έπιασε ή, όταν έχεις ωραία νέα (λέμε τώρα), να ορμήσεις στο δωμάτιό το και να αρχίσεις να τα ουρλιάζεις. Επίσης, τη νύχτα νιώθεις μια ασφάλεια: ότι, ας πούμε, αν τα καταφέρει και μπει ο κλέφτης, (διότι σας έχω αναλύσει το καλοριφέρ πίσω από την πόρτα, έτσι;) θα έχει δύο να αντιμετωπίσει, εκ των οποίων η μία πρώην πυγμάχος. Αν και αυτή η ιστορία με την ασφάλεια έχει αρχίσει και μου δίνει στα νεύρα, από όταν βρήκα ένα βιβλίο με οδηγίες για την παροχή πρώτων βοηθειών διακριτικά αφημένο στο τραπεζάκι του σαλονιού- η συγκάτοικός μου είναι πεπεισμένη ότι θα πεθάνει στον ύπνο της ή θα πάθει αλλεργικό σοκ ή εγκεφαλικό ή ανεύρυσμα ή όλα μαζί κι εγώ πρέπει να είμαι η Μέρεντιθ Γκρέυ για να τα αντιμετωπίσω αυτά όλα.
Γενικά, όταν μένεις με κάποιον άλλον, ο οποίος δεν είναι το αγόρι σου ή ο άντρας σου, διότι εκεί ανακύπτουν άλλα ζητήματα, τα οποία θα αναλύσουμε σε άλλο άρθρο, ωριμάζεις, μαθαίνεις τον κόσμο και τον εαυτό σου (μαθαίνεις και τον άλλον, ίσως καλύτερα απ’ ότι θα ήθελες!), αποκτάς υπομονή, κατανόηση και χιούμορ, αποκτάς καινούργιους φίλους, αυτούς του συγκατοίκου, ίσως, αν είσαι τυχερή, να αποκτήσεις και αγόρι, άμα έχει κάναν αδερφό ή φίλο η συγκάτοικος. Το βασικότερο, όμως, που αποκτάς είναι ο σεβασμός. Σκέφτεσαι τον άλλον άνθρωπο και δεν θεωρείς ότι ο κόσμος φτιάχτηκε με αποκλειστικό σκοπό την ευχαρίστησή σου.
Η ιδιωτικότητα είναι πολύ σημαντικό πράγμα (κι εγώ, όταν λείπει η Ρενάτα, πίνω γάλα από το μπουκάλι, κάνω μπάνιο με ανοιχτή την πόρτα και άλλα τέτοια αηδιαστικά), αλλά είναι και λίγο βαρετή η ιδιωτικότητα, ρε παιδί μου, πώς να το κάνουμε! Άσε που, όταν μένεις συνέχεια μόνος σου και κάνεις όλα αυτά τα αηδιαστικά μονίμως, σου μένουν κουσούρια κι άντε μετά να τα ξεφορτωθείς και να μάθεις επιτέλους να χρησιμοποιείς ποτήρια, ενώ όταν μένεις με άλλον, ε, λίγο συγκρατείσαι.
Για όλα αυτά, λοιπόν, και για πολλά περισσότερα, που αν τα γράψω θα εκτεθούμε και η Κέρκυρα είναι και μικρή, σε ξέρουν όλοι, εγώ χαίρομαι πολύ που δε μένω μόνη μου και χαίρομαι που με ανέχεται η συγκάτοικός μου και χαίρομαι που έχω μάθει να συμβιώνω με διάφορους τύπους ανθρώπων, διότι, ας μην το ξεχνάμε, όλα πρέπει να τα δοκιμάζει κανείς στη ζωή.

Σάββατο, 21 Αυγούστου 2010

Ο νόμος της ζούγκλας

Η αδερφή μου λέει ότι το blog μου είναι το πιο γκρινιάρικο στη blogόσφαιρα. Τώρα, γιατί έχει βγει αυτή η φήμη, ότι εγώ είμαι γκρινιάρα, δεν το καταλαβαίνω, τελείως αβάσιμη είναι, καθώς εγώ είμαι ο πιο βολικός άνθρωπος του κόσμου, σαν τη μαρμελάδα, όπου με βάλεις κάθομαι.
Εντάξει, υπάρχουν μερικά πράγματα που με ενοχλούν, αλλά πάω στοίχημα ότι δεν ενοχλούν μόνο εμένα, ε; Επίσης, όταν τα λες αυτά που σε ενοχλούν μετά το διασκεδάζεις και δεν σε ενοχλούν πια. Γι’ αυτό κι εγώ θα τα πω και δεν θα ξαναγκρινιάξω. Και μετά δεν θα έχει blog, χεχε.
Για παράδειγμα, μου τη σπάνε διάφορα την ώρα του φαγητού και θα σας πω τώρα τον πόνο μου: ως Οδηγός (και όχι πρόσκοπος, το τονίζω) έχω περάσει περί τις 12-15 κατασκηνώσεις, όπου, όπως φαντάζεστε, τρώγαμε όλοι μαζί, όσοι και να ήμαστε στην κατασκήνωση. Επίσης, στη σχολή που είμαι τώρα, πάμε διάφορες εκπαιδευτικές και όχι μόνο εκδρομές, όπου πάλι τρώμε όλοι μαζί. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, το κοινό φαγητό είναι εμπειρία ζωής, είναι λίγο σαν να ζεις στη ζούγκλα: πρέπει να προσπαθήσεις για να φας.
Καταρχήν, δεν υπάρχει πιο σπαστικό πράγμα από το να σου κλέβουν τη ντομάτα που είχες ματιάσει. Την πιο ζουμερή, την πιο κόκκινη, με την περισσότερη ρίγανη, τη βουτηγμένη στο λάδι κι επειδή εσύ είσαι ευγενικός και δεν απλώνεις σαν τον Τιραμόλα πάνω από όλα τα πιάτα, παρά περιμένεις τη σειρά σου, τσουπ, έρχεται το πιρούνι από πουθενά και σου αρπάζει τη ντομάτα σου. Άσε κάτω τη ντομάτα.
Επίσης, το ψωμί. Γιατί, αγάπη μου, να μου πάρεις το δικό μου, δαγκωμένο και φυλαγμένο ως κόρη οφθαλμού, ψωμάκι; Δεν έχει ένα καρβέλι μέσα το καλάθι; Η γνωστή δικαιολογία: δεν ήθελα, μωρέ, ολόκληρη φέτα. Ωραία, μη φας ολόκληρη φέτα, φάε μισή, αλλά όχι τη δική μου. It was MY φέτα.
Και τέλος, η χαρτοπετσέτα. Σε όλα τα τραπέζια, σε ολόκληρο τον κόσμο, είναι διεθνής η συνήθεια αυτή: κάτω από το πιάτο υπάρχει χαρτοπετσέτα. Γιατί εσύ πρέπει να πάρεις τη δική μου; Γιατί; Δεν έχω βρει απάντηση, ρε παιδιά. Βαριούνται να κοιτάξουν κάτω από το πιάτο; Την έχουν ήδη χρησιμοποιήσει και δε φτάνουν να πάρουν άλλη από τη χαρτοπετσετοθήκη (η αγαπημένη μου λέξη!); Άλλο ένα από τα μυστήρια του κόσμου τούτου.
Επίσης, θυμάμαι, πάλι στο ζήτημα του φαγητού, όταν ήμουν παιδί και τρώγαμε όλο το σόι μαζί (ανεστραμμένη αττική σύνταξη: το σόι τρώγαμε), μονίμως έπρεπε να παρατήσω το φαγητό μου στη μέση (ιερή ώρα, μόνο η Βίβιαν με καταλαβαίνει σ’ αυτό) και να σηκωθώ να φέρω μπύρες. Αγέννητο παιδί μου, όταν και αν κάποτε έρθεις στον κόσμο, σου υπόσχομαι εδώ, καθότι scripta manent, ότι ποτέ δεν θα σε στείλω να φέρεις μπύρες ενώ τρως. Θα έχω ψυγειάκι δίπλα ή θα σηκώνομαι εγώ ή θα φέρνω αρκετές από την αρχή. Πόσο πια να ζεσταθεί μια μπύρα στα 3 λεπτά που κάνει να αδειάσει το προηγούμενο μπουκάλι; Αφήστε που όταν τελείωνε το φαγητό κι έφερνα (εγώ βέβαια) το καρπούζι στο τραπέζι, μέχρι να αφήσω την πιατέλα και να καθήσω στη θέση μου, είχανε, τα αρπακτικά όρνια –αδέρφια, ξαδέρφια, κλπ-, καρφώσει ανελέητα τα καλύτερα κομμάτια και μένα μου μένανε κάτι άθλια, όλο κουκούτσια.
Τώρα, θα μου πείτε, εσύ, από τα παιδικά σου χρόνια στη ζούγκλα του κοινού φαγητού, δεν εκπαιδεύτηκες αρκούντως; Όχι, καταπώς φαίνεται, διότι ακόμα μου κλέβουν ντομάτες, χαρτοπετσέτες, κλπ. Βέβαια, αυτό τώρα πια συμβαίνει κυρίως επειδή εγώ μιλάω την ώρα που πρέπει να έχω το νου μου στο τραπέζι (γενικώς, μιλάω συνέχεια) και πριν το καταλάβω, η πιατέλα με τη σαλάτα έχει μείνει κρανίου τόπος και η Ελένη έχει φάει όλο το ψωμί. Δεν ξέρω τι πρέπει να γίνει. Ίσως επιστρέψω στις παιδικές μου συνήθειες, οπότε έκρυβα τα πορτοκάλια κάτω από το κρεβάτι μου για να μη μου τα κλέβει η αδερφή μου Άννα, αφού όμως, το σημειώνω, τα είχα μοιράσει ακριβοδίκαια. Ε, ναι, λοιπόν, αυτό θα κάνω. Στην επόμενη εκδρομή της σχολής, θα κρύβω τις ντομάτες μου κάτω από το κρεβάτι μου. Τυλιγμένες στη χαρτοπετσέτα μου.

Σάββατο, 14 Αυγούστου 2010

Τύφλα να'χει ο Παπακαλιάτης!

Γράψε κάτι χαλαρό, μου είπε προχτές ο Θανάσης που τον ερώταγα τι να γράψω. Έχω κάτι χαλαρό, που το καλεί η εποχή και η ώρα, δεδομένου ότι το παλεύω και πολύ καιρό να το γράψω. Αλλά έτσι είναι, πρέπει να έρθει η ωρίμανση του χρόνου για να γίνουν μερικά πράγματα, το καλό κρασί, ας πούμε, ή τα καλά άρθρα (ο Θεός να τα κάνει άρθρα αυτά τα παραληρήματα που βγαίνουν από το μυαλό και το πληκτρολόγιό μου).
Σε γενικές γραμμές, βέβαια, είναι καλό να περιμένεις λίγο πριν πεις κάτι. Ο, τιδήποτε. Εάν δε, κρατηθείς και δεν το πεις καθόλου, τότε ακόμα καλύτερα – πρόκειται περί της αρχαιοτάτης και σοφοτάτης ρήσης «καλύτερα να μασάς παρά να μιλάς». Διότι, μερικές φορές εκστομίζονται πράγματα που στην καλύτερη περίπτωση η ιστορία γίνεται θρύλος και τα θυμάσαι μετά με τους φίλους σου και ξεραίνεστε στα γέλια, ενώ στη χειρότερη η ιστορία γίνεται ήλος (καρφί στην καρδιά σου, δηλαδή) και δεν τα θυμάσαι καθόλου και τα απωθείς από τη μνήμη σου γιατί αλλιώς θα σου καταστρέψουν τη μέρα, μη σας πω και τη ζωή. Επειδή, όμως, τα κακά πρέπει να τα λες για να τα ξορκίζεις, ακόμα κι αν ανήκετε στη δεύτερη περίπτωση, πείτε τα εσείς στους φίλους σας κι όλο και κάποιος καραγκιόζης θα βρεθεί για να σας κάνει να γελάσετε κι έτσι θα το ξορκίσετε το κακό.
Εμένα, ας πούμε, ένας, μια φορά, εκεί που καθόμασταν και πίναμε ένα ρημαδοκαφέ, μου λέει στα καλά του καθουμένου: «Εγώ λέω να μείνω λίγο ακόμα. Εσύ τι θα κάνεις;». Ότι, ας πούμε, δεν πας σιγά σιγά στο καλό σου, να μας αδειάσεις και τη γωνιά; Βέβαια, ευτυχώς να λέω που δεν άκουσα το άλλο που είπανε στη Ρενάτα, ως απάντηση στην ερώτηση «πού χάθηκες, βρε ψυχή;», ότι «έχω βρει καινούργια κοπέλα και… καταλαβαίνεις». Η Ρενάτα μάλλον ήταν η παλιά κοπέλα και δεν το ήξερε. Έλα, Παναγία μου.
Γενικώς, ρε παιδιά, υπάρχει πρόβλημα κατανόησης. Και έχω αρχίσει να φοβάμαι ότι το έχουμε εμείς (τα κορίτσια) και όχι εσείς (τα αγόρια). Διότι, όπως είπε κι ένας τύπος στο κορίτσι του, «που ακούστηκε να τηλεφωνιόμαστε κάθε μέρα; Το έχεις ξαναδεί εσύ αυτό;». Ε, βέβαια. Κάθε μέρα; Τι, σχέση έχουμε; Σε λίγο θα μας πεις να κοιμόμαστε και μαζί. Καμιά φορά, είμαστε κι εμείς, όμως, παρανοϊκές.
Και πώς να μη γίνεις παρανοϊκή, όταν του γράφεις του αλλουνού ότι τον έχεις μέσα στην καρδιά σου κι ότι μόλις μπήκε ο νέος χρόνος σκέφτηκες πρώτα αυτόν κι αυτός σου απαντάει «με κολακεύεις», λες και του είπες «ωραίο κοστούμι»; Άστο, ρε παιδί μου, άμα δεν έχεις τι να πεις, μη λες τίποτε, καλύτερα, η σιωπή είναι χρυσός.
Αν και, καμιά φορά, καλά κάνουν και τα λένε, διότι εγώ προσωπικά γελάω πάρα πολύ. Προσέξτε τώρα, είναι βράδυ κι έχει καλέσει το κορίτσι στο σπίτι το αγόρι και γενικά υπάρχει, έτσι, μια ατμόσφαιρα, ένα κάτι, ώσπου, κάποια στιγμή, το αγόρι σηκώνεται και φεύγει ως κυνηγημένο. Σέκος το κορίτσι και την άλλη μέρα που, τι το’ θελε κι αυτή, ρώτησε το γιατί, κι η απάντηση; «Με πόνεσε η κοιλιά, γιατί έχω κι ευαίσθητο έντερο». Αυτολεξεί, σας λέω. Πάλι καλά που δεν της έδωσε και την καλλιέργεια κοπράνων διά του λόγου το αληθές. Εντάξει, σε όλους μπορεί να τύχει. Αλλά μην το λες, έτσι, χύμα, βρε παιδί, κι εσύ, και σε wanna be lover κιόλας! Άλλα το καλύτερο ήρθε την επόμενη μέρα, όπου ο νεαρός κύριος έστειλε ένα mail όπου περιέγραφε πως πέρασε την Κυριακή του, κάτι σαν τις εκθέσεις που γράφαμε στο δημοτικό, αλήθεια σας λέω, πήγε στο χωριό, έλεγε, και είδε τα μελίσσια και τις κότες που είχε η γιαγιά του στην αυλή και γι’ αυτό δεν μπόρεσε να πάει που τον είχε καλέσει η κοπέλα. Υπάρχουν αυτά τα ντοκουμέντα. Όπως φαντάζεστε, η κοπέλα μετά απ’ αυτό παραιτήθηκε.
Και μετά παραπονιούνται γιατί δεν έχουν κορίτσι. Οι μισοί. Διότι, οι άλλοι μισοί ανήκουν στην κατηγορία που ισχυρίζεται, όπως το έθεσε ένας γνωστός μου, πως «όποιος δεν έχει γκόμενα, είναι ευτυχισμένος». Δεσμευμένοι όλου του κόσμου πέστε να πεθάνετε ή, πιο εύκολο, χωρίστε! Μόνο έτσι θα βρείτε την ευτυχία. Άλλωστε, η σχέση είναι πολύ κουραστικό πράγμα, ρε παιδί μου, ευρέως παραδεδομένο: ένας άλλος είπε σε μια φίλη μου ότι θέλει να χωρίσουν γιατί τη σκέφτεται, λέει, κάθε μέρα. Ε, όσο να πεις, είναι μονότονο να σκέφτεσαι το ίδιο άτομο κάθε μέρα, θέλει ο άνθρωπος μια εναλλαγή στη σκέψη, να μη βαριέται, έτσι δεν είναι; Εγώ, να φανταστείτε, έψαξα και βρήκα γύρω στα 350 άτομα για να έχω να σκέφτομαι κάθε μέρα κι άλλον (2 βδομάδες το χρόνο είναι ειδικά αφιερωμένες) και πάλι βαριέμαι, 30 χρόνια τα ίδια και τα ίδια. Α, όχι, εγώ τον καταλαβαίνω αυτόν και κοροϊδεύετε εσείς όσο θέλετε.
Λοιπόν, όπως φαντάζεστε, υπάρχει ακόμα άπλετο υλικό ατάκας και μάλιστα χωρίς εμπεριστατωμένη έρευνα αγοράς, αλλά δεν θα βγούμε πέρα και θα βαρεθείτε κι εσείς να διαβάζετε. Αν έχετε κάτι να καταθέσετε στο συγκεκριμένο ζήτημα, είμαστε ανοιχτοί σε προτάσεις και θα υπάρξει και μέρος βου, υπόσχομαι!

Παρασκευή, 6 Αυγούστου 2010

Πανηγύρι για κουφούς

Μα καλά, θα αναρωτηθείτε, και δικαίως, τι πανηγύρι είναι αυτό για κουφούς; Εκ των πραγμάτων, τα πανηγύρια είναι θορυβώδεις εκδηλώσεις, με όργανα, νταούλια, κλπ. Όχι. Το δικό μας ήταν για κουφούς. Θα σας πω την ιστορία απ’ την αρχή, όμως, για να μην μπερδεύεστε.
Είπαμε χτες με την Ελένη και τη Μαριλένα να πάμε σ’ ένα πανηγύρι που γινόταν σ’ ένα χωριό, εδώ στην Κέρκυρα, που λέγεται Άνω Γαρούνας. Όχι, δεν έγραψα γενική κατά λάθος, είναι ο Γαρούνας, αρσενικό, ενάντια σε όλους τους κανόνες της γραμματικής. Διότι, υπάρχει ένα ζήτημα με τα γένη των τοπωνυμιών στο νησί. Δεν είναι η Κασσιώπη, είναι το Κασσιώπη, δεν είναι η Γαρούνα, είναι ο Γαρούνας(Άνω και Κάτω). Τελοσπάντων, το αντιπαρέρχομαι κι αυτό και συνεχίζω. Ξεκινήσαμε, βέβαια, για το πανηγύρι η ώρα 10.40, διότι οι κοπέλες δεν έλεγαν να σηκωθούν από τις ξαπλώστρες του Αϊ- Γόρδη. Στο μεταξύ, εγώ είχα νυστάξει, εννοείται, και πεινάσει, διότι στο πανηγύρι θα πηγαίναμε κυρίως επειδή είχαμε ακούσει ότι θα έχει μπακαλιάρο με σκορδαλιά κι εγώ είχα κρατήσει την όρεξή μου. Με τα πολλά, ξεκινάμε κι η Μαριλένα περιχαρής μέσα στο αυτοκίνητο μας επιδείκνυε το φακό της που είχε πάρει, γιατί της είχανε πει, λέει, ότι θα χρειαστεί να αφήσουμε το αυτοκίνητο πριν το πανηγύρι και να περπατήσουμε λίγο στο σκοτάδι. Άλλωστε, ο σωστός ξεναγός, πάντα έχει φακό μαζί του. Μη με ρωτήσετε γιατί, δεν το έχω καταλάβει, και να γιατί δεν θα γίνω ποτέ σωστός ξεναγός-γι’ αυτό κι επειδή δεν είμαι θρήσκα και μόνο τον Άγιο Δημήτριο ξέρω να ξεναγώ, καμιά άλλη εκκλησιά.
Η Μαριλένα, λοιπόν, χαίρεται, η Ελένη ανησυχεί αφενός για το σκοτάδι κι αφετέρου για το ρεζίλι που θα την κάνουμε γιατί θα τρώμε πολύ (λες και θα μας ήξεραν όλοι πια στον Άνω Γαρούνα) κι εγώ, ως συνήθως, πεινώ. Αφού πήγαμε κάμποσο με το αυτοκίνητο στην ερημιά και καταλήξαμε ότι δεν κινδυνεύουμε ούτε από λύκους ούτε από αλεπούδες (αν και γι’ αυτές τις τελευταίες υπάρχει ακόμα αμφιβολία) και ρωτήσαμε σε μια αυλή, φτάσαμε, νομίσαμε, στο πανηγύρι. Κατεβαίνουμε από το αμάξι και εδώ χαιρετίζουμε την προνοητικότητα της Μαριλένας: πήραμε να ανηφορίζουμε κάτι θεοσκότεινα δρομάκια, όπου το μόνο που ακούγαμε- κι αυτό αν στήναμε αυτί – ήταν τα άστρα που λαμπύριζαν. Εξου και το πανηγύρι για κουφούς, που ήταν το επιχείρημα της Μαριλένας για να μας πείσει να συνεχίσουμε. Τώρα, το ότι εμείς πειστήκαμε δεν θέλω να αναλύσω τι δείχνει.
Ε, κάποια στιγμή φτάσαμε στο πανηγύρι, το οποίο ουδόλως ήταν αυτό που περιμέναμε. Καταρχήν, δεν είχε μπακαλιάρο ούτε σκορδαλιά. Επίσης, δεν είχε όργανα. Και, τέλος, δεν είχε πάγκους με ρόδες, ξέρετε, αυτά τα παιχνίδια που είναι μια πλαστική ρόδα κολλημένη σ’ ένα πλαστικό μπαστούνι και το παιδάκι τσουλάει τη ρόδα που κάνει αυτόν τον από εκνευριστικό έως αφορμή αυτοκτονίας θόρυβο. Η Μαριλένα πολύ στενοχωρήθηκε που δεν είχε ρόδες, εγώ στενοχωρήθηκα για το μπακαλιάρο, η Ελένη πάλι ήταν πολύ ευχαριστημένη που είχαμε φτάσει ως εκεί άθικτες. Ωστόσο, παρηγορηθήκαμε γρήγορα, καθώς ανακαλύψαμε ότι είχε μπύρες και σουβλάκια και αφήσαμε την Ελένη να καθαρίζει τις πλαστικές καρέκλες με το χαρτομάντιλο και πήγαμε να εφοδιαστούμε. Όπου όλοι, όπως φαντάζεστε, μας κοίταζαν, διότι τι δουλειά έχουν 3 κοπέλες με τα σορτσάκια τους και τις τσαντούλες τους στο πανηγύρι του Άνω Γαρούνα; Βέβαια, τα σορτσάκια βοήθησαν να πάρουμε πολύ γρήγορα τις μπύρες και τα σουβλάκια μας και μετά σταμάτησαν όλοι να αναρωτιούνται, καθώς επέσαμε με τα μούτρα στο φαγητό και κατάλαβαν ότι είμαστε δικές τους και σταμάτησαν να μας κοιτάζουν.
Μετά, άρχισε κι η μουσική-αταίριαστη λίγο για πανηγύρι, αλλά δεν πειράζει, είπαμε, στην Κέρκυρα έχουμε μάθει να είμαστε ευέλικτοι και ανοιχτοί στο διαφορετικό, κι ήταν όλα μια χαρά. Στη συνέχεια, και λίγο πριν το δεύτερο γύρο σουβλακίων, ήρθε κι ένα αγόρι δίπλα μας κι άρχισε να μας μιλάει, αλλά ήταν λίγο γυαλιστερό (που βρέθηκε στη μέση του πουθενά δεν ξέρω, αλλά ήταν αδιαμφισβήτητα γυαλιστερό) και δεν του δώσαμε πολλή σημασία.
Εν τέλει, αφού φάγαμε, ήπιαμε, τραγουδήσαμε, χαιρετίσαμε όλο το χωριό και τον παπά φυσικά, φαντάζομαι ότι κάπου ήταν κι ο δάσκαλος, αλλά δεν μπορέσαμε να τον αναγνωρίσουμε, κάναμε δηλαδή ό,τι κάνει ο κόσμος στα πανηγύρια, πήραμε τον μακρύ δρόμο του γυρισμού. Μέχρι να επιστρέψουμε στο αυτοκίνητο, όπου εν τω μεταξύ ο δρόμος μυστηριωδώς είχε φωτιστεί άπλετα, οι κοπέλες, και θα το καταγγείλω εδώ, μάδησαν μια ξένη ροδιά και πήρανε κάτι ρόδια και κάτι κλαδιά για το σαλόνι. Μετά απ’ αυτό, επιστρέψαμε τραγουδώντας μερικοί και γκρινιάζοντας κάποιοι άλλοι στην πόλη και αποφασίσαμε να ξαναπάμε του χρόνου στο πανηγύρι. Να πάτε κι εσείς, αρκεί να μην ξεχάσετε το φακό σας.

Κυριακή, 1 Αυγούστου 2010

Ο Σωκράτης ήπιε το κώνειο

Έχω μια απορία, ρε παιδιά. Μονίμως, βέβαια, εγώ έχω απορίες, τις οποίες εκφράζω κιόλας, χωρίς να κοκκινίσω ή έστω να το ξανασκεφτώ πριν τις ξεστομίσω, με αποτέλεσμα πολλές φορές οι άλλοι άνθρωποι να με περνάνε για χαζή, χωρίς να πέφτουν και πολύ έξω, ή – οι πιο κοντινοί- να με βρίζουν. Και γιατί, παρακαλώ, με βρίζουν; Μήπως επειδή, ως άλλος Σωκράτης, τσιγκλάω τις συνειδήσεις τους και τους βάζω να σκέφτονται, ε, μήπως; (Εντάξει, πλάκα κάνω!)
Αυτή η απορία, λοιπόν, μου δημιουργήθηκε χτες που έβαζα πλυντήριο-πράγμα το οποίο πρέπει να κάνω και τώρα, αλλά θα τελειώσω το άρθρο πρώτα. Δεν ξέρω για σας, αλλά εμείς πάνω στο πλυντήριο έχουμε ΤΑ ΠΑΝΤΑ. Είδη μακιγιάζ, τέσσερις αφρούς, δύο λακ, (ουσίες και) οινοπνεύματα, στοματικά υγρά, χτένες και πάρα πολλά άλλα, με αποτέλεσμα κάθε φορά που θέλεις να βάλεις πλυντήριο, επειδή αυτό τραντάζεται σούμπιτο, σαν ηχείο σε κλαμπ, όταν στύβει, να πρέπει να κάνεις μια μικρή μετακόμιση και να βρεις και που θα τα ακουμπήσεις. Εξαιρετικά εκνευριστική διαδικασία.
Παλεύοντας με τη μικρή μετακόμιση, αναπόδραστα, πιστεύω, αναρωτήθηκα : αλήθεια, τα θέλουμε αυτά τα πράγματα όλα; Κι αν ναι, γιατί; Αφήστε που μετά, όταν πια είχε μπει στην πρίζα το πλυντήριο, έριξα μια εμπεριστατωμένη ματιά στο μπάνιο γενικώς και μη σας πω τον απολογισμό, διότι θα τρομάξετε ή, πιο πιθανό, θα διαρρήξετε το σπίτι μου για να κλέψετε όλα αυτά τα μπουκαλάκια, βαζάκια, σκιές, μολύβια, κραγιόν, κλπ που έχουν κάνει κατάληψη και να τα πουλήσετε στη μαύρη ή και στην άσπρη αγορά.
Οπότε, πείτε μου τώρα, πραγματικές ανάγκες; Και πόσα λεφτά πεταμένα; Εντάξει, όταν είμαι μπροστά στο ράφι, είμαι πεπεισμένη ότι τα μαλλιά μου θα πέσουν αν δεν πάρω την καινούργια μαλακτική της Pantene, αλλά όταν πάω σπίτι, ανακαλύπτω ότι έχω άλλες 3 τουλάχιστον μαλακτικές, τις οποίες δεν χρησιμοποιώ, διότι πιθανότατα δεν μου αρέσει το χρώμα ή κάτι αναλόγως άσχετο με τη χρήση μιας μαλακτικής, η οποία απλά ξεμπερδεύει και μαλακώνει τα μαλλιά, πράγμα που η μαμά μου έκανε με ξύδι κι ελαιόλαδο. Δε λέω να ξαναγυρίσουμε στην εποχή της μαμάς μου (κάτι που, αν συνέβαινε, θα με έκανε πολύ χαρούμενη, διότι, ως γνωστόν, έχω γεννηθεί σε λάθος δεκαετία), αλλά να σκεφτούμε ειλικρινά πόσα από τα τζιριτζάντζουλα που έχουμε χρειαζόμαστε στ’ αλήθεια.
Διότι, όχι, ρε παιδιά, δε με πείθετε ότι πρέπει να έχεις μία κρέμα ημέρας, μία κρέμα νυκτός, μία κρέμα για τα μάτια, μία για κάτω από το σαγόνι και μία για πάνω από τα αυτιά, οι οποίες κοστίζουν εκάστη ευρώ 20 το λιγότερο, το σύνολο 100, εκτός αν είσαι πλούσια, κάτι το οποίο ισχύει για όλο και λιγότερους ανθρώπους που ξέρω. Τώρα θα μου πείτε, ο καθένας έχει την πετριά του. Η αδερφή μου, ας πούμε, θέλει, ρε παιδί μου, τρεις σφουγγαρίστρες στο σπίτι ( μία για το μπάνιο, μία για την κουζίνα και μία για το υπόλοιπο σπίτι) και φυσικά, 4 καθαριστικά για κάθε σφουγγαρίστρα. Τι να κάνουμε, όμως, την αγαπάμε κι έτσι, αίμα μας είναι.
Μήπως, όμως, λέω εγώ με το φτωχό μου το μυαλό, στους χαλεπούς αυτούς καιρούς που ζούμε, να αναθεωρήσουμε τι είναι στ’ αλήθεια σημαντικό και δίχως τι δεν μπορούμε αλήθεια να ζήσουμε; Πράγματι, μερικές φορές πρέπει να κακομαθαίνουμε τον εαυτό μας, μερικές, όμως, όχι επί μονίμου βάσεως. Θυμάμαι, όταν ήμασταν στο σχολείο, κόβαμε επίτηδες τα All Star για να μας αγοράσουν καινούρια, διότι αν δε χαλούσαν τα παλιά παπούτσια, δεν έπαιζε να πάρεις καινούρια, που να άφριζες στο πάτωμα. Κι αυτό δεν είχε σχέση με την οικονομική δυνατότητα, είχε σχέση με την αίσθηση της οικονομίας, η οποία έχει απολεσθεί παντελώς. Και μάλιστα, τη σήμερον ημέρα, που κατά γενική ομολογία, πάμε κατά διαόλου.
Και μη νομίζετε ότι τα προαναφερθέντα αφορούν μόνο τις γυναίκες. Ξέρω εγώ κάτι άντρες, που έχουν τρεις διαφορετικές κολόνιες και αλλάζουν κινητό κάθε εβδομάδα, υπολογιστή κάθε μήνα και αυτοκίνητο κάθε χρόνο. Απλά αλλάζει η κλίμακα και το αντικείμενο.
Ξαναλέω, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, δεν πρεσβεύω επ’ ουδενί ρομαντικές επιστροφές στο παρελθόν της ανταλλακτικής οικονομίας (αν και…), το μόνο που λέω είναι να σκεφτούμε πριν αγοράσουμε οτιδήποτε, ακόμα και το πιο μικρό ανόητο πραματάκι ή πιο ανώδυνο, όταν αγοράζουμε κάτι, να πετάμε κάτι άλλο που σίγουρα μπορεί να αντικατασταθεί επιτυχώς από το νέο. Ε, τι λέτε; Ή, ακόμα καλύτερα, να το χαρίζουμε (εντάξει, αν γίνεται, μην αρχίσετε να δίνετε ξεπαρταλιασμένα παπούτσια και Liposan που βγαίνουν μόνο με μπατονέτα). Πάω τώρα να βάλω πλυντήριο και ίσως να πετάξω κανάν αφρό από το παράθυρο.