Τρίτη, 25 Ιουλίου 2017

Θα έχουμε πάντα τη Σαντορίνη.

Φίλοι, συνεργάτες, συνάδελφοι, αυτή την εβδομάδα ο αγαπημένος σας κόσμος ταξίδεψε στην εξωτική Σαντορίνη, και μολονότι έχω περάσει πάρα πολλές μέρες στο νησί, τώρα που το παράτησα κι έφυγα, όταν μου τύχει και ξαναπάω, το ανακαλύπτω λίγο από την αρχή.
Η Σαντορίνη είναι ένα μέρος που δεν μπορείς εύκολα να το περιγράψεις με λέξεις. Ή με εικόνες. Ή με οτιδήποτε. Είναι ένα απερίγραπτο μέρος. Καλό είναι να πας να το δεις μια φορά. Γενικώς καλό είναι να πας να δεις όλα τα μέρη του κόσμου μια φορά, ή τουλάχιστον όσα περισσότερα μπορείς. Έτσι αντιλαμβάνεσαι πρώτον ότι η γη δεν είναι επίπεδη, διότι ας αρχίσουμε από τα βασικά, κυρίες μας και κύριοι, και δεύτερον ότι έχει κι άλλα πράματα πέρα από το χωριό σου.
Η ξεναγός πήγε στη Σαντορίνη με ένα μονοήμερο, όπως το λέμε, δηλαδή φεύγεις το πρωί και επιστρέφεις, δε διανυκτερεύεις. Θα σας μάθω την ορολογία του επαγγέλματος για να μην εξηγώ κάθε τόσο τι είναι το ένα και τι είναι το άλλο, δε γίνεται τώρα να χάνουμε την ώρα μας στα επουσιώδη και να μην απολαμβάνουμε απερίσπαστοι το ρέοντα λόγο. Το λοιπό, με μια κυριούλα από τη Φιλαδέλφεια (Φίλι, όπως έλεγε η ίδια της), που εγώ έλεγα ότι είναι η θεία μου από την Αμερική, ως συνήθως ο κόσμος με πίστευε και γίνονταν έτσι ωραίες παρεξηγήσεις κι εγώ γελούσα καθώς όλοι πια είναι σίγουροι πως έχω μια θεία στην Αμερική, το οποίο βέβαια δεν είναι διόλου απίθανο, πήραμε ένα αεροπλάνο το πρωί και πήγαμε στη Σαντορίνη. Το αεροδρόμιο εδώ στην Αθήνα είναι αξιοπρεπές, έως και ωραίο. Μεγάλο, καθαρό, με μαγαζιά, καφέ, φαγώσιμα, ίντερνετ, υπαλλήλους, με τα όλα του. Χαίρεσαι.
Μπαίνεις στο αεροπλάνο με τη θεία. Μεγάλη χαρά, διότι η Ολυμπιακή (εδώ λες την ιστορία του Αριστοτέλη Ωνάση, που τον ξέρουν όλοι, να ξέρετε, και χαίρονται ν’ ακούν για τα κατορθώματά του) δίνει ωραία γεμιστά μπισκότα Παπαδοπούλου, τα οποία η θεία αρκούντως εκτίμησε καθώς εκεί στο Αμερική, στο Φίλι, όχι μπισκότα δε σου δίνουν, ούτε μούντζα, κι αυτό το λένε όλοι οι Αμερικάνοι, και το επισημαίνω αυτό. Εγώ χαίρομαι πιο πολύ από τη θεία που θα δω το νησί, τόπο μαρτυρίου και χαράς ταυτόχρονα, για τη βασανισμένη μου καρδιά.
Πετάμε πάνω από το μαγευτικό Αιγαίο, λάμπει το μπλε, σε καλεί, λες τι κάνω Θεέ μου, πριν προλάβεις να απελπιστείς τέρμα, έφτασες. Στο αεροδρόμιο της Σαντορίνης. Μην πάτε με αεροπλάνο στη Σαντορίνη, φίλοι μου. Πάρτε ένα Blue Star, εγγύηση. Θα φτάσετε στο εντυπωσιακό λιμάνι, και θα δείτε τα μαυροκόκκινα βράχια να κρέμονται από πάνω σας και θα εντυπωσιαστείτε και θα ξεχάσετε τα υπόλοιπα. Αν φτάσετε στο αεροδρόμιο, θα μπερδευτείτε. Θα νομίζετε πως πήρατε λάθος πτήση και φτάσατε στην Καλκούτα, που ξέρω γω τώρα τι μου φταίει κι η Καλκούτα, μα ποτέ δε θα απαλλαγούμε από αυτά τα πολιτιστικά στερεότυπα. Θυμάστε το Ελευθέριος Βενιζέλος; Ε, καμία σχέση.
Με τα πολλά, αφού κάτσαμε κάνα μισάωρο στην ουρά για την τουαλέτα (μία τουαλέτα, μία, 1) όπου η ξεναγός εξήγησε όλη τη γεωλογική ιστορία του νησιού για να μη βαριόμαστε, ε και μετά δεν είχε τι να πει, βγαίνουμε, αργεί το αυτοκίνητό μας, κλασικά, Σαντορινάρα ρε φίλε, αξεπέραστη, και ξεκινάμε το τουρ μας στο νησί.
Μα τι ωραίο μέρος. Τι Προφήτης, με το νησί χαλί, τι Περίβολος, με μαύρη άμμο, αναστενάρηδες, κύματα, τι Πύργος, με μεσαιωνικά κάστρα και χαλάσματα, τι Οία, τι θέα, τι καλντέρα, τι να σας λέω, τα ξέρετε.
Η θεία μου είχε χαζέψει, έβγαζε φωτογραφία τα γαϊδούρια του σπιτονοικοκύρη της φίλης μου της Ευγενίας, τι να πρωτοδεί δεν ήξερε. Ευτυχώς, φίλοι, που ήταν καλούλα, ευγενική και ευχάριστη και ευχαριστημένη, διότι ξέρετε αυτή είναι η βλακεία με το πριβέ. Αν ο άλλος δεν είναι καλός, κόβεις τη φλέβα σου, πώς να είσαι όλη μέρα μαζί του; Καλά, 3-4 ώρες παλεύονται αλλά μια μέρα, με αναμονές στα αεροδρόμια κλπ, δε βγαίνει. Και δεν πληρώνεται. Μην ακούτε, το πριβέ δεν πληρώνεται, όλο αυτό το σόου που κάνεις, όσα κι αν σου δώσουν δεν πληρώνεται. Που δε σου δίνουν δα και τόσα πολλά, να τα λέμε κι αυτά. Άλλη μια ορολογία, πριβέ είναι όταν δεν έχεις γκρουπ, αλλά έχεις λίγα άτομα, μια οικογένεια, πχ, ή 3 φίλους ή τη θεία σου από την Αμερική.
Η περιπέτεια του Κόσμου δεν έχει τελειώσει ακόμα. Αφού σβουρίσαμε στο νησί, ήρθε η ώρα να γυρίσουμε, και πάμε στο αεροδρόμιο. Της Καλκούτας. Σε έναν ελάχιστο χώρο αναμονής, με περίπου 14 πτήσεις να αναχωρούνε σχεδόν ταυτόχρονα, άπειρος κόσμος, χωρίς καθίσματα, χωρίς κλιματισμό, χωρίς τουαλέτες, οι ουρές να φτάνουν μέχρι τα Φηρά, μωρά να κλαίνε, άλλοι να κοιμούνται στο πάτωμα, άλλοι τρώγανε, άλλοι έβριζαν, τι να σας πω, μια οπτασία. Άραγε θα αποφασίσουνε ποτέ να το σουλουπώσουν αυτό το αεροδρόμιο, μεγάλη απορία έχω. Οι κοπέλες που έκαναν τις ανακοινώσεις μιλούσαν σε μια ακατάληπτη γλώσσα, προς στιγμήν νόμιζα πως εξωγήινοι είχαν καταλάβει το αεροδρόμιο, αλλά μετά πήρε το αυτί μου κάτι που έμοιαζε με ολ πάσετζε (all passengers) και λέω, εντάξει, αγγλικά μιλάνε. Ο Θεός να σας φυλάει από το αεροδρόμιο της Σαντορίνης.
Όταν φτάσαμε στην Αθήνα, πήραμε βαθιά ανάσα, θυμόμασταν μόνο τις όμορφες εικόνες, η θεία πήγε στο ξενοδοχείο της κι ο Κόσμος ετοιμάστηκε για τη νύχτα.

Θα έχουμε πάντα τη Σαντορίνη. 

Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

Ανεξερεύνητη Αθήνα.

Ανανεωθήκαμε, καλοί μου κύριοι, και μοναδική μας διαφήμιση είναι το κατερχόμενο πλήθος εκ των πρανών της Ακροπόλεως, όπου όλες οι φυλές του κόσμου, και περισσότερο δύο συγκεκριμένες αναζητούν την έμπνευση στα αιώνια μνημεία του ανθρωπίνου πνεύματος και ταυτόχρονα αναζητούν λίγη δροσιά, κυνηγώντας τη σκιά του Παρθενώνα γύρω γύρω στην Ακρόπολη, όπως γυρίζει ο ήλιος.
Μαζί τους κι εγώ, μαζί τους κι οι υπόλοιποι ξεναγοί της μαγικής μας χώρας, αναζητούμε την έμπνευση και τη λύτρωση, αναζητούμε το μεροκάματο και την αναγνώριση, αναζητούμε και το φιλοδώρημα, να τα λέμε κι αυτά, α, εδώ λέμε αλήθειες, κυρίες μου και κύριοι, δε θα αποκρύψωμε τίποτα από την ωμή πραγματικότητα του σύγχρονου ξεναγού στην Ελλάδα της κρίσης.
Σας έλειψα; Ξέρω! Κι εμένα! Με κάποιες μικρές αλλαγές, και με κάποιες μεγάλες επίσης, γύρισα στις οθόνες και στις καρδιές σας. Και στην ηπειρωτική Ελλάδα. Για να δούμε.
Η περιπέτεια αυτής της βδομάδας περιλαμβάνει μια οικογένεια από τη Σρι Λάνκα. Ξέρω, γουάτ δε φακ. Σρι Λάνκα, αγαπητοί, η αγορά του μέλλοντος. Το 95% δεν έχει στον ήλιο μοίρα και το 5% έρχεται στην Ελλάδα και παίρνει πριβέ τουρ.
Γονείς, γιος και νύφη. Πολύ συμπαθητικοί, μορφωμένοι, γιατροί άπαντες, γνωρίζουν τα πάντα για την αρχαία ελληνική ιστορία, Δία κλπ τα παίζουν στα δάχτυλα, ενδιαφέρονται, ακούνε, ρωτάνε, όλα ανθηρά. Η νύφη λίγο ψιλοβαριέται γιατί προτιμάει να πάει να ψωνίσει χρυσαφένια στεφάνια στην Πλάκα, αλλά προκειμένου να μην την κακοχαρακτηρίσει η πεθερά της, πνίγει τα χασμουρητά της και τη βαρεμάρα της και ακολουθεί πειθήνια.
Περνοδιαβαίνοντας στο Μοναστηράκι, μοι ρωτάει ο γιος, πως τη λένε εδώ την περιοχή, Monastiraki, απαντώ με την άψογη-μέσα-από-το-Σόχο προφορά μου. Α, μου λέει, είναι αυτή η αμφιλεγόμενη γειτονιά της Αθήνας; Αμφιλεγόμενη, λέω εγώ από μέσα μου και τον κοιτάω, τι να εννοεί άραγε; Βγάζει το κινητό και μου δείχνει, βρήκα, λέει, πολλά άρθρα για μια ενδιαφέρουσα περιοχή της Αθήνας, που είναι, λέει, άβατο.
Εξάρχεια, έλεγε το άρθρο. Συγγνώμη, Exarchia. Να πάτε, έλεγε, να δείτε την πραγματική εικόνα της Αθήνας, πως ζουν οι φοιτητές. Έβαλε τα γέλια η ξεναγός, μην πάτε, κύριέ μου, στα Εξάρχεια, του λέω, έχει κι αλλού φοιτητές, άμα θέλετε.
Αυτοί εκεί στα Εξάρχεια γνωρίζουν πως έχουν γίνει το τελευταίο τρεντ στον εναλλακτικό αστικό τουρισμό;
Βόλτα στα Εξάρχεια. Θα περπατήσετε σε όλους τους αποκλεισμένους δρόμους, θα δείτε από κοντά εποικοδομητικές συναντήσεις των εντόπιων αναρχικών με τις δυνάμεις καταστολής, θα μυρίσετε όλους τους καμένους κάδους, θα παρατηρήσετε την παραδοσιακή φορεσιά του μέσου έλληνα αντιεξουσιαστή, αν ο ξεναγός σας είναι χωμένος, θα μάθετε να φτιάχνετε μολότωφ και θα πάρετε και μία ενθύμιο για τη μακρινή σας χώρα.
Θα γεμίσουν τα Εξάρχεια airbnb και μαγαζάκια με σουβενίρ μινιατούρες κάδους και μολότωφ. Οι ντόπιοι στην αρχή θα βρίζουν τους τουρίστες και μετά θα τους βάζουν οικειοθελώς μέσα στις γιάφκες. Οι μπάτσοι θα ανησυχούν αλλά στο τέλος θα στήνουν Εξάρχεια by night με τους αναρχικούς, με σικέ συγκρούσεις και ψεύτικες φωτιές.
Να η ευκαιρία για την ανάπλαση της περιοχής, να, που παιδεύεστε τι θα γίνει με το άβατο και που θα πάει η κατάσταση. Φέρε τον Αυστραλό και τον Ινδό στα Εξάρχεια, να ησυχάσουν όλοι, μπάτσοι και αντιεξουσιαστές, και οι υπόλοιποι να πεθάνουμε από τα γέλια. Ορίστε, βρήκα τη λύση και το κενό στην αγορά.
Όλα εγώ θα τα σκέφτομαι πχια;