Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

Αχ, οι εμπειρίες της ζωής...

Τι να σας πω τώρα, αγαπημένοι μου φίλοι, να σας πω ότι έχω ίντερνετ στο σπίτι, το οποίο είναι ένα φαντασμαγορικό θέαμα, μια υπερπαραγωγή για όλη την οικογένεια, να σας πω ότι παρά το ίντερνετ, ο υπολογιστής που έχω είναι αυτός που είχε ο Νώε στην κιβωτό και έφτιαχνε το excel με τα ζώα, με αποτέλεσμα να σέρνονται όλα, αλλά εγώ δεν πτοούμαι και περιμένω υπομονετικά να φορτώσει το ρinterest ενώ ισιώνω τα μαλλιά μου, να σας πω ότι δεν ξαναμπαίνω στο facebook: ή θα διαβάζω βλακείες ή θα στενοχωριέμαι που δε βλέπω πια τους φίλους μου και που θα με ξεχάσουν;
Να σας πω πως περνάει αυτή η ζωή και όλοι γεννοβολάνε και είμαστε σκόνη στον άνεμο, να σας μιλήσω για το σφίξιμο στην καρδιά όταν σκέφτομαι πως θα ξαναδώ όλον τον αγαπημένο κόσμο σε 7 μήνες, εκτός αν αρχίσετε να έρχεστε σιγά σιγά, να σας πω ότι εδώ ζούμε σε ρυθμούς κιρκαδιανούς και δεν καταλαβαίνουμε από γιορτές, αργίες, εκλογές, πολέμους και όλα τα υπόλοιπα που απασχολούν την ανθρωπότητα;
Μπα, ας μη σας μαυρίσω την καρδιά πρωινιάτικα.
Θα σας πω καλύτερα για προχτές, που ανεβήκαμε περιχαρείς, εγώ και τα Γαλλάκια μου (γλου γλου), στο βουνό εδώ του νησιού, μιλάμε για βουνό, όχι αστεία. Εγώ, το λοιπό, επειδή πρώτον είμαι γνωστός αστιάτορας και δεύτερον βαριέμαι να μιλάω συνέχεια για ιστορικά γεγονότα και αρχαιολογικά τεκμήρια, τους λέω ότι θα κατεβούμε με τα πόδια, για άσκηση. Τι ήταν να το πω; Χάλασε το λεωφορειάκι της χαράς και ξεμείναμε στον Προφήτη (έτσι λέγεται το βουνό) εγώ, 26 Γάλλοι κι ο οδηγός. Τα Γαλλάκια λύσσαξαν να γελάνε: cest vrai, c’était pas une blague, και τέτοια, έτοιμοι ήτανε να αρχίζουν να κατηφορίζουν. Ένας από αυτούς δε, έβγαλε τη μπλούζα του, ανασκουμπώθηκε κι άρχισε να μαστορεύει το λεωφορείο μαζί με τον οδηγό, διότι ήτο μηχανικός. Κι η γυναίκα του να τον βγάζει φωτογραφίες, για να τις δείξει μετά στους φίλους τους. Στιγμές απείρου κάλλους κι η ξεναγός να στέκεται ανήμπορη παραδίπλα και να σταυροκοπιέται.
Ή, καλύτερα, θα σας πω και για χτες, όπου κάθομαι αμέριμνη με την Τάνια και κουτσομπολεύουμε τους τουρίστες, αν κι εγώ ενίσταμαι και δεν το θεωρώ κουτσομπολιό αυτό, διότι κουτσομπολιό κάνεις για κάποιον που ξέρεις, όχι για τον άγνωστο Κινέζο που κυκλοφορεί με καρό κοκκινορόζ βερμούδα, τιρκουάζ μοκασίνι, πράσινο πουκάμισο και λινό γκρι σακκάκι-τελοσπάντων, καθόμαστε κι έρχεται ένα ζεύγος και μας χώνει στη μούρη ένα ασημένιο μενταγιόν, που του λείπει ένα κρεματζούλι και σε άπταιστα ρωσικά μας ρωτάει αν έχουμε το ίδιο. Σε άπταιστα αγγλικά η Τάνια απαντά πως όχι, αλλά εγώ, πάντα ετοιμοπόλεμη και εφευρετική, τους οδηγώ μέσα από το λαβύρινθο των Φηρών στο μαγικό εργαστηριάκι και ο Ήφαιστος (το καλλιτεχνικό του Γιάννη) τους κατασκευάζει το κρεματζούλι, ατάκα κι επί τόπου, κι αυτοί φεύγουν ευγνώμονες, ευχαριστώντας μας, πάντα σε άπταιστα ρωσικά.  Αλλά έπρεπε να δείτε το Γιάννη, που τους έλεγε να καθίσουν να δουν πως το φτιάχνει κι ότι αυτό θα τους εντυπωσίαζε, αλλά αυτοί οι καημένοι δεν καταλάβαιναν γρι, ο Γιάννης εκεί, να επιμένει, οι άνθρωποι είχαν αρχίσει να τρομάζουν ώσπου επενέβη η ειρηνευτική δύναμη και δυναμικά τους λέω one hour και έληξε το θέμα.
Λοιπόν, αυτά θα σας πω. Και τώρα, καλημέρα, πάω να μαζέψω τα γλυκούλια για σήμερα και να θαυμάσουμε το πιο διάσημο νησί της Ελλάδας. Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε.

Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

Εσείς τον βρήκατε;

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευτυχία: ήλιος, επιτέλους, που μόλις ανατέλλει, άστρο θαμπό του πρωινού, η Ανάφη να μπλαβίζει στο βάθος, καφές και ο Χαρούκι. Κάθομαι, εδώ, στο νησί, μόνη σαν το λεμόνι (πολύ μου αρέσει να ξυπνάω το πρωί νωρίς και να νιώθω πως είμαι ο μόνος ξύπνιος άνθρωπος πάνω στη γη) και διαβάζω το καινούργιο βιβλίο του Χαρούκι Μουρακάμι και ευχαριστώ κάθε είδους θεό που υπάρχουν τέτοια βιβλία.
Εκτός από την ομορφιά των λέξεων, την υπόγεια ομορφιά που μπαίνει στην ψυχή σου ανύποπτα και σου απαλύνει τις γωνίες χωρίς να το καταλάβεις, εκτός από τους παράξενους και κοντινούς ανθρώπους που ζουν σε μία χώρα τόσο μακρινή, αλλά είναι σα να τους βλέπεις, εκτός από την καθόλου ανόητη, αντίθετα, πλήρη νοήματος ελαφράδα που έχουν τα βιβλία του, εκτός από τις συναρπαστικές του ιστορίες, ο άνθρωπος αυτός παρομοιάζει τις σκηνές που περιγράφει με πίνακες του Έντουαρντ Χόπερ. Δε θέλω εγώ τίποτε άλλο. Μη με περάσετε για καμιά ξιπασμένη τεχνόφιλη, απλά μου αρέσουνε πολύ, εκτός από τα βιβλία του Χραούκι Μουρακάμι, και οι πίνακες του Έντουαρντ Χόπερ, οπότε όταν τα βρίσκω μαζί αυτά, είναι κάτι σαν σουφλέ σοκολάτα με παγωτό βανίλια.
Πρώτη φορά είχα δει πίνακα του Χόπερ σε ένα κατάστημα με υφάσματα, στο θεό σας, στη Λαμία. Κρεμόταν στον τοίχο δίπλα στη σκάλα, ειλικρινά δε μπορώ να θυμηθώ ποιος πίνακας ήταν, έχω προσπαθήσει πολύ, αλλά είναι αδύνατον. Θυμάμαι, όμως, πως μου είχε κάνει φοβερή εντύπωση, φανταστείτε, δεν κοίταζα τα υφάσματα, κοίταζα τον πίνακα. Μετά, τον ξέχασα, αλλά έπειτα από πολλά χρόνια, έπεσα πάνω σε έναν άλλον πίνακα, θυμήθηκα εκείνο το κατάστημα υφασμάτων και βρήκα το ζωγράφο κι έτσι έγινε η ιστορία. Και τώρα ο Χαρούκι μιλάει για τον Χόπερ, τι άλλο να ζητήσω από τη ζωή;
Και μια που έπιασα τα βιβλία κι είναι μάλλον η βιβλιοκριτική της εβδομάδας, θα σας εξομολογηθώ: άρχισα και τον Προυστ, την Αναζήτηση του Χαμένου Χρόνου, που είναι, σου λέει, η Ιθάκη των αναγνωστών, βιβλίο-θρύλος, το απαύγασμα της λογοτεχνίας. Το μεγάλο έργο του περίφημου Γάλλου συγγραφέα, που το αποτελείωσε κυριολεκτικά ημιθανής, υπαγορεύοντας τις τελευταίες φράσεις στο γραμματέα του, λίγο πριν πεθάνει. Η ελληνική μετάφραση, που την έκανε ο Παύλος Ζάννας, που εγώ δεν τον ήξερα πριν, έχει 4 τόμους.
Μάρτυρές μου ο Θεός κι η Κερασία, από τη βιβλιοθήκη της Σαντορίνης, έκανα φιλότιμες προσπάθειες, διάβασα 2 τόμους από τους 4 της μετάφρασης του Παύλου Ζάννα: διάβασα την περίφημη μαντλέν, διάβασα σχοινοτενείς περιγραφές καναπέδων, διάβασα ατέρμονες αναδιφήσεις στα αριστοκρατικά τζάκια της Γαλλίας, διάβασα τα παράπονα του Προυστ για τη μαμά του, διάβασα πολλά.
Αλλά, το χαμένο χρόνο εγώ δεν τον βρήκα, λυπάμαι. Μάλλον είμαι ελαφρώς ανώριμη αναγνώστις, διότι ποια είμαι εγώ που θα κρίνω τον Προυστ, αλλά δυστυχώς, δε με γοήτευσε. Σειρές λέξεων, πολλές φορές εξεζητημένων, έλλειψη ουσιαστικής ιστορίας, οι προσωπικές αναζητήσεις και οι παιδικές αναμνήσεις ενός, όπως μου φάνηκε εμένα, άτολμου νεαρού, δεν αποτελούν και πολύ ενδιαφέρον θέμα, εκατομμύρια υποσημειώσεις (στο τέλος, σημειωτεόν, του βιβλίου, κάτι που το σιχαίνομαι), εξαιρετικά κουραστικές, και εν γένει, άσκοπο. Πραγματικά, με το βιβλίο αυτό αναζητάς το χρόνο σου, διότι προφανώς δεν έχεις τίποτε να κάνεις για να κάτσεις να το διαβάσεις. Λυπάμαι που δεν το τελείωσα, ίσως δεν του έδωσα αρκετές ευκαιρίες, αλλά έβλεπα εκεί τις Μικρές Ώρες του Μουρακάμι και δεν άντεχα.
Δεν ξέρω, συνήθως όταν διαβάζω κάποιο βιβλίο που θεωρείται κλασικό και παγκοσμίως αναγνωρισμένο, πράγματι καταλαβαίνω γιατί συμβαίνει αυτό και ναι, κάποια βιβλία δικαίως θεωρούνται αξεπέραστα. Καταλαβαίνω και η Αναζήτηση γιατί θεωρείται κλασικό, αλλά αξεπέραστο διόλου δεν το βρήκα.
Λοιπόν, αυτά. Να με συμπαθάτε, που λένε κι οι Σαντορινιοί, αν σας εζάλισα, απλά, έτσι, να μην ξεχάσω και να μιλάω εδώ που ήρθα. Τώρα, θα βάλω επιτέλους, καλοκαιρινά παπούτσια και θα πάω να περιγράψω how Santorini has obtained this unique landscape.
Όπως πάντα, σας αγαπώ και μου λείπετε.

Κυριακή, 4 Μαΐου 2014

Αγάπη στο Αιγαίο.

Είπα ν’ ακούσω μια Ανδρομέδα, να χαλαρώσω, που σιδέρωσα 3 πλυντήρια η ξεναγός, με Αλκίνοο τα έβγαλα και τα 3, διότι, ξέρετε, τηλεόραση δεν υπάρχει, ίντερνετ μήτε, οπότε βάζεις εκεί ένα αρχείο να παίζει κι όπου σε βγάλει. Πολύ με αρέσει η Ανδρομέδα, λέω μήπως τη βάζω και στα πελατάκια να την ακούνε, αλλά ο Γιάννης με έβρισε, σιγά μου είπε, μην τους βάλεις και την Αγρύπνια. Γέλασα, όμως, πολύ, όσο σιδέρωνα με τον Αλκίνοο, διότι θυμήθηκα τα νιάτα μου και τη Μαρίνα που τον έλεγε Λίνι από το Αλκινοουλίνι και τη Στέλλα που σ’ ένα τραγούδι που το λένε Ησυχία, κάπου έλεγε το Λίνι «μα ένα σας βήμα μου αρκεί για να πισωπατήσω» κι η Στέλλα άκουγε «για να τη σοβατίσω» κι όταν μας το είπε και τη ρωτήσαμε «μα, ποια να σοβατίσει», με φυσικότητα μας απάντησε «μα, την ησυχία». Ακόμα γελάμε.
Ε, έτσι είναι, άμα γερνάει ο άνθρωπος, θυμάται τα περασμένα…
Κατά τα άλλα, εδώ καταρχάς έχει χειμώνα, μας έχει ψοφήσει στον αέρα και τη βροχή, και κατά δεύτερον καμία άλλη αλλαγή: Κινέζοι, σανδάλια, λεωφορεία και Ακρωτήρι. Προχτές, επροχτές, που λένε κι οι Σαντορινιοί, εκάμανε εδώ 16 ταυτόχρονους γάμους κάτι τρελοί από τη Σανγκάη, bridal tour, σου λέει το λένε, έρχονται εδώ μαζεμένοι, με συγγενείς και φίλους και παντρεύονται ταυτοχρόνως, μούρλα σας λέω. Και να ‘χει το νησί γεμίσει με νύφες και γαμπρούς, Κινέζους όμως. Και να γίνουν οι ταυτόχρονοι γάμοι στο οινοποιείο που πάω κι εγώ τα πελατάκια και να τύχει εκείνη τη μέρα να ‘χω κι εγώ Κινέζους, στο θεό σας, Κινέζες για την ακρίβεια, και να χαθούνε μέσα στο πλήθος, που να τις ξεχωρίσω εγώ από τις καλεσμένες; Ένας χαμός. Οι ανθοδέσμες να ίπτανται, οι Κινέζες να μπλαβιάζουν από το κρύο, διότι ήθελαν να φωτογραφηθούν με τα έξωμα νυφικά, αλλά έλα που έκανε ψόφο, οι κοπέλες στο οινοποιείο να τρέχουν αλλοπαρμένες, μόνη μου τα σέρβιρα τα κρασιά, της τρελής. Μπορεί να το είδατε στην τηλεόραση, διότι ήρθανε τα κανάλια, έμαθα. Και ξέρετε γιατί το νησί μας είναι τόσο δημοφιλές chez les Chinois, που λέω και στα Γαλλάκια μου, έτσι; Διότι υπάρχει στην κινεζική τηλεόραση μια καθημερινή και πολυετούς διάρκειας και τεραστίου θεαματικότητος σαπουνόπερα, που έχει τον εμπνευσμένο τίτλο “Love in the Aegean Sea”, στα Κινέζικα, βέβαια, όχι στα Αγγλικά. Καταλαβαίνετε τι γίνεται, το όνειρο ζωής του μέσου Κινέζου είναι να έρθει να δει που γυρίζεται η σειρά και να παντρευτεί εκεί που παντρεύτηκε και ο Ρουβάς της Κίνας, όπως έχει χαρακτηριστεί ο πρωταγωνιστής, από έγκυρους τηλεοπτικούς αναλυτές της καλντέρας.
Κι ακόμα η σεζό δεν έχει αρχίσει, έτσι;
Όταν δεν κυνηγάω Κινέζες, κουτσομπολεύω με την Τάνια και τρώω τα φαγητά που μαγειρεύει η Αθανασία, που τη φιλοξενούμε, ομολογουμένως, με μεγάλη μας ευχαρίστηση, λόγω του ότι πλένει τα πιάτα, σκουπίζει, μαγειρεύει και πάει στο σούπερ μάρκετ σε καθημερινή βάση, πράγματα τα οποία πολύ μας έχουν εξεπερετήσει, ειδικά το μικρό Κθούλου, που είναι σαν πασάς στα Γιάννενα. Σας λέω, περνάμε πολύ ωραία εδώ στην εξοχή, κι αν δεν ήταν και μια οικονομική στενότης να μας πιέζει, διότι έχουμε ξοδέψει ότι είχαμε και μερικά που δεν είχαμε, θα ήμασταν οι καλύτεροι του χωριού. Δεν πειράζει, όμως, θα κρατήσουμε εδώ την Αθανασία μέχρι να πληρωθούμε και κάτι θα γίνει και για μας τα πετεινά.
Τι άλλο, τίποτα, ησυχία κατά τα άλλα, ρεύμα ακόμα εννοείται δεν έχουμε, προχτές στρώσανε τσιμεντογωνία, που λένε κι οι εργάτες, όχι τσιμεντοκονία, τσιμεντογωνία, σε κάτι σκαλιά απέξω από το εργαστήριο, αλλά έλα που μετρήσανε λάθος και τους βγήκανε τα σκαλιά περισσότερα από όσο θέλανε και δως του πάλι από την αρχή η τσιμεντογωνία. Πολύ γέλιο, ακόμα μία φορά στη στοά των θαυμάτων. Τώρα είναι η ώρα να μαλώσουνε για τα χρώματα, λαδί θέλει ο ένας, όχι, ροζ βατομουρί το έβαψε η άλλη, εμένα μου αρέσει το μπλε κι ο Γιάννης αναρωτιέται πότε θα πηδήξει από την καλντέρα.
Επίσης, εορτάσαμε την 10η, παρακαλώ, επέτειο με το πιο όμορφο αγόρι του κόσμου, 10 χρόνια σας λέγω, πιο εύκολο είναι να μεγαλώσεις ένα παιδί για δέκα χρόνια (λέω εγώ τώρα, όχι ότι ξέρω πως είναι να μεγαλώνεις παιδί) παρά να κρατήσεις μια σχέση, αλλά ως τώρα τα καταφέραμε, από δω κι έπειτα δεν ξέρω τι γίνεται. Βέβαια, εορτάσαμε, τώρα, μη φανταστείτε, λόγω της οικονομικής στενότητος που προανέφερα, οι εορτασμοί δεν ήταν ανάλογοι της περιστάσεως. Βασικά ήρθαν η Τάνια κι η Αθανασία στο σπίτι (καλά, η Αθανασία είναι έτσι κι αλλιώς στο σπίτι, ως η υπηρεσία μας, το έχουμε πει, ή μάλλον θα τη λέω ψυχοκόρη, πιο ευήκοο) και τρώγαμε αυγά που μόλις είχα βράσει, πολύ ορεκτικό πράμα, σας λέω, και φρυγανιές με βούτυρο. Αφού λίγο ένιωθα ότι ήμασταν στη Ρωσία του Στάλιν: ένα αυγό στα 4. Πάντως, γελάσαμε αρκούντως κι αυτό έχει σημασία και ήπιαμε κι ένα κρασί που μου είχε δώσει ο Πέτρος, ένας από τους οδηγούς μου, και το οποίο εγώ θεωρούσα δηλητηριώδες, αλλά τελικά ήταν μια χαρά και συνόδεψε επιτυχώς το σοβιετικό μας δείπνο.
Τέλος, βλέπουμε ωραία ηλιοβασιλέματα, να έρθετε να τα δούμε όλοι μαζί. Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε.