Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

Τι έγινε εκείνο το τρένο;



Να, εδώ, στο φυσικό μου περιβάλλον, στην αμαξοστοιχία 53, θεοί του Ολύμπου, αυτός ο ΟΣΕ πρέπει να μου στήσει ένα άγαλμα, έναν ανδριάντα, κάτι, εδώ κατά προτίμηση, στην είσοδο του σταθμού της Θεσσαλονίκης, φόρος τιμής στον άγνωστο ταξιδιώτη, μόνο που εγώ είμαι πια γνωστός ταξιδιώτης.
Το τρένο το αγαπώ. Αυτούς που δεν έχουν ταξιδέψει με τρένο, εγώ τους λυπάμαι. Παλιά, βέβαια, ήταν καλύτερα: έμπαινες στο τρένο κι άρχιζε μια περιπέτεια ζωής, ποτέ δεν ήξερες τι θα συναντήσεις, ποιος θα κάτσει δίπλα σου και τι θα κουβαλάει-τρώει-μυρίζει-μουρμουράει, πρεζόνια, φαντάροι, γύφτοι, γιαγιάδες χαροκαμένες, μπαρμπάδες, παπάδες, φοιτηταί, μεθυσμένοι, νηφάλιοι, πλυμένοι, άπλυτοι, όλοι μαζί. Έμπαινες άνθρωπος κι έβγαινες απόβρασμα της κοινωνίας (κατάβρασμα της κοινωνίας, όπως έλεγα όταν ήμουν μικρή, αλλά, πριν βιαστείτε να με λοιδορήσετε, σκεφτείτε ότι ήξερα την έκφραση στην τρυφερή ηλικία των 8) από τις βρισιές που είχες ακούσει. Έμπαινες 18 χρονών κι έβγαινες 74 από τις ιστορίες που εκτυλίσσονταν δίπλα σου. Έμπαινες τρυφερό πόδι κι έβγαινες σκληραγωγημένος (και βρώμικος) σα Ρώσος που γλίτωσε από τα σταλινικά γκουλάγκ. Αχ, τα τρένα παλιά ήταν εμπειρία.
Τώρα; Γατάκια! Καθαρές θέσεις, φως παντού, ησυχία, κυριλέ, σφουγγαρισμένα δάπεδα, το τρένο στην ώρα του (όταν ήμουν φοιτήτρια, έμπαινες στο τρένο και δεν ήξερες πότε θα βγεις ξανά, σε 5 ώρες, σε 7, σε 3 μέρες; Ήταν μια ερώτηση που ποτέ δεν έκανες στον ελεγκτή, έξω από τη σφαίρα της λογικής, θα ήταν σα να τον ρωτούσες αν ο Θεοδωράκης κατάφερε να βρει όλους τους ανόθευτους από την πολιτική ανθρώπους ή αν του ξέφυγε κανείς). Πια, θαρρείς ότι οι μόνοι που ταξιδεύουν με τρένο είναι καλοβαλμένες κοπέλες σαν εμένα, αιθέριες υπάρξεις με γυαλιστερά κολάν και μπότες του γιέτι και νεαρά αγόρια με μούσια και πράσινα oxford shoes. Αναρωτιέμαι, όλοι αυτοί που συναντούσες παλιά στα τρένα, με τι διάολο ταξιδεύουν τη σήμερον; Μιλάμε για εκσυγχρονισμό, όχι αστεία, ούτε καν φαντάρους δε συναντάς.
Σκεφτείτε ότι τόσα χρόνια έχω φάει στα τρένα, πέρα δώθε, που θυμάμαι ακόμα εκείνα τα παλιά εισιτήρια, που ήταν κάτι μικρά ορθογώνια σκληρά χαρτονάκια; Σας λένε κάτι; Που τα τρυπούσε ο ελεγκτής στον έλεγχο; Απίθανα εισιτήρια! Μιλάμε, τα έχανες για πλάκα, απορώ πως δεν έχασα ποτέ κανένα και, να πάρει, να μην έχω κρατήσει ένα για ενθύμιο! Τώρα πια, τα εισιτήρια τα βγάζουμε από το ίντερνετ κι ο ελεγκτής μόλις πέρασε, έριξε μια ματιά στη θέση μου και μου είπε «καλημέρα, δεσποινίς Κατερίνα». Αυτά είναι.
Εμένα, πάντως, ανέκαθεν μου άρεσε το ταξίδι με το τρένο, είναι, ρε παιδί μου, έτσι, κινηματογραφικό, λίγο δραματικό, έχει μια αίσθηση αναπόδραστου και ελαφρώς παρακμιακού, πάω κι όπου με βγάλει (καλά, συνήθως ξέρω που με βγάζει, αλλά να μην τυλίξω γύρω μου ένα πέπλο μυστηρίου και δηθενιάς;). Μπήκα, το λοιπό, στα τρενάκι, πίνω εδώ το καφεδάκι μου, γράφω κατευθυνόμενη στην εξωτική Λαμία κι έτσι ωραία περνάει η ζωή, μέχρι να έρθει η ώρα να αφήσω τα τρένα και να πάρω τα καράβια (ή τα βουνά). Θυμάμαι τα παλιά, τακτοποιώ τα καινούργια, περιμένω τα μελλούμενα, ξοδεύω τα λεφτά μου αναιδώς, διαβάζω τις φρίκες του κόσμου και τα αιώνια βιβλία μου (παρεμπιπτόντως, διάβασα ένα του Ισίδωρου Ζουργου, μιλάμε, συνεκλονίσθην ως τα βάθη της ψυχής μου, έτσι;) και τρέχω.
Όπως έχει γράψει και ο μεγάλος Χαρούκι, θα σας πω κάποτε τι θέλω να πω όταν μιλάω για το τρέξιμο, κι ας με κοροϊδεύουν η αδελφή μου και η Μπέδι. Προς το παρόν, σας αφήνω, γιατί φτάνουμε στο Λιανοκλάδι (Σούλα, μ’ έστειλες στον Άδη, αθάνατος Λένος Χρηστίδης της καρδιάς μας).
Εννοείται ότι σας αγαπώ όλους και μου λείπετε.