Σάββατο, 7 Οκτωβρίου 2017

Θαγκ λάιφ.

Αγαπημένοι μου φίλοι, εδώ είναι ο Κόσμος, εδώ, κι αυτό το καλοκαίρι, κι αυτό το φθινόπωρο, πάντα εδώ, φθίνουν οι οπώρες, φθίνει η μέρα, φθίνει το φεγγάρι, εγώ όμως δε φθίνω ποτέ, αντίθετα, μεγαλώνω και αυξάνομαι, τρώγοντας ότι βρω στους μπουφέδες των ξενοδοχείων, και όχι μόνο. Ο θείος Ντουκάν θα βγει από τον υπόνομο, σαν τον Πένιγουαϊζ, και θα μου φάει κάνα χέρι μπας και μικρύνω λίγο.
Μου έχουν συμβεί πολλά, αλλά κάθε μέρα ο ήλιος βγαίνει και ο κόσμος συνεχίζει να γυρίζει αμέριμνος γύρω από τον ήλιο, καμιά φορά, όταν με πιάνει μια φιλοσοφική χίπστερ κουλ διάθεση, σκέφτομαι πως κάθε βράδυ πεθαίνει ο κόσμος όλος και κάθε πρωί ξαναγεννιέται και ξαναρχίζει. Γι’ αυτό κοιμάμαι νωρίς τα βράδια, διότι άμα καμιά φορά τύχει και δεις το τέλος του κόσμου δεν το ξεχνάς ποτέ και δε συνέρχεσαι, πας εκεί που επιπλέουν όλα, γι’ αυτό κι εσείς να κοιμάστε νωρίς τα βράδια.
Κοιμάμαι και για έναν άλλο λόγο νωρίς τα βράδια, διότι συνήθως την άλλη μέρα έχω να κυνηγήσω τουριστάκια (γιατί τη λέμε τουριστική σεζόν αν δεν μπορούμε να τους πυροβολήσουμε: η ιστορία της ζωής μου). Ο Κόσμος εξαφανίστηκε από το σύμπαν για λίγο διότι είχα κάτι πολυήμερα, ε, σας έχω εξηγήσει τι είναι τα πολυήμερα, μη λέμε τώρα τα ίδια.
Τι να σας πρωτοδιηγηθώ δεν ξέρω, θα σας πω αρχικά για τους Γάλλους που τους έσερνα γύρω γύρω στις Κυκλάδες, ο μικρότερος ήταν 75 χρονών, γλου γλου αυτοί, σταυροκοπιόμουν εγώ. Τζάμπα πήγαν οι σταυροί, διότι η μαλακία έγινε, μια θεια ετών 87, σκόνταψε σ’ ένα σκαλί κι έπεσε με τα μούτρα μέσα στο μπάνιο. Εγώ έτρωγα (σύνηθες). Έρχεται η σερβιτόρα, ελάτε, μου λέει, γιατί τη βρήκα φαρδιά πλατιά στο πάτωμα, ω ρε μάνα, λέω εγώ, πέθανε αυτή, τι θα την κάνω. Δεν είχε πεθάνει, αλλά κόντευε. Να πάμε νοσοκομείο, μαντάμ, της λέω, όχι, μου λέει, είμαι καλά, ευτυχώς δηλαδή, γιατί ήμασταν στην Πάρο και νοσοκομείο δεν έχει. Αν δεν είστε καλά, λέω, να με πάρετε τηλέφωνο. Πέφτουμε, κοιμόμαστε, εγώ με το ένα αυτί στο τηλέφωνο, ξυπνάω το πρωί, εντάξει, λέω, δε με πήρε, καλά είναι. Μπαίνω στο ντους και μόλις έχω βάλει σαμπουάν στα μαλλιά, χτυπάει το ρημάδι, βγαίνω τρέχοντας με τις σαπουνάδες, γλιστράω, πέφτω, μελανιάζω, σηκώνομαι σαν τον Τσακ Νόρις, σηκώνω το τηλέφωνο, να πάμε στο νοσοκομείο η θεια. Πάμε, στο κέντρο υγείας, στο όμορφο νησί της Πάρου. Βγάζει ακτινογραφία η θεια τα χέρια, δεν είναι σπασμένα, λέει μια ομορφούλα εκεί, αλλά πρέπει να πάτε σε ορθοπεδικό, ιδιωτικό, γιατί εμείς δεν έχουμε εδώ. Δηλαδή να πληρώσει η θεια. Το χαμό τον ξέρετε; Όρθια η θεια στο κέντρο υγείας να φωνάζει «νο, νο, νο», δεν πληρώνω εγώ, να λέει, άσε με εδώ να πεθάνω. Μη μου βάζετε ιδέες, σκέφτομαι εγώ. Με τα πολλά την παράτησα εκεί να μαλώνει με τον πράκτορα, το γιατρό και το Θεό και πήγα στη Νάξο με το υπόλοιπο γκρουπ. Τελικά δεν ξέρω τι απέγινε και ποιος πλήρωσε το γιατρό, δεν ασχολήθηκα, τη συμπόνεσα στην αρχή που έπεσε, αλλά μετά ήταν τόσο αγενής, εριστική και το μόνο  που την ένοιαζε ήταν να μην πληρώσει, που λίγο σιχτίρισε κι η ξεναγός. Το άγχος μου ήταν μην τυχόν και δεν την αφήσουν να πετάξει, γιατί τελικά φόρεσε νάρθηκα κι έπρεπε να έχει ένα χαρτί από το γιατρό που να λέει ότι μπορεί να πετάξει, ο γιατρός όμως δεν ήθελε ούτε να ξανακούσει για τη θεια και δεν έδινε το χαρτί με τίποτα και λέω θες να μου μείνει αμανάτι η θεια στο αεροδρόμιο, ευτυχώς τελικά έφυγε, μαζί με το υπόλοιπο 25ο ΚΑΠΗ του 40υ αροντισεμάν. Η Παναγιά μαζί τους.
Μετά από τους Γάλλους, εξελίχθηκε η φάση μου. Προχώρησα σαν ξεναγός. Άλλαξα επίπεδο. Κόντεψα να αλλάξω και συκώτι από τα γέλια. Μου λένε από το γραφείο, θα πάρεις κάτι κόπτες Αιγύπτιους από την Αμερική να τους πας στην Τήνο. Βρείτε τα λάθη στην πρόταση. Ο Κόσμος έφερε μια γυροβολιά ψάχνοντας να βρει που πέφτει η Τήνος και τι να πει στους κόπτες. Έρχεται η μέρα, βγαίνουν από το ξενοδοχείο κάτι μαύροι, μαύροι όμως, μαύροι σαν καλιακούδες, ωρέ, λέω του οδηγού, αυτοί Αιγύπτιοι δεν είναι. Δεν ήταν. Ήταν Αιθίοπες, ορθόδοξοι, πιστοί, με 2 κουτσές, μια τυφλή και 3 παπάδες. Δεν είναι ανέκδοτο, και με συμπαθάτε για την πολιτικά μη ορθή ορολογία, αλλά αυτά έχει ο πηγαίος λόγος. Οι παπάδες, κανονικοί παπάδες, ράσα, μούσια, σταυροί ίσαμε το κεφάλι μου, πετραχήλια. Ο δε αρχιπάτερ ήταν μορφή, φορούσε ένα σταυρό τεράστιο, ασημένιο, και κάτι γυαλιά μαύρα μεγάλα, πήγαινε αργά, ευλογώντας, θαγκ λάιφ. Άλλο να σας λέω, άλλο να το βλέπετε. Μπαίνουν στο λεωφορείο, αρχίζω εγώ, με κόβει ο αρχιπάτερ, συγγνώμη, λέει, να προσευχηθούμε. Από την Αθήνα ως τη Ραφήνα, προσευχόταν στο μικρόφωνο, στα αιθιοπικά. Ο οδηγός να με κοιτάει κι εγώ να κοιτάω την ανατολή, γιατί τι να κάνω; Να βάλω τα γέλια; Μπαίνουμε στο καράβι με τους Αιθίοπες φυλάρχους, καθόμαστε κάπου κι αρμενίζουμε. Στέλνω απεγνωσμένα μηνύματα στο βάιμπερ, ο Βασίλης να απαντάει ότι είναι Νούβιοι, απόγονοι των Φαραώ, η Στέλλα να ρωτάει τι είναι οι Νούβιοι, η Μαρίνα ήταν στα Χανιά. Σηκώνω το βλέμμα, ο αρχιπάτερ έχει σταθεί μπροστά στην τηλεόραση του καραβιού, στις αριθμημένες, και κάνει κήρυγμα, στα αιθιοπικά. Το κάνετε εικόνα; Οι υπόλοιποι του γκρουπ να σταυροκοπιούνται, αμήν. Πότε θα μας μαζέψουν, λέω στον οδηγό. Πάμε να φύγουμε, απαντάει, μην καταλάβει κανείς ότι είναι δικοί μας.
Τι να σας πω άλλο; Να σας πω ότι πήγαμε στην Παναγία της Τήνου και κλαίγανε όλοι μαζί όταν είδανε ένα παλικάρι που ανέβαινε με τα γόνατα; Να σας πω για το χαλί δίπλα στο δρόμο, ο σουρεαλισμός είναι υπαρκτός, σαν το σοσιαλισμό; Να σας πω ότι νήστευαν λόγω Τετάρτης και θέλανε φαλάφελ ενώ το ξενοδοχείο είχε φτιάξει κεφτεδάκια, με αποτέλεσμα να μαλώσω με το ξενοδοχείο και μετά να φάω όλα τα κεφτεδάκια μόνη μου; Να σας πω ότι μετρήσαμε όλους τους μαρμάρινους τάφους στο νεκροταφείο του χωριού; Να σας πω για το υπέροχο Μουσείο Μαρμαροτεχνίας; Γι’ αυτό θα σας πω κάποια στιγμή, όντως. Δεν ξέρω πια τι να πω.
Θα σας πω αυτό και θα κλείσω, όταν γυρίσαμε στην Αθήνα και τους άφησα στο Σύνταγμα, όλο χαρά διότι ήμαρτον πια, έρχεται η τυφλή και μου λέει, θέλω να δω την αγορά, θα με συνοδέψεις; Θα σε πληρώσω, λέει, για τις υπηρεσίες σου. Παιδιά μου, ανεβοκατέβηκα την Ερμού 5 φορές, κουβαλώντας τα 4 ζευγάρια παπούτσια και τα 3 φουλάρια που είχε αγοράσει η κυρία. Μπήκαμε σε όλα τα μαγαζιά, δεν αφήσαμε κανένα, πήραμε και γύρο να φάει στο ξενοδοχείο. Το δουλάκι να κουβαλάει, έτσι; Και με το άλλο χέρι να οδηγώ την κυρία. Μέχρι την Πλάκα φτάσαμε γιατί ήθελε να πάρει λιβάνι. Και πήρε. Συνολικά 2,5 κιλά. Μαντέψτε ποιος τα κουβαλούσε. Μαντέψτε και τι πήρα για τις υπηρεσίες μου. Τι τράβηξα, η ξεναγίδα, για να μη λέτε μερικοί ότι βγάζουμε τα λεφτά μας εύκολα.

Μετά από όλα αυτά, έκανα το σταυρό μου και προσευχήθηκα σε όποιον Θεό ακούει να συνεχίσει ο Κόσμος να σβουρίζει γιατί έχουν δε πολλά τα μάτια του και θα δουν κι άλλα τόσα.

Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

Welcome to Greece and have a nice day.

Αγαπημένοι μου φίλοι, ο Κόσμος είχε πάει διακοπές, σε περίπτωση που δεν το καταλάβατε. Είχε να πάει διακοπές από το μακρινό 2004, όταν είχε επισκεφτεί το όμορφο νησί της Χίου, τότε βέβαια δεν ήταν ακόμα ο Κόσμος όπως τον ξέρουμε, ήταν όμως διακοπές. Έκτοτε, με έφαγε η δουλειά, και διάφορα άλλα, μέχρι και οι δράκοι της Καλίσι με κυνήγησαν. Μόνο τώρα, μετά από 13 χρόνια, αφού έχω αφήσει πίσω μου το χρυσό κλουβί, το παρελθόν και μερικά συντρίμμια, μπήκα στο καράβι να πάω διακοπές.
Φίλοι και γνωστοί, και άγνωστοι, που πάτε διακοπές κάθε χρόνο, να κάνετε το σταυρό σας. Να φχαριστάτε κάθε είδους Θεό, μην το ξεχνάτε, καλά, γενικώς να φχαριστάτε κάθε είδους Θεό για όλα, διότι το σκοτάδι είναι τόσο πολύ στον κόσμο (όχι στον Κόσμο, αυτός είναι μονίμως, αφελώς και ηλιθιωδώς φωτισμένος) και ο χειμώνας τόσο κοντά που δεν το υποψιαζόμαστε και μπορεί να μας καταπιεί από λεπτό σε λεπτό, κι όταν θα είμαστε εκεί, μέσα στην κοιλιά του κήτους, θα αναπολούμε τις δυστυχισμένες βραδιές της μοναξιάς στην πόλη. Γι’ αυτό, να τις ευγνωμονούμε.
Ως συνήθως, φλυαρώ και παρασύρομαι από τον ήχο της φωνής μου και το πληκτρολόγιο. Το παθαίνετε κι εσείς αυτό, οι υπόλοιποι ξεναγοί; Εγώ, καμιά φορά, όταν έχει αδειάσει το λεωφορείο κι έχω λίγο θάρρος με τον οδηγό, παίρνω το μικρόφωνο και τραγουδάω δυνατά, ε, βγάζω το άχτι μου, ξεφτίλα το λένε αυτό.
Λοιπόν, διακοπές. Σε ένα όμορφο νησί, δε θα μπω τώρα στη διαδικασία της κολακείας, το πιο όμορφο, κλπ, όλα τα νησιά του κόσμου όμορφα είναι, παραλία, ήλιος, μεσημέρι να είσαι πάνω στο μηχανάκι και να μυρίζεις θυμάρι, ρίγανη και πεύκα, τι να σας λέω τώρα, κλισέ όλα και θαυμαστά ταυτόχρονα. Η αλήθεια είναι πως ήμουν τυχερή ως τον ουρανό, έμενα σ’ ένα υπέροχο σπίτι, με θέα στο βουνό και στη θάλασσα ταυτόχρονα, έτρωγα και έπινα σα να μην υπήρχε αύριο, μέτρησα όλα τα αρχαία του νησιού, κάτι ξεχασμένους από το Θεό αρχαιολογικούς χώρους, που έπρεπε να πάρουμε τηλέφωνο το φύλακα να ξυπνήσει για να έρθει να μας ανοίξει, και μετά να τον κεράσουμε και καφέ.
Γνώρισα και κόσμο. Το νησί αυτό, να ξέρετε, είναι πολύ δημοφιλές chez (που λέμε και στο χωριό μου) αναρχοαυτόνομους χωρίς παπούτσια, χτένες, αντηλιακά ή μαγιό. Περπατούσαμε στην παραλία και πρώτον ντρεπόμασταν που φορούσαμε μαγιό και δεύτερον πατούσαμε αδιακρίτως πάνω σε ράστα. Εγώ το βράδυ που έβγαινα βαμμένη, μη φανταστείτε τις υπερπαραγωγές που κάνω, έτσι, καμιά μάσκαρα και κραγιόν, μου φαινόμουν σαν ο αρχηγός του καρναβαλιού. Μερικοί τέτχοιοι υπέπεσαν στην αντίληψή μου. Και μερικοί άλλοι, βλέπετε, σε εκείνο το νησί, όπως και σε όλα τα άλλα, το επάγγελμά μας γνωρίζει μεγάλη άνθηση. Οι περισσότεροι είναι ξεναγοί.
Τι; Έχεις φάει εσύ τα χρόνια σου να σπουδάζεις αρχαιολογίες, σχολές ξεναγών, εξετάσεις επί εξετάσεων, ξένες γλώσσες, δικές γλώσσες; Νε τι; Ο άλλος αποφασίζει ότι είναι αρκετή η εντοπιότητα και τα αγγλικά του Τσίπρα και γίνεται ξεναγός στον τόπο του. Ε, τι πειράζει; Αφού δεν πρόκειται να τον πιάσει κανένας, κι αν τον πιάσει άλλωστε, ξέρει τι θα πει, ότι είναι φίλοι του από το Παρίσι που τους είχε γνωρίσει όταν έκανε εκεί διακοπές και τους ανταποδίδει τη φιλοξενία. Κάτσε εσύ, ανόητε ξεναγίσκε, να βασανίζεσαι γιατί την πρώτη χρονιά στη Σαντορίνη έκανες 2 δίγλωσσα χωρίς να έχεις την καινούργια κάρτα με τα Γαλλικά στην άδεια. Πφφ. Δεν έχουμε σωτηρία, παιδιά, σ’ αυτή τη χώρα, να ξέρετε, ούτε και σε καμία άλλη βέβαια, οπότε ας το παλέψουμε εδώ, που τουλάχιστον έχουμε ωραία νησιά.

Με τούτα και με κείνα, με μπάνια, εκδρομές, φαγητά, μπύρες, παρεάκι πέρασαν οι μέρες και ο Κόσμος γύρισε μισή στροφή γύρω από τον εαυτό του και τώρα αντικρίζει πάλι αυτή τη μεριά της Ελλάδας. Οι τουρίστες έρχονται άλλοτε να μας βασανίσουν άλλοτε να μας ευχαριστήσουν, η ζωή συνεχίζεται, την άλλη βδομάδα θα σας περιγράψω καμιά περιπέτεια από την Ακρόπολη, ψάχνω σπίτι, να ξέρετε, σας φιλώ γλυκά, μην ξεχνάτε να πίνετε νερό. Ο χειμώνας μπορεί να μην έρχεται ακόμα, αλλά που θα πάει, θα ‘ρθει.

Τρίτη, 25 Ιουλίου 2017

Θα έχουμε πάντα τη Σαντορίνη.

Φίλοι, συνεργάτες, συνάδελφοι, αυτή την εβδομάδα ο αγαπημένος σας κόσμος ταξίδεψε στην εξωτική Σαντορίνη, και μολονότι έχω περάσει πάρα πολλές μέρες στο νησί, τώρα που το παράτησα κι έφυγα, όταν μου τύχει και ξαναπάω, το ανακαλύπτω λίγο από την αρχή.
Η Σαντορίνη είναι ένα μέρος που δεν μπορείς εύκολα να το περιγράψεις με λέξεις. Ή με εικόνες. Ή με οτιδήποτε. Είναι ένα απερίγραπτο μέρος. Καλό είναι να πας να το δεις μια φορά. Γενικώς καλό είναι να πας να δεις όλα τα μέρη του κόσμου μια φορά, ή τουλάχιστον όσα περισσότερα μπορείς. Έτσι αντιλαμβάνεσαι πρώτον ότι η γη δεν είναι επίπεδη, διότι ας αρχίσουμε από τα βασικά, κυρίες μας και κύριοι, και δεύτερον ότι έχει κι άλλα πράματα πέρα από το χωριό σου.
Η ξεναγός πήγε στη Σαντορίνη με ένα μονοήμερο, όπως το λέμε, δηλαδή φεύγεις το πρωί και επιστρέφεις, δε διανυκτερεύεις. Θα σας μάθω την ορολογία του επαγγέλματος για να μην εξηγώ κάθε τόσο τι είναι το ένα και τι είναι το άλλο, δε γίνεται τώρα να χάνουμε την ώρα μας στα επουσιώδη και να μην απολαμβάνουμε απερίσπαστοι το ρέοντα λόγο. Το λοιπό, με μια κυριούλα από τη Φιλαδέλφεια (Φίλι, όπως έλεγε η ίδια της), που εγώ έλεγα ότι είναι η θεία μου από την Αμερική, ως συνήθως ο κόσμος με πίστευε και γίνονταν έτσι ωραίες παρεξηγήσεις κι εγώ γελούσα καθώς όλοι πια είναι σίγουροι πως έχω μια θεία στην Αμερική, το οποίο βέβαια δεν είναι διόλου απίθανο, πήραμε ένα αεροπλάνο το πρωί και πήγαμε στη Σαντορίνη. Το αεροδρόμιο εδώ στην Αθήνα είναι αξιοπρεπές, έως και ωραίο. Μεγάλο, καθαρό, με μαγαζιά, καφέ, φαγώσιμα, ίντερνετ, υπαλλήλους, με τα όλα του. Χαίρεσαι.
Μπαίνεις στο αεροπλάνο με τη θεία. Μεγάλη χαρά, διότι η Ολυμπιακή (εδώ λες την ιστορία του Αριστοτέλη Ωνάση, που τον ξέρουν όλοι, να ξέρετε, και χαίρονται ν’ ακούν για τα κατορθώματά του) δίνει ωραία γεμιστά μπισκότα Παπαδοπούλου, τα οποία η θεία αρκούντως εκτίμησε καθώς εκεί στο Αμερική, στο Φίλι, όχι μπισκότα δε σου δίνουν, ούτε μούντζα, κι αυτό το λένε όλοι οι Αμερικάνοι, και το επισημαίνω αυτό. Εγώ χαίρομαι πιο πολύ από τη θεία που θα δω το νησί, τόπο μαρτυρίου και χαράς ταυτόχρονα, για τη βασανισμένη μου καρδιά.
Πετάμε πάνω από το μαγευτικό Αιγαίο, λάμπει το μπλε, σε καλεί, λες τι κάνω Θεέ μου, πριν προλάβεις να απελπιστείς τέρμα, έφτασες. Στο αεροδρόμιο της Σαντορίνης. Μην πάτε με αεροπλάνο στη Σαντορίνη, φίλοι μου. Πάρτε ένα Blue Star, εγγύηση. Θα φτάσετε στο εντυπωσιακό λιμάνι, και θα δείτε τα μαυροκόκκινα βράχια να κρέμονται από πάνω σας και θα εντυπωσιαστείτε και θα ξεχάσετε τα υπόλοιπα. Αν φτάσετε στο αεροδρόμιο, θα μπερδευτείτε. Θα νομίζετε πως πήρατε λάθος πτήση και φτάσατε στην Καλκούτα, που ξέρω γω τώρα τι μου φταίει κι η Καλκούτα, μα ποτέ δε θα απαλλαγούμε από αυτά τα πολιτιστικά στερεότυπα. Θυμάστε το Ελευθέριος Βενιζέλος; Ε, καμία σχέση.
Με τα πολλά, αφού κάτσαμε κάνα μισάωρο στην ουρά για την τουαλέτα (μία τουαλέτα, μία, 1) όπου η ξεναγός εξήγησε όλη τη γεωλογική ιστορία του νησιού για να μη βαριόμαστε, ε και μετά δεν είχε τι να πει, βγαίνουμε, αργεί το αυτοκίνητό μας, κλασικά, Σαντορινάρα ρε φίλε, αξεπέραστη, και ξεκινάμε το τουρ μας στο νησί.
Μα τι ωραίο μέρος. Τι Προφήτης, με το νησί χαλί, τι Περίβολος, με μαύρη άμμο, αναστενάρηδες, κύματα, τι Πύργος, με μεσαιωνικά κάστρα και χαλάσματα, τι Οία, τι θέα, τι καλντέρα, τι να σας λέω, τα ξέρετε.
Η θεία μου είχε χαζέψει, έβγαζε φωτογραφία τα γαϊδούρια του σπιτονοικοκύρη της φίλης μου της Ευγενίας, τι να πρωτοδεί δεν ήξερε. Ευτυχώς, φίλοι, που ήταν καλούλα, ευγενική και ευχάριστη και ευχαριστημένη, διότι ξέρετε αυτή είναι η βλακεία με το πριβέ. Αν ο άλλος δεν είναι καλός, κόβεις τη φλέβα σου, πώς να είσαι όλη μέρα μαζί του; Καλά, 3-4 ώρες παλεύονται αλλά μια μέρα, με αναμονές στα αεροδρόμια κλπ, δε βγαίνει. Και δεν πληρώνεται. Μην ακούτε, το πριβέ δεν πληρώνεται, όλο αυτό το σόου που κάνεις, όσα κι αν σου δώσουν δεν πληρώνεται. Που δε σου δίνουν δα και τόσα πολλά, να τα λέμε κι αυτά. Άλλη μια ορολογία, πριβέ είναι όταν δεν έχεις γκρουπ, αλλά έχεις λίγα άτομα, μια οικογένεια, πχ, ή 3 φίλους ή τη θεία σου από την Αμερική.
Η περιπέτεια του Κόσμου δεν έχει τελειώσει ακόμα. Αφού σβουρίσαμε στο νησί, ήρθε η ώρα να γυρίσουμε, και πάμε στο αεροδρόμιο. Της Καλκούτας. Σε έναν ελάχιστο χώρο αναμονής, με περίπου 14 πτήσεις να αναχωρούνε σχεδόν ταυτόχρονα, άπειρος κόσμος, χωρίς καθίσματα, χωρίς κλιματισμό, χωρίς τουαλέτες, οι ουρές να φτάνουν μέχρι τα Φηρά, μωρά να κλαίνε, άλλοι να κοιμούνται στο πάτωμα, άλλοι τρώγανε, άλλοι έβριζαν, τι να σας πω, μια οπτασία. Άραγε θα αποφασίσουνε ποτέ να το σουλουπώσουν αυτό το αεροδρόμιο, μεγάλη απορία έχω. Οι κοπέλες που έκαναν τις ανακοινώσεις μιλούσαν σε μια ακατάληπτη γλώσσα, προς στιγμήν νόμιζα πως εξωγήινοι είχαν καταλάβει το αεροδρόμιο, αλλά μετά πήρε το αυτί μου κάτι που έμοιαζε με ολ πάσετζε (all passengers) και λέω, εντάξει, αγγλικά μιλάνε. Ο Θεός να σας φυλάει από το αεροδρόμιο της Σαντορίνης.
Όταν φτάσαμε στην Αθήνα, πήραμε βαθιά ανάσα, θυμόμασταν μόνο τις όμορφες εικόνες, η θεία πήγε στο ξενοδοχείο της κι ο Κόσμος ετοιμάστηκε για τη νύχτα.

Θα έχουμε πάντα τη Σαντορίνη. 

Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

Ανεξερεύνητη Αθήνα.

Ανανεωθήκαμε, καλοί μου κύριοι, και μοναδική μας διαφήμιση είναι το κατερχόμενο πλήθος εκ των πρανών της Ακροπόλεως, όπου όλες οι φυλές του κόσμου, και περισσότερο δύο συγκεκριμένες αναζητούν την έμπνευση στα αιώνια μνημεία του ανθρωπίνου πνεύματος και ταυτόχρονα αναζητούν λίγη δροσιά, κυνηγώντας τη σκιά του Παρθενώνα γύρω γύρω στην Ακρόπολη, όπως γυρίζει ο ήλιος.
Μαζί τους κι εγώ, μαζί τους κι οι υπόλοιποι ξεναγοί της μαγικής μας χώρας, αναζητούμε την έμπνευση και τη λύτρωση, αναζητούμε το μεροκάματο και την αναγνώριση, αναζητούμε και το φιλοδώρημα, να τα λέμε κι αυτά, α, εδώ λέμε αλήθειες, κυρίες μου και κύριοι, δε θα αποκρύψωμε τίποτα από την ωμή πραγματικότητα του σύγχρονου ξεναγού στην Ελλάδα της κρίσης.
Σας έλειψα; Ξέρω! Κι εμένα! Με κάποιες μικρές αλλαγές, και με κάποιες μεγάλες επίσης, γύρισα στις οθόνες και στις καρδιές σας. Και στην ηπειρωτική Ελλάδα. Για να δούμε.
Η περιπέτεια αυτής της βδομάδας περιλαμβάνει μια οικογένεια από τη Σρι Λάνκα. Ξέρω, γουάτ δε φακ. Σρι Λάνκα, αγαπητοί, η αγορά του μέλλοντος. Το 95% δεν έχει στον ήλιο μοίρα και το 5% έρχεται στην Ελλάδα και παίρνει πριβέ τουρ.
Γονείς, γιος και νύφη. Πολύ συμπαθητικοί, μορφωμένοι, γιατροί άπαντες, γνωρίζουν τα πάντα για την αρχαία ελληνική ιστορία, Δία κλπ τα παίζουν στα δάχτυλα, ενδιαφέρονται, ακούνε, ρωτάνε, όλα ανθηρά. Η νύφη λίγο ψιλοβαριέται γιατί προτιμάει να πάει να ψωνίσει χρυσαφένια στεφάνια στην Πλάκα, αλλά προκειμένου να μην την κακοχαρακτηρίσει η πεθερά της, πνίγει τα χασμουρητά της και τη βαρεμάρα της και ακολουθεί πειθήνια.
Περνοδιαβαίνοντας στο Μοναστηράκι, μοι ρωτάει ο γιος, πως τη λένε εδώ την περιοχή, Monastiraki, απαντώ με την άψογη-μέσα-από-το-Σόχο προφορά μου. Α, μου λέει, είναι αυτή η αμφιλεγόμενη γειτονιά της Αθήνας; Αμφιλεγόμενη, λέω εγώ από μέσα μου και τον κοιτάω, τι να εννοεί άραγε; Βγάζει το κινητό και μου δείχνει, βρήκα, λέει, πολλά άρθρα για μια ενδιαφέρουσα περιοχή της Αθήνας, που είναι, λέει, άβατο.
Εξάρχεια, έλεγε το άρθρο. Συγγνώμη, Exarchia. Να πάτε, έλεγε, να δείτε την πραγματική εικόνα της Αθήνας, πως ζουν οι φοιτητές. Έβαλε τα γέλια η ξεναγός, μην πάτε, κύριέ μου, στα Εξάρχεια, του λέω, έχει κι αλλού φοιτητές, άμα θέλετε.
Αυτοί εκεί στα Εξάρχεια γνωρίζουν πως έχουν γίνει το τελευταίο τρεντ στον εναλλακτικό αστικό τουρισμό;
Βόλτα στα Εξάρχεια. Θα περπατήσετε σε όλους τους αποκλεισμένους δρόμους, θα δείτε από κοντά εποικοδομητικές συναντήσεις των εντόπιων αναρχικών με τις δυνάμεις καταστολής, θα μυρίσετε όλους τους καμένους κάδους, θα παρατηρήσετε την παραδοσιακή φορεσιά του μέσου έλληνα αντιεξουσιαστή, αν ο ξεναγός σας είναι χωμένος, θα μάθετε να φτιάχνετε μολότωφ και θα πάρετε και μία ενθύμιο για τη μακρινή σας χώρα.
Θα γεμίσουν τα Εξάρχεια airbnb και μαγαζάκια με σουβενίρ μινιατούρες κάδους και μολότωφ. Οι ντόπιοι στην αρχή θα βρίζουν τους τουρίστες και μετά θα τους βάζουν οικειοθελώς μέσα στις γιάφκες. Οι μπάτσοι θα ανησυχούν αλλά στο τέλος θα στήνουν Εξάρχεια by night με τους αναρχικούς, με σικέ συγκρούσεις και ψεύτικες φωτιές.
Να η ευκαιρία για την ανάπλαση της περιοχής, να, που παιδεύεστε τι θα γίνει με το άβατο και που θα πάει η κατάσταση. Φέρε τον Αυστραλό και τον Ινδό στα Εξάρχεια, να ησυχάσουν όλοι, μπάτσοι και αντιεξουσιαστές, και οι υπόλοιποι να πεθάνουμε από τα γέλια. Ορίστε, βρήκα τη λύση και το κενό στην αγορά.
Όλα εγώ θα τα σκέφτομαι πχια;


Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

Ο Γιάννης ο φονιάς.

Χτες τεμπέλιασα μέχρι θανάτου.
Θυμάστε που λέγαμε την άλλη φορά για τα ρεζολούσιον του νέου χρόνου; Ένα από αυτά ήταν πως θα ήθελα κάπως έτσι να διαμορφώσω τις μέρες μου: κάθε μέρα να κάνω κάτι χρήσιμο για τη δουλειά μου, κάτι καλό για το σώμα μου, κάτι δημιουργικό και κάτι που να ανατάσσει το πνεύμα μου. Μουαχαχαχαχα.
Ε, χτες, ήταν το ακριβώς αντίθετο. Δεν πειράζει, λέω στον εαυτό μου, εκείνο τον ξινό, λέτε να έχω μια τάση, έτσι, διπλού εαυτού, σχιζοφρένειας, διπολισμού σε ελαφρά μορφή, κάτι τέτοιο; Συχνά, μιλώ με τον εαυτό μου, τον αντιπαθώ και τον κατηγορώ, και ταυτόχρονα τον συμπονώ, τον αγαπώ και τον παρηγορώ. Τρελή; Καθόλου ορθή πολιτικά λέξη, αυτή έχω όμως, και αυτό είναι κι ένα άλλο θέμα, δηλαδή φτάνει πια μ’ αυτή τη δικτατορία των πολιτικά ορθών λέξεων, το ένα είναι προσβλητικό, το άλλο είναι αντικοινωνικό, το τρίτο είναι παρωχημένο, έλεος πια, ο Αριστοφάνης θαρρείτε δεν έβριζε στα έργα του, δεν έλεγε χοντρός, άσχημος, βάρβαρος, τσούλα, δεν ξέρω γω τι; Έλεγε, όλα τα έλεγε, κι άμα άκουγε περί πολιτικά ορθού, στα μούτρα μας θα γελούσε, το θέμα δεν είναι η λέξη που χρησιμοποιείς, όχι πάντα τουλάχιστον, είναι και το συμφραζόμενο, το ύφος σου, αυτό που κρύβεις πίσω από τη λέξη, η μενταλιτέ σου, που λέμε οι γαλλοτραφείς, η νοοτροπία σου, που όσο κι αν την κρύψεις πίσω από στρογγυλεμένους όρους και πολιτικά ορθές λέξεις, θα τη βγάλει τη λαδίλα και τη βρώμα της, σαν τη ζύμη από τα μελομακάρονα που αν βάλεις περισσότερο λάδι, θα ξεχυθεί στο ταψί.
Παναγία μου, πως έφτασα στα μελομακάρονα; Δεν ξέρω.
Εν πάση περιπτώσει, έλεγα το λοιπό ότι χτες τεμπέλιασα μέχρι αηδίας, οπότε σήμερα ήθελα να αναπληρώσω κι εκτός του ότι έχω βάλει μπρος και ανανεώνω κάτι παπούτσια, που κάθονταν άχρηστα, είπα να γράψω και κάτι να ξαλεγράρουμε, άκουγα λοιπόν αυτό το τραγούδι στο ραδιόφωνο, Ο Γιάννης ο φονιάς, το ξέρετε; Του Χατζιδάκι δεν είναι; Και οι στίχοι του Γκάτσου, καλά τα λέω; Δεν είμαι σίγουρη. Τέλος πάντων, το άκουγα, ο Γιάννης ο φονιάς, παιδί μιας Πατρινιάς κι ενός Μεσολογγίτη, και όπως κάθε φορά που το ακούω, αναρωτήθηκα αν κρύβεται κάποια ιστορία πίσω από αυτό το τραγούδι και ποια είναι αυτή.
Ο Γιάννης ο φονιάς, παιδί μιας Πατρινιάς κι ενός Μεσολογγίτη.
Μάνι μάνι, έχουμε εδώ το Γιάννη, που εξαρχής και δίχως καμία πολιτική ορθότητα, μας συστήνεται ως δολοφόνος, μαθαίνουμε και την καταγωγή του, που να μένει άραγε ο Γιάννης, στην Πάτρα; Ή σε κάνα χωριό εκεί κοντά στο Μεσολόγγι; Δεν τον αντιπαθούμε, όμως, καθόλου, μολονότι είναι φονιάς, έτσι δεν είναι;
Προχτές την Κυριακή, μετά τη φυλακή, επέρασ’ απ΄το σπίτι.
Δε θα μιλήσω για το στίχο, την ομηρική οικονομία και την άψογη ρίμα, ας παρακολουθούσατε στα Κείμενα στο σχολείο, αλλά για δες, ρε παιδί μου, την Κυριακή, μετά τη φυλακή, πως λέμε μετά την εκκλησία, τελείως φυσιολογικό, έτσι, μήπως η φυλακή δεν ήταν μόνο για τους κακούς και τους εγκληματίες αλλά καμιά φορά και για τους λεβέντες; Κι ο Γιάννης, με τι θάρρος και τι μούτρα πήγε στο σπίτι αυτό μόλις βγήκε από τη φυλακή; Μπας και ήταν φιλικό, γνωστό σπίτι, που είχε την οικειότητα.
Του βγάλαμε γλυκό, του βγάλαμε και μέντα, μα για το φονικό δεν είπαμε κουβέντα.
Αυτός που διηγείται είναι μέλος της οικογένειας, μιλάει στο πρώτο πληθυντικό. Τι ωραία και κανονική εικόνα, γλυκό και λικεράκι, σχεδόν το βλέπεις μπροστά σου το τυπικό ελληνικό σαλόνι, το μεγάλο τραπέζι, γύρω γύρω καθισμένοι όλοι, σίγουρα με τα καλά τους, κι επάνω στο τραπέζι το γλυκό και το λικέρ. Αλλά για τον ελέφαντα στο δωμάτιο, κουβέντα! Κι αυτή η λέξη. Φονικό. Καταπληκτική λέξη, δυνατή. Εξίσου τυπική ελληνική αντίδραση. Κάνουμε ότι δε συμβαίνει τίποτα. Τρώμε το γλυκό μας και γι’ αυτό που μας καίει όλους, για κάποιο λόγο που ο ποιητής δε μας λέει ή ίσως μας λέει, κουβέντα.
Μονάχα το Φροσί με δάκρυ θαλασσί στα μάτια τα μεγάλα, του φίλησε βουβά τα χέρια τα’ ακριβά και βγήκε από τη σάλα.
Όπα, εδώ ξεκινάει η δράση. Το ταμπλό βιβάν του σαλονιού ζωντάνεψε. Καλά, περιττό να σας πω ότι μέχρι να καταλάβω ότι λέει το Φροσί, είχα ακούσει διάφορα άσχετα, το δροσί (βρέχει, έλεγα), το κρασί(;;;;), διάφορα. Προφανώς, το Φροσί είναι μια κοπέλα, με γαλάζια μάτια, κλαμένη. Πως σε μια φράση ξέρουμε τόσα γι’ αυτή την κοπέλα, αυτή είναι η λογοτεχνία, αγαπημένοι μου. Είναι νέα, γι’ αυτό το όνομά της είναι ουδέτερο ακόμα, κορίτσι, το Φροσί, έχει γαλάζια μάτια, πιθανώς όμορφα, σίγουρα μεγάλα. Και κλαίει, όχι όμως δυνατά, με λυγμούς, κλαίει συγκρατημένα, σα να έχει πάρει την απόφασή της, ένα δάκρυ έχει στα μάτια, δε χτυπιέται, δεν οδύρεται. Γιατί κλαίει; Κάτι θα έχει να κάνει με το Γιάννη το φονιά. Τον αγαπά; Τον μισεί; Μπα. Τον αγαπά μάλλον, αφού του φίλησε τα χέρια, που είναι και ακριβά, πολύτιμα.
Μετά, έφυγε από τη σκηνή. Αποχωρεί. Κι αφήνει τους υπόλοιπους να αναρωτιούνται και να υποφέρουν.
Δεν μπόρεσε κανείς τον πόνο της ν’ αντέξει κι ούτε ένας συγγενής να πει δε βρήκε λέξη.
Κι άλλα στοιχεία για την ιστορία. Είναι πολλοί εκεί μαζεμένοι, διάφοροι συγγενείς, κι όλοι ξέρουν την ιστορία εκτός από εμάς. Πως ο ποιητής φτιάχνει ένα σύμπαν, ξεχωριστό, συμπαγές, κι εμείς το βλέπουμε μεν, αλλά δε μπορούμε να μπούμε, μόνο αντιλαμβανόμαστε τα συναισθήματα. Τόσο μεγάλος πόνος που δεν αντέχεται και κανείς δε μιλάει, τι να πούνε άλλωστε, στις μεγάλες τραγωδίες δε μπορείς να μιλήσεις.
Κι ο Γιάννης ο φονιάς, στην άκρη της γωνιάς, με του καημού τ’ αγκάθι, θυμήθηκε ξανά φεγγάρια μακρινά και τ’ όνειρο που εχάθη.
Και ξαναγυρίζουμε στον άλλο ήρωα της ιστορίας, το φονιά, που είναι τελείως απομονωμένος, όχι απλά στη γωνία, αλλά στην άκρη της γωνιάς, τέλεια απομόνωση, προφανώς ψυχική. Κι έχει κι ένα αγκάθι στην ψυχή, τι είναι αυτό το αγκάθι; Την αγαπά κι αυτός τη Φρόσω; Ε, μάλλον. Κι είχανε και κάτι όνειρα μαζί, που χάθηκαν, κοιτούσαν κάποτε το φεγγάρι μαζί. Ίσως τα είχε ξεχάσει κάποτε όλα αυτά ο Γιάννης, αλλά να που τώρα τα θυμήθηκε ξανά.
Ρε παιδιά, ταινία ολόκληρη φτιάχνεις απ’ αυτό το τραγούδι. Εγώ σκεφτόμουν πως αυτός σκότωσε κάποιον που της είχε κάνει κακό, σ’ αυτήν ή στην οικογένειά της. Τον σκότωσε γιατί την αγαπούσε, ίσως ήταν ήδη αρραβωνιασμένοι; Γι’ αυτό είναι ακριβά τα χέρια του. Μετά όμως μπήκε στη φυλακή, και όλα τέλειωσαν. Αυτή ίσως παντρεύτηκε κάποιον άλλον, πάντως μαζί δεν μπορούν να είναι, ακόμα και για κοινωνικούς λόγους. Του βγάλαμε γλυκό και μέντα του φονιά, δε θα τον κάνουμε και γαμπρό! Τον ευγνωμονούμε μεν που μας απάλλαξε από το σκοτωμένο, αλλά ως εκεί.
Αυτά σκεφτόμουν, κι έλεγα μα πως τα χώρεσε όλα σε δεκαπέντε γραμμές, εδώ εγώ έχω γράψει τρεις σελίδες. Είναι σα να βλέπεις θέατρο, αυτά τα βαριά, λιτά θεατρικά, που με μια καρέκλα κι ένα τραπέζι ξεδιπλώνουν ζωές. Κι η αυλαία πέφτει, με το φονιά σκυφτό στη γωνιά, να αναλογίζεται τα περασμένα, ίσως να αναρωτιέται, μήπως απλά έπρεπε να πάρει το Φροσί και να φύγουν.
Μετά από όλα αυτά, έψαξα λίγο στο ιντερνέτ και βρήκα ότι υπάρχουν διάφορες εκδοχές σχετικά με την ταυτότητα του φονιά. Η επικρατούσα, ή τουλάχιστον αυτή που βρήκα εγώ, αν εσείς ξέρετε κάτι άλλο, πείτε το, λέει πως ο Γιάννης πήρε πάνω του τη δολοφονία που έκανε ο αδερφός του. Το φονικό έγινε για λόγους τιμής, αλλά ο αδερφός είχε 4 παιδιά και ο Γιάννης πήρε την ευθύνη για να μη μείνουν ορφανά τα παιδιά. Μπήκε το λοιπό στη φυλακή, αλλά μετά δε μπορούσε απλά να συνεχίσει τη ζωή του, μολονότι προφανώς το Φροσί δεν θα είχε κανένα πρόβλημα, αλλά εξίσου προφανώς η κοινωνία της εποχής θα είχε πολλά προβλήματα και δεν τα έβαζες έτσι εύκολα με την κοινωνία εκείνης της εποχής.
Λοιπόν αυτά, με το Γιάννη το φονιά. Ξαλεγράραμε, έτσι; Με συμπαθάτε, αλλά θα έσκαγα αν δεν τα έλεγα, εντάξει, αυτό μου συμβαίνει συνήθως. Πάω να αποτελειώσω εκείνα τα παπούτσια.

Σας αγαπώ και μου λείπετε όλοι, κι εσείς και τα μωρά σας.

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Ρεζολούσιον.

Τέταρτη μέρα του καινούργιου χρόνου και τουλάχιστον έχω κρατήσει ένα ρεζολούσιον για το νέο έτος: πήγα για τρέξιμο. Τι καταναγκασμός κι αυτά τα ρεζολούσιον και οι στόχοι, δε με παρατάτε, βαριέμαι να έχω στόχους, γίνεται να ζω απλώς; Δε γίνεται, στο λέω εγώ, απαντά ο άλλος μου εαυτός, ψυχαναγκαστικός, καταναγκαστικός, ξινός και τυπολάτρης, και με σκουντάει το πρωί στις έξι, ξύπνα, μαρή, να πας να τρέξεις, έχεις δυο βδομάδες να τρέξεις, μου θες και μαραθώνιο, έφαγες τη μισή βασιλόπιτα μόνη σου και θα την ξανάτρωγες άνετα, ξύπνα, λέμε, πέρασε η ώρα! Και ξυπνάω η έρμη, έρμαιο του άλλου μου εαυτού και πάω και τρέχω γύρω γύρω στο γήπεδο, σαν το χαμστεράκι, φυσάω συννεφάκια από την ανάσα μου στον κρύο αέρα, νιώθω όλους τους μυς να κουνιούνται, να τεντώνονται, νιώθω το αίμα να κυλάει, τον ιδρώτα να τρέχει στην πλάτη και νιώθω ζωντανή και καταλαβαίνω γιατί σηκώνομαι αχάραγα να πάω να τρέξω. Γιατί έτσι νιώθω ζωντανή. Γιατί άμα δε βρεις έναν τρόπο να νιώθεις ζωντανός, τι νόημα έχει;
Λαϊκή απαίτηση με ξανάφερε εδώ, αγαπημένοι μου, να αντιμετωπίσω τη λευκή σελίδα και να αποδείξω πως δε λειτουργούν μόνο των ποδιών μου οι μυς, αλλά και των δαχτύλων. Ελπίζω το νέο έτος να σας έχει βρει καλά και οι ζωές σας να κυλούν αν μη τι άλλο, ανεκτά. Ε, που φτάσαμε, Παναγιά μου, να είναι ευχή το ανεκτά, ε, όχι, το λοιπό, ελπίζω οι ζωές σας να κυλούν εκστατικά ευτυχισμένες, που έλεγε κι εκείνη η άλλη, φίλοι μου.
Η δική μου ζωή κυλάει ως συνήθως: εντελώς ανώμαλα. Δε βαριέσαι. Πέτρα που κυλά ποτέ δε χορταριάζει. Προς το παρόν, περπατάω στην Αθήνα, μπαινοβγαίνω ορμητικά στο μετρό, μετράω τα χιλιόμετρά μου, μαλώνω με την Ούρσουλα και συνηθίζω το καινούργιο σπίτι.
Θα σας γράψω σήμερα για τα βιβλία που διάβασα τον περασμένο χρόνο, θα έλεγε κανείς ότι τα βιβλία είναι το μόνο που μας έχει απομείνει, αλλά όχι, έχουμε ακόμα πολλά να υπερασπιστούμε. Με περηφάνια μου βλέπω ότι διάβασα 41 βιβλία το χρόνο που μας πέρασε, καλά, μην τρελαίνεστε, είχα και 2 οχτάωρα στο καράβι και κάτι τρένα κλπ, άρα βγαίνει άνετα, μη νομίζετε. Δεν ξέρω ποιο να διαλέξω, θα βγάλω τρία κορυφαία, με πόνο ψυχής, τα υπόλοιπα θα κλαίνε.
Ε, λοιπόν, το καλύτερο βιβλίο που διάβασα φέτος νομίζω πως ήταν η Υποταγή, του Μισέλ Ουελμπέκ. Το βιβλίο μιλάει για ένα μέλλον ευρωπαϊκό, όπου η Γαλλία αποκτά νομίμως εκλεγμένο μουσουλμάνο πρόεδρο και ενώ όλα μένουν ίδια, όλα αλλάζουν, υπογείως, μαλακά, αβίαστα, ανύποπτα, αμείλικτα. Ο κεντρικός ήρωας, καθηγητής πανεπιστημίου, περιφέρεται ασκόπως στο Παρίσι, εν τω μέσω της γαλλικής διανόησης και της πνευματικής ελίτ, η οποία ωστόσο χάνει κάθε μάχη, πιεζόμενη από τη μουσουλμανική κοινότητα, με όλους τους συγκεκριμένους κανόνες. Στο τέλος, ο καθηγητής, σας λέω το τέλος, γιατί το θέμα δεν είναι τι γίνεται στο τέλος, παρά τι γίνεται στην κοινωνία και την ψυχή του ήρωα, στο τέλος, λοιπόν, αυτός υποκύπτει, γίνεται μουσουλμάνος, δέχεται τρεις συζύγους και κρατάει την έδρα του. Δε θέλω να με παρεξηγήσετε. Το βιβλίο, και αυτό είναι η τέχνη του συγγραφέα, δεν παίρνει θέση. Δε λέει, ήρθαν οι μουσουλμάνοι και τα διέλυσαν όλα, ούτε λέει ήρθε το Ισλάμ και μας έσωσε από τη ματαιότητα του κόσμου. Το βιβλίο απλά περιγράφει μια πιθανότητα, με μεγάλη αληθοφάνεια και ηρεμία και προσπαθεί να προβλέψει την αντίδραση της κοινωνίας. Εξαιρετικά ενδιαφέρον και τώρα ακόμα περισσότερο. Οπωσδήποτε να το διαβάσετε.
Ένα άλλο βιβλίο που διάβασα και με συγκλόνισε ήταν η Πατρική κληρονομιά, του Φίλιπ Ροθ. Αυτοβιογραφικό, μιλάει για την περίοδο της ασθένειας του πατέρα του συγγραφέα και τελικά για το θάνατό του. Συγγραφικά, το φοβερό είναι πως καταφέρνει να απομονώσει το γεγονός. Η αρρώστια κράτησε κοντά δυο χρόνια και φυσικά, μέσα σε αυτό το διάστημα πολλά άλλα συνέβησαν στη ζωή του Ροθ, αυτός όμως περιγράφει αποκλειστικά και μόνο την ασθένεια του μπαμπά του και τα συναισθήματα που του γεννούσε και τις αλλαγές που επέφερε. Αυτό δεν είναι και τόσο εύκολο, πόσες φορές μια απλή ιστορία διηγούμαστε και απεραντολογούμε, πόσω μάλλον όταν πρόκειται για ένα βιβλίο. Συναισθηματικά, εντάξει, ο τύπος μιλάει για το θάνατο του πατέρα του, υπάρχει καμία περίπτωση να μην ταυτιστείς, έστω κι αν δεν είσαι άντρας, Αμερικάνος, Εβραίος; Όχι. Δεν υπάρχει. Βιβλίο διαμάντι, υπόδειγμα συγγραφικής τέχνης, γλώσσα πραγματικά άψογη, κι έτσι αντιλαμβάνεσαι γιατί κάποιοι συγγραφείς θεωρούνται κορυφαίοι.
Και το τρίτο βιβλίο της χρονιάς, ω της έκπληξης, δεν είναι Χαρούκι. Είναι ένας Αφρικάνος, ο Τσιγκόζιε Ομπιόμα και Οι ψαράδες του. Μια αφρικανική οικογένεια υποφέρει μέχρι θανάτου, στην κυριολεξία, λόγω μιας ανόητης προφητείας που ξεστομίζει ο τρελός του χωριού. Τα αδέρφια σφάζονται αναμετάξυ τους και η οικογένεια, από την ευμάρεια, την όμορφη καθημερινότητα και την αγάπη, κυλιέται στη φτώχεια, την κοινωνική απαξίωση και το ανεξήγητο μίσος. Δεν ξέρω ποιο είναι ακριβώς το θέμα αυτού του βιβλίου, η δεισιδαιμονία, η αμορφωσιά, η ευπιστία της κλειστής χωριάτικης κοινωνίας, τόσο όμοιας με την ελληνική; Το πόσο εύθραυστες και απροστάτευτες είναι τελικά οι σχέσεις των ανθρώπων; Το τυχαίο που κυριαρχεί στις ζωές μας; Η ευκολία με την οποία αφηνόμαστε στο κακό; Ότι κι αν είναι, περιγράφεται πολύ ωραία, μέσα στη σκόνη και τη ζέστη του μικρού αφρικάνικου χωριού.
Για άλλη μια φορά, τα βιβλία με οδήγησαν εδώ. Ελπίζω φέτος να διαβάσω άλλα τόσα και να βρω πολλές ωραίες σελίδες να με συντροφέψουν στα τρεξίματά μου γύρω από το στάδιο. Ελπίζω κι εσείς, αγαπημένοι μου, να μη με έχετε ξεχάσει τελείως και να βρείτε κι εσείς ωραίες σελίδες στο βιβλίο σας.

Σας αγαπώ και μου λείπετε όλοι, κι εσείς και τα μωρά σας.