Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2011

Το φάντασμα στο αίθριο

Λοιπόν, γίνεται χαμός, έτσι; Στην Αθήνα έχει χαλάσει ο κόσμος, εδώ, όμως, όλα κυλούν γαλήνια, με τους τουρίστες να περνοδιαβαίνουν στα καντούνια και τους ντόπιους να λιώνουν στις παραλίες. Εγώ, από τη μεριά μου, λιώνω και δεν παλιώνω, πως γίνεται αυτό κι όλη η δουλειά πέφτει κάτι τέτοιες καλοκαιρινές μέρες, δεν το καταλαβαίνω. Παράλληλα, η Ρενάτα έχει πάθει μια υπερκόπωση ολκής με αποτέλεσμα να είναι όλη τη μέρα ξεραμένη στο κρεβάτι κι εγώ να την αντικαθιστώ στη μεσημεριανή δουλειά της.
Παράλληλα (περπατάμε παράλληλα), έλαβα επιστολή αγανακτισμένης αναγνώστριας με αίτημα επιμέλειας και δημοσίευσης, εξου (ξου ξου) και το μεσοβδομαδιάτικο. Επειδή, λοιπόν, είμαι πρώτον πονόψυχος και δεύτερον δεκτικός στο καινούργιο άνθρωπος, ορίστε η δημοσίευση.
«Μου τη σπάνε οι δειλοί άνθρωποι. Μου τη σπάνε που αφού σου έχουν σπάσει τα νεύρα, σου έχουν καταστρέψει τη ζωή, σε έχουν βάλει να κλαις σαν το βλάκα με τον Εσέλ τον Τούρκο που έχει άδικα φάει τα χρόνια του στη φυλακή, σου έχουν καταβαραθρώσει την αυτοεκτίμηση και σε έχουν κάνει να κοιτάς τον καθρέφτη και να φτύνεις (φτου σου, σκουλήκι), μετά είναι χαλαροί και άνετοι και υποκρίνονται όχι μόνο ότι δεν τρέχει κάστανο, αλλά κι ότι αν έτρεξε ποτέ, είναι αποκλειστικά δικό σου φταίξιμο, που δεν τους αγάπησες ποτέ, δεν τους κατάλαβες ποτέ κι είσαι κι εσύ σαν όλους τους άλλους, σκληρός και άπονος. Κι ας έχεις κάνει τα αδύνατα δυνατά εσύ κι ας έχεις καταπιεί περισσότερα κι από τον Ψινάκη κι ας έχεις ρίξει τα μούτρα σου εκεί που ούτε Έλληνας βουλευτής δεν έχει πέσει. Σφυρίζουν κλέφτικα και σε ψάχνουν ντεμέκ, από μακριά κι αδιάφορα, μόνο χτυπάνε τα κινητά αδιάκοπα και δεν έρχονται να σε βρουν και να σε κοιτάξουν στα μάτια κι ας μην πουν συγγνώμη, εντάξει, την πονάει τη γλώσσα η συγγνώμη, είναι κοφτερή λέξη και αμείλικτη, ας μην την πουν τη ρημάδα, ας σηκώσουν όμως τα μάτια να σε δουν, ότι υπάρχεις κι ότι τους αγαπάς ακόμα. Γιατί δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Γιατί, όταν λες ότι αγαπάς δεν μπορείς να το πάρεις πίσω ούτε μπορείς να πάρεις πίσω τα αγγίγματα και τις νύχτες. Άσε που δεν θέλεις κιόλας. Δε θέλεις, όμως, και να νιώθεις έτσι, ότι δεν αξίζεις μία κι ότι δεν αφήνεις κανένα σημάδι στον κόσμο και στους ανθρώπους. Μου τη σπάνε οι δειλοί, που δεν εξηγούνται, δε μιλάνε, μόνο κοιτάνε σαν κουτάβια και μετά κοιτάνε πέρα, και καλά σκεφτικά και βαρυσήμαντα, άσε μας, ρε φίλε, τι κοιτάς πέρα, τα βουνά; Εδώ είμαι, μπροστά σου, κι άμα δε θέλεις να είμαι στη ζωή σου, μη με παίρνεις τηλέφωνο και μη μου αφήνεις τραγούδια με νόημα και στίχους παραπονεμένους τυχαία ριγμένα στον κωλοτοίχο του κωλοfacebook. Άμα πάλι θέλεις να είμαι στη ζωή σου, έλα και πες το μου, ξέρεις που μένω, ξέρεις που και πότε θα με βρεις, πάρε βαθιά ανάσα και με το κεφάλι σου ψηλά και την ψυχή στα πόδια έλα να με βρεις, όπως ερχόμουν κι εγώ τόσες φορές και σου άφηνα τα γλυκά στο πόμολο της πόρτας. Μην είσαι δειλός, μη με απογοητεύεις έτσι, μην κρύβεσαι πίσω από τις αναπάντητες κλήσεις παντού και μη μου σπας τα νεύρα με τις τυχαίες εμφανίσεις σου, σαν το φάντασμα στο αίθριο».

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2011

Συναυλίες και άλλα ενοχικά.

Κάνει φρικτή ζέστη.
Το πρωί ξύπνησα από τη ζέστη, μούσκεμα στον ιδρώτα, κολυμπώντας στην υγρή και αποπνικτική ατμόσφαιρα του δωματίου και του νησιού. Το κακό ( ή και το καλό, κατά άλλους) με την Κέρκυρα είναι αυτό: μεταφέρεσαι στη ζώνη του Ισημερινού και στην εποχή των μουσώνων ταυτόχρονα, έχεις δύο σε ένα, και φρικτή ζέστη δίχως σταγόνα βροχής-πέσανε όλες το χειμώνα- και υγρασία που ιδρώνει τις τσάντες, λιώνει τα τσιγάρα μέσα στα πακέτα τους και κάνει τα μαλλιά σου σαν πεθαμένα μαρούλια. Τοιουτοτρόπως, η Κέρκυρα μεταμορφώνεται σε εξωτικό προορισμό, με δρόμους-τηγάνια και την κυματιστή ανταύγεια της ζέστης στον ορίζοντα, με παραλίες όπου μόνο όρθιος μπορείς να σταθείς και κατοικημένος από παραζαλισμένα και ημίγυμνα όντα που περιφέρονται στα καυτά καντούνια, σκουντρώντας το ένα πάνω στο άλλο καβουρντισμένα, καθοδηγούμενα από ανθεκτικούς και πολύξερους ξεναγούς (παρεμπιπτόντως, είναι η ιδέα μου ή οι διαφημίσεις με ξεναγούς έχουν αυξηθεί; Γίναμε επιτέλους της μοδός; ).
Και τώρα, αφού ξέρασα τη χολή μου και εξέφρασα το βαθύ μου παράπονο και το κρυφό μου μεράκι που εγώ δεν κάνω ξεναγήσεις, τώρα που τα μακαρόνια au gratin (διότι είμεθα και γλωσσομαθείς, βεβαίως βεβαίως), αντικαθιστώντας το αρχικό και ικανό να προκαλέσει αποπληξία παστίτσιο, έχουνε μπει στο φούρνο, τώρα που όλα τα τηλέφωνα έχουνε σταματήσει να χτυπάνε, διότι μεσημέριασε κι έχουν ξεραθεί όλοι στον ύπνο, τώρα είναι η ώρα να γράψω και να σας πω πως πέρασα χτες που πήγα για μπάνιο με την καινούργια μου φίλη και μετά σε μια συναυλία με τις παλιές.
Στο μπάνιο, με τη Δήμητρα, είδαμε τον ουρανό σφοντύλι από τη ζέστη και τη βρωμιά που είχε η θάλασσα, η οποία (η θάλασσα, όχι η βρωμιά) έμοιαζε με βούρκο, χάρη σε κάτι τερατόμορφα και βγαλμένα από ένα ζοφερό μέλλον ξενοδοχειακά συγκροτήματα, που είναι ο ευφημισμός για τα τσιμεντένια κουτιά με τα τσουρούτικα παραθυράκια που έχουν κατακλύσει την Κέρκυρα και την Ελλάδα. Επίσης, είδαμε ένα έργο σεξ. Όπου ένα ζευγάρι στη διπλανή ομπρέλα-πετσέτα είχε έρθει πιο κοντά από όσο επιτρέπουν τα χρηστά αλλά και τα άχρηστα ήθη, εν ολίγοις το είχαν παρακάνει, παιδιά μου, μη σας πω το είχαν κάνει σκέτο: τα χέρια ήταν εκεί που δεν έπρεπε ή θα έπρεπε, σε άλλη περίσταση, να είναι και μετά αυτός ξάπλωσε ανάσκελα κι αυτή μπρούμυτα, πράγμα που δεν θα ήταν πρόβλημα αν ήταν ο ένας δίπλα στον άλλον, έλα όμως που ήταν ο ένας πάνω στον άλλον. Και η προσομοίωση ξεκίνησε. Εγώ ξεράθηκα στα γέλια, κάτι τύποι από πίσω κόβανε εισιτήρια κι ένας νεαρός δίπλα ήρθε σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, αν εννοείτε τι εννοώ, και αναγκάστηκε να μπει στη θάλασσα και να χάσει τη συνέχεια-του τη διηγήθηκαν οι φίλοι του.
Μετά από αυτό, φύγαμε προς ένδειξη ευθιξίας, φάγαμε κάτι σουβλάκια κι εγώ πήγα στη συναυλία με τη Βίβιαν και τη Ρενάτα, η οποία συναυλία γινόταν σε ένα συμπαθέστατο μπαράκι, μόνο που δεν ξέραμε τι ώρα, οπότε πήγαμε έτσι, στην τύχη. Η τύχη μας χαμογέλασε: όταν φτάσαμε, η ώρα 10.45, κάνανε ακόμα το λεγόμενο sound check. Μωρέ, τι καλά που ήτανε τα παλιά τα χρόνια, που μάζευες εκεί 2-3 φίλους σου, έβρισκες κι έναν ενισχυτή και 2 ηχεία κι έκανες συναυλία, τώρα, όχι sound check, όχι μόνιτορ, όχι φώτα, έλα, παιδιά, ούτε η Βανδή! Φτάνουμε, λοιπόν, και πάμε να παρκάρουμε, όπου ο μέγας τελετάρχης του πάρκινγκ, ένας κυριούλης δηλαδή που κρατούσε και μια γκλίτσα για εκφοβισμό, με άγρυπνο μάτι μας παρακολουθούσε αν βάζαμε το αυτοκίνητο στη θέση που μας υπέδειξε με ένα φακό. Στη συνέχεια, και περιμένοντας να ξεκινήσει η συναυλία, πράγμα που αργούσε εκνευριστικά και χαρακτηριστικά, προσπαθούσαμε να καταλάβουμε ποιος τα είχε με ποιόν στη διπλανή παρέα, όπου όλοι φιλιόνταν και πιάνονταν με όλους, o tempora o mores, πάει, έχει αλλάξει πολύ ο κόσμος και παράλληλα η Ρενάτα προσπαθούσε να θυμηθεί το όνομα μιας από τις κοπέλες της παρέας, που ήταν περίεργο κι άρχιζε από Σα (Σαμάνθα; Σαβίνα;). Παράλληλα, ένας τύπος ήρθε δίπλα μου και σκαρφάλωσε πάνω στο μπαρ και καθόταν εκεί, με τα γόνατά του σε απόσταση αναπνοής από το σβέρκο μου, μετά ήρθε κι ένας άλλος και ο πρώτος του έκανε χώρο, με αποτέλεσμα να κοντεύει να με καβαλήσει και να αρχίσουμε να κάνουμε γύρους στο μπαρ σαν το τσίρκο Μεντράνο (Σάντακο; Σαμάρα;).
Κάποτε, βγαίνει το πρώτο συγκρότημα, που το λέγανε Ex-equipo και τραγουδούσε χιπ χοπ, που εμάς δε μας άρεσαν πολύ (Σαρακήνα; Σάντρα;), αλλά ένας φίλος μου τους λατρεύει. Εμείς, να σας πω την αλήθεια, πήγαμε στη συναυλία για να ακούσουμε το δεύτερο συγκρότημα, τους Melting Moment Band, όπου τραγουδάει μια κοπέλα με φανταστική φωνή, η Τέρη Βακιρτζόγλου, η οποία, να μου το θυμηθείτε, θα γίνει διάσημη (Σαλίνα; Σάρα;). Εν πάση περιπτώσει, βγήκανε κι αυτοί κάποια στιγμή, αλλά εμείς είχαμε βαρεθεί και νυστάξει και κρυώσει, οπότε φύγαμε, πήραμε κρυφά από το μέγα τελετάρχη το αυτοκίνητο και γυρίσαμε στην πόλη (Σακίρα; Σαριμίνα;).
Μετά από όλα αυτά τα ωραία, εγώ ένιωθα πολύ προνομιούχος άνθρωπος, που, εν μέσω καταστροφής, μνημονίων, μεσοπρόθεσμων, κα, πάω σε παραλίες και σε συναυλίες και έτσι κατάφερα να ξεπεράσω τη στενοχώρια μου για ένα μεγάλο, ψάθινο, φούξια καπέλο που είδα στο μαγαζί κάτω από το σπίτι μου, στο Abra Katabra, και που κάνει 34,60€ (οι λεπτομέρειες είναι για την περίπτωση που κάποιος ευγενικός, γενναιόδωρος και μεγαλόψυχος αναγνώστης θέλει να μου κάνει ένα δώρο σε αντάλλαγμα για τις ευχάριστες στιγμές που του χαρίζω), και ως προνομιούχος, λοιπόν, πάω να φάω τα μακαρόνια μου.

Σάββατο, 18 Ιουνίου 2011

Ο χρόνος αλλιώς.

Λοιπόν, έχω πειστεί πλέον για ένα πράγμα: το καλοκαίρι είναι για να κάθεσαι. Βέβαια, όπως είπαμε και με τη Ρενάτα χτες, κι ο χειμώνας είναι για να κάθεσαι, διότι κάνει κρύο και δε θέλεις να βγεις από το σπίτι, το φθινόπωρο επίσης είναι για να κάθεσαι, διότι έχεις μελαγχολία και δεν θέλεις να κάνεις τίποτα, αλλά και η άνοιξη είναι για να κάθεσαι, διότι σε μαυλίζουν οι μυρωδιές κι ο ήλιος. Μήπως είμαστε τεμπέλες;
Το καλοκαίρι, πάντως, είναι σίγουρα για να κάθεσαι, ειδικά σ’ αυτή την ευλογημένη χώρα που ζούμε. Είναι για να ξαπλώνεις στις παραλίες και να περπατάς κάτω από τον ήλιο, είναι για να κρεμάς στόρια στο παράθυρο και να χαζεύεις το μεσημεριανό φως να γίνεται λίγο πιο φιλικό, είναι για να κοιμάσαι τα απογεύματα και να πίνεις μπίρες τα βράδια.
Επίσης, φίλοι μου, το καλοκαίρι είναι για να πας στους Παξούς, όπου ο χρόνος δουλεύει αλλιώς: πριν τις 11 δε δουλεύει τίποτα και κανένας, οι άνθρωποι (όσοι υπάρχουν-εμείς μια φορά κάναμε 45 λεπτά να συναντήσουμε άνθρωπο) δε βιάζονται ποτέ κι αφήνουν τα μαγαζιά τους ανοιχτά κι έρημα και μόνο όταν πέσει ο ήλιος καταλαβαίνεις ότι δεν έχεις έρθει στην πόλη φάντασμα. Μπορείς να γυρίσεις όλο το νησί με τα πόδια αν είσαι τρελαμένος καβουρντισμένος Βρετανός με ορειβατικό μποτάκι και άσπρη μπλούζα στο κεφάλι ή με το αυτοκίνητο αν είσαι κλασικός Έλληνας με τάβλι στο πορτ μπαγκάζ και Χατζιδάκι στο ραδιόφωνο ( μπορείτε, φαντάζομαι, να μαντέψετε σε ποια κατηγορία ήμουν εγώ).
Στους Παξούς, ακόμα έχει πολλά γατιά, φιλικά και φωτογενή, έχει ένα μπαράκι για κάθε ζευγάρι και μια παραλία για κάθε καβουρντισμένο Άγγλο. Σε μία από αυτές τις παραλίες, η γράφουσα πάτησε ενθουσιωδώς έναν αχινό και μετά ψάχναμε τσιμπιδάκι για τα φρύδια (εγώ, τρομάρα μου, ήθελα να κάνω αποτοξίνωση από τα καλλυντικά και καλλωπιστικά είδη και για πρώτη φορά στην ενήλικη ζωή μου ταξίδεψα χωρίς τσιμπιδάκι φρυδιών κι ορίστε τα αποτελέσματα) για να βγάλουμε τα αγκάθια. Τα αγκάθια τελικά δεν τα βγάλαμε όλα, μερικά είναι ακόμα χωμένα στο τρυφερό πατουσάκι μου, λέτε να πάθω τίποτα;
Εκτός από το να πατάμε αχινούς, στους Παξούς κοιμόμασταν ατελείωτες ώρες και ΔΕΝ τρώγαμε γιατί μερικούς τους είχε πιάσει η μανία να κάνουν δίαιτα (μα δίαιτα στις διακοπές, είναι δυνατόν;) κι εγώ προσπαθούσα να φάω κρυφά η κακομοίρα, αλλά ακουγόταν η σακούλα με το ψωμί κι άκουγα ρομαντσίνες μετά (ρομαντσίνα είναι η κατσάδα στα κερκυραϊκά). Αλλά, κατάλαβες, έτσι πάει: στην αρχή, όταν σε γνωρίζουν, τι ωραία, σου λένε, που δεν είσαι σαν τις άλλες ξενέρωτες κοπέλες και τρως κανονικά, και μετά, σταμάτα, αγάπη μου, επιτέλους να τρως.
Και κουτσή και πεινασμένη, ωστόσο, πέρασα θαύμα στους Παξούς, ησύχασε το κεφάλι μου, δε φαντάζεστε πόση ησυχία έχει εκεί, ηρεμείς τελείως και μετά κατεβαίνεις στο λιμάνι της Κέρκυρας και σου φαίνεται ότι κατέβηκες στο κέντρο του κόσμου. Φαντάσου, τώρα, από τους Παξούς να πας κατευθείαν στον Πειραιά Τρίτη μεσημέρι στις 12. Παθαίνεις πολιτισμικό σοκ.
Επίσης, στους Παξούς είχε μόνο ξένους, Άγγλους κυρίως, αλλά και Ιταλούς, είχε πολλά κότερα, πολυτελή ή και όχι, επίσης αλλοδαπής εθνικότητος τα περισσότερα κι όλη αυτή η προσέλευση των ξένων είχε σαν αποτέλεσμα οι ταμπέλες ταβερνών, μαγαζιών, μπαρακίων, κλπ να είναι στα ξένα (φοβερή έκφραση; Αναρωτιέμαι αν υπάρχει κάτι ανάλογο σε κάποια άλλη γλώσσα). Σε μία ταμπέλα διαβάσαμε το εξής καταπληκτικό: Taverna Dodos, kreek dishes and miusik, τι να κατάλαβε, άραγε, ο δύστυχος Άγγλος από αυτό; Μία άλλη έγραφε: Taverna at the next beach, πως λέμε στο επόμενο τετράγωνο.
Τέλοσπαντων, μετά από όλα αυτά τα ωραία, κι αφού σκαρφαλώσαμε και σε κάτι κορφοβούνια με τις σαγιονάρες (αθάνατο υπόδημα) και τα μαγιό, με την κατάλληλη δηλαδή περιβολή για ορειβασία, επιστρέψαμε, κουτσοί και πεινασμένοι, αλλά τρισευτυχισμένοι και κατίμαυροι, στην πολύβουη Κέρκυρα, στην πεζή καθημερινότητα και στο διαδίκτυο, από το οποίο εκάναμε πλήρη αποτοξίνωση για τρεις ημέρες και κοντέψαμε να πάθουμε στερητικό σύνδρομο.
Πάντως, αν δεν έχετε πάει στους Παξούς, να πάτε ασυζητητί. Κι αν είστε λίγο πιο τυχεροί από μας και δε φυσάνε όλοι οι αέρηδες του Ιονίου ταυτόχρονα, να πάρετε καραβάκι και για τους Αντίπαξους, είναι, λέει, βγαλμένοι από το παραμύθι. Κι επίσης, δεν είναι δα και τόσο ακριβά, αν το ψάξεις εγκαίρως, μια χαρά φτηνά δωμάτια βρίσκεις, έχω κι εγώ να σας προτείνω, αυτό που μείναμε εμείς ήταν θαυμάσιο (μήπως να το γυρίσω το ιστολόγιο σε ταξιδιωτικό-περιηγητικό στυλ;).
Σας φιλώ.

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

Απογοήτευση-αγανάκτηση: 1-0

Πήγα κι εγώ στους αγανακτισμένους, οι οποίοι, πρέπει να ξέρετε, εδώ στην Κέρκυρα, έχουν μαζευτεί σε μια πολύ ειδυλλιακή κατά τα άλλα πλατεία, την πλατεία Δημαρχείου, όπου εκτός από αγανακτισμένους, έχει και ωραιότατα πλην πανάκριβα εστιατόρια, φούξια βουκαμβίλιες ολάνθιστες, καθώς και ένα φουντωτό δέντρο με λιλά λουλούδια, που το λένε τζακαράντα, όπως με πληροφόρησε η Ελένη, που σας έχω περιγράψει το κόλλημα που έχει φάει με τις ονομασίες των φυτών. Και μέσα σε όλα αυτά τα όμορφα έχουν κάτσει στα πεζούλια έξω από το Ντουόμο, τον καθολικό καθεδρικό της πόλης, όλοι οι αγανακτισμένοι και αγανακτούν κάθε βράδυ ανεξαιρέτως.
Απόψε, λοιπόν, πήγαμε κι εμείς, να ακούσουμε και να αφουγκραστούμε την αγανάκτηση. Αντ’ αυτού, ακούσαμε κάτι κοτσάνες που πιο μεγάλες δεν είχα ακούσει ούτε στις συνελεύσεις της Φιλοσοφικής, που, ως γνωστόν, είναι φυτώριο κοτσανολόγων. Επίσης, είδα το φίλο μου το Θανάση, που είχα πολύ καιρό να τον δω και χάρηκα (στις μικρές-αλλά και στις μεγάλες-πόλεις, είναι ωραίες οι διαδηλώσεις-συγκεντρώσεις-πορείες, βλέπεις όλους που έχεις καιρό να συναντήσεις) και, φυσικά, ρίξαμε πολύ γέλιο.
Εκεί που στεκόμασταν και σχολιάζαμε τα πάντα, με κίνδυνο της ζωής μας και της σωματικής μας ακεραιότητας, διότι ένας τύπος στο μικρόφωνο έλεγε πως ήξερε ποιοι είχανε σχολιάσει τα προηγούμενα λεγόμενά του και φαινόταν αρκετά θυμωμένος, οπότε αν τυχόν μας άκουγε, την είχαμε βάψει, εκεί, λοιπόν, αμέριμνες εμείς, έρχεται ένας άλλος τύπος και λέει στην Ελένη: «Ελισάβετ, κράτησες τα πρακτικά;». Η Ελένη, ανέκφραστη, τον κοιτάει, με σκοπό να καταλάβει αυτός ότι δεν πρόκειται για την Ελισάβετ. Μολαταύτα, αυτός επιμένει και της λέει «έλα, λοιπόν, που είναι;» και τότε η Ελένη του γκρεμίζει το όνειρο και του αποκαλύπτει την πικρή αλήθεια: «Δεν είμαι η Ελισάβετ», του λέει. Σοκαρισμένος αυτός απομακρύνεται, ψάχνοντας προφανώς την Ελισάβετ.
Στο μεταξύ, ο τύπος στο μικρόφωνο είχε αρχίσει να λέει κάτι περί άμεσης δημοκρατίας κι επειδή εμείς είχαμε και την πρακτικογράφο μαζί μας, δεν μπορούσαμε να φύγουμε, οπότε μείναμε να ακούσουμε. Κι έλεγε αυτός κάτι ασυναρτησίες (γιατί οι άνθρωποι λένε ασυναρτησίες; Ας μη μιλήσουν καθόλου καλύτερα), ότι δε γίνεται, λέει, άμεση δημοκρατία με πλειοψηφία, διότι η μειοψηφία θα είναι πάλι οι μαλάκες. Τι λε, ρε φίλε; Και που θα βρεις εσύ 500.000 να έχουν την ίδια γνώμη, για να μην έχεις απλώς πλειοψηφία, παρά ομοφωνία; Ούτε ο Περικλής δεν το κατάφερε αυτό, που, όσο να πεις, είχε και μια ρητορική ικανότητα παραπάνω από σένα. Κι ότι εδώ γεννήθηκε η δημοκρατία, εντάξει, η γνωστή καραμέλα, τα έχουμε πει αυτά κι απ’ όταν γεννήθηκε εδώ η δημοκρατία, περιμένει τη μετενσάρκωσή της μπας και γλιτώσει.
Εγώ έχω ήδη νευριάσει, όπως φαντάζεστε, διότι δεν αντέχω παρωχημένες δημοκρατιολογίες και η Ελένη με τη Βίβιαν λένε πως πρέπει να του πούμε να κρατάει το μικρόφωνο κολλημένο στο σαγόνι για να μη χαλάει η ροή του ήχου (αυτά είναι κόλπα ζόρικα που οι ξεναγοί τα ξέρουν) κι αυτός συνεχίζει τις βλακείες, διότι, φίλοι μου, το μικρόφωνο είναι αρρώστια κι επίσης έχει μια ειδική κόλλα στη λαβή, στην οποία κολλάει το χέρι και δε λέει να το αφήσει.
Στη συνέχεια, πήρε το λόγο μια κοπέλα, η οποία άρχισε εντόνως να εγκαλεί όλους, λέει, τους Κερκυραίους να κατεβούν στο δρόμο. Ποιους, μωρέ; Τους Κερκυραίους; Οι οποίοι, τώρα που άνοιξε ο καιρός, αφήνουν τις BMW στο σπίτι και κατεβαίνουν στο Λιστόν με τις μηχανές; Αυτούς; Ή τους άλλους, που χωρίς τη Louis Vuitton, δεν πάνε ούτε στο σουπερμάρκετ; Δε με ενοχλούν ούτε οι BMW ούτε οι Louis Vuitton, απλά δε γίνεται να περιμένεις να κατέβουν αυτοί και να αγανακτήσουν, διότι γιατί να αγανακτήσουν; Δεν τους φταίει και τίποτα.
Προφανώς, η κοπέλα ήτο Κερκυραία, διότι είχε έντονη την τοπική προφορά, οπότε κι εγώ ξεστόμισα ένα τοπικό σύνθημα που γράφεται εδώ στους τοίχους της πόλης και το λένε «θάνατος τσ’ αρχόντους» και γυρνάει, παιδιά μου, μία και με κοιτάει τόσο δολοφονικά που είπα θα μαρμαρώσω, εκεί δα που στεκόμουν. Γιατί, καλέ; Τι είπα; Μπορεί να ήταν αρχόντισσα αυτή και να παρεξηγήθηκε.
Στο τέλος, ξαναπήρε το μικρόφωνο ο πρώτος τύπος, ο οποίος με νευρίασε χειρότερα, διότι είπε πως ξέχασε να αναφέρει τις προτάσεις του και πως θα τις ανέφερε τώρα: ανάθεμα κι αν άκουσα μια πρόταση. Το μόνο που είπε ήταν πως «η μυρωδιά της ελπίδας μυρίζει βενζίνη». Γιατί, ρε παιδιά, γιατί; Πρώτον, εδώ δεν έχουμε βενζίνη για να πάμε ως το Σαρόκο, θα τη χαλάσουμε για να φτιάξουμε μολότοφ; Και δεύτερον, είναι δυνατόν να μιλάμε ακόμα με αυτούς τους όρους; Κανένας εκσυγχρονισμός; Καμία πορεία προς τα μπρος; Η βία είναι η μόνη λύση; Πόσο ξεπερασμένο και απογοητευτικό μου ακούστηκε. Σα να μην είχε περάσει μια μέρα από τότε που ήμουν 19 χρονών, πριν από 12 χρόνια.
Τίποτα δεν έχει αλλάξει; Οι άνθρωποι δε μαθαίνουμε από τα λάθη μας; Σε τι θα βοηθήσει και που ακριβώς θα οδηγήσει ένα ξέσπασμα βίας; Καλούσε αυτός κι έλεγε να γίνουμε επιθετικοί και δεν ξέρω ‘γω τι. Μα, η επιθετικότητα δεν οδηγεί πουθενά, σου προσφέρει ένα σύντομο ξέσπασμα και μια ανακούφιση της οργής και μετά πρέπει πάλι να μαζέψεις κάποια συντρίμμια. Κι ακόμα και τώρα, που τα συντρίμμια είναι εδώ, στις ζωές μας και στις ψυχές μας, εμείς, εκεί, κολλημένοι στην επιθετικότητα. Πολύ στενοχωρήθηκα και απογοητεύτηκα, δεν σας το κρύβω, πήρα το δρόμο για το σπίτι κι έκατσα να γράψω, να μου φύγει.
Όχι, βρε παιδιά, να συνεργαστούμε πρέπει και να συσπειρωθούμε, να έρθουμε κοντά, πως το λένε, να δώσουμε τα χέρια, αυτό κάνει ο κόσμος στις δύσκολες στιγμές, δεν πάει και να διαλύσει κι ο, τι έχει απομείνει όρθιο. Κι επίσης, να γελάμε και πότε πότε, ε; Αν γίνεται και συνέχεια.

Κυριακή, 5 Ιουνίου 2011

Το τέρας στη ντουλάπα

Χτες, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Κέρκυρας έκανα μια πολύ περίεργη ανακάλυψη: ένα βιβλίο του Στίβεν Κινγκ που δεν έχω διαβάσει ή μάλλον δύο βιβλία του Στίβεν Κινγκ που δεν έχω διαβάσει. Τα άδραξα, λοιπόν, σαν τη μέρα, και πανευτυχής γύρισα στο σπίτι μου κι έκτοτε δεν έχω σηκώσει κεφάλι, παρά μόνο τώρα, για να γράψω, διότι σκέφτηκα, φαντάσου κι ο Στίβεν Κινγκ να μη σήκωνε κεφάλι από τα διαβάσματά του, τι θα είχα εγώ να διαβάσω;
Παρεμπιπτόντως, λέτε ο Στίβεν Κινγκ να έχει μεταφραστεί στα ρώσικα; Νομίζω πως αυτός θα είναι ο μόνος τρόπος να μάθω ρώσικα. Σίγουρα θα έχει μεταφραστεί. Αν όχι, δεσμεύομαι ενώπιών σας να τον μεταφράσω εγώ. Διότι, φίλοι μου, εγώ έχω αληθινή μανία με τον Στίβεν Κινγκ. Ο Γιάννης λέει πως αυτό δείχνει τη σκοτεινή, παράξενη, τρομακτική και καλά κρυμμένη πλευρά μου, καθώς πως γίνεται μια γλυκύτατη δεσποινίς, με πουά φουστάνια και φιόγκους στα μαλλιά, που βάφει τα νύχια της ροζ και τα μάτια της πράσινα, όχι μόνο να διαβάζει, αλλά και να λατρεύει τις ιστορίες τρόμου; Εάν δε υπολογίσει κανείς πως οι μόνες ταινίες που βλέπω με πραγματική ευχαρίστηση είναι τα θρίλερ κι οι σπλατεριές, εύκολα φτάνει στο συμπέρασμα πως είμαι τουλάχιστον δισχιδής προσωπικότητα, για να μην πω τρελή. Πότε θα ξυπνήσει το τέρας μέσα μου και θα σας σφάξω όλους, δεν ξέρω, ίσως τώρα, που η Ρενάτα θέλει γλυκό, αλλά μαζοχιστικά δεν πάει να πάρει και κάθεται και γκρινιάζει σκούζοντας ότι θέλει γλυκό και τριγυρνάει γύρω μου σαν τη μύγα και λέει ότι οι διαιτολόγοι λένε ότι δεν πρέπει να τρώμε καθόλου γλυκά, δεν προσφέρουν τίποτα στον οργανισμό, αλλά αυτή θέλει γλυκό, δεν κάνει όμως, πως θα βγει με το τουτού στην παράσταση, αλλά αυτή θέλει γλυκό, θέλει, θέλει, θέλει.
ΠΗΓΑΙΝΕ ΠΑΡΕ ΤΟ BLOODY ΓΛΥΚΟ.
Και τώρα που ξανακρύφτηκε το τέρας στη ντουλάπα (στη δική μου, πάντως, σίγουρα δεν υπάρχει κανένα τέρας, εκεί μέσα δε χωράει ούτε σαμιαμίδι, όχι τέρας), θα συνεχίσω τη ζωή μου. Διότι, στα βιβλία του Στίβεν Κινγκ, αυτό ακριβώς είναι το θέμα: ο τρόμος και η φρίκη είναι κομμάτι της ζωής σου, δεν είναι κάτι εξαιρετικό, κάτι που συμβαίνει εκτός της πραγματικότητας, στα βιβλία του Στίβεν Κινγκ το κακό ξυπνάει μαζί σου και πίνετε μαζί καφέ και μετά συνεχίζεις τη ζωή σου. Και όλα μπορούν να συμβούν.
Εντάξει, δεν είναι και τα αριστουργήματα της λογοτεχνίας, αλλά τι ακριβώς είναι η λογοτεχνία; Η τέχνη του λόγου, σωστά; Να σε κρατάει κάποιος με τα λόγια του και να σε μεταφέρει στον κόσμο που περιγράφει, σωστά; Ε, εμένα ο Στίβεν Κινγκ με μεταφέρει απόλυτα. Να φανταστείτε, τώρα που διαβάζω τον Κούτζο, που είναι ένα σκυλί Αγίου Βερνάρδου που λυσσάει και τρώει 5-6, ακούω τη Ρενάτα να μιλάει και νομίζω ότι γρυλίζει. Ένα καλοκαίρι, στο εξοχικό, όπου ακόμα ήταν όλα καθαρά, κυκλοφορούσε στο σπίτι ένα άλλο βιβλίο του Στίβεν (είναι φιλαράκι μου τώρα πια), το Σάλεμς Λοτ, που έχει να κάνει με βρικόλακες, με αποτέλεσμα όλο το καλοκαίρι η αδελφή μου να με απειλεί ότι θα έρθει ο Ντάνι Γκλικ (ένα παιδάκι βρικολακάκι στο βιβλίο) να μου χτυπάει το τζάμι αν δεν πλύνω τα πιάτα κι εγώ, το ζώον, τα έπλενα: κλασική περίπτωση παιδικής εργασίας και εκμετάλλευσης.
Αλλά, εδώ πληρώνονται όλα, αγαπητοί μου, διότι η ίδια αδελφή απέκτησε τώρα τα δικά της παιδάκια, τα οποία είναι και δύο ταυτόχρονα, οπότε αντιλαμβάνεστε πως θα πληρώσει όλο της το χρέος, απ’ όλα τα καλοκαίρια, σε πιάτα και σε πάνες.
Οπότε, όπως βλέπετε, υπάρχουν παράλληλα σύμπαντα: σε ένα παράλληλο με του Στίβεν σύμπαν, ανίψια γεννιούνται εις διπλούν, πλατείες γεμίζουν με αγανακτισμένους, μπαρκάρουν οι βουλευτές, αλλά εγώ, ατάραχη και ζεν, ως συνήθως, πάω για τρέξιμο κάθε βράδυ και παρατηρώ τον κόσμο που αλλάζει.
Θα σας πω τώρα τι έγινε προχτές στο όμορφο νησί μας και θα σας αφήσω, γιατί έρχεται ο Dr Love (δηλαδή η Ελένη, που έχει όλες τις λύσεις στα αισθηματικά σας) και δε θα ησυχάσουμε.
Εκάμανε, λέει, ένα συνέδριο για τους μετανάστες εδώ, σε ένα ανάκτορο που στέκεται στην άκρη μιας πλατείας, όπου μετά το συνέδριο (ποιοι να συνεδριάσανε, άραγε, και σε τι να βοήθησε αυτό τους μετανάστες, ποιος να ξέρει) ήρθανε οι μπάντες όλες τση Κέρκυρας κι επαίζανε στην πλατεία με τα άσπρα τους και τα χρυσαφιά τους κι έπειτα είχε και απεριτίφ συνοδευόμενο από μπουφέ, στον οποίον πέσανε οι καμπιεγιότες (οι κάτοικοι δηλαδή του Καμπιέλο, της παλιάς πόλης της Κέρκυρας) ωσάν τα κοράκια στην εργατιά. Πρώτο φάουλ: γιατί, κύριέ μου, προκαλείς; Και παλάτι και μπουφέ και μπάντα; Όχι, προκαλείς. Και συνεχίζεις να προκαλείς, διότι μετά από όλες αυτές τσι παράτες, τους πήγανε τους βουλευτές για δείπνο, λέει, σε ένα ρεστοράν τρε σικ και ακριβό, στην ακροθαλασσιά. Δεύτερο φάουλ. Έλα, όμως, που για να βγουν μετά από το ρεστοράν οι βουλευτές, έπρεπε να περάσουν από τους αγανακτισμένους, που είχαν κάτσει απέξω και δεν κουνιόσαντε ρούπι. Για να γλιτώσουν, λοιπόν, το λιντσάρισμα οι βουλευταί, φωνάζουν το καΐκι που κάνει τη διαδρομή Κέρκυρα- Βίδο (ένα νησάκι στο έμπα της Κέρκυρας) να τους μαζέψει διά θαλάσσης. Τι να κάνεις που ο καϊκτσής κόντεψε να τους φουντάρει όλους μαζί ή ακόμα καλύτερα να πάει να τους αφήσει στο Βίδο κι ας κάναν αυτοί καλά μόνοι τους. Στο μεταξύ, οι αγανακτισμένοι τους πήρανε πρέφα ότι έστριβαν διά θαλάσσης κι άρχισαν να τους πετροβολάνε. Δύσκολοι καιροί για βουλευτές. Νομίζω πως τελικά γλιτώσανε, πάντως, εδώ στην Κέρκυρα, όλοι γελούσανε την άλλη μέρα και κάτι παππούδες το μεσημέρι στο σουπερμάρκετ λέγανε σε άψογα κερκυραϊκά ο ένας στον άλλον: ορέ Σπύρο, έμαθες, μάτια, που απαγορεύτηκε να πετάς πέτρες στσου βουλευτές; Μόνο γιαούρτια κι αυγά είπανε, Σπύρο!