Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012

Το παλιό μου παλτό.


Στο βιβλίο που διαβάζω τον τελευταίο καιρό, το «Γύρνα σπίτι άγγελέ μου» του Τόμας Γουλφ (άλλος ένας εκπρόσωπος αυτού του φοβερά παρεξηγημένου πράγματος που λέγεται αμερικανική λογοτεχνία), λέει κάπου πως η άνοιξη είναι η πιο ωραία και η πιο άπονη εποχή. Δεν είναι έτσι; Η άνοιξη έρχεται πάντα, θριαμβευτική και αδυσώπητη, ότι και να γίνεται μέσα σου και έξω σου, η άνοιξη έρχεται πάντα και δε τη νοιάζουν και πολλά, δεν τη νοιάζει αν έχεις λεφτά, εσύ και όλοι οι άλλοι, δεν τη νοιάζει αν ο φόβος έχει φωλιάσει στην ψυχή σου (τουλάχιστον ξεπλυμένη φράση, αλλά έχουμε πει πόσο λατρεύω τα κλισέ) και σίγουρα δε τη νοιάζει αν είσαι έτοιμος να τη δεις. Αυτή έρχεται και σου κατσικώνεται. Σου χώνει στη μούρη λουλούδια, μυρωδιές και χρώματα, σε πετάει με μια σπρωξιά στη μέση των ανθισμένων λειμώνων (μα, δε με αγαπάτε;) και σε πνίγει στα φιλιά.
Νομίζω ότι έχω πάθει υπερκόπωση ή κατάθλιψη ή και τα δύο μαζί, διότι δεν εξηγείται αλλιώς η κακοριζιά μου. Σίγουρα πάντως, έχω κάνει μόνιμη ζημιά στο δεξί μου χέρι από τα βαψίματα σκαρφαλωμένη στη σκάλα σαν κατσίκι (κι αυτή η σκάλα που έχουμε της λείπει το ένα ποδαράκι και πάει πέρα δώθε κι είναι πολύ τρομακτικό), αυτή η ανακαίνιση δεν τελειώνει άλλο, κάνεις μια δουλειά και σου βγαίνουν άλλες πεντακόσιες. Μια κολώνα στο χωλ τη βάψαμε 4 φορές, καθώς τις δύο πρώτες δεν πετύχαμε καθόλου το χρώμα, μας βγήκε ένα άθλιο φούξια, εντελώς δεύτερο. Μετά τη βάψαμε μαύρη, όπου ταίριαξε θαύμα, αλλά περίσσευαν φούξια σταγονίτσες γύρω γύρω κι ήταν σα να έχουμε σφάξει κανέναν και τρέξανε τα αίματα, οπότε έπρεπε πολύ προσεκτικά να ξαναβάψουμε τις σταγονίτσες, άι σιχτίρ πια.
Και δεν έχουμε παραγγείλει και τα έπιπλα, αυτό που το πάτε; Όπως μας είπε κι ένας φίλος του Γιάννη τις προάλλες, «καλά, δεν έχετε παραγγείλει ακόμα τα έπιπλα; Και πότε θα σας έρθουν; Εμάς άργησαν πολύ να μας τα φέρουν!» κι εγώ κόντεψα να πάθω αποπληξία, τι λε, ρε φίλε, ποια έπιπλα; Ρε, που ζει ο κόσμος; Σε ποια χώρα; Σε άλλη, πάντως, από αυτή που ζω εγώ. Εμείς, μια κουρτίνα θέλουμε να αγοράσουμε και το σκεφτόμαστε 2 μήνες τώρα, μέχρι που λέμε να βρούμε από το e-bay, κι υπάρχουν άνθρωποι που παραγγέλνουν έπιπλα που κάνουν 4 και 5 χιλιάδες ευρώ;  
Τρομακτικό. Ο ρεαλισμός έχει πάει περίπατο (μάλλον κοιτάει για ντουλάπια κουζίνας).
Όλοι λένε για τη φούσκα που έσκασε, αλλά όλοι συνεχίζουν να ζουν μέσα στη δική τους προσωπική φούσκα κι άμα κινδυνέψει κι αυτή να σκάσει, τότε ανατσουτσουρώνουν κι αρχίζουν να ωρύονται για τα δικαιώματά τους και τα επιδόματά τους, που απειλούνται και καταστρατηγούνται από τους σατανάδες και απρόσωπους πολιτικούς και, φυσικά, τους εξαποδώ ξένους, ώσπου όμως να κινδυνέψει η φούσκα του καθενός, όλα πάνε καλά και παραγγέλνουν τα ωραία τους έπιπλα.
Πολύ μου τη σπάει αυτό, να ξέρετε. Με εκνευρίζουν αυτοί που μέχρι να θιχτούν οι ίδιοι τους, νομίζουν ότι όλα αυτά συμβαίνουν μόνο στην τηλεόραση κι ότι καλά να πάθουν όλοι αυτοί που κλέβανε ως τώρα και τώρα πρέπει να δώσουν λόγο, αλλά όταν φτάνει η ώρα να δώσουν κι αυτοί λόγο, τότε όλα είναι άδικα και πρέπει να αντισταθούμε. Με εκνευρίζει που όλοι βγάζουμε την ουρά μας απέξω, λες και κανείς δε φταίει, παρά ένας κακός μάγος ζήλεψε τη χώρα μας και της έκανε μάγια και ήρθαν όλοι αυτοί οι κακοί και τη λυμαίνονται. Έλα, Παναγία μου, ζω σε μια χώρα σχιζοφρενών, που κανείς δε θυμάται τι έκανε και αν και πως επωφελήθηκε από την κατάσταση και το σύστημα, κανείς ποτέ δε θυμάται να χρησιμοποίησε το οικογενειακό βύσμα κι είναι όλοι υπεράνω υποψίας, αδιάφθοροι σαν τον Δικαστή Ντρεντ και εύθικτοι σαν τον Τσακ Νόρις.
Επίσης, με εκνευρίζει που όλοι κατηγορούν τους πολιτικούς (οι οποίοι είναι σαν τους καλικάντζαρους, απρόσωποι και συνεκδοχικά κακοί) και λένε πως πρέπει να εξαφανιστούν όλοι και να μπουν στη φυλακή, κι όμως, έτσι και κάνει κάνας καινούργιος να ξεμυτίσει και να πει κάτι, ρε παιδί μου, την ιδέα του, ξέρω γω, να φανεί καμιά φάτσα που δεν έχουμε ξαναδεί, η δυσπιστία υψώνεται σαν τσουνάμι. Δηλαδή, ρε παιδιά, συγγνώμη κιόλας, αλλά πως θα αλλάξει το πολιτικό κι οποιοδήποτε άλλο σκηνικό; Έτσι, από μόνο του; Δεν πρέπει να φανούν και μερικοί καινούργιοι; Αφού υποτίθεται πως οι παλιοί δε μας αρέσουν πια, έτσι δεν είναι;
Αν έχεις ένα παλτό, πολύ ωραίο, ζεστό, ανθεκτικό, κλπ, αλλά κάποια στιγμή το δεις ότι έχει λιώσει, δεν σε ζεσταίνει πια, κρέμεται σαν κουρέλι από πάνω σου, δε θα κοιτάξεις να βρεις ένα καινούργιο παλτό; Θα κάτσεις εκεί, με το παλιό, να κρυώνεις, να σιχαίνεσαι που το φοράς, επειδή δεν έχεις εμπιστοσύνη στα μαγαζιά; Συγγνώμη, αυτό δεν είναι κοτσάνα; Βγες μια βόλτα στα μαγαζιά, φίλε μου, κάνε μια έρευνα αγοράς, κάπου θα βρεις ένα ωραίο παλτό, διαφορετικό από το παλιό σου, ίσως λίγο πιο κοντό ή άλλο στιλ, αλλά πάντως θα είναι καινούργιο κι εσύ θα έχεις κάνει την προσπάθειά σου να αλλάξεις το παλτό.
Συμπέρασμα: καλύτερα να πάρεις ένα καινούργιο παλτό, παρά να παραγγείλεις έπιπλα (ως συνήθως, η παράνοια μας συντροφεύει). Τελικά, μάλλον θυμωμένη ήμουν, παρά καταθλιμμένη, τώρα που τα είπα, ηρέμησα.

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012

Η ζωή στο χωριό.

Επανειλημμένα έχω πει πως η αποκέντρωση είναι πολύ σημαντικό πράγμα για την αναβάθμιση της ποιότητας ζωής και τώρα που άρχισα με μια φράση-υπόδειγμα για πρόλογο έκθεσης ιδεών για τις Πανελλήνιες (ή Πανελλαδικές, ποτέ δεν κατάλαβα τη διαφορά και, σας παρακαλώ, μη βαλθείτε να μου την εξηγήσετε, ειλικρινά), μπορώ να επανέλθω στο χειμαρρώδη και περήφανα μακροπερίοδο λόγο μου (εξαιτίας του οποίου πήρα εξευτελιστικό για τριτοδεσμίτισσα βαθμό στην έκθεση στις προαναφερθείσες εξετάσεις) και να σας μιλήσω με παραστατικότητα για τη ζωή στο χωριό, η οποία τόσο έχει εκθειαστεί τον τελευταίο καιρό από διάφορους που λένε πως θα πάνε να καλλιεργήσουν πατάτες και άλλα εδώδιμα και αποικιακά.
Στο χωριό, ξυπνάς το πρωί και μυρίζεις την ομίχλη και χαίρεσαι. Όταν δεν έχει ομίχλη, βλέπεις τη φορτωμένη αμυγδαλιά και πάλι χαίρεσαι. Πριν φορτωθεί η αμυγδαλιά ανθάκια και χρειαστεί τίναγμα, ξύπναγες το πρωί κι έχωνες το πόδι ως το γόνατο στο χιόνι, στην αρχή σιχτίριζες, αλλά μετά έφτιαχνες ένα πιάνο από χιόνι και χαιρόσουνα για άλλη μια φορά.
Στο χωριό, ακούς την καρδιά σου που χτυπάει, γιατί δεν έχει αυτοκίνητα και η τηλεόραση είναι πολύ μακριά για να την ανοίξεις και να σε ταράξει και να σταματήσει η καρδιά σου να χτυπάει. Ακούς και το σκύλο να γαβγίζει στις αλεπούδες που πεινούν και κατεβαίνουν μέχρι κοντά στο σπίτι και αγριεύεσαι, όχι από τις αλεπούδες, αλλά επειδή σκέφτεσαι εσύ, άμα πεινάσεις, που κοντά θα κατέβεις; Ακούς και τα ροζ μπουμπούκια της μανόλιας να ξεμυτάνε, ακούς και τα αστεράκια να λαμπυρίζουν εκατοντάδες από πάνω σου κι είναι όμορφα, να κλαις (όπως βλέπετε, την ακούς γενικά)!
Στο χωριό, τρως τα μπρόκολα δίχως αλάτι και λεμόνι, γιατί είναι τόσο νόστιμα, τρως πορτοκαλί λωτούς από το δέντρο και ξέρεις γιατί οι σύντροφοι του Οδυσσέα τα ξέχασαν όλα, γενικά τρως του σκασμού και μετά πας να κόψεις ξύλα, να κλαδέψεις το φοίνικα και να σκαλίσεις το μπαξέ, για να διασκεδάσεις τις τύψεις, αλλά τζάμπα, διότι αυτές οι τύψεις είναι πολύ μουντρούχες και ξενέρωτες, δε διασκεδάζουν με τίποτα.
Στο χωριό, ρίχνεις το γέλιο της αρκούδας με το γείτονα που μάλωνε με την αλεπού διότι δεν του επέστρεφε την κότα που του είχε κλέψει (σοβαρά, πάντως, αυτό είναι γεγονός, μιλάμε, ο τύπος είχε πιάσει κουβέντα με την αλεπού, δως μου, ρε, της έλεγε, την κότα πίσω, κι αυτή τίποτα, εκεί, κρατούσε την κότα στο στόμα και δεν έφευγε κιόλας παρά καθόταν και τον κορόιδευε πίσω από το θάμνο, απαπά, ανάγωγη αλεπού) και με το Μένιο, τη γάτα, που χτυπάει τη μουσούδα του στο παράθυρο σα σπουργίτι, για να του ανοίξεις να μπει μέσα.
Στο χωριό, έρχεται και για επίσκεψη ένας ξάδελφος από τον Καναδά με το κορίτσι του κι υποχρεώνεσαι να μεταφράσεις ποντιακά ανέκδοτα στα αγγλικά (και όμως γίνεται) και να εξηγήσεις στον κ. Μάκη πως όχι, δεν τον είπε βουβάλα η γαλλιδούλα, απλά είπε “voila!” όταν είδε το σοκολατένιο γλυκό που σερβιριζόταν.
Και μετά από όλα αυτά, στο χωριό, κλείνεις τον υπολογιστή και τον απαρατάς εκεί να σκονίζεται και κατεβαίνεις στο υπόγειο-εργαστήριο-γραφείο-λέβητα-στούντιο να χορέψεις τάνγκο μέσα στην ερημιά με χάρι.

Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2012

Τα κορίτσια, φυσικά!


Δε φαντάζομαι να φανταστήκατε πως μπορεί να μην έγραφα σήμερα, αυτή την αγαπημένη μέρα-κλισέ όλου του κόσμου, τη Μέρα της Γυναίκας; Γενικά, τρελαίνομαι για τα κλισέ, σας το έχω πει, και ειδικά αυτές οι παγκόσμιες μέρες είναι φοβερές, Ημέρα της Γυναίκας, Ημέρα κατά της Δίαιτας (τέλειο; Και όμως, υπάρχει), Ημέρα Ψωρίασης (στο θεό σας), Ημέρα Τελωνείων (χαχα!), Ξεναγού, κλπ. Να, δείτε, εδώ τις βρήκα όλες κι είχα κάνα τέταρτο και γελούσα μόνη μου. Ρε, ο κόσμος δεν έχει τι να κάνει, στ’ αλήθεια, όμως, κάθεται και βγάζει παγκόσμιες ημέρες και μαζεύονται όλοι οι τρελαμένοι με τα τελωνεία πχ ή όλοι οι σέρφερ (διότι υπάρχει και τέτοια μέρα, βεβαίως) και χαίρονται, διαδηλώνουν, ανταλλάσσουν απόψεις κι άλλα τέτοια. Άμα σας λέω εγώ δεν έχουν τι να κάνουν. Βέβαια, κι εγώ, που έχω τι να κάνω, κάθομαι τώρα και χαζεύω τις παγκόσμιες ημέρες, αντί να διαβάσω ρώσικα, ας πούμε, ή να μάθω απ’ έξω τις αμοιβές των ξεναγών, τις οποίες για να υπολογίσεις πρέπει να έχεις βγάλει ΤΕΙ Λογιστικής και πάλι δεν είμαι σίγουρη αν θα τα καταφέρεις. Εν πάση περιπτώσει, επειδή τα έχετε βαρεθεί αυτά τα ρώσικα, το ξέρω, και λέτε, μωρέ, δε τα μαθαίνει πια, να ησυχάσουμε, το ξέρω (κι εγώ αυτό λέω, αλλά είναι διεστραμμένος λαός αυτοί οι Ρώσοι, μιλάμε, βασανίζονται, έχουν την πιο δύσκολη γλώσσα του κόσμου),ας πούμε δυο λόγια για τις γυναίκες, που είναι και η μέρα τους σήμερα.
Τι να πω, ρε παιδιά, οι γυναίκες-καταρχάς, καθόλου δε μ’ αρέσει να λέω οι γυναίκες, μου φαίνεται ότι ακούγεται σα να μιλάει τελειωμένη σαραντάρα μπαργούμαν, με νεσκαφέ και τσιγάρο, θα λέω τα κορίτσια-τα κορίτσια, λοιπόν, αντικειμενικά, αυταπόδεικτα και αδιαμφισβήτητα, έχουν πιο διευρυμένη αντίληψη από τα αγόρια.
Να, για παράδειγμα, τα χρώματα. Εγώ διακρίνω την καταφανή διαφορά ανάμεσα στο σομόν και στο λιλά, ο Γιάννης νόμιζε πως ήθελα να βάψω την κουζίνα ροζ της Μπάρμπι, επειδή δεν καταλαβαίνει την προαναφερθείσα διαφορά. Εγώ φταίω; Αφήστε που τα λέει όλα μοβ, όλα, όμως: μοβ είναι και το φούξια, μοβ είναι και το βυσσινί, μοβ είναι και το μελιντζανί, όλα μοβ. Και να σκεφτείτε πως είναι η βελτιωμένη έκδοση, καθότι καλλιτέχνης, που να ήταν κάνας οικονομικός αναλυτής ή κομπιουτεράς, μόνο το πράσινο και το κόκκινο θα ξεχώριζε.
Επίσης, τα κορίτσια ξέρουν πάντα πόσα ακριβώς λεφτά υπάρχουν στο πορτοφόλι, πόσα ψιλά στο τσεπάκι της τσάντας και πόσα (μέχρι σεντσίου) στην τράπεζα και έτσι μπορούν να υπολογίσουν πόσα τους μένουν για να πάρουν βερνίκι νυχιών αν πληρώσουν αυτόν το λογαριασμό ή αν τους παίρνει να τον αφήσουν για τον άλλο μήνα, προκειμένου, εκτός από το βερνίκι νυχιών, να πάρουν και γκρι oxford shoes, γιατί τα μπεζ δεν πάνε με την πουά φούστα. Θεές; Ένα αγόρι θα έλεγε απλά: τι είναι τα oxford shoes; Δείτε, πόσες πληροφορίες επεξεργάζεται ένα κορίτσι και πόσες ένα αγόρι.
Τα κορίτσια είναι ελαφρόμυαλα, οκ, αλλά μερικές φορές αυτό ακριβώς είναι που χρειάζεται, ήμαρτον με τη σοβαροφάνεια, θέλει λίγο και να (χαζο)γελάς, να βάφεις τα μάτια σου και τη ζωή σου με λίγο χρώμα, όποιο όνομα και αν του δώσεις. Και τώρα, που οι καιροί είναι δύσκολοι και γκρι, τα κορίτσια (κι οι γυναίκες), όπως σε όλους τους δύσκολους καιρούς, αλαφρώνουν τις ζωές των αγοριών και χρωματίζουν τους τοίχους. Διότι, μη νομίζετε, πάντα αυτό έκαναν: εκείνες τις ζωγραφιές στα σπήλαια-κατοικίες των προϊστορικών ανθρώπων, ποιος λέτε να τις σχεδίασε κι έτσι να άφησε ένα ίχνος μέσα στην αχλύ των αιώνων, αφού τ’ αγόρια ήταν έξω και κυνηγούσαν βουβάλια;

Σάββατο, 3 Μαρτίου 2012

Μπλακ μπλοκ.


Έχω χάσει την έμπνευσή μου. Έχω πάθει αυτό που αγγλιστί (ή μάλλον αμερικανιστί) το λένε writers block. Εντάξει, δεν ανησυχώ, το πάθαινε κι ο Στίβεν Κινγκ πότε πότε, και μετά ονειρευόταν τέρατα κι έγραφε τηλεφωνικούς καταλόγους. Απλά, δεν μπορώ να γράψω, δεν ξέρω και για τι να γράψω και περιπλανιέμαι άπραγη στους δρόμους του διαδικτύου, θαμπώνομαι από τις λαμπερές βιτρίνες, ζηλεύω και συλλογίζομαι, μετά διαβάζω το «Γύρνα σπίτι άγγελέ μου» του Τόμας Γουλφ που μου δάνεισε η Δώρα και που μου αρέσει πολύ, γιατί κι αυτός δε βάζει ποτέ καμία τελεία και χρησιμοποιεί πολλά επίθετα στη σειρά και λέω εντάξει, άσε μας τώρα που θα γράψω κι εγώ μετά τον Τόμας Γουλφ και μετά το Χαρούκι Μουρακάμι, να σηκωθεί η συγγραφή η ίδια να με βαρέσει.
Ωστόσο έχω να σας διηγηθώ τις περιπέτειές μου στη Θεσσαλονίκη αυτές τις μέρες, όπου περπάτησα όλο το κέντρο τουλάχιστον 3 φορές και μίλησα με ίσαμε 32 τουριστικά γραφεία και εννοείται γέλασα πάρα πολύ. Για άλλη μια φορά, με θράσος έμπαινα μέσα, με απίστευτο τουπέ καθόμουν αεράτη και σίγουρη (θυμάστε τον Τζόι στα Φιλαράκια; Im a strong, confident woman, έτσι κι εγώ, έλεγα από μέσα μου το μάντρα: είμαι ξεναγός, είμαι ξεναγός, είμαι ξεναγός) και μοίραζα κάρτες σαν φυλλάδια από ντελίβερι, αφού σε κάνα-δυο που δεν ήταν κανείς μέσα, τις πετούσα κάτω από την πόρτα. Αυτοί τώρα που ήταν μέσα στα γραφεία, με κοιτούσαν περίεργα, ειδικά όταν τους έλεγα ότι έφυγα από την Κέρκυρα και ήρθα στη Θεσσαλονίκη, λες και τους έλεγα ότι έφυγα από την Καραϊβική και ήρθα στο Αγρίνιο. Ένας, μάλιστα, μου είπε «να ξαναφύγετε, δεσποινίς, καλύτερα». Ένας άλλος μου είπε «α, είστε ξεναγός; Μπράβο, πολύ ωραία, αλλά εμείς κάνουμε μόνο Εβραίους», ότι οι Εβραίοι δηλαδή δεν έχουν δικαίωμα στην ξενάγηση προφανώς ή ότι, δεν ξέρω, βρίθουμε από εβραιόφωνους ξεναγούς πια σ’ αυτήν την πόλη.
Δουλειά; Τι δουλειά; Δουλειά στη Θεσσαλονίκη; Μπα, λάθος θα κάνατε. Πρέπει να ξέρετε πως η Θεσσαλονίκη μάλλον έχει μπει σε διεθνείς οδηγίες, από αυτές που εκδίδουν χώρες όπως οι ΗΠΑ ή η Μεγάλη Βρετανία, προκειμένου να μην επισκέπτονται οι κάτοικοί τους επικίνδυνα σημεία του πλανήτη. Αφού εγώ απορώ πως δεν έχει μπει η πόλη σε κανονική καραντίνα. Μήπως όντως να ξαναφύγω; Μπα, θα εμμείνω στην ουτοπία μου, η οποία υποστηρίζει ότι ακόμα έρχονται τουρίστες στη Θεσσαλονίκη κι άλλωστε, δε γεννηθήκαμε για τα εύκολα, τι διάτανο!
Παράλληλα, μαζευόμαστε καμιά φορά στης Δώρας και τρώμε σατανικούς λουκουμάδες: η Δώρα κάνει δίαιτα και μας ανάγκασε να φάμε εμείς όλους τους σοκολατένιους λουκουμάδες, με τους οποίους κοντέψαμε να πνιγούμε, διότι η Βάσια μας ενημέρωσε πως, σύμφωνα με την έγκριτη γνώμη μιας διεθνούς κύρους μουσικής ανθρωπολόγου που κατοικεί σεμνά στη Λαμία, οι Θεσσαλονικείς ακούνε τρανς κι η Όλγα επιτέλους έλυσε την απορία που είχε, μα γιατί κάθε Σάββατο πρωί ακούγεται στη Σταυρούπολη από κάθε μπαλκόνι τρανς. Γι’ αυτό: διότι οι Θεσσαλονικείς ακούνε τρανς. Δε φαντάζομαι να είστε Θεσσαλονικιός και να έχετε αντίθετη άποψη.
Γενικά, η Θεσσαλονίκη είναι μια παράξενη πόλη και πολύ καλά έκανα που ήρθα εδώ (η Κέρκυρα είναι μια πανέμορφη πόλη, αλλά διόλου παράξενη, ας το παραδεχτούμε-για την Κατερίνη θα σας πω άλλη φορά). Εδώ, οι άνθρωποι είναι σκυθρωποί και φοβισμένοι μερικές φορές κι εγώ είχα την εντύπωση πως έχουν αυξηθεί και οι άστεγοι-ζητιάνοι-πεινασμένοι, αλλά η Δώρα κι η Βάσια με διαψεύδουν και θεωρούν πως πάντα τόσοι ήταν. Επίσης, σ’ αυτή την πόλη έχει παντού ωραία τυροπιτάδικα και μεγάλες αντιθέσεις, κυρίες με γούνες περπατάνε δίπλα σε μεθυσμένους, βρώμικους ανθρώπους, κομμάτια από χαρτόκουτα που γράφουν «πιναο» στροβιλίζονται έξω από τα Ζάρα κι η πλατεία Αριστοτέλους έχει γεμίσει από καφετέριες που έχουν happy hours από τις 9 το πρωί μέχρι τις 9 το βράδυ με 1 ευρώ τον καφέ.
Κι εγώ χτυπάω με τις μαύρες μπότες μου τα πεζοδρόμια και στέκομαι στα φανάρια χαζεύοντας τους διπλανούς μου, αναρωτιέμαι αν έκανα καλά κι αν μπορούσα να κάνω αλλιώς, μπαινοβγαίνω στις πολυκατοικίες της Τσιμισκή και στις γυάλινες πόρτες της Μητροπόλεως και αγοράζω βιβλία με 3 ευρώ από την Πρωτοπορία. Κάτι είναι κι αυτό, δεν είναι;