Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

Τσουνάμι.

Την είχα ξαναδεί αυτή την εικόνα. Μάρτυς μου ο θεός, κάπου την είχα ξαναδεί, στον ύπνο μου, στον ξύπνιο μου, στο σινεμά, δεν ξέρω.
Αλλά ήταν εκεί, στην αποθήκη της μνήμης μου. Μια κοπέλα στεκόταν ακουμπισμένη στο πεζούλι, ελαφρά είχε σκύψει μπροστά, χαλαρωμένη. Προφανώς ακουμπούσε το σαγόνι της στα χέρια της, οι αγκώνες ρουφούσαν τη ζεστασιά της πέτρας, η μέση είχε αφεθεί. Τα μαλλιά της, μαύρα και γυαλιστερά, κοράκια πετούσαν στον αέρα. Κοιτούσε την καλντέρα. Όπως εκατομμύρια άνθρωποι, ήταν απορροφημένη εκεί, σ’ αυτό το μπλε και σ’ εκείνα τα νησιά που μαυρολογάνε. Το κεφάλι της είχε γυρίσει λίγο προς τα δεξιά, γιατί προς τα εκεί έπεφτε ο ήλιος κι έβλεπα μια ιδέα από την κατατομή του θαύματος.
Αυτή η μύτη ήταν αξέχαστη, αυτά τα μαλλιά κι αυτή η φιγούρα. Προς στιγμήν, πάγωσα λίγο, γιατί μου πέρασε από το μυαλό πως ήταν μια κοπέλα από το παρελθόν ενός φίλου, αλλά γρήγορα γέλασα με τον εαυτό μου, διότι η κοπέλα εκείνη είχε χαθεί εδώ και αιώνες (συναισθηματικούς) στον ωκεανό που παρέσυρε τη ζωή εκείνου του φίλου μου.
Γύρισα και μπήκα στη ρεσεψιόν, χτυπούσε το τηλέφωνο, Σεπτέμβρη μήνα στην πιο διάσημη βραχονησίδα του κόσμου δεν αγνοείς το τηλέφωνο. Το σήκωσα και ετοιμάστηκα να ακούσω πάλι κάποια από τις εξωφρενικές απαιτήσεις των Ινδών της δεύτερης σουίτας, αυτοί οι άνθρωποι πραγματικά πίστευαν ή πως τους ανήκει ο κόσμος ή πως ήμουν παντοδύναμος. Δεν είχα ακόμα αποφασίσει τι από τα δύο συνέβαινε.
Ολόκληρη την υπόλοιπη μέρα την πέρασα καρφωμένος στην καρέκλα του παλιού μου αφεντικού, απαντώντας σε τηλεφωνήματα και μοιράζοντας πληροφορίες και εξυπηρετήσεις. Ξέχασα την εικόνα που είχα δει το πρωί, λίγο μόνο αναρωτήθηκα αν η κοπέλα έμενε στο ξενοδοχείο μας, αλλά δεν την ξαναείδα και, μέσα στον ορυμαγδό της μέρας, έφυγε πάλι από τη μνήμη μου.
Γενικώς, τα τελευταία 4 χρόνια, από τη στιγμή που ο κύριος Κώστας αποσύρθηκε και άφησε το ξενοδοχείο ολοκληρωτικά στα χέρια μου, σχεδόν τα πάντα φεύγουν από τη μνήμη μου, είναι τόσο απαιτητική αυτή η δουλειά, που δε σου μένει χρόνος όχι να σκεφτείς, ούτε να κοιτάξεις την καλντέρα, καμιά φορά λέω θα γυρίσω το κεφάλι μου, θα έχει ξεφυτρώσει κάνα καινούργιο νησί κι εγώ χαμπάρι δε θα έχω πάρει.
Και τώρα δηλαδή, που κάθομαι εδώ και αναπολώ όλα αυτά, καταχρώμαι την υπομονή της νύχτας, κανονικά πρέπει να πάω να πέσω, αλλά, όχι, εγώ κάθομαι ξύπνιος, πτώμα, έχω σβήσει τα φώτα, μη με δει κανένας πελάτης και του έρθει να με ρωτήσει αν θα έχει ηλιοβασίλεμα αύριο, και σκέφτομαι την εικόνα αυτή που είδα το πρωί, σκέφτομαι τη ζωή μου και τη ζωή του φίλου μου και φοβάμαι πως άλλο ένα κύμα έρχεται και που θα μας πάει.

Ξέρετε, όταν ζεις στη Σαντορίνη, σκέφτεσαι συχνά τα κύματα και τις εκρήξεις. 

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

Το βιβλίο των ηρώων του τρόμου (όχι, όχι, το τραγούδι το λέει).

Ποιος να ξέρει πόσοι έχετε απομείνει εδώ, εγώ πάντως εξαφανίστηκα, η σεζό στη Σαντορίνη είναι βαριά καλογερική, κι ειδικά φέτος όλοι περνάμε δύσκολα, κόσμο δεν έχει, ζέστη έχει, γκρίνια έχει, δεν ξέρω που θα μας βγάλει αυτό το πράμα, πιθανότατα πουθενά. Ο Λευτέρης, ο οδηγός μου, περνάμε δίπλα από την καλντέρα και λέει, σκάσε, ευλογημένο, σκάσε, απευθυνόμενος στο ηφαίστειο, να καθαρίσει ο τόπος, όλοι οι μαστούρηδοι, συνεχίζει, εδώ έχουν μαζευτεί. Δεν έχει και τελείως άδικο, να τα λέμε κι αυτά. Πριν σας πω γιατί εμφανίστηκα σαν το δράκουλα, μέσα από τα ερέβη της λήθης και την αχλή του παρελθόντος (το ‘χω ακόμα όμως, ακόμα το ‘χω, έτσι), θα μεταφέρω εδώ μια παρατήρηση για το νησί των αιώνιων διακοπών: όντως, υπάρχει μια αύξηση, ανησυχητική ή όχι, δεν είμαι εγώ αυτή που θα το κρίνω αυτό, αναρχοαυτόνομων στο νησί, ράστα, μπίρκενστοκ, μπακ πακ, σαλβάρια και όχι-σουτιέν έρχονται να αντιπαρατεθούν ως αντίπαλο δέος στα μούσια, τα τατουάζ, τα μούσκουλα και τα γυαλιστερά στήθη. Ο λαός ανυπεράσπιστος παρακολουθεί την προαιώνια μάχη ανάμεσα στους γυαλιστερούς και τους αναρχοαυτόνομους, ενώ ο χειμώνας έρχεται, ακόμα και στη Σαντορίνη, και οι Nightwalkers αναδύονται από το Two Brothers και το Highlander.
Μετά από το γνωστό παραλήρημα, λοιπόν, εδώ, κοιτάξτε να δείτε τώρα τι γίνεται. Γενικώς, από τη ζωή είμαι όχι ακριβώς απογοητευμένη, αλλά κάτι μου φταίει, κάτι μου λείπει, κάτι μου τη σπάει, κάτι. Αποφάσισα, για να βρω κάποιο νόημα στη ζωή, που φυσικά δεν έχει, κανένα απολύτως, αλλά όλοι υποκρινόμαστε ότι έχει, να γράψω ένα βιβλίο. Ο μοναδικός τρόπος να κρατήσω την απόφασή μου και να γράψω το βιβλίο, κάτι που πάντα ήθελα και που ήθελε κι ο υπόλοιπος κόσμος, απλά δεν το ξέρει ακόμα, είναι να εκτεθώ. Σε γενικές γραμμές, όταν εκτίθεσαι, μετά πρέπει να κάνεις αυτό που είπες ότι θα κάνεις, να, δείτε για παράδειγμα, την Αγγλία, μου πες θα φύγω χτες το βράδυ ξαφνικά, απλώς κουράστηκα, δε φταίω για όλα αυτά, και τώρα να τα κλάματα μες στο ευρωκοινοβούλιο, όχι, μανταμίτσα, μου πες θα φύγω και θα φύγεις, εξετέθης, τέλος. Έτσι κι εγώ, εδώ σας το λέω, θα γράψω το βιβλίο, βασικά, εδώ λέω να το γράφω σιγά σιγά, να σας λέω την ιστορία, κι αν κάτι δε σας αρέσει, να μου το λέτε, να το συζητάμε, κάνουμε κι ένα δημοψήφισμα, πολιτισμένοι άνθρωποι είμαστε. Κι άμα τεμπελιάζω, να μου φωνάζετε.
Έτσι λέω να ξεκινήσω το βιβλίο μου, κι αν θέλετε να το διαβάζετε όσο γεννιέται, εδώ, καλώς, αν βαριέστε, θα το δεχτώ, αλλά εγώ πάντως θα το γράψω, τι να σας πω, δε γνωρίζω αν θα εκδοθεί ποτέ, για να δούμε, είμαι κι εγώ περίεργη, αλλά η ιστορία είναι εδώ, κάμποση μες στο μυαλό μου και αρκετή σε ένα σημειωματάριο Moleskine, απ’ αυτά που έγραφε ο Χέμινγουεϊ, μου το χάρισε η Μαρίνα τα Χριστούγεννα και είπα να το χρησιμοποιήσω έτσι. Κι όταν η ιστορία είναι εδώ, θα έρθουν και τα υπόλοιπα σιγά σιγά.

Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε, κι εσείς και τα μωρά σας.

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2016

Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα βάγια.

Σήμερα, η ανιψιά μου, που είναι πια 4 χρονών, το χρυσούλι μου, θα βγει να τραγουδήσει το Λάζαρο.
Το είχατε εσείς αυτό το έθιμο στα μέρη σας;
Στη Λαμία ήταν πολύ πολύ σημαντικό. Την Παρασκευή πριν το Σάββατο του Λαζάρου, τα κοριτσάκια κάθε ηλικίας, μέχρι και τα 14-15 περίπου, μετά μεγαλώσαμε, θελήσαμε να βάλουμε κραγιόν και να πάρουμε τσάντα, που έλεγε κι η μαμά της Στέλλας, βγαίνανε στους δρόμους, κρατώντας ένα ψάθινο καλαθάκι στολισμένο με βιολέτες και λουλούδια γενικώς και πηγαίνανε από σπίτι σε σπίτι, σε γνωστούς και φίλους, αλλά και σε άγνωστα σπίτια, και τραγουδούσαν το τραγούδι του Λαζάρου.
Έψαξα να το βρω, αλλά το μόνο που βρίσκω είναι ένα άσχετο τραγουδάκι.
Αυτό που λέγαμε εμείς στη Λαμία, δε μπορώ, ευτυχώς για όλους σας, να το τραγουδήσω, αλλά οι στίχοι έλεγαν:
Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα βάγια,
ήρθαν κι άγρυπνες οι κορασίδες,
κορασίδες μου, σταυροσταθείτε
για ν’ ακούσετε Λαζάρου πάθη.
Που ‘σαι, Λάζαρε, που ‘σαι, αδελφέ μου,
που ‘σαι, τρίκλωνε βασιλικέ μου;
Μέρες τέσσερις ήμουν στον Άδη,
μέσα στο βαθύ, βαθύ σκοτάδι,
να ‘μουν λεμονιά, να ‘μουν λεμόνι,
να με φύτευαν σε περιβόλι,
να με πότιζαν λίγο νεράκι,
που ‘ν’ το στόμα μου σαν το βαμβάκι.
Ίσως να έχει κι άλλους στίχους και να μην τους ξέρω ή να μην τους θυμάμαι.
Το καλαθάκι μας το στόλιζε η μαμά από το προηγούμενο βράδυ κι ακόμα θυμάμαι τη μυρωδιά και τη δροσεράδα των λουλουδιών που έφερνε η μαμά μου το μεσημέρι και τα έβγαζε στο μπαλκόνι, μέσα σε μια λεκάνη με νερό, για να τα περάσουμε αργότερα ένα ένα σε κλωστή και να τα τυλίξουμε γύρω στο καλάθι. Το καλαθάκι μου έμενε έξω όλη τη νύχτα και το πρωί ήταν δροσερό και φρέσκο, μυρωδάτο και χρωματιστό.
Σχολείο δεν πήγαινε κανένα κορίτσι εκείνη τη μέρα! Φορούσα τα καλά μου, φορτωνόμουν το καλάθι και πήγαινα. Στα σπίτια που τραγουδούσαμε, μας κερνούσαν, κουλούρια πασχαλινά, αυγά, τσουρέκια, γλυκά, λεφτά πιο σπάνια τω καιρώ εκείνω.
Δεν είχα πιο μεγάλη χαρά το Πάσχα. Λάτρευα τα λουλούδια, τα ρούχα μου, το τραγούδι, τα γλυκά. Νομίζω πως κατά βάθος γιόρταζα την άνοιξη και τη ζωή και την παδικότητά μου, είναι από αυτά τα πράγματα που κάνεις με μεγάλη σοβαρότητα, χωρίς να το καταλαβαίνεις εκείνη τη στιγμή και που μετά αποτελούν μικρά μικρά τουβλάκια πραγματικότητας, μέσα στον ορυμαγδό.
Μου έστειλε χτες η αδερφή μου τη φωτογραφία από το καλάθι της Εμμανουέλλας και τα θυμήθηκα όλα αυτά κι είπα να σας τα πω, γι’ αυτό και το μικρό μάθημα λαογραφίας. Εδώ στη βραχονησίδα, όπου το παρελθόν και την παράδοση τα έχουν καταπιεί ανεπιστρεπτί τα ξενοδοχεία της καλντέρας, αυτή η φωτογραφία ήταν όαση.
Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε, κι εσείς και τα μωρά σας.


Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

Ξεναγός σημαίνει φως, αλήθεια, μην κοροϊδεύετε, ρε.

Σήμερα είναι η Παγκόσμια Ημέρα Ξεναγού, 21 Φεβρουαρίου, και γιατί οι ξεναγοί να μην έχουν μια παγκόσμια ημέρα, εδώ ο πάσα πικραμένος σ’ αυτόν τον κόσμο έχει παγκόσμια ημέρα, οι ξεναγοί θα μείνουν άνευ, βέβαια, σοφά τοποθετημένη μέσα στο χρόνο η Παγκόσμια Ημέρα Ξεναγού, μέσα στο Φλεβάρη, τον πιο νεκρό μήνα από άποψη δουλειάς, απλά δεν κάνεις τίποτα, ξεναγός σίγουρα το σκέφτηκε αυτό. Αδύνατον να εορταστεί άλλη στιγμή του χρόνου, Μάιο, ας πούμε ή έστω Οκτώβριο, τον Οκτώβριο έχει Γάλλους, μόνο μία ξεναγός που ξέρω, ανώμαλη, παντρεύεται Σεπτέμβριο και βαφτίζει το παιδί της Ιούνιο, μέσα στη σεζόν, να μη μπορεί κανείς να πάει, όλοι οι υπόλοιποι τα κάνουν αυτά το χειμώνα. Έτσι και η Παγκόσμια Ημέρα Ξεναγού, χειμωνιάτικη.
Πρέπει να ξέρετε πως είχα ήδη γράψει δύο κείμενα, για να μη λέτε ότι δε γράφω, αλλά δε μπορούσα να αφήσω την Παγκόσμια Ημέρα Ξεναγού ασχολίαστη.
Με την ευκαιρία αυτή, το λοιπό, θα σας μιλήσω λίγο γι’ αυτό το επάγγελμα, διότι πολλοί νομίζουν, για αρχή, πως δεν είναι επάγγελμα. Εγώ όταν λέω πως είμαι ξεναγός, τις σπάνιες φορές που δεν περιτριγυρίζομαι από ξεναγούς, μου απαντάνε, α, ωραία, και πως ζεις; Ακόμα και τα γλυκούλια πελατάκια δεν πιστεύουν πως είναι κύρια επαγγελματική δραστηριότητα, πως είναι ένα χόμπι, ίσως; Μια διαστροφή; Μια γενετική ανωμαλία που μας έσπρωξε να περνάμε έτσι τα καλοκαίρια μας; Ποιος να ξέρει.
Βασικά, κανείς δεν πιστεύει ότι ο ξεναγός είναι κανονικό επάγγελμα κυρίως γιατί οι κανονικοί ξεναγοί είμαστε λίγο λίγοι, οι περισσότεροι υποκρίνονται πως είναι ξεναγοί ενώ δεν είναι (δεν έχουν, για παράδειγμα, άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, νταξ, λεπτομέρειες φυσικά, ή έχουν πάρει σύνταξη οπότε δεν είναι πια ξεναγοί, αχ, αυτή η γλώσσα μας, πόσες δυνατότητες, μια μικρούλα λεξούλα, πια, τόσες συνέπειες, δεν είναι πια ξεναγοί, ενώ άλλοι είναι ακόμα και πόσα άλλα που δε χωράνε σε μια παρένθεση), με αποτέλεσμα να πληρώνονται λίγο λιγότερο απ’ όσο θα έπρεπε για τη δουλειά αυτή και να πρέπει να κάνουν κι ακόμα μία δουλειά για να επιβιώσουν. Έτσι, πολλοί που συστήνονται ως ξεναγοί λένε το καλοκαίρι είμαι ξεναγός, το χειμώνα είμαι κάτι άλλο και ο κόσμος νομίζει πως το να είσαι ξεναγός είναι καλοκαιρινή ενασχόληση.
Ξεναγός είσαι όλο το χρόνο, έτσι, ας το διευκρινίσουμε αυτό, once and for all, που λέμε και στο χωριό μου. Με συμπαθάτε για τις αγγλικούρες που πετάω, αλλά μας το λέγανε κι εμάς όταν ήμασταν στη σχολή και τους λοιδορούσαμε, συνηθίζεις τόσο πολύ να μιλάς την ξένη γλώσσα που σου φεύγουν χωρίς να το θέλεις (οι αγγλικούρες, έτσι;). Οπότε, μια μεγάλη παρεξήγηση λύθηκε. Υπάρχουν οι κανονικοί ξεναγοί και οι συνοδοί, όπως τους λέμε εμείς στην αργκό του επαγγέλματος, που δεν είναι ξεναγοί, απλά έτυχε να μιλάνε μια ξένη γλώσσα. Για να τους ξεχωρίσετε, να ξέρετε πως οι ξεναγοί φοράμε στο λαιμό μας κρεμασμένα (τώρα μου έρχονται σκηνές από το Game of Thrones, και δεν είναι ταιριαστό, αλλά τι να κάνω) τα καρτελάκια μας που γράφουν ξεναγός με ευδιάκριτα γράμματα και όχι μόνο το όνομά μας.
Βέβαια, ένα άλλο χαρακτηριστικό των ξεναγών, εκτός από το ότι είναι κανονικό επάγγελμα, είναι πως είναι δυνατός κλάδος, συνδικαλιστικά, πάλι γιατί είναι σχετικά λίγοι. Το οποίο, βέβαια, η Παναγιά μαζί μας, δε μας εμποδίζει από το να μη μπορούμε να συνεννοηθούμε μεταξύ μας ούτε για τα βασικά και μια συνέλευση ξεναγών εμένα προσωπικά μου θυμίζει συνάθροιση των Ντοθράκι. Μόνο τα άλογα μας λείπουν.
Για παράδειγμα, στη Σαντορίνη, όπου δουλεύω εγώ, να ‘μαστε πόσοι; Καμιά σαρανταριά ξεναγοί, παραπάνω δεν είμαστε (είναι αυτό που λέγανε παλιά για τις διαδηλώσεις του ΣΥΡΙΖΑ, αραία αραία να φαινόμαστε καμια σαρανταρέα, παλιά, έτσι, όχι τώρα), και να είναι και καμιά 240 συνοδοί; Τόσοι, παραπάνω δεν είναι. Ε, λοιπό, αυτοί οι σαράντα ξεναγοί δεν έχουμε καταφέρει να φτιάξουμε ένα σύλλογο, μια ομάδα, να έχουμε μια κοινή αντιμετώπιση και μια ομόνοια όταν μιλάμε με συνεργάτες. Όχι.
Ο καθένας τραβάει το δικό του κουπί. Υπάρχει, λέει, ο σύλλογος της Κρήτης, μα είναι ποτέ δυνατόν, η Σαντορίνη, ο πιο γνωστός προορισμός της Ελλάδας, η μεγαλύτερη σεζόν, τα περισσότερα κρουαζιερόπλοια, να μην έχει σύλλογο ξεναγών; Συγγνώμη, εκνευρίζομαι και δεν πρέπει. Αντ’ αυτού, συγκεκριμένα στη Σαντορίνη, καθόμαστε οι σαράντα ξεναγοί και κοιτάμε τους 240 συνοδούς να αλωνίζουν στο λιμάνι, σε λίγο θα κάνουν αυτοί σύλλογο, να μου το θυμηθείτε.
Πέρα απ’ όλα αυτά τα πεζά και ομολογουμένως δυσάρεστα και όχι εύκολα διαχειρίσιμα ζητήματα, που ίσως να μην είχαν θέση εδώ, αλλά εγώ ήθελα να τα πω και τα είπα, το επάγγελμα του ξεναγού είναι ένα πολύ ευχάριστο και ενδιαφέρον επάγγελμα που κάθε μέρα σε προκαλεί να ακονίσεις την υπομονή σου, βασικά. Οι περισσότεροι ξεναγοί, για κάποιο λόγο, θαρρούνε πως είμαστε ο πυλώνας του κόσμου, μισό σκαλί κάτω από τους πρέσβεις της UNESCO.
Η πραγματικότητα είναι πως είμαστε μισό σκαλί κάτω από τον οδηγό του λεωφορείου. Δύσκολο να το παραδεχτείς, εύκολο να το δεις να συμβαίνει.
Φυσικά, πρέπει να διαβάσουμε πολύ, φυσικά πρέπει να ξέρουμε πολλά και να μπορούμε να απαντήσουμε σε κάθε πιθανή και απίθανη ερώτηση, αλλά αυτό γίνεται, και με λίγη φαντασία γίνεται, μη νομίζετε. Το μεγαλύτερο κομμάτι της δουλειάς, όμως, είναι η διαχείριση των ανθρώπων. Πολλές φορές μπερδευόμαστε και νομίζουμε πως εμείς είμαστε το κέντρο του κόσμου, όχι, όμως, το κέντρο του κόσμου κανονικά θα έπρεπε να είναι αυτοί, που ήρθανε από την άλλη άκρη του κόσμου κι έδωσαν τα ωραία τους λεφτάκια για να δούνε την όμορφη χώρα μας. Υπομονή, λοιπόν, μόνο υπομονή. Και, αγάπη μόνο. Το δύσκολο δεν είναι να μάθεις τις λέξεις στην ξένη γλώσσα, το δύσκολο είναι να λες τις ιστορίες σου και να τους κάνεις να περνάνε όμορφα. Όταν μου λένε πωπω, πόσα πολλά ξέρεις, δε χαίρομαι τόσο όσο όταν μου λένε, πωπω, τι όμορφα τα λες. Και το καλύτερο πράμα που έχω ακούσει, γιατί, να ‘ναι καλά τα γλυκούλια μου, έχω ακούσει πολλά καλά, είναι από ένα ζευγάρι που μου είπανε πως έκανα το μήνα του μέλιτος ακόμα πιο αξέχαστο. Σημειωτέον, παρακαλώ, πως τη μέρα που είχα αυτό το ζευγάρι στο γκρουπ, μιλώντας εγώ κάποια στιγμή στο μικρόφωνο δε μπόρεσα δυστυχώς να συγκρατηθώ και ρεύτηκα. Στο μικρόφωνο. Νομίζω πως ακόμα γελάνε. Ε, βέβαια, πώς να με ξεχάσουν μετά;
Τελοσπάντων, όπως όλοι οι ξεναγοί, έχω άπειρες ιστορίες να διηγηθώ, ας μην τις πω όλες τώρα, θα γράψω ένα βιβλίο κάποτε. Προς το παρόν, θα συμμαζευτώ να τελειώσω γιατί μπορεί, τώρα μόλις μου πέρασε από το μυαλό αυτή η σκέψη, να μη σας νοιάζουν όλα αυτά!
Την επόμενη φορά που θα δείτε ένα λεωφορείο με τουρίστες να περνάει, ρίξτε μια ματιά στη θέση δίπλα στον οδηγό κι αυτόν τον άνθρωπο που κάθεται εκεί και κρατάει ένα μικρόφωνο, σίγουρα θα το κρατάει, γιατί ξέρετε τα μικρόφωνα των λεωφορείων έχουν μια κόλλα ειδική και μόλις το πιάσεις στα χέρια σου μετά κολλάει και δεν το αφήνεις ο κόσμος να χαλάσει, αυτόν λοιπόν, σκεφτείτε τον για λίγο, όχι για τη γνώση ή για την επίδειξη αυτής, αλλά για την υπομονή, την ψυχραιμία, την ευελιξία και τα σιχτιρίσματα που ρίχνει από μέσα του.

Πάω τώρα να γιορτάσω την Παγκόσμια Ημέρα Ξεναγού.

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2016

Μεγάλη ζημιά μας έχει κάνει ο Χαρούκι.

Η φρενίτιδα της δίαιτας Ντουκάν συνεχίζεται, το πίτουρο ρέει σε άφθονες ποσότητες, τώρα θα κολλήσει κι η Μαρίνα και στο τέλος θα γίνουμε όλες μοντέλα. Βέβαια, εγώ προσωπικά, είναι πιο πιθανό να γίνω δυσκοίλια, αλλά εντάξει, αυτό είναι too much information, που λέμε και στη Λαμία.
Πέραν τούτου, κρυώνουμε. Άλλος ένας τρόπος, βέβαια, να χάσουμε θερμίδες. Εδώ, στα νότια προάστια, πάντως, το κρύο δεν είναι τόσο αισθητό, και η σκληραγωγημένη, πιονέρα, αγωνιστική γράφουσα πήγε για τρέξιμο μία ολόκληρη φορά αυτή τη βδομάδα. Δε θα πήγαινα ούτε αυτή τη μία, το ομολογώ, αλλά ας όψεται ο Χαρούκι, που έχει γράψει ένα βιβλίο που λέγεται «Για τι πράγμα μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο». Τώρα, φανταστείτε το: και Χαρούκι και τρέξιμο στο ίδιο βιβλίο, έπαθε πλάκα η δικιά σου, εγώ δηλαδή. Και το διαβάζω μέσα στα λεωφορεία και τα τραμ και όλες οι φυλές του κόσμου κάθονται δίπλα μου. Αγχώθηκα, λοιπόν, με στενοχώρησε ο Χαρούκι καθώς περιέγραφε την αφοσίωσή του στο τρέξιμο, το αυστηρό πρόγραμμα που είχε βάλει στον εαυτό του, καλά, ας μη μιλήσουμε για χρόνους και αποστάσεις, γιατί θα κλάψουμε και σκεφτόμουν εγώ πόσο το έχω παρατήσει και ευαισθητοποιήθηκα λοιπόν και σηκώθηκα και πήγα.
Διάβασα κάτι που πολύ με άρεσε σ’ αυτό το βιβλίο. Έλεγε ο Χαρούκι ότι και αυτός βαριέται καμιά φορά να πάει για τρέξιμο και δεν έχει όρεξη κι αναρωτιόταν αν το παθαίνουν και οι μεγάλοι αθλητές, οι κανονικοί δρομείς ή μόνο οι γιαλαντζί τεμπελιάζουν. Ρώτησε λοιπόν, ένα Ιάπωνα μαραθωνοδρόμο, ο οποίος, λέει, τον κοίταξε σα να του έκανε την πιο ηλίθια ερώτηση στον κόσμο και του απάντησε «φυσικά!», ε, τότε κι ο Χαρούκι σκέφτηκε έναν τρόπο να κινητοποιεί τον εαυτό του για τρέξιμο. Με συμπαθάτε για την πολυλογία, αλλά θα παραθέσω εδώ τα ίδια τα λόγια του Χαρούκι, διότι φτάνει πια να κατακρεουργώ τη λεπτή γλώσσα του ανθρώπου.
«Όποτε αισθάνομαι ότι δεν έχω όρεξη να τρέξω, κάνω πάντα την ίδια ερώτηση στον εαυτό μου: έχεις καταφέρει να ζεις γράφοντας μυθιστορήματα, να δουλεύεις στο σπίτι σου, να φτιάχνεις εσύ το πρόγραμμά σου όπως θέλεις, ώστε να μην είσαι αναγκασμένος να στριμώχνεσαι κάθε πρωί στο τρένο ή να χάνεις την ώρα σου σε βαρετά συμβούλια. Το συνειδητοποιείς πόσο τυχερός είσαι; (Πιστέψτε με, το συνειδητοποιώ.) Σε σχέση μ’ αυτό, δεν είναι τίποτα να τρέξεις μια ώρα στη γειτονιά, έτσι δεν είναι;»
Αυτό, λοιπόν, τον παρακινεί και ξεκινάει για το τρέξιμό του. Εγώ, βέβαια, καμία σχέση, ζω λέγοντας ως επί το πλείστον ψεύτικες ιστορίες σε τουρίστες, αλλά τέλοσπαντων, βρήκα κι εγώ έναν τρόπο να ξεκινάω το τρέξιμο, λέω αν δεν τρέξω, θα είμαι άξια της μοίρας μου. Έτσι, πάω για τρέξιμο, όχι πολύ συχνά, αλλά πάντως πάω. Κοιτάω τους γλάρους, ένας μελαψός ευγενής κύριος που περιμένει στη στάση του τραμ μου λέει καλημέρα κάθε μέρα, αναρωτιέμαι αν αυτό που βλέπω απέναντι είναι η Καστέλλα, φωτογραφίζω την άμμο και τους φοίνικες για το instagram και κάπου εκεί ανάμεσα, τρέχω κιόλας. Η πλάκα είναι που λόγω του θέματος στο instagram (running morning), με ακολουθάνε διάφορα φρικιά του φίτνες και γεμίζει η οθόνη με κάτι φουσκωτούς και κάτι τουρλωτά οπίσθια.
Κι έτσι περνάει η ζωή. Μετά, γυρίζω σπίτι και για την υπόλοιπη μέρα ζωγραφίζω, θα έλεγε κανείς με τόσο ζωγραφικό διαλογισμό που έχω κάνει, θα είχα γίνει γκουρού του ζεν ως τώρα. Αμ δε. Ακόμα παραπαίω ανάμεσα στην πραγματικότητα και στη μαλακία, ξύνω τα μολύβια μου και με τα σκουπίδια φτιάχνω πεταλούδες, μασουλάω πίτουρα και έχω αρχίσει να μετράω τις μέρες για το νησί. Από τη μία.

Από την άλλη, κρυφά, θα ήθελα να συνεχιστεί η περιπλάνηση στην Αθήνα στο διηνεκές, πόσο τρελαίνομαι να γυρνάω γύρω γύρω στην πόλη και να μαθαίνω ονόματα οδών και μέρη και το μετρό και τα λεωφορεία, δεν ξέρετε. Νομίζω πως αυτό θα ήθελα πολύ να το κάνω σε διάφορες πόλεις, δεν ξέρω πως ζουν οι άνθρωποι μόνο σε μία πόλη ή σε ένα μέρος ολόκληρη τη ζωή τους. Εντάξει, το ξέρω, πρέπει να το κοιτάξω αυτό, θα το κοιτάξω πιο μετά, τώρα ας μαζέψω τα ξύσματα απ’ το πάτωμα.

Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε, κι εσείς και τα μωρά σας.

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2016

Τι άλλο θα κάνω.

Αγαπημένοι μου, μακρινοί μου φίλοι και κοντινοί, ποτέ δε φημιζόμουν για την επιμονή μου, κι αυτό καθρεφτίζεται στο ιστολόγιο, το οποίο ωστόσο παρά το γεγονός ότι εγώ το έχω παρατήσει στη μοίρα του, σαν κουταβάκι στα σκουπίδια, επίμονο, ανθεκτικό και καρτερικό είναι εδώ κι έρχεται στα όνειρά μου και με παρακαλεί να το μαζέψω από τα σκουπίδια και να γράψω πάλι.
Ο Βασίλης λέει πως δε γράφω γιατί περνάω καλά. Η αδελφή μου λέει ότι είμαι τεμπέλα. Η Στέλλα λέει ότι δε βάφω καλά τα φρύδια μου. Η Ελένη, ότι γεράσαμε, η Μαρίνα, ότι θα γεράσουμε σύντομα κι η Βίβιαν με το Στέφανο λένε Καλά Χριστούγεννα: τη γαλοπούλα που είχαν αγοράσει πριν από 4 χρόνια για να τη μαγειρέψουν εκείνα τα Χριστούγεννα, τη μαγείρεψαν χτες. Προφανώς η γαλοπούλα ήταν βαλσαμωμένη, για ν’ αντέξει τόσα χρόνια στην κατάψυξη.
Η αλήθεια είναι κάπου στη μέση, πιστεύω πως δε γράφω κυρίως γιατί βαριέμαι και γιατί φοβάμαι πως θα γεράσω. Στο ενδιάμεσο, περνοδιαβαίνω στην Αθήνα, μελετώ ενδελεχώς τα ΜΜΜ, έως τα παίζω στα δάχτυλα και μην κοροϊδεύετε, κάνω τον τουρίστα με τεράστια επιτυχία και ξοδεύω σα να μην υπάρχει αύριο.
Αυτό όμως που μονοπωλεί το χρόνο μου τις τελευταίες μέρες είναι μια δίαιτα. Δε μπορώ να σας περιγράψω πόσες ώρες έχω περάσει στην κουζίνα μαγειρεύοντας γι’ αυτή τη δίαιτα και πόσα πειράματα έχω κάνει. Τη Δευτέρα είναι μέρα ζυγαριάς, όπως στα σφαγεία, και την Τρίτη μέρα μετάνοιας και προσευχής. Αν δεν έχει πέσει η ζυγαριά (όχι από το μπαλκόνι, γιατί είναι ξένη), θα πλακωθώ στις πίτσες και σε κάθε μπουκιά θα μουτζώνω τον Ντουκάν. Ο Ντουκάν είναι ο εμπνευστής της δίαιτας, προς ενημέρωσή σας, ο οποίος έχει στοιχειώσει με τη σειρά του τα όνειρά μου. Μαγειρεύω, ψήνω, διαβάζω, υπολογίζω, μετράω, ζυγίζω, τι να σας λέω. Ας είναι καλά μια κοπέλα που έφτιαξε ένα ιστολόγιο γι’ αυτή τη δίαιτα κι έχει γίνει το ευαγγέλιό μας.
Βασικά, τώρα βαριέμαι να σας περιγράψω όλη τη δίαιτα, καλά, δε γίνεται κιόλας. Τεσπαν, το θέμα είναι πως τρως κυρίως πρωτεϊνη, δηλαδή κρέας, αυγά, γαλακτοκομικά με χαμηλά λιπαρά. Δεν ξέρω αν ξέρετε, όμως, αυτή η διατροφή είναι μεν πολύ καλή για να χάσεις λίπος και να κερδίσεις μυική μάζα (Παναγία μου, ποιος θα μου δώσει το πτυχίο του διατροφολόγου δεν ξέρω) αλλά δημιουργεί δυσλειτουργία σε διάφορα απαραίτητα για τη ψυχική σου ηρεμία συστήματα του ανθρώπινου σώματος. Ως εκ τούτου, πρέπει απαραιτήτως να τρως πίτουρο. Ναι. Πίτουρο. Βρώμης και σταριού. Σε όποιον το λέω, γελάει τουλάχιστον 3 λεπτά. Εγώ, πάντως, δε γελάω καθόλου, διότι κουβαλήθηκα μέχρι ένα παντοπωλείο στην Πατησίων να βρω τα πίτουρα. Τι να σας πω; Ότι έχω φτιάξει μπριός, ρολάκια κανέλας, ψωμί για τοστ, μπιφτέκια με τα πίτουρα; Θεέ μου, να με άκουγαν αυτοί που στην Κατοχή τρώγανε πίτουρα από ανάγκη… Ντροπή.
Κάθε μέρα, βγαίνω γύρα στα σούπερ μάρκετ, να βρω διάφορα περίεργα πράματα για τη δίαιτα, που επιπλέον είναι και πανάκριβα. Τα μισά λεφτά από τη σεζόν έχουν πάει υπέρ δίαιτας. Χαλάλι. Τουλάχιστο γελάμε. Την προηγούμενη βδομάδα, περπάτησα είκοσι λεπτά να πάω σ΄ένα σούπερ μάρκετ που είχε ένα ειδικό τυρί. Είδα όλο το Παλαιό Φάληρο, πολύ ωραία περιοχή, όμορφες πολυκατοικίες, καταπράσινες! Φυσικά, το τυρί δεν το είχε το σούπερ μάρκετ κι επειδή ντράπηκα να φύγω έτσι χωρίς να πάρω τίποτα, πήρα μια χλωρίνη, δυο γάλατα και τρία γιαούρτια και τα κουβαλούσα μέχρι το σπίτι, η ηλίθια. Δε μου ΄κοψε να πάρω ένα σακουλάκι κανέλα. Στο δρόμο έφαγα το ένα γιαούρτι και παραλίγο να πιω και τη χλωρίνη από την απελπισία μου.
Ε, να, με τούτα και με κείνα, περνάει ο καιρός εδώ. Θα προσπαθήσω ειλικρινά να γράψω πάλι σύντομα, να σας πω πόσο μου αρέσει η Αθήνα και πόσο μου αρέσει να βλέπω τη θάλασσα και την Ακρόπολη κι ότι φυσικά χαίρονται τα γλυκούλια που έρχονται από την άλλη άκρη του κόσμου εδώ.

Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε, κι εσείς και τα μωρά σας.