Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ.


Τίποτα, έχω καταντήσει να γράφω μέσα στα λεωφορεία, έχω εξασκηθεί πολύ στο να κάνω ίσια γράμματα εν κινήσει. Καλά, είναι κι ο δρόμος ίσιος, δεν πηγαίνω δα κι από τη Λαμία στη Γούρα (μαγευτικό ορεινό θέρετρο στο νομό Μαγνησίας, διαθέτον και πηγή αναβλύζουσα φρέσκο βουνίσιο νερό, την Ανάβρα, στο οποίο για να φτάσεις ξερνάς τ’ άντερά σου), τον πιερικό κάμπο διασχίζω.
Σήμερα, όμως, παιδιά μου, τι να γράψω, που μου ‘χει μαυρίσει την ψυχή ο οδηγός: κάθομαι πρώτο τραπέζι πίστα κι έχω ακούσει όλα του τα βάσανα, που δεν πληρώνεται, που θα πουλήσει το αυτοκίνητο (δηλαδή το λεωφορείο), που του ήρθε το ειδοποιητήριο διακοπής λόγω χαρατσίου, που δε βρίσκει αγοραστή για τη μηχανή κι ας τη δίνει μισή τιμή, που θα πάει μετανάστης. Ήμαρτον, σε λίγο θα βγάλω το πορτοφόλι μου να του δώσω λεφτά.
Θα μου πείτε τώρα, τι να κάνει κι ο άνθρωπος, τα ζόρια του τραβάει. Εν τω μεταξύ, έχει δίπλα του κι έναν γνωστό-φίλο (ο απαραίτητος γνωστός του οδηγού στο ΚΤΕΛ-το έχετε προσέξει ότι πάντα υπάρχει ένας τέτοιος;), ο οποίος αναλογίζεται «εκείνα τα ωραία χρόνια που έφευγαν οι άνθρωποι για κάποιες χώρες της Αφρικής κι έφτιαχναν περιουσίες». Κάποιες χώρες της Αφρικής; Ποιες, δηλαδή; Μήπως ο κύριος είναι νοσταλγός του απαρτχάιντ; Τι να πω κι εγώ.
Τώρα, ο ταλαίπωρος οδηγός αναλύει τις επιλογές που έχει στο θέμα μετανάστευση: έναν πρώτο ξάδερφο στη Γερμανία, μια θεια στην Αμερική (Θεέ μου, που καταντήσαμε, λοχία, επιστρέφουμε στη θεία από το Σικάγο) και κάτι φίλους στην Αυστραλία. Στην Αυστραλία να πάτε, λέω, κύριέ μου, έχει κι ωραίο κλίμα. Τελικά, κανείς δεν είναι Έλληνας-όλοι γκασταρμπάιτερ είμαστε.
Και που πάμε κι εμείς οι καραμήτροι; Θα ξεκινήσουμε ζωή; Πλάκα μας κάνουμε (ο οδηγός είναι έτοιμος να φουντάρει στο Λουδία από την απελπισία του και να μας πάρει μαζί του). Εγώ, πάντως, γελάω με την κατάστασή μου μερικές φορές και λέω, τρομάρα μου, θέλω να κάνω και παιδί, που προχτές δώσαμε στον υδραυλικό τη μισή μας περιουσία-τουλάχιστον θα ‘χω βρύση να το πλένω το παιδί και θα το ταΐζω με τα χόρτα που θα μου στέλνει η Καλλιόπη, που έχει μάθει και να τα ξεχωρίζει. Μετά σκέφτομαι πως δεν πρέπει να πέσω στην παγίδα του φόβου (ναι, κάνω διάλογο με τον εαυτό μου-στην αρχή τρόμαζα κι εγώ, αλλά υπάρχουν και χειρότερα: η αδελφή μου συσκέπτεται με το πορτοφόλι της), γενικά, δεν πρέπει να πέσω, διότι αυτό είναι που θέλουν οι πλούσιοι κακοί: να απελπιστούμε και να αδρανήσουμε, να λουφάξουμε και να μην κουνάμε ρούπι.
Ο φόβος είναι άσχημο πράγμα κι είναι αυτό που κυριαρχεί. Εγώ, να σας πω, τον φοβάμαι το φόβο, βλέπω όλους να φοβούνται, να κλαίνε και φοβάμαι κι εγώ, έντρομη είμαι όταν αντικρίζω όλη αυτή την απελπισία. Τι να κάνω, λέω, ρε πούστη μου, πώς να άρω αυτόν τον πόνο, αυτή την πίκρα, την άρνηση, την αδυναμία αντίδρασης; Δε βρίσκω απάντηση ούτε λύση, αποφασίζω μόνο να πάω μπροστά, τυφλά και με θράσος, να δουλέψω όσο, όπου κι όπως μπορώ, να πάρω τηλέφωνο την Ελένη να πω τον πόνο μου κι έτσι ξαναβρίσκω για λίγο το θάρρος μου, μέχρι να διαβάσω άλλη μια ιστορία καταστροφής ή να ξαναπάρω το ΚΤΕΛ και να βουλιάξω εκ νέου. Κι έτσι, κάπως, περνάει η ζωή κι όλο κάτι γίνεται και ζούμε κι εμείς, και που ξέρεις, μπορεί και να περάσει κι αυτό.

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

Η σημασία του να είναι κανείς Έλληνας.


Το να είσαι Έλληνας σήμερα, έχει μια βαρύτητα-ίσως και δύο. Βέβαια, πάντα, στο διηνεκές του χρόνου, είχε: οι Έλληνες, ως γνωστόν, έτρωγαν κοτόπουλο με δαμάσκηνα όταν οι υπόλοιποι έτρωγαν βελανίδια-αλήθεια, ρε παιδιά, τρώγονται εν τέλει τα βελανίδια; Διότι, εάν τρώγονται, μας βλέπω σιγά σιγά εμάς, τους γαστρονόμους Έλληνες, ν’ αρχίσουμε να τα μασουλάμε στωικά ελλείψει δαμάσκηνων (και κοτόπουλων: η μαμά της φίλης μου της Αλεξίας αποφάσισε να εκτρέφει κοτόπουλα στο χωριό και να της τα στέλνει, για να την απαλλάξει από το έξοδο). Επίσης, εγώ έμαθα σπουδάζοντας πως οι Έλληνες είχαν από αρχαιοτάτων χρόνων εμπορικό και ναυτικό δαιμόνιο. Σήμερα, δυστυχώς, τους έμεινε σκέτο το δαιμόνιο και μάλιστα το κενό, με έψιλον, όχι από τα άλλα, τα καλά, με άλφα γιώτα.
Τέλοσπαντων, ακόμα κι έτσι διατηρεί μια αίγλη η ιδιότητα της ελληνικότητας. Εγώ, σου λέει, είμαι Έλλην, είμαι στο απυρόβλητο, έχω το ακαταλόγιστο, απολαμβάνω ασυλίας (αν ξέρετε ή μπορείτε να σκεφτείτε κι άλλες τέτοιες εκφράσεις που να δείχνουν αθωότητα, να μου τις πείτε, παρακαλώ). Ακούει ο χι αλλοδαπός «Έλληνας» κι εντυπωσιάζεται ή αηδιάζει, ανάλογα. Γι’ άλλους, οι Έλληνες είμαστε γαϊδούρια ξεσαμάρωτα (συγχωρέστε μου τον ελαφρύ φολκλορισμό του λόγου), γι’ άλλους είμαστε οι κρατούντες  τη δάδα του ευρωπαϊκού πολιτισμού και γι’ άλλους είμαστε όλοι Έλληνες (παλιά κινέζικη παροιμία, η οποία δείχνει πόσο παλιός και σπουδαίος είναι ο ελληνικός πολιτισμός).
Όπως και να ‘χει, ένα έντονο συναίσθημα το εμπνέουμε ως λαός-δικαίως πιθανόν, καθότι είμεθα και ευειδείς και διαθέτωμεν και σεξ απίλ, κατά γενική ομολογία. Φοβάμαι, όμως, αγαπητοί  μου, πως τα έντονα συναισθήματα είναι μικρής διάρκειας κι ακόμα μικρότερης ωφέλειας, οπότε τι κάνουμε; Επικαλούμαστε επ’ άπειρον τα (ας το παραδεχτούμε πια) περασμένα μεγαλεία και βασιζόμαστε στην καλοσύνη των ξένων ως άλλες Μπλανς Ντιμπουά; Παλεύουμε μόνοι μας κι εμπνέουμε και καμιά εμπιστοσύνη που και που κι όχι μόνο πάθη και λάθη;
Διότι, πράγματι, η σημασία του να είναι κανείς Έλληνας είναι μεγάλη, όπως και η σημασία του να είναι κανείς Δανός ή Σενεγαλέζος ή Ινουίτ. Οφείλει να αγαπά κανείς αυτό που είναι, μόνο έτσι μπορείς να υπάρξεις, αλλιώς ζορίζεσαι πολύ. Δεν ξέρω, όμως, πόσο πραγματικά έχουμε καταλάβει αυτή τη σημασία.
(Κατά τα άλλα, χτίζω, σοβατίζω, σπατουλάρω, διαβάζω ρώσικα, ακούω ηλίθια ανέκδοτα από την καινούργια εφαρμογή στο android κινητό του καινούργιου συγκατοίκου-αυτά τα android υπάρχει πιθανότητα να σε σφάξουν στον ύπνο σου;-, μου λείπει το νησί και συναντάω παλιούς συμφοιτητές και νέους συναδέλφους.)

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2012

Σαν τα χιόνια!


Το παραδέχομαι: ζω στο δικό μου, προσωπικό Αϊντάχο, όπου τα βασικότερα προβλήματα είναι ότι το πρώτο στρώμα στόκου δε στέγνωσε από τον τοίχο ώστε να περάσει το γυαλόχαρτο κι αν ο τοίχος που αποφασίσαμε να χτίσουμε στη μέση του σπιτιού είναι ίσιος ή του Γκαουντί. Και να σκεφτείτε ότι δε χτίζουμε καν, απλά κάτι μερεμέτια κάνουμε στο πρώην ιατρείο. Εγώ αναρωτιέμαι πως χτίζουν οι άνθρωποι σπίτια και, κυρίως, γιατί. Μιλάμε, μου έχει βγει η ψυχή, έχω μάθει τα πάντα, κόλλες πλακιδίων, στόκο σπατουλαρίσματος, άλφα μπλοκ (τα άλφα μπλοκ είναι κάτι ελαφρά τούβλα, με τα οποία μπορείς να χτίσεις έναν ωραίο τοίχο μέσα στο σπίτι χωρίς μπετονιέρες και χωρίς γυψοσανίδες, σας λέω, πολύ ωραίο υλικό και του Γιάννη του αρέσουν τόσο πολύ, που αν τον άφηνα, θα γέμιζε το σπίτι τοίχους, θα ήταν λαβύρινθος, βρείτε την έξοδο για την τουαλέτα και κερδίστε πόντους), καλά, δεν το συζητάμε για σοβάδες, υδρόχρωμα και πλαστικό χρώμα, αυτά είναι για τους αρχάριους. Δηλαδή, αν είναι να το κάνεις αυτό για ένα ολόκληρο σπίτι, εντάξει, αρρωσταίνεις-και δε βρίσκω, καλέ, ένα έτοιμο, ωραιότατο, να ησυχάσω; Ευτυχώς, βέβαια, που πιάνουν τα χέρια μας και τα κάνουμε όλα μόνοι μας (να δείτε τι ωραία στοκάρω, θα με πάρετε στην επόμενη ανακαίνιση), διότι αλλιώς θα είχαμε πουληθεί.
Τέλοσπαντων, άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου και τι χούγια έχει ο καθένας δεν ξέρεις, ο άλλος σου λέει, εγώ θέλω να χτίσω, εκεί, να χτιστώ κι εγώ μαζί, σαν τη γυναίκα του πρωτομάστορα. Το θέμα μου εμένα είναι πως δεν προλαβαίνω να κάνω και τίποτε άλλο, γι’ αυτό έχω εξαφανιστεί από προσώπου διαδικτύου και με βρίζει η αδελφή μου. Σήμερα, όμως, με την ευκαιρία και μιας χιονοθύελλας που έχει ενσκήψει δριμύτατη και μας έχει αποκλείσει στο ειδυλλιακό μέρος στους πρόποδες του βουνού, όπου κατοικούμε κι όπου θα πεθάνουμε αβοήθητοι και θα μας φάνε τα σκυλιά, είπα να γράψω αφενός και να διαβάσω αφετέρου. Μέγα λάθος: τα έκανα ανάποδα. Πρώτα διάβασα.
Συγγνώμη, καλέ κύριε, πάλι θα χρεοκοπήσουμε; Κάθε 3 μήνες περίπου έρχεται η χρεωκοπία κι από κοντά η δραχμή. Είναι λίγο σαν τους βαθμούς στο σχολείο: τέσσερις φορές το χρόνο το βλέπεις να ‘ρχεται, νιώθεις τη δαμόκλειο να κρέμεται από πάνω σου και κάθε φορά πας μετά στην πλατεία με τους φίλους σου. Εσείς δεν το έχετε καταλάβει; Αυτοί δεν το έχουν καταλάβει (πάμε όλοι μαζί να κλίνουμε το ρήμα καταλαβαίνω στον Παρακείμενο); Τα τελευταία δύο χρόνια κάθε τρίμηνο ζούμε το δράμα, είτε πρόκειται για εκταμίευση δόσης είτε για έξοδο από τη ζώνη (πως λέμε η Αγία Ζώνη, έτσι) είτε για επιστροφή στη δραχμή-έλεος, λες και βλέπω σίκουελ του Scream: την πρώτη φορά τρομάζεις, τη δεύτερη βαριέσαι και την Τρίτη βγάζεις το Scary Movie. Έτσι κι εμείς, ας αρχίσουμε να κοροϊδεύουμε, να γελάμε τουλάχιστον, διότι, σας το έχω πει πολλές φορές, αλλά πότε με ακούσατε εμένα, το γέλιο σώζοι (ε; παραδέχεστε ευκτική; Τζάμπα τα ‘χουμε τα πτυχία; Μόλις το βρω, θα αρχίσω και τις υπογεγραμμένες).
Αλήθεια, πάντως, εσείς τι πιστεύετε; Θα γυρίσουμε στη δραχμή; Θα γίνουμε Βουλγαρία, Αλβανία, Σοβιετική Ρωσία, Τατζικιστάν, δεν ξέρω με ποια άλλη μεταμόρφωση μας απειλούν; Θα έχουμε στάση πληρωμών (α, μπορεί να γίνει και η νέα στάση γενικά αυτή η στάση των πληρωμών, εκεί που θα στέκεσαι και δε θα πληρώνεσαι, θα κάνεις και λίγο σεξ, να περάσει η ώρα); Θα χρεοκοπήσουμε; Θα σταθεί ο Παπαδήμος, ως άλλος Τρικούπης, και θα πει «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν»; Θα μας πετάξουν κλωτσηδόν από την ευρωζώνη και θα βάλουν στη θέση της Ελλάδας την Τουρκία, για σπάσιμο; Τι λέτε; Σας αφήνω να σκεφτείτε και να απαντήσετε και πάω, διότι με ενημερώνουν πως ένα ταψί βγήκε από το φούρνο, γεγονός μπροστά στο οποίο όλα ωχριούν. Σας φιλώ.