Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

Το γιαπί, το πηλοφόρι, το μυστρί.


Παιδιά, ο τροχός είναι αμείλικτος. Δε σταματάει να γυρίζει ποτέ κι όσες στροφές και καταστροφές κι αν ζήσει κανείς, πάντα η επόμενη μέρα ξημερώνει και μετά η επόμενη κι η επόμενη και πάει λέγοντας.
Εγώ πάντως αυτό έχω καταλάβει στα χιλιάδες χρόνια που έχω ζήσει πάνω σ’ αυτή τη γη (σας το έχω ξαναπεί πως είμαι αθάνατη και γι’ αυτό φεύγω συνέχεια από τα διάφορα μέρη που ζω, για να μη με καταλαβαίνουν οι άνθρωποι πως δε γερνάω) κι όσο νωρίτερα το καταλάβουμε όλοι, τόσο πιο εύκολη θα γίνει η ζωή μας. Το μυστικό είναι να θυμάσαι, να μην ξεχνάς ποτέ αυτά που σου συμβαίνουν κι αυτούς που συναντάς. Μπορείς να τα αφήσεις να ξεθωριάζουν, να γίνονται λιγότερα μυτερά (ποντερά, που λένε και στην Κέρκυρα), να ξεχνάς την επίδραση που είχανε πάνω σου, αλλά δεν πρέπει να ξεχάσεις αυτά τα ίδια.
Σ’ ένα από τα βιβλία του Στίβεν Κινγκ, ένας εξωγήινος καταλαμβάνει το μυαλό ενός ταλαίπωρου ανθρώπου και τον βάζει να κάνει διάφορα ακατανόμαστα. Το μυαλό, λοιπόν, το βλέπει ο εξωγήινος σα μια αποθήκη με πολλές ντουλάπες και διάφορα συρτάρια, τα οποία φιλοξενούν τις αναμνήσεις, τις εμπειρίες και τους ανθρώπους του συγκεκριμένου ανθρώπου κι όσο περισσότερα από αυτά ανοίγει, τόσο μεγαλύτερο κομμάτι από τον άνθρωπο έχει κατακτήσει. Πολύ με άρεσε αυτή η απεικόνιση του μυαλού, καθώς όλες οι ντουλάπες και τα συρτάρια είχαν επάνω ονόματα και περιγραφές, μερικά ήταν πεντακάθαρα και συγυρισμένα κι άλλα ήταν σκονισμένα και καταχωνιασμένα. Αλλά όλα ήταν εκεί.
Έτσι πρέπει να είναι: όλα εκεί. Άσε μερικά να σκονιστούν και να καταχωνιαστούν και κράτα κάποια καθαρά, αλλά μην πετάξεις τίποτα από την αποθήκη του μυαλού σου, θα το μετανιώσεις. Σε δεδομένη στιγμή θα σου χρειαστεί κι επίσης, είμαστε αυτά που μας συμβαίνουν κι οι άνθρωποι που μας θυμούνται.
Με έπιασε αυτή η φιλοσοφική διάθεση λόγω της αναχώρησής μου από το νησί, όπως καταλαβαίνετε, κι επειδή αγχώθηκα γιατί εγώ νόμιζα πως θα μείνουν όλα όπως τα άφησα για να τα ξαναβρώ όταν ξαναπάω, αλλά τελικά δεν είναι έτσι και όλοι συνεχίζουν να ζουν. (Κι εδώ φαίνεται ξεκάθαρα πόσο εγωκεντρικό γουρούνι είμαι, αλλά επειδή έχω άλλα προτερήματα, αυτό θα το παραβλέψουμε.)
Θα συνεχίσω κι εγώ, λοιπόν, να ζω (όχι ότι μπορώ και να μη συνεχίσω) και, σε περίπτωση που δεν τα καταφέρω ως ξεναγός, πράγμα εξαιρετικά απίθανο, διότι είμαι γεννημένη γι’ αυτό το επάγγελμα (το συνειδητοποίησα χτες που έβλεπα το δρόμο να ανοίγεται μπροστά μου κι ένιωθα αγνή χαρά και άμετρη αγάπη για το ταξίδι κάθε είδους και για κάθε τοπίο που κυλάει δίπλα μου), αν, λοιπόν, δεν τα καταφέρω, θα βγάζω το ψωμί μου ανακαινίζοντας χώρους, μη σας πω θα βγω και στην τηλεόραση και θα γίνω ένας νέος Σπύρος και μία νέα Σίσυ ταυτόχρονα.
Τις τελευταίες μέρες (και πιθανότατα για τις επόμενες εβδομάδες) ξύνω σοβάδες, μετράω τα πλακάκια του μπάνιου για να δω αν χωράει η ντουζιέρα ή αν θα πλενόμαστε με το λάστιχο (το μπάνιο είναι εξαιρετικά λειτουργικό: μπορείς να κατουράς και να λούζεσαι ταυτόχρονα) και διαλέγω χρώματα-η αδελφή μου, χτες που της είπα ότι θα βάψουμε το σπίτι πράσινο και μοβ, δε μπορούσε να σταματήσει να γελάει, δεν καταλαβαίνω γιατί. Ωραίο δε θα είναι;

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

Δύσκολοι αποχαιρετισμοί: το νησί.

Το καράβι είναι άσχημος τρόπος τελικά να φύγεις από ένα μέρος που αγαπάς (μολονότι έχεις κάνει τα πάντα για να το μισήσεις), διότι το βλέπεις το μέρος να απομακρύνεται σιγά σιγά και να σβήνει στον ορίζοντα και ξαναβλέπεις όλα τα αγαπημένα μέρη που έχεις πάει και περάσει όμορφες στιγμές με καλούς φίλους και σου ξανάρχονται όλα στο μυαλό και δεν μπορείς να αφαιρεθείς και κλαις σαν το βλάκα στο σαλόνι του καραβιού, δίπλα στην ομάδα βόλεϊ Απόλλων Καλαμαριάς. Ενώ, αν είχα προνοήσει και είχα φύγει με το αεροπλάνο, τίποτα απ’ αυτά δε θα είχε συμβεί, θα απογειωνόταν το αεροπλάνο και σε μισό λεπτό η Κέρκυρα και όλα τα συμπαρομαρτούντα θα είχαν εξαφανιστεί από τα μάτια μου. Άσε που σιγά μην είχε ομάδα βόλεϊ στο αεροπλάνο. Άλλα, έτσι κι αλλιώς, μια παλιά κινέζικη παροιμία λέει πως πρέπει να φεύγεις από ένα μέρος με τον ίδιο τρόπο που ήρθες, αν θες να ξαναγυρίσεις. Κι επειδή εγώ πρώτον ακολουθώ πιστά, ως γνωστόν, τις κινέζικες συμβουλές και δεύτερον θέλω να ξαναγυρίσω στην Κέρκυρα, έπρεπε να φύγω με καράβι.
Να τώρα, για παράδειγμα, βλέπω το Νέο Φρούριο και τη Σπηλιά και σε λίγο, που θα βγει αρόδο θα δω και το Παλαιό Φρούριο και το μουσειάκι, τα Μουράγια κι όλη την παλιά πόλη να είναι εκεί και θα ‘ναι σα να με χαιρετάει. Το καμπαναριό του Αγίου περισσεύει και στον ορίζοντα φαίνεται η μπάλα στους Αγίους Δέκα (αυτή η μπάλα είναι ένα ραντάρ σφαιρικό και τεράστιο, κοντά σ’ ένα χωριό, που φαίνεται από κάθε σημείο του νησιού σχεδόν κι όπου είχα περάσει ένα παγωμένο και τρομακτικά όμορφο απόγευμα κοιτώντας την ασύλληπτη θέα). Τώρα περνάμε το Κάβο Σίδερο, την άκρη του Παλιού Φρουρίου κι ανοίγεται η Γαρίτσα, ο κόλπος της πόλης της Κέρκυρας, όπου αμέτρητα απογεύματα έχω περάσει τρέχοντας κι όπου εκατομμύρια βόλτες έχω κάνει με το αυτοκίνητο κι όπου γενικά είναι το αγαπημένο μου μέρος στην πόλη.
«Οι τόποι καραδοκούν, σιωπηλοί, υπομονετικοί μέσα στην ακινησία τους πότε θα πέσεις στα δόντια τους, σαν ήμεροι δράκοι… Δεν τους υποπτεύεσαι», γράφει ένας κορφιάτης, ο Πλασκοβίτης, και σαν κάτι να ξέρει, έτσι είναι, οι τόποι είναι μαγεμένοι και δεν καταλαβαίνεις για πότε σε καταπίνουν και σε χωνεύουν ολόκληρο κι είναι σα να μην έχεις ζήσει ποτέ πουθενά αλλού. Όλοι οι τόποι. Κι αυτό συμβαίνει διότι στους τόπους ζουν άνθρωποι, που τους αγαπάς και τους συνηθίζεις, μαθαίνεις τα τηλέφωνά τους απέξω και τα σπίτια τους, τους συναντάς σε συγκεκριμένα μέρη και περπατάς μαζί τους κι άντε μετά να φύγεις από τον τόπο αυτόν.
Όταν είχα πρωτοέρθει στην Κέρκυρα, πέρασα μερικές από τις πιο άσχημες στιγμές στη ζωή μου, ήταν Φλεβάρης (τραγικό παντού, πόσο μάλλον στην Κέρκυρα), ήμουν μόνη μου, δεν ήξερα άνθρωπο και δεν είχα φράγκο. Μετά, βέβαια, γύρισε η Ρενάτα από το Δουβλίνο και αρχίσαμε να μένουμε μαζί, οπότε ή φίλες θα γινόμασταν ή εχθρές-ευτυχώς για όλους γίναμε φίλες.  Ακόμα πιο μετά ξεκίνησε η σχολή, όπου, τη στιγμή που πίστευα πως δε θα κάνω άλλους φίλους στη ζωή μου καθώς είχα πια τριανταρίσει (ως πότε θα ξενυχτάω συζητώντας δηλαδή, δε θα ωριμάσω ποτέ;), συνάντησα τις φιλενάδες μου όλες τις ξεναγίνες (τη Σοφία και τη Μαριλένα και τη Βίβιαν και τη Νατάσα και φυσικά το αγαπημένο μου στραβόξυλο, την Ελένη) και ήμασταν ξανά σαν πενταήμερη. Και, στο τέλος, ήρθε κι η δουλειά στο μουσείο, το πιο όμορφο μουσείο ασιατικής τέχνης στον κόσμο, όπου έχω ρίξει το γέλιο της αρκούδας κι όπου γνώρισα δύο από τους πιο αγαπημένους μου ανθρώπους στο νησί (η φωτογραφία, από μια παραλία στη νότια Κερκυρα, είναι ευγενική χορηγία του ενός από αυτούς). Θα μπορούσα να λέω ιστορίες για την Κέρκυρα μέχρι την άλλη βδομάδα. Ας μην το κάνω. Θέλω να μπορώ να ξαναπατήσω.
Το θέμα είναι, υπομονετικοί μου φίλοι, πως η ζωή πάει (κανείς δεν ξέρει που) κι άμα εσύ δεν την ακολουθείς, έχεις πρόβλημα. Φεύγω μεν, αλλά για να μπορώ να έρχομαι, έτσι; Άλλωστε, όλα τώρα αρχίζουν, που να δείτε τι έχει να γίνει που θα μείνουμε στο ίδιο σπίτι με το Γιάννη, το οποίο προς το παρόν είναι ακόμα ιατρείο και χτες, στο αποχαιρετιστήριο πάρτι, με κοροϊδεύανε όλοι, «έχω τραπέζι στο ιατρείο απόψε» κι «ελάτε στο ιατρείο την Κυριακή» και «πάω στο ιατρείο να ξεκουραστώ» κι όλο τέτοιες βλακείες λέγανε. Αλλά τις ξέρω εγώ, τις λέγανε για να γελάνε, γιατί αλλιώς θα κλαίγανε…

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

Για πουθενά δεν είμαι.


Ε, πια το ξέρετε, είναι να μην πάρω φόρα. Επίσης, μετράει σημαντικά το ότι έχω πίσω τον υπολογιστή μου, γιατρεμένο, να πηγαίνει σφαίρα-πριν, τον άναβα κι έμπαινα για μπάνιο, ώστε μέχρι να βγω να έχει ανοίξει και μετά, μέχρι να μπει στο ίντερνετ, στέγνωνα και τα μαλλιά μου, φοβερό; Μια φορά, πρόλαβα να φάω μέχρι να φορτώσει το protagon. Εν πάση περιπτώσει, τώρα πάει πολύ καλύτερα, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες συσκευές στο σπίτι μας: ο βραστήρας απεβίωσε πριν τα Χριστούγεννα, το πιστολάκι μου έκανε ένα τσαφ προχτές και σταμάτησε να λειτουργεί (ευτυχώς που μόνο σταμάτησε να λειτουργεί και δεν εξερράγη κι από πάνω) κι η σόμπα της Ρενάτας έκανε πανομοιότυπο τσαφ κι από τότε μόνο γυρίζει γύρω γύρω δίχως να βγάζει ζέστη, εγώ της είπα να βάλουμε πάνω μερικά κεριά και θα ‘ναι το ίδιο και πιο ατμοσφαιρικά ίσως, αλλά δεν ήθελε, οπότε της έδωσα τη δική μου. Νομίζω ότι το πνεύμα του σπιτιού κάτι θέλει να μας πει. (Τώρα που είπα πνεύμα του σπιτιού, θυμήθηκα ένα φίλο φίλου κάποτε στη Θεσσαλονίκη, που ισχυριζόταν πως στο σπίτι του υπήρχε το πνεύμα του παππού που έμενε εκεί πριν και πως ο παππούς καθόταν, λέει, στον καναπέ και του έκανε παρέα και μια φορά του είχε μιλήσει κιόλας, εντάξει, ο τύπος μάλλον έπαιρνε ναρκωτικά και δε μου το είχανε πει-ίσως του τα έφερνε ο παππούς.)
Θα συνεχίσω τώρα την εξιστόρηση των ταξιδιών του Γκιούλιβερ, διότι, ναι, αγαπημένοι μου, δεν παρέμεινα στη γοητευτική Λαμία, με πόνο ψυχής αποχωρίστηκα τα μωρά μας (ε, και την υπόλοιπη οικογένεια, εντάξει) και πήγα μια βόλτα στη διπλανή Βουλγαρία. Τι ρωτάτε που; Εκεί που πήγανε όλοι φέτος το χειμώνα: στο Μπάνσκο. Όλοι, όμως. Αφού απορώ, πως δε βρήκα κάνα γνωστό στο δρόμο. Πώς να βρω, βέβαια, η κακομοίρα, αφού πάνω δεν κοίταζα, μόνο κάτω, μη και φάω τα μούτρα μου, πράγμα που τελικά δεν απέφυγα, τα έφαγα 2-3 φορές, τη μία, μάλιστα, μαύρισε όλος ο ποπός μου από το πέσιμο και για 2 μέρες καθόμουν στραβά κι έπρεπε να έχω δίπλα μου κάτι να με στηρίζει, διότι αλλιώς έπεφτα.
Που λέτε, στο Μπάνσκο, δεν ξέρω γιατί πήγαμε. Εκεί έχει μόνο χιόνια  και Ugg (αυτές τις μπότες του γιέτι, που είναι πολύ τση μοδός τον τελευταίο καιρό κι έχουν και απαίσιο όνομα, ουγκ, σαν τη γλώσσα των Ινδιάνων στα Λούκι Λουκ) κι εμείς ούτε σκι κάνουμε ούτε τέτοιες μπότες έχουμε. Τέλοσπαντων, πήγαμε, διότι είχαμε παρέα και είχε και το ξενοδοχείο σπα και λέω, άντε, πάμε, να κάνουμε και σπα, να βγάλουμε και φωτογραφίες στα χιόνια-όλοι κουβαλούσανε σκι, εμείς κουβαλούσαμε το τρίποδο και μας περνούσαν και για δημοσιογράφους: εγώ την τελευταία μέρα άρχισα να διαδίδω πως είναι η Τζένιφερ Λόπεζ στο Μπάνσκο και πως την κυνηγούσαμε να τη φωτογραφίσουμε αλλά δε με πίστευε κανείς (ο Γιάννης είπε πως έπρεπε να σκεφτώ καμιά εγχώρια διασημότητα, αλλά δεν τον χωνεύω, γιατί έχει πάντα δίκιο).
Αφού, λοιπόν, δεν κάναμε σκι, γιατί αν ανέβαινα εγώ σε σκι, ακόμα εκεί θα ήμουν και θα προσπαθούσα να κατέβω, είπαμε να πάμε στη σάουνα του ξενοδοχείου. Έχετε κάνει ποτέ σάουνα; Τα βασανιστήρια της κολάσεως. Αλήθεια, πληρώνει ο κόσμος για να το κάνει αυτό; Σε χώνουν σε ένα ξύλινο δωματιάκι, όπου η θερμοκρασία είναι, στην καλύτερη περίπτωση, στους 42 βαθμούς (Δεκαπενταύγουστο στις 3 το μεσημέρι στον Κοντογυαλό, πιο δροσερά είναι) και δε σε αφήνουν να βγεις πριν περάσει ένα τέταρτο, εγώ έπαθα αποπληξία, παραλίγο να αρχίσω να χτυπάω την πόρτα και να ουρλιάζω «βγάλτε με». Και πάνω που είχα λίγο συνηθίσει τους 42 βαθμούς, μπαίνει μέσα ένας τρελαμένος Ρώσος και λέει «α, πολύ δροσερά είναι» και πιάνει το όργανο του μαρτυρίου, την κουτάλα που ρίχνεις νερό στα κάρβουνα και δώστου, κόντεψε να μας πεθάνει. Αφού περάσει το μαρτυρικό τέταρτο, όπου έχεις ξαναπιστέψει στο Θεό (αφού υπάρχει κόλαση, θα υπάρχει και παράδεισος), σε χώνουν στο ατμόλουτρο, το οποίο είναι ακριβώς το ίδιο με επιπλέον μειωμένη ορατότητα λόγω των υδρατμών κι όπου εγώ πήγαινα τοίχο τοίχο, χωρίς παρ’ όλ’ αυτά να αποφύγω τις πατούσες μιας θηριώδους Βουλγάρας. Καταλαβαίνετε. Αφού στωικά άντεξα και το ατμόλουτρο, με έχωσε ο Γιάννης κάτω από το παγωμένο ντους, δεν ξέρω τι απωθημένα έχει. Μετά, ήθελε να μπούμε και στο τζακούζι, αλλά εγώ είχα αγριευτεί και δεν πήγαινα πουθενά, παρά μόνο στο κρεβάτι μου, μπας κι επανέλθω σε φυσιολογική θερμοκρασία. Ρε, ο κόσμος δεν πάει καλά, που πάνε και κάνουνε αυτό το πράγμα και μετά σέρνονται στα χιόνια. Αφού επέζησα από τη σάουνα, πήγαμε βόλτα στο χωριό κι εγώ αποφάσισα πως είμαι άνθρωπος της θάλασσας κι όχι του βουνού κι ο Γιάννης αγόρασε 5 χάρτινα πράσινα κουνούπια για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο.
Αφού χόρτασε το μάτι μας χιόνι κι εγώ σκεφτόμουν πότε επιτέλους θα επιστρέψω κάπου, οπουδήποτε που θα μπορούσα να βγάλω τα ρούχα μου από τη βαλίτσα, είχα κλείσει μήνα στους δρόμους, επιστρέψαμε, αλλά εγώ έκανα άλλες 2 μέρες να φτάσω στο (ακόμα) σπίτι μου, κάνοντας μια στάση στο αεροδρόμιο της Αθήνας, όπου έτρωγα σπανακόπιτα από το αλουμινόχαρτο στη μέση της αίθουσας αναμονής. Με τα πολλά γύρισα στο νησί, για λίγο, μέχρι να φύγω τελείως. Τώρα πάω να γεμίσω καμιά κούτα με αναμνήσεις… (η επόμενη ανάρτηση θα είναι δακρύβρεχτη).

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2012

Baby Boom!

Τι; 24 Δεκεμβρίου η τελευταία ανάρτηση; Σοβαρά μιλάμε; Ντροπή μου. Αλήθεια, ντρέπομαι. Πλην, όμως, έχω, όπως πάντα, άπειρες δικαιολογίες: άλλο ένα φοβερό ταλέντο που έχω είναι και το πώς μπορώ να δικαιολογήσω, να εξηγήσω, να διακωμωδήσω και εν τέλει (πράγμα που είναι και ο τελικός σκοπός) να αναιρέσω οποιαδήποτε παράλειψη ή λάθος μου. Δε με θαυμάζετε;
Λοιπόν, αυτή τη φορά πραγματικά αδυνατούσα να γράψω, καθώς πολύ απλά επί δύο εβδομάδες ανεβοκατέβαινα σε αεροπλάνα, λεωφορεία, ταξί και τρένα-μια φορά παραλίγο να πάρω και μουλάρι, αλλά δε νομίζω πως θα άντεχε να σηκώσει τη βαλίτσα μου. Μετά το μαγευτικό Παρίσι επισκέφτηκα την ακόμα μαγευτικότερη Λαμία, όπου κοιμόμουν δίπλα στο τζάκι, σαν τη Σταχτοπούτα, κι όπου έζησα, μετά από 13 χρόνια, τη μοναδική εμπειρία του να συγκατοικείς ξανά με όλη σου την οικογένεια, ήτοι τη μαμά, το μπαμπά, τις δύο αδελφές και τα δίδυμα μωρά της μίας αδελφής. Καταλαβαίνετε πως στην καλύτερη περίπτωση κοιμόντουσαν οι 5 από τους 7, αλήθεια, νομίζω πως ποτέ (ίσως μόνο για καμιά ώρα μέσα στην άγρια νύχτα των Χριστουγέννων), δεν κοιμόμασταν και οι 7. Οι μυστικοί 7.
Από τη μία στενοχωριόμουν για τον πατέρα των μωρών, που αρμένιζε κάπου στη Βραζιλία, αλλά την αμέσως επόμενη στιγμή, που η μπέμπα έφτυνε περιχαρής την κρέμα παντού και ο μπέμπης, εξίσου περιχαρής, περήφανα με κατουρούσε, ίσως και να τον ζήλευα λίγο. Και που να δείτε όταν έφτανε η ώρα του φαγητού (του μεσημεριανού, έτσι; Το βράδυ απλά δεν αντέχαμε να ξαναστρώσουμε τραπέζι). Ταυτόχρονα έπρεπε να ετοιμαστούν δύο μπολ με πολτοποιημένο φαγητό, καλά, δε θα σχολιάσω το αηδιαστικό αυτό κατασκεύασμα που υποχρεώνουμε τα έρμα μωρά να καταπιούν, καλά κάνουν και μας το φτύνουν στα μούτρα (αν και ο μπέμπης το καταβρόχθιζε αδιαμαρτύρητα, αγόρι, παιδί μου, τι περιμένεις, και βίδες να του δώσεις, θα τις φάει), να μεταφερθούν τα μωρά από το πάρκο στα ριλάξ (ω, αγαπημένε Θεέ, όλη την ημέρα αυτή η δουλειά, από το πάρκο στα ριλάξ και πάλι πίσω, μιλάμε, μπορείς να τρελαθείς), να πάρεις χαρτί, νερό σε (αποστειρωμένα) μπιμπερό, να ζεσταθεί το δικό μας φαγητό, να ετοιμαστεί το τραπέζι και μετά να κοιμηθούν τα μωρά και να φάμε κι εμείς μια μπουκιά. Ήμασταν σαν ταινία του Αλμοδοβάρ.
Αλλά, ρε παιδιά, όταν τα βλέπεις και σου γελάνε, τα σκασμένα, κι όταν τους λες «που είναι η θεία Παρλαπίπα;» (έτσι με λένε οι βλαμμένες αδελφές μου, δεν καταλαβαίνω γιατί) να γυρνάνε και να σε κοιτάνε μ’ αυτά τα μάτια, εσένα να κοιτάνε, ναι, γιατί ξέρουν ποια είσαι, ε, εκεί εσύ λιώνεις και ετοιμάζεις όχι δύο, αλλά ένα στρατό από μπολ με λιωμένη αηδία κι επίσης ετοιμάζεις έναν ολόκληρο καινούργιο κόσμο γι’ αυτά, λαμπερό και καθαρό και γυαλιστερό, για να ζήσουνε την πιο όμορφη ζωή που γίνεται.
Και τώρα, πάω να δώσω τον υπολογιστή μου στο γιατρό και σας αφήνω έτσι, λίγο ξαφνικά, γιατί περιμένει από κάτω. Σας αγαπώ και ελπίζω ο καινούργιος σας χρόνος να είναι καλύτερος από όλους τους προηγούμενους μαζί.