Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

Αγανάκτησα (και λίγο βούρκωσα).


Κρέμασα στο μοβ τοίχο δίπλα στο κρεβάτι 13 ξύλινα καραβάκια, χρωματισμένα με όλα τα χρώματα του κόσμου και μετά βρήκα δυο καρτ-ποστάλ του νησιού κι ευχήθηκα τα καραβάκια να έπλεαν προς εκεί.
Τη μία μου τη χάρισε ένας παλιός συνεργάτης και μου είπε, «για να θυμάσαι που δούλευες κάποτε». Δείχνει το μουσειάκι, όπου διακρίνεται και το παράθυρο του γραφείου και την τύπωσε ένας Μαλτεζοκερκυραίος εκδότης και φωτογράφος, ο Angelo Farrugia.
Την άλλη μου τη χάρισε ένας παλιός καθηγητής και γράφει από πίσω μια όμορφη φράση ταιριαστή σε ξεναγούς: …κι ακούω απ’ τη φωνή σου τις αόρατες αιτίες, για τις οποίες οι πόλεις ζούσαν. Δείχνει το Λιστόν, τον καμαροστόλιστο δρόμο της πόλης, σκοτεινό και βρεγμένο, με τα φανάρια να θολώνουν κάτω από τα βόλτα.
Μπορώ να έχω για μια από τις πατρίδες μου το νησί; Ξαφνικά, μ’ έπιασε μια νοσταλγία. Μα δε θα τις ανοίξω επιτέλους όλες τις κούτες κι όλους τους φακέλους, να τελειώνουμε με τις αναμνήσεις και τις συγκινήσεις;

Κυριακή, 24 Ιουνίου 2012

Τελικά, απλά είδαμε Dexter.


Εντάξει, το παραδέχομαι: δεν ξέρω τι να γράψω. Δύο τινά: ή δε μου συμβαίνει πια τίποτε αστείο ή αξιόλογο ή έστω ενδιαφέρον (αν κι αυτό δεν το πιστεύω και πολύ – να, χτες κιόλας, παραβρέθηκα στα εγκαίνια ενός γυμναστηρίου, όπου έγινε και αγιασμός, ω, ναι, αγιάσανε τα μηχανήματα, μη ρωτάτε πως και τι, αυτά συμβαίνουν μόνο σε μένα) ή δεν μπορώ εγώ αφ’ εαυτού μου να γράψω. Κάθομαι, λοιπόν, εδώ, μυρίζω τη βροχή που μας πέτυχε σήμερα στην παραλία, διότι είχαμε το γκαντέμη μαζί μας, παίζω Zuma και βλέπω Dexter, μία πολύ ωραία σειρά για έναν τύπο που είναι ταυτόχρονα μπάτσος και δολοφόνος κατά συρροή στο Μαϊάμι. Με έναν περίεργο τρόπο, είναι πολύ συμπαθής αυτός ο μπάτσος-δολοφόνος, διότι ο θετός μπαμπάς του τού είχε μάθει αφενός να σκοτώνει μόνο τους κακούς (άλλους δολοφόνους, δηλαδή, ή δουλεμπόρους) κι αφετέρου να κρύβει πολύ καλά τα ίχνη του, οπότε δεν τον πιάνει ποτέ κανείς. Επίσης, τον συμπαθείς, διότι υποτίθεται ότι δε νιώθει τίποτα-όχι ότι δεν κρυώνει ή δεν τον πονάει το κεφάλι του, ας πούμε, αλλά δεν αγαπάει ή δε μισεί, δε νιώθει χαρά ή θλίψη ή αγωνία ή ανακούφιση ή όλα αυτά. Εγώ, βέβαια, αυτό δεν το πιστεύω, γιατί τώρα τα έχει φτιάξει με μια ανόητη ξανθιά την οποία πιθανότατα έχει ερωτευτεί κι ας λέει «νιώθω άδειος» και διάφορες τέτοιες βλακείες. Επίσης, διαβάζω ένα βιβλίο για έναν τύπο που έχει πάθει αμνησία και προσπαθεί να ξαναθυμηθεί τη ζωή του μέσα από τα αποσπάσματα των βιβλίων που έχει διαβάσει, πράγμα το οποίο είναι ενθαρρυντικό για μένα, διότι πρέπει να ξέρετε πως έχω κι εγώ ένα τεράστιο αρχείο με τα βιβλία που έχω διαβάσει, τίτλο, υπόθεση, συγγραφέα και αποσπάσματα, οπότε τώρα ξέρω πως δεν είναι τελείως άχρηστο: αν πάθω αμνησία, έτσι θα ξαναθυμηθώ τη ζωή μου.
Και αυτά είναι, αγαπημένοι μου αναγνώστες, οι δραστηριότητες ενός ανθρώπου που δεν έχει τι να κάνει, διότι από δουλειά γιοκ, που λέμε και στην καθομιλουμένη. Δε θα γκρινιάξω, όμως, όχι, είναι θέμα αρχής (και τέλους). Μπορεί να είμεθα άνεργοι, αλλά άεργοι δε θα γίνουμε ποτέ.
Με αυτά τα δεδομένα, τι λέτε; Μήπως να το κλείσω το μαγαζί, να ησυχάσω κι εγώ κι εσείς και να φτιάξω εκείνο με τις χειροτεχνίες; Ή να κάνω υπομονή κι ο ουρανός θα γίνει πιο γαλανός; Πάω τώρα, γιατί ο Γιάννης θέλει να μιλήσουμε κι αυτό δεν είναι ποτέ καλό, όταν ένα αγόρι θέλει να μιλήσετε, πάντα να ανησυχείς γι’ αυτό που θα ακούσεις. Καλό καλοκαίρι.

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

Εγώ δεν πρόσεξα.


Αμάν, Παναγία μου, δεν αντέχω άλλο, έχει μαυρίσει η ψυχή μου. Προχτές, διάβαζα ένα βιβλίο (το έχω πει εγώ, πως τα βιβλία μου κάνουνε ζημιές, γιατί επιμένω και τα διαβάζω;) κι έπεσα πάνω στη χαράδρα του Μπάμπι Γιαρ, αν την ξέρετε, εννοείτε τι εννοώ, αν όχι, καλύτερα. Εμένα δε μου έφτασε που διάβασα γι’ αυτό το πράμα στο βιβλίο, μου ‘ρθε κι έψαξα και στο διαδίκτυο κι είχα εφιάλτες το βράδυ κι ακόμα έχω. Και σήμερα, 10 Ιουνίου, έπεσα πάνω σ’ ένα κείμενο για το Δίστομο κι αγριεύτηκα πάλι βραδιάτικα. Κι αντί να πάω να κάνω μπάνιο και να γράψω για τη θάλασσα και το καλοκαίρι που μυρίζει πιο μαυλιστικά κι από φρεσκοψημένα κουλουράκια, σκέφτομαι τι τέρατα είμαστε και τι τέρατα, ακόμα χειρότερα, κρύβουμε μέσα μας. Και πως η ανοσία στη βία μας έχει διαποτίσει. Καμιά φορά, φοβάμαι και τον εαυτό μου.
Που ξέρω εγώ με τι ύπουλους μηχανισμούς έχει εισβάλλει το χαστούκι στο χέρι μου κι έχει καταλάβει η μούντζα το μυαλό μου, σαν τους ξενιστές των εξωγήινων που έβλεπα στο X Files και μπαίνανε στη συνείδησή σου και την άλλη μέρα ήσουν ένας ασυγκίνητος καταστροφέας. Που ξέρω εγώ με ποιον κρυφό τρόπο έχω συνηθίσει να βρίζω και να χτυπάω και πότε θα σηκώσω το χέρι μου στο Γιάννη που έβγαλε το Iron Frog πριν από μένα-μετά βέβαια θα σηκώσει κι αυτός το δικό του κι άστα να πάνε, αλλά μπορεί αυτός να μην έχει μολυνθεί από τον ξενιστή της βίας, να έχει ανοσία. Στις ταινίες με ιούς πάντα υπάρχει κάποιος που έχει ανοσία στον ιό και σώζει όποιον είναι να σωθεί.
Εδώ, σε αυτή την ταινία, λέτε να υπάρχει κανείς που να έχει σωθεί από τη βία; Που να μη χειροκροτά ανερυθρίαστα πυροβολούντες, που να μην ξεχνά το «πυκνό σκότος», που να μη ζητά κεφάλια σε πίνακες, που να κλαίει όταν βλέπει θεωρητικά νομοθέτες να πλακώνονται στα χαστούκια; Λέτε να έχει απομείνει κανένας;
Στη Γαλλική Επανάσταση, αφού σφάξανε τους φταίχτες τους, σφάχτηκαν κι αναμετάξυ τους, ώσπου δεν έμεινε ρουθούνι, αλλά αυτοί είχανε και μια δικαιολογία, ήτο επαναστάτες, ιδιότητα εκ φύσεως μοβόρα. Εμείς εδώ; Τι δικαιολογία έχομε διά το να μη φρικάρουμε με τη βία που γεμίζει τις μέρες μας; Οι άλλοι συνελήφθησαν επειδή η Εκκλησία, λέει, δε συμφωνούσε με το θεατρικό έργο που ανεβάζανε. Περίεργα πράματα. Ανατριχιαστικά παρόμοια με κάτι άλλα που έχω στο νου μου.
Διότι έτσι ξεκινάνε αυτά. Πρώτα κλωτσάς ένα γατί στο δρόμο. Μετά βλέπεις να πλακώνονται στα χαστούκια και δε σε νοιάζει ή πλακώνεις κι εσύ όποιον δε συμφωνεί μαζί σου. Και τέλος σφάζεσαι κι ησυχάζεις. Μετά, όλοι ξεχνάνε ό,τι έγινε κι άντε πάλι από την αρχή. Μάλλον είμαστε στην αρχή.
Κι όσο θυμάμαι πως έλεγα ότι ζούμε σε πολύ βαρετή εποχή, όλα τα ενδιαφέροντα γίνανε και τίποτα δεν έχει μείνει για μας. Φάε τώρα, Κατερίνα, τα ενδιαφέροντα στη μάπα. Αλλά, έτσι είναι, πρόσεχε τι εύχεσαι λένε.

Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2012

Τα λεφτά μου όλα δίνω για ένα τανγκό.


Είμαι φριχτά κουρασμένη: όλη τη μέρα βολόδερνα σαν την άδικη κατάρα στη Θεσσαλονίκη, περιμένοντας να ξεκινήσει η συνέλευση των ξεναγών, η οποία τελικά αναβλήθηκε κι εγώ ψιλοτζάμπα κουβαλήθηκα, αν εξαιρέσεις ότι είδα το αδέρφι και τη φίλη μου, και τις ξεναγίνες μου βεβαίως βεβαίως, οι οποίες παρεμπιπτόντως είναι ακριβώς σαν τις ξεναγίνες μου στο νησί, μισότρελες και οπωσδήποτε αδύνατον να συνεννοηθούν μεταξύ τους.
Ωστόσο, αν και κουρασμένη, πρέπει να σας γράψω τις περιπέτειες του σαββατοκύριακου. Επίσης, εξομολογούμαι εδώ πως θέλω κολασμένα να κάνω κι εγώ ένα ιστολόγιο με χειροτεχνίες, όπως όλες οι αμερικανίδες μαμάδες που διαβάζω (οι οποίες αφενός γεννοβολάνε σαν κουνέλες κι αφετέρου ράβουν και δεν ξέρω γω τι άλλο όλη μέρα, πως διάολο τα προλαβαίνουν) αλλά δεν προφταίνω με τίποτα ούτε να τις φτιάξω τις χειροτεχνίες, πόσω μάλλον να τις φωτογραφίσω και να φτιάξω κι άλλο ιστολόγιο. Κάποτε, όμως, θα γίνει κι αυτό. Όπως όλα τα άλλα.
Το σαββατοκύριακο, που λέτε, πήγαμε με μια ομάδα τάνγκο σε ένα θέρετρο εδώ κοντά-διότι, μη νομίζετε πως Ελλάδα είναι μόνο η Κέρκυρα και ομορφιές υπάρχουν μόνο εκεί, έχει κι εδώ μέρη ονειρεμένα. Πήγαμε σε ένα χωριό σκαρφαλωμένο στο βουνό, με απέραντη θέα, πλακόστρωτα δρομάκια και ξύλινα σπιτάκια, τον Παλιό Παντελεήμονα. Υπάρχει κι ο καινούργιος, αλλά, ως γνωστόν, ο παλιός είναι αλλιώς. Εκεί, αφού εγκατασταθήκαμε στον απαραίτητο απ’ την-κορφή-ως-τα-νύχια-ξυλόγλυπτο ξενώνα (περίμενα πως και το καζανάκι θα ήταν ξυλόγλυπτο, αλλά γελάστηκα, ήταν ένα απλό πορσελάνινο καζανάκι), ο οποίος, πέρα από την πλάκα (και την Αφρική, χαχα, πολύ μου αρέσει αυτό, που είσαι, Ρενάτα!), ήταν πανέμορφος και με εξαιρετική εξυπηρέτηση και τον λέγανε «Αγνάντι», τα στοιχεία στη διάθεση των αναγνωστών, πήγαμε για χορό. Και ξαναγυρίσαμε μετά από 48 ώρες. Αλήθεια σας λέω, κόντεψα να το σιχαθώ το τάνγκο, ευτυχώς που ήταν εκεί κάτι συγχορευτές του Γιάννη και πιάναμε καμιά κουβέντα για την Αρχαία Ελλάδα κι έβγαζα τα άχτια μου. Εντάξει, δεν παραπονιέμαι, πέρασα ωραία, αλλά όλοι αυτοί οι τανκέροι, ρε παιδί μου, πολύ σοβαροί είναι, κοντέψανε να πιαστούνε στα χέρια για το tango classicο και το tango nuevo, σου λέει, φοβερές διαφορές. Εγώ δεν καταλαβαίνω και πολύ καλά αυτές τις διαφορές και, κατά την προσφιλή μου συνήθεια, έλεγα ηλίθια αστεία και γελούσα μόνη μου, με αποτέλεσμα να με περάσουν όλοι για χαζή. Αλλά αυτό το έχω συνηθίσει κι άλλωστε, όπως έχω ξαναπεί, μου τη δίνει η σοβαροφάνεια κι η αμετροέπεια, η αλαζονεία κι η εναλλακτικότητα (κανείς πια να μην τρώει κρέας εκεί μέσα, ήμαρτον, ένιωθα σαν λυκάνθρωπος), οπότε έκανα και λίγο τον καραγκιόζη επίτηδες, ώσπου μπήκα στο πετσί του ρόλου.
Στη συνέχεια, κι αφού κουτρουβαλήσαμε από το χωριό του τάνγκο με την υπόσχεση την επόμενη φορά να χορέψουμε ζούμπα, εγώ πήγα για μια ξενάγηση κι ο Γιάννης κοιμήθηκε μέσα στο αυτοκίνητο, έξω από το μουσείο του Δίου, ο γλυκός μου, με πάει, με φέρνει, κουράζεται, αλλά τι να τον κάνω, δεν ήθελε να δει το μουσείο για 86η φορά, βαρέθηκε, λέει. Μετά την ξενάγηση, όπου εγώ αντί για Αλεξάνδρεια είπα Αλεξανδρούπολη, αλλά καθώς έχω το ύφος της αυθεντίας, όλοι το πίστεψαν ότι ο Κτησίβιος ήταν από την Αλεξανδρούπολη (σιγά μην ήταν κι από τα Φιλιατρά), πήγαμε σ’ ένα παραδιπλανό μοναστήρι, αφιερωμένο στην Αγία Κόρη. Τώρα εμένα γιατί μου μπήκε στο μυαλό πως αυτή η Αγία Κόρη είναι η ίδια με την Κόρη, δηλαδή την Περσεφόνη, που λατρευόταν εκεί κοντά και πως αυτή η αγία δεν είναι παρά επιβίωση στο συλλογικό ασυνείδητο της αρχαίας λατρείας; Με δεδομένο πως και την Περσεφόνη την κυνηγούσε ο Πλούτων και την Αγία Κόρη ένας Τούρκος ηγεμόνας, πόσο πιθανό είναι; Ή έχει ξυπνήσει ο Λιακόπουλος μέσα μου και να το προσέξω;
Όπως κι αν έχει, εμείς κατεβήκαμε τα 165 σκαλιά που οδηγούσαν στη σπηλιά και το ναό της Αγίας Κόρης (και, ναι, σωστά μαντέψατε, μετά τα ανεβήκαμε κιόλας), όπου φωτογραφίσαμε τα νερά και τα κεριά, καθώς και μια ομάδα από Ρομ-τσιγγάνους-γύφτους, που προφανώς θεωρούν προσωπική τους προστάτιδα τη συγκεκριμένη αγία. Είχαν κάνει κατάληψη στη σπηλιά-προσκύνημα της αγίας κι έχουν κι ένα περίεργο έθιμο: αφήνουν στα κλαδιά την δέντρων που περιτριγυρίζουν την εκκλησιά κομμάτια από τα ρούχα τους, τσιμπιδάκια, εσώρουχα και μαντίλια, ως τάματα, με αποτέλεσμα το μονοπάτι να μοιάζει με πάγκο λαϊκής στην καλύτερη περίπτωση και με σημείο μαζικής επίθεσης ζόμπι στη χειρότερη. Οι κοπέλες με τα φανταχτερά ρούχα και τα τεράστια μάτια και τ’ αγόρια με τα τατουάζ και τα γυαλιστερά πουκάμισα ενθουσιάστηκαν που ο «μπαλαμός» τους έβγαλε φωτογραφία κι επέμεναν να ανταλλάξουμε κινητά για να τους δώσουμε τις φωτογραφίες. Περίμενα, από στιγμή σε στιγμή, και το Γκλέτσο να βγει να κυνηγήσει την Ερατώ. Αφού κάναμε καινούργιους φίλους και καινούργιους κώλους από τα 165 σκαλιά, γυρίσαμε, φτωχότεροι στην τσέπη, αλλά πλουσιότεροι σε εικόνες. Πάω τώρα να κοιμηθώ και την άλλη φορά, υπόσχομαι, θα σας δείξω χειροτεχνίες.