Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

Ανεξερεύνητη Αθήνα.

Ανανεωθήκαμε, καλοί μου κύριοι, και μοναδική μας διαφήμιση είναι το κατερχόμενο πλήθος εκ των πρανών της Ακροπόλεως, όπου όλες οι φυλές του κόσμου, και περισσότερο δύο συγκεκριμένες αναζητούν την έμπνευση στα αιώνια μνημεία του ανθρωπίνου πνεύματος και ταυτόχρονα αναζητούν λίγη δροσιά, κυνηγώντας τη σκιά του Παρθενώνα γύρω γύρω στην Ακρόπολη, όπως γυρίζει ο ήλιος.
Μαζί τους κι εγώ, μαζί τους κι οι υπόλοιποι ξεναγοί της μαγικής μας χώρας, αναζητούμε την έμπνευση και τη λύτρωση, αναζητούμε το μεροκάματο και την αναγνώριση, αναζητούμε και το φιλοδώρημα, να τα λέμε κι αυτά, α, εδώ λέμε αλήθειες, κυρίες μου και κύριοι, δε θα αποκρύψωμε τίποτα από την ωμή πραγματικότητα του σύγχρονου ξεναγού στην Ελλάδα της κρίσης.
Σας έλειψα; Ξέρω! Κι εμένα! Με κάποιες μικρές αλλαγές, και με κάποιες μεγάλες επίσης, γύρισα στις οθόνες και στις καρδιές σας. Και στην ηπειρωτική Ελλάδα. Για να δούμε.
Η περιπέτεια αυτής της βδομάδας περιλαμβάνει μια οικογένεια από τη Σρι Λάνκα. Ξέρω, γουάτ δε φακ. Σρι Λάνκα, αγαπητοί, η αγορά του μέλλοντος. Το 95% δεν έχει στον ήλιο μοίρα και το 5% έρχεται στην Ελλάδα και παίρνει πριβέ τουρ.
Γονείς, γιος και νύφη. Πολύ συμπαθητικοί, μορφωμένοι, γιατροί άπαντες, γνωρίζουν τα πάντα για την αρχαία ελληνική ιστορία, Δία κλπ τα παίζουν στα δάχτυλα, ενδιαφέρονται, ακούνε, ρωτάνε, όλα ανθηρά. Η νύφη λίγο ψιλοβαριέται γιατί προτιμάει να πάει να ψωνίσει χρυσαφένια στεφάνια στην Πλάκα, αλλά προκειμένου να μην την κακοχαρακτηρίσει η πεθερά της, πνίγει τα χασμουρητά της και τη βαρεμάρα της και ακολουθεί πειθήνια.
Περνοδιαβαίνοντας στο Μοναστηράκι, μοι ρωτάει ο γιος, πως τη λένε εδώ την περιοχή, Monastiraki, απαντώ με την άψογη-μέσα-από-το-Σόχο προφορά μου. Α, μου λέει, είναι αυτή η αμφιλεγόμενη γειτονιά της Αθήνας; Αμφιλεγόμενη, λέω εγώ από μέσα μου και τον κοιτάω, τι να εννοεί άραγε; Βγάζει το κινητό και μου δείχνει, βρήκα, λέει, πολλά άρθρα για μια ενδιαφέρουσα περιοχή της Αθήνας, που είναι, λέει, άβατο.
Εξάρχεια, έλεγε το άρθρο. Συγγνώμη, Exarchia. Να πάτε, έλεγε, να δείτε την πραγματική εικόνα της Αθήνας, πως ζουν οι φοιτητές. Έβαλε τα γέλια η ξεναγός, μην πάτε, κύριέ μου, στα Εξάρχεια, του λέω, έχει κι αλλού φοιτητές, άμα θέλετε.
Αυτοί εκεί στα Εξάρχεια γνωρίζουν πως έχουν γίνει το τελευταίο τρεντ στον εναλλακτικό αστικό τουρισμό;
Βόλτα στα Εξάρχεια. Θα περπατήσετε σε όλους τους αποκλεισμένους δρόμους, θα δείτε από κοντά εποικοδομητικές συναντήσεις των εντόπιων αναρχικών με τις δυνάμεις καταστολής, θα μυρίσετε όλους τους καμένους κάδους, θα παρατηρήσετε την παραδοσιακή φορεσιά του μέσου έλληνα αντιεξουσιαστή, αν ο ξεναγός σας είναι χωμένος, θα μάθετε να φτιάχνετε μολότωφ και θα πάρετε και μία ενθύμιο για τη μακρινή σας χώρα.
Θα γεμίσουν τα Εξάρχεια airbnb και μαγαζάκια με σουβενίρ μινιατούρες κάδους και μολότωφ. Οι ντόπιοι στην αρχή θα βρίζουν τους τουρίστες και μετά θα τους βάζουν οικειοθελώς μέσα στις γιάφκες. Οι μπάτσοι θα ανησυχούν αλλά στο τέλος θα στήνουν Εξάρχεια by night με τους αναρχικούς, με σικέ συγκρούσεις και ψεύτικες φωτιές.
Να η ευκαιρία για την ανάπλαση της περιοχής, να, που παιδεύεστε τι θα γίνει με το άβατο και που θα πάει η κατάσταση. Φέρε τον Αυστραλό και τον Ινδό στα Εξάρχεια, να ησυχάσουν όλοι, μπάτσοι και αντιεξουσιαστές, και οι υπόλοιποι να πεθάνουμε από τα γέλια. Ορίστε, βρήκα τη λύση και το κενό στην αγορά.
Όλα εγώ θα τα σκέφτομαι πχια;


Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

Ο Γιάννης ο φονιάς.

Χτες τεμπέλιασα μέχρι θανάτου.
Θυμάστε που λέγαμε την άλλη φορά για τα ρεζολούσιον του νέου χρόνου; Ένα από αυτά ήταν πως θα ήθελα κάπως έτσι να διαμορφώσω τις μέρες μου: κάθε μέρα να κάνω κάτι χρήσιμο για τη δουλειά μου, κάτι καλό για το σώμα μου, κάτι δημιουργικό και κάτι που να ανατάσσει το πνεύμα μου. Μουαχαχαχαχα.
Ε, χτες, ήταν το ακριβώς αντίθετο. Δεν πειράζει, λέω στον εαυτό μου, εκείνο τον ξινό, λέτε να έχω μια τάση, έτσι, διπλού εαυτού, σχιζοφρένειας, διπολισμού σε ελαφρά μορφή, κάτι τέτοιο; Συχνά, μιλώ με τον εαυτό μου, τον αντιπαθώ και τον κατηγορώ, και ταυτόχρονα τον συμπονώ, τον αγαπώ και τον παρηγορώ. Τρελή; Καθόλου ορθή πολιτικά λέξη, αυτή έχω όμως, και αυτό είναι κι ένα άλλο θέμα, δηλαδή φτάνει πια μ’ αυτή τη δικτατορία των πολιτικά ορθών λέξεων, το ένα είναι προσβλητικό, το άλλο είναι αντικοινωνικό, το τρίτο είναι παρωχημένο, έλεος πια, ο Αριστοφάνης θαρρείτε δεν έβριζε στα έργα του, δεν έλεγε χοντρός, άσχημος, βάρβαρος, τσούλα, δεν ξέρω γω τι; Έλεγε, όλα τα έλεγε, κι άμα άκουγε περί πολιτικά ορθού, στα μούτρα μας θα γελούσε, το θέμα δεν είναι η λέξη που χρησιμοποιείς, όχι πάντα τουλάχιστον, είναι και το συμφραζόμενο, το ύφος σου, αυτό που κρύβεις πίσω από τη λέξη, η μενταλιτέ σου, που λέμε οι γαλλοτραφείς, η νοοτροπία σου, που όσο κι αν την κρύψεις πίσω από στρογγυλεμένους όρους και πολιτικά ορθές λέξεις, θα τη βγάλει τη λαδίλα και τη βρώμα της, σαν τη ζύμη από τα μελομακάρονα που αν βάλεις περισσότερο λάδι, θα ξεχυθεί στο ταψί.
Παναγία μου, πως έφτασα στα μελομακάρονα; Δεν ξέρω.
Εν πάση περιπτώσει, έλεγα το λοιπό ότι χτες τεμπέλιασα μέχρι αηδίας, οπότε σήμερα ήθελα να αναπληρώσω κι εκτός του ότι έχω βάλει μπρος και ανανεώνω κάτι παπούτσια, που κάθονταν άχρηστα, είπα να γράψω και κάτι να ξαλεγράρουμε, άκουγα λοιπόν αυτό το τραγούδι στο ραδιόφωνο, Ο Γιάννης ο φονιάς, το ξέρετε; Του Χατζιδάκι δεν είναι; Και οι στίχοι του Γκάτσου, καλά τα λέω; Δεν είμαι σίγουρη. Τέλος πάντων, το άκουγα, ο Γιάννης ο φονιάς, παιδί μιας Πατρινιάς κι ενός Μεσολογγίτη, και όπως κάθε φορά που το ακούω, αναρωτήθηκα αν κρύβεται κάποια ιστορία πίσω από αυτό το τραγούδι και ποια είναι αυτή.
Ο Γιάννης ο φονιάς, παιδί μιας Πατρινιάς κι ενός Μεσολογγίτη.
Μάνι μάνι, έχουμε εδώ το Γιάννη, που εξαρχής και δίχως καμία πολιτική ορθότητα, μας συστήνεται ως δολοφόνος, μαθαίνουμε και την καταγωγή του, που να μένει άραγε ο Γιάννης, στην Πάτρα; Ή σε κάνα χωριό εκεί κοντά στο Μεσολόγγι; Δεν τον αντιπαθούμε, όμως, καθόλου, μολονότι είναι φονιάς, έτσι δεν είναι;
Προχτές την Κυριακή, μετά τη φυλακή, επέρασ’ απ΄το σπίτι.
Δε θα μιλήσω για το στίχο, την ομηρική οικονομία και την άψογη ρίμα, ας παρακολουθούσατε στα Κείμενα στο σχολείο, αλλά για δες, ρε παιδί μου, την Κυριακή, μετά τη φυλακή, πως λέμε μετά την εκκλησία, τελείως φυσιολογικό, έτσι, μήπως η φυλακή δεν ήταν μόνο για τους κακούς και τους εγκληματίες αλλά καμιά φορά και για τους λεβέντες; Κι ο Γιάννης, με τι θάρρος και τι μούτρα πήγε στο σπίτι αυτό μόλις βγήκε από τη φυλακή; Μπας και ήταν φιλικό, γνωστό σπίτι, που είχε την οικειότητα.
Του βγάλαμε γλυκό, του βγάλαμε και μέντα, μα για το φονικό δεν είπαμε κουβέντα.
Αυτός που διηγείται είναι μέλος της οικογένειας, μιλάει στο πρώτο πληθυντικό. Τι ωραία και κανονική εικόνα, γλυκό και λικεράκι, σχεδόν το βλέπεις μπροστά σου το τυπικό ελληνικό σαλόνι, το μεγάλο τραπέζι, γύρω γύρω καθισμένοι όλοι, σίγουρα με τα καλά τους, κι επάνω στο τραπέζι το γλυκό και το λικέρ. Αλλά για τον ελέφαντα στο δωμάτιο, κουβέντα! Κι αυτή η λέξη. Φονικό. Καταπληκτική λέξη, δυνατή. Εξίσου τυπική ελληνική αντίδραση. Κάνουμε ότι δε συμβαίνει τίποτα. Τρώμε το γλυκό μας και γι’ αυτό που μας καίει όλους, για κάποιο λόγο που ο ποιητής δε μας λέει ή ίσως μας λέει, κουβέντα.
Μονάχα το Φροσί με δάκρυ θαλασσί στα μάτια τα μεγάλα, του φίλησε βουβά τα χέρια τα’ ακριβά και βγήκε από τη σάλα.
Όπα, εδώ ξεκινάει η δράση. Το ταμπλό βιβάν του σαλονιού ζωντάνεψε. Καλά, περιττό να σας πω ότι μέχρι να καταλάβω ότι λέει το Φροσί, είχα ακούσει διάφορα άσχετα, το δροσί (βρέχει, έλεγα), το κρασί(;;;;), διάφορα. Προφανώς, το Φροσί είναι μια κοπέλα, με γαλάζια μάτια, κλαμένη. Πως σε μια φράση ξέρουμε τόσα γι’ αυτή την κοπέλα, αυτή είναι η λογοτεχνία, αγαπημένοι μου. Είναι νέα, γι’ αυτό το όνομά της είναι ουδέτερο ακόμα, κορίτσι, το Φροσί, έχει γαλάζια μάτια, πιθανώς όμορφα, σίγουρα μεγάλα. Και κλαίει, όχι όμως δυνατά, με λυγμούς, κλαίει συγκρατημένα, σα να έχει πάρει την απόφασή της, ένα δάκρυ έχει στα μάτια, δε χτυπιέται, δεν οδύρεται. Γιατί κλαίει; Κάτι θα έχει να κάνει με το Γιάννη το φονιά. Τον αγαπά; Τον μισεί; Μπα. Τον αγαπά μάλλον, αφού του φίλησε τα χέρια, που είναι και ακριβά, πολύτιμα.
Μετά, έφυγε από τη σκηνή. Αποχωρεί. Κι αφήνει τους υπόλοιπους να αναρωτιούνται και να υποφέρουν.
Δεν μπόρεσε κανείς τον πόνο της ν’ αντέξει κι ούτε ένας συγγενής να πει δε βρήκε λέξη.
Κι άλλα στοιχεία για την ιστορία. Είναι πολλοί εκεί μαζεμένοι, διάφοροι συγγενείς, κι όλοι ξέρουν την ιστορία εκτός από εμάς. Πως ο ποιητής φτιάχνει ένα σύμπαν, ξεχωριστό, συμπαγές, κι εμείς το βλέπουμε μεν, αλλά δε μπορούμε να μπούμε, μόνο αντιλαμβανόμαστε τα συναισθήματα. Τόσο μεγάλος πόνος που δεν αντέχεται και κανείς δε μιλάει, τι να πούνε άλλωστε, στις μεγάλες τραγωδίες δε μπορείς να μιλήσεις.
Κι ο Γιάννης ο φονιάς, στην άκρη της γωνιάς, με του καημού τ’ αγκάθι, θυμήθηκε ξανά φεγγάρια μακρινά και τ’ όνειρο που εχάθη.
Και ξαναγυρίζουμε στον άλλο ήρωα της ιστορίας, το φονιά, που είναι τελείως απομονωμένος, όχι απλά στη γωνία, αλλά στην άκρη της γωνιάς, τέλεια απομόνωση, προφανώς ψυχική. Κι έχει κι ένα αγκάθι στην ψυχή, τι είναι αυτό το αγκάθι; Την αγαπά κι αυτός τη Φρόσω; Ε, μάλλον. Κι είχανε και κάτι όνειρα μαζί, που χάθηκαν, κοιτούσαν κάποτε το φεγγάρι μαζί. Ίσως τα είχε ξεχάσει κάποτε όλα αυτά ο Γιάννης, αλλά να που τώρα τα θυμήθηκε ξανά.
Ρε παιδιά, ταινία ολόκληρη φτιάχνεις απ’ αυτό το τραγούδι. Εγώ σκεφτόμουν πως αυτός σκότωσε κάποιον που της είχε κάνει κακό, σ’ αυτήν ή στην οικογένειά της. Τον σκότωσε γιατί την αγαπούσε, ίσως ήταν ήδη αρραβωνιασμένοι; Γι’ αυτό είναι ακριβά τα χέρια του. Μετά όμως μπήκε στη φυλακή, και όλα τέλειωσαν. Αυτή ίσως παντρεύτηκε κάποιον άλλον, πάντως μαζί δεν μπορούν να είναι, ακόμα και για κοινωνικούς λόγους. Του βγάλαμε γλυκό και μέντα του φονιά, δε θα τον κάνουμε και γαμπρό! Τον ευγνωμονούμε μεν που μας απάλλαξε από το σκοτωμένο, αλλά ως εκεί.
Αυτά σκεφτόμουν, κι έλεγα μα πως τα χώρεσε όλα σε δεκαπέντε γραμμές, εδώ εγώ έχω γράψει τρεις σελίδες. Είναι σα να βλέπεις θέατρο, αυτά τα βαριά, λιτά θεατρικά, που με μια καρέκλα κι ένα τραπέζι ξεδιπλώνουν ζωές. Κι η αυλαία πέφτει, με το φονιά σκυφτό στη γωνιά, να αναλογίζεται τα περασμένα, ίσως να αναρωτιέται, μήπως απλά έπρεπε να πάρει το Φροσί και να φύγουν.
Μετά από όλα αυτά, έψαξα λίγο στο ιντερνέτ και βρήκα ότι υπάρχουν διάφορες εκδοχές σχετικά με την ταυτότητα του φονιά. Η επικρατούσα, ή τουλάχιστον αυτή που βρήκα εγώ, αν εσείς ξέρετε κάτι άλλο, πείτε το, λέει πως ο Γιάννης πήρε πάνω του τη δολοφονία που έκανε ο αδερφός του. Το φονικό έγινε για λόγους τιμής, αλλά ο αδερφός είχε 4 παιδιά και ο Γιάννης πήρε την ευθύνη για να μη μείνουν ορφανά τα παιδιά. Μπήκε το λοιπό στη φυλακή, αλλά μετά δε μπορούσε απλά να συνεχίσει τη ζωή του, μολονότι προφανώς το Φροσί δεν θα είχε κανένα πρόβλημα, αλλά εξίσου προφανώς η κοινωνία της εποχής θα είχε πολλά προβλήματα και δεν τα έβαζες έτσι εύκολα με την κοινωνία εκείνης της εποχής.
Λοιπόν αυτά, με το Γιάννη το φονιά. Ξαλεγράραμε, έτσι; Με συμπαθάτε, αλλά θα έσκαγα αν δεν τα έλεγα, εντάξει, αυτό μου συμβαίνει συνήθως. Πάω να αποτελειώσω εκείνα τα παπούτσια.

Σας αγαπώ και μου λείπετε όλοι, κι εσείς και τα μωρά σας.

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Ρεζολούσιον.

Τέταρτη μέρα του καινούργιου χρόνου και τουλάχιστον έχω κρατήσει ένα ρεζολούσιον για το νέο έτος: πήγα για τρέξιμο. Τι καταναγκασμός κι αυτά τα ρεζολούσιον και οι στόχοι, δε με παρατάτε, βαριέμαι να έχω στόχους, γίνεται να ζω απλώς; Δε γίνεται, στο λέω εγώ, απαντά ο άλλος μου εαυτός, ψυχαναγκαστικός, καταναγκαστικός, ξινός και τυπολάτρης, και με σκουντάει το πρωί στις έξι, ξύπνα, μαρή, να πας να τρέξεις, έχεις δυο βδομάδες να τρέξεις, μου θες και μαραθώνιο, έφαγες τη μισή βασιλόπιτα μόνη σου και θα την ξανάτρωγες άνετα, ξύπνα, λέμε, πέρασε η ώρα! Και ξυπνάω η έρμη, έρμαιο του άλλου μου εαυτού και πάω και τρέχω γύρω γύρω στο γήπεδο, σαν το χαμστεράκι, φυσάω συννεφάκια από την ανάσα μου στον κρύο αέρα, νιώθω όλους τους μυς να κουνιούνται, να τεντώνονται, νιώθω το αίμα να κυλάει, τον ιδρώτα να τρέχει στην πλάτη και νιώθω ζωντανή και καταλαβαίνω γιατί σηκώνομαι αχάραγα να πάω να τρέξω. Γιατί έτσι νιώθω ζωντανή. Γιατί άμα δε βρεις έναν τρόπο να νιώθεις ζωντανός, τι νόημα έχει;
Λαϊκή απαίτηση με ξανάφερε εδώ, αγαπημένοι μου, να αντιμετωπίσω τη λευκή σελίδα και να αποδείξω πως δε λειτουργούν μόνο των ποδιών μου οι μυς, αλλά και των δαχτύλων. Ελπίζω το νέο έτος να σας έχει βρει καλά και οι ζωές σας να κυλούν αν μη τι άλλο, ανεκτά. Ε, που φτάσαμε, Παναγιά μου, να είναι ευχή το ανεκτά, ε, όχι, το λοιπό, ελπίζω οι ζωές σας να κυλούν εκστατικά ευτυχισμένες, που έλεγε κι εκείνη η άλλη, φίλοι μου.
Η δική μου ζωή κυλάει ως συνήθως: εντελώς ανώμαλα. Δε βαριέσαι. Πέτρα που κυλά ποτέ δε χορταριάζει. Προς το παρόν, περπατάω στην Αθήνα, μπαινοβγαίνω ορμητικά στο μετρό, μετράω τα χιλιόμετρά μου, μαλώνω με την Ούρσουλα και συνηθίζω το καινούργιο σπίτι.
Θα σας γράψω σήμερα για τα βιβλία που διάβασα τον περασμένο χρόνο, θα έλεγε κανείς ότι τα βιβλία είναι το μόνο που μας έχει απομείνει, αλλά όχι, έχουμε ακόμα πολλά να υπερασπιστούμε. Με περηφάνια μου βλέπω ότι διάβασα 41 βιβλία το χρόνο που μας πέρασε, καλά, μην τρελαίνεστε, είχα και 2 οχτάωρα στο καράβι και κάτι τρένα κλπ, άρα βγαίνει άνετα, μη νομίζετε. Δεν ξέρω ποιο να διαλέξω, θα βγάλω τρία κορυφαία, με πόνο ψυχής, τα υπόλοιπα θα κλαίνε.
Ε, λοιπόν, το καλύτερο βιβλίο που διάβασα φέτος νομίζω πως ήταν η Υποταγή, του Μισέλ Ουελμπέκ. Το βιβλίο μιλάει για ένα μέλλον ευρωπαϊκό, όπου η Γαλλία αποκτά νομίμως εκλεγμένο μουσουλμάνο πρόεδρο και ενώ όλα μένουν ίδια, όλα αλλάζουν, υπογείως, μαλακά, αβίαστα, ανύποπτα, αμείλικτα. Ο κεντρικός ήρωας, καθηγητής πανεπιστημίου, περιφέρεται ασκόπως στο Παρίσι, εν τω μέσω της γαλλικής διανόησης και της πνευματικής ελίτ, η οποία ωστόσο χάνει κάθε μάχη, πιεζόμενη από τη μουσουλμανική κοινότητα, με όλους τους συγκεκριμένους κανόνες. Στο τέλος, ο καθηγητής, σας λέω το τέλος, γιατί το θέμα δεν είναι τι γίνεται στο τέλος, παρά τι γίνεται στην κοινωνία και την ψυχή του ήρωα, στο τέλος, λοιπόν, αυτός υποκύπτει, γίνεται μουσουλμάνος, δέχεται τρεις συζύγους και κρατάει την έδρα του. Δε θέλω να με παρεξηγήσετε. Το βιβλίο, και αυτό είναι η τέχνη του συγγραφέα, δεν παίρνει θέση. Δε λέει, ήρθαν οι μουσουλμάνοι και τα διέλυσαν όλα, ούτε λέει ήρθε το Ισλάμ και μας έσωσε από τη ματαιότητα του κόσμου. Το βιβλίο απλά περιγράφει μια πιθανότητα, με μεγάλη αληθοφάνεια και ηρεμία και προσπαθεί να προβλέψει την αντίδραση της κοινωνίας. Εξαιρετικά ενδιαφέρον και τώρα ακόμα περισσότερο. Οπωσδήποτε να το διαβάσετε.
Ένα άλλο βιβλίο που διάβασα και με συγκλόνισε ήταν η Πατρική κληρονομιά, του Φίλιπ Ροθ. Αυτοβιογραφικό, μιλάει για την περίοδο της ασθένειας του πατέρα του συγγραφέα και τελικά για το θάνατό του. Συγγραφικά, το φοβερό είναι πως καταφέρνει να απομονώσει το γεγονός. Η αρρώστια κράτησε κοντά δυο χρόνια και φυσικά, μέσα σε αυτό το διάστημα πολλά άλλα συνέβησαν στη ζωή του Ροθ, αυτός όμως περιγράφει αποκλειστικά και μόνο την ασθένεια του μπαμπά του και τα συναισθήματα που του γεννούσε και τις αλλαγές που επέφερε. Αυτό δεν είναι και τόσο εύκολο, πόσες φορές μια απλή ιστορία διηγούμαστε και απεραντολογούμε, πόσω μάλλον όταν πρόκειται για ένα βιβλίο. Συναισθηματικά, εντάξει, ο τύπος μιλάει για το θάνατο του πατέρα του, υπάρχει καμία περίπτωση να μην ταυτιστείς, έστω κι αν δεν είσαι άντρας, Αμερικάνος, Εβραίος; Όχι. Δεν υπάρχει. Βιβλίο διαμάντι, υπόδειγμα συγγραφικής τέχνης, γλώσσα πραγματικά άψογη, κι έτσι αντιλαμβάνεσαι γιατί κάποιοι συγγραφείς θεωρούνται κορυφαίοι.
Και το τρίτο βιβλίο της χρονιάς, ω της έκπληξης, δεν είναι Χαρούκι. Είναι ένας Αφρικάνος, ο Τσιγκόζιε Ομπιόμα και Οι ψαράδες του. Μια αφρικανική οικογένεια υποφέρει μέχρι θανάτου, στην κυριολεξία, λόγω μιας ανόητης προφητείας που ξεστομίζει ο τρελός του χωριού. Τα αδέρφια σφάζονται αναμετάξυ τους και η οικογένεια, από την ευμάρεια, την όμορφη καθημερινότητα και την αγάπη, κυλιέται στη φτώχεια, την κοινωνική απαξίωση και το ανεξήγητο μίσος. Δεν ξέρω ποιο είναι ακριβώς το θέμα αυτού του βιβλίου, η δεισιδαιμονία, η αμορφωσιά, η ευπιστία της κλειστής χωριάτικης κοινωνίας, τόσο όμοιας με την ελληνική; Το πόσο εύθραυστες και απροστάτευτες είναι τελικά οι σχέσεις των ανθρώπων; Το τυχαίο που κυριαρχεί στις ζωές μας; Η ευκολία με την οποία αφηνόμαστε στο κακό; Ότι κι αν είναι, περιγράφεται πολύ ωραία, μέσα στη σκόνη και τη ζέστη του μικρού αφρικάνικου χωριού.
Για άλλη μια φορά, τα βιβλία με οδήγησαν εδώ. Ελπίζω φέτος να διαβάσω άλλα τόσα και να βρω πολλές ωραίες σελίδες να με συντροφέψουν στα τρεξίματά μου γύρω από το στάδιο. Ελπίζω κι εσείς, αγαπημένοι μου, να μη με έχετε ξεχάσει τελείως και να βρείτε κι εσείς ωραίες σελίδες στο βιβλίο σας.

Σας αγαπώ και μου λείπετε όλοι, κι εσείς και τα μωρά σας. 

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

Τσουνάμι.

Την είχα ξαναδεί αυτή την εικόνα. Μάρτυς μου ο θεός, κάπου την είχα ξαναδεί, στον ύπνο μου, στον ξύπνιο μου, στο σινεμά, δεν ξέρω.
Αλλά ήταν εκεί, στην αποθήκη της μνήμης μου. Μια κοπέλα στεκόταν ακουμπισμένη στο πεζούλι, ελαφρά είχε σκύψει μπροστά, χαλαρωμένη. Προφανώς ακουμπούσε το σαγόνι της στα χέρια της, οι αγκώνες ρουφούσαν τη ζεστασιά της πέτρας, η μέση είχε αφεθεί. Τα μαλλιά της, μαύρα και γυαλιστερά, κοράκια πετούσαν στον αέρα. Κοιτούσε την καλντέρα. Όπως εκατομμύρια άνθρωποι, ήταν απορροφημένη εκεί, σ’ αυτό το μπλε και σ’ εκείνα τα νησιά που μαυρολογάνε. Το κεφάλι της είχε γυρίσει λίγο προς τα δεξιά, γιατί προς τα εκεί έπεφτε ο ήλιος κι έβλεπα μια ιδέα από την κατατομή του θαύματος.
Αυτή η μύτη ήταν αξέχαστη, αυτά τα μαλλιά κι αυτή η φιγούρα. Προς στιγμήν, πάγωσα λίγο, γιατί μου πέρασε από το μυαλό πως ήταν μια κοπέλα από το παρελθόν ενός φίλου, αλλά γρήγορα γέλασα με τον εαυτό μου, διότι η κοπέλα εκείνη είχε χαθεί εδώ και αιώνες (συναισθηματικούς) στον ωκεανό που παρέσυρε τη ζωή εκείνου του φίλου μου.
Γύρισα και μπήκα στη ρεσεψιόν, χτυπούσε το τηλέφωνο, Σεπτέμβρη μήνα στην πιο διάσημη βραχονησίδα του κόσμου δεν αγνοείς το τηλέφωνο. Το σήκωσα και ετοιμάστηκα να ακούσω πάλι κάποια από τις εξωφρενικές απαιτήσεις των Ινδών της δεύτερης σουίτας, αυτοί οι άνθρωποι πραγματικά πίστευαν ή πως τους ανήκει ο κόσμος ή πως ήμουν παντοδύναμος. Δεν είχα ακόμα αποφασίσει τι από τα δύο συνέβαινε.
Ολόκληρη την υπόλοιπη μέρα την πέρασα καρφωμένος στην καρέκλα του παλιού μου αφεντικού, απαντώντας σε τηλεφωνήματα και μοιράζοντας πληροφορίες και εξυπηρετήσεις. Ξέχασα την εικόνα που είχα δει το πρωί, λίγο μόνο αναρωτήθηκα αν η κοπέλα έμενε στο ξενοδοχείο μας, αλλά δεν την ξαναείδα και, μέσα στον ορυμαγδό της μέρας, έφυγε πάλι από τη μνήμη μου.
Γενικώς, τα τελευταία 4 χρόνια, από τη στιγμή που ο κύριος Κώστας αποσύρθηκε και άφησε το ξενοδοχείο ολοκληρωτικά στα χέρια μου, σχεδόν τα πάντα φεύγουν από τη μνήμη μου, είναι τόσο απαιτητική αυτή η δουλειά, που δε σου μένει χρόνος όχι να σκεφτείς, ούτε να κοιτάξεις την καλντέρα, καμιά φορά λέω θα γυρίσω το κεφάλι μου, θα έχει ξεφυτρώσει κάνα καινούργιο νησί κι εγώ χαμπάρι δε θα έχω πάρει.
Και τώρα δηλαδή, που κάθομαι εδώ και αναπολώ όλα αυτά, καταχρώμαι την υπομονή της νύχτας, κανονικά πρέπει να πάω να πέσω, αλλά, όχι, εγώ κάθομαι ξύπνιος, πτώμα, έχω σβήσει τα φώτα, μη με δει κανένας πελάτης και του έρθει να με ρωτήσει αν θα έχει ηλιοβασίλεμα αύριο, και σκέφτομαι την εικόνα αυτή που είδα το πρωί, σκέφτομαι τη ζωή μου και τη ζωή του φίλου μου και φοβάμαι πως άλλο ένα κύμα έρχεται και που θα μας πάει.

Ξέρετε, όταν ζεις στη Σαντορίνη, σκέφτεσαι συχνά τα κύματα και τις εκρήξεις. 

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

Το βιβλίο των ηρώων του τρόμου (όχι, όχι, το τραγούδι το λέει).

Ποιος να ξέρει πόσοι έχετε απομείνει εδώ, εγώ πάντως εξαφανίστηκα, η σεζό στη Σαντορίνη είναι βαριά καλογερική, κι ειδικά φέτος όλοι περνάμε δύσκολα, κόσμο δεν έχει, ζέστη έχει, γκρίνια έχει, δεν ξέρω που θα μας βγάλει αυτό το πράμα, πιθανότατα πουθενά. Ο Λευτέρης, ο οδηγός μου, περνάμε δίπλα από την καλντέρα και λέει, σκάσε, ευλογημένο, σκάσε, απευθυνόμενος στο ηφαίστειο, να καθαρίσει ο τόπος, όλοι οι μαστούρηδοι, συνεχίζει, εδώ έχουν μαζευτεί. Δεν έχει και τελείως άδικο, να τα λέμε κι αυτά. Πριν σας πω γιατί εμφανίστηκα σαν το δράκουλα, μέσα από τα ερέβη της λήθης και την αχλή του παρελθόντος (το ‘χω ακόμα όμως, ακόμα το ‘χω, έτσι), θα μεταφέρω εδώ μια παρατήρηση για το νησί των αιώνιων διακοπών: όντως, υπάρχει μια αύξηση, ανησυχητική ή όχι, δεν είμαι εγώ αυτή που θα το κρίνω αυτό, αναρχοαυτόνομων στο νησί, ράστα, μπίρκενστοκ, μπακ πακ, σαλβάρια και όχι-σουτιέν έρχονται να αντιπαρατεθούν ως αντίπαλο δέος στα μούσια, τα τατουάζ, τα μούσκουλα και τα γυαλιστερά στήθη. Ο λαός ανυπεράσπιστος παρακολουθεί την προαιώνια μάχη ανάμεσα στους γυαλιστερούς και τους αναρχοαυτόνομους, ενώ ο χειμώνας έρχεται, ακόμα και στη Σαντορίνη, και οι Nightwalkers αναδύονται από το Two Brothers και το Highlander.
Μετά από το γνωστό παραλήρημα, λοιπόν, εδώ, κοιτάξτε να δείτε τώρα τι γίνεται. Γενικώς, από τη ζωή είμαι όχι ακριβώς απογοητευμένη, αλλά κάτι μου φταίει, κάτι μου λείπει, κάτι μου τη σπάει, κάτι. Αποφάσισα, για να βρω κάποιο νόημα στη ζωή, που φυσικά δεν έχει, κανένα απολύτως, αλλά όλοι υποκρινόμαστε ότι έχει, να γράψω ένα βιβλίο. Ο μοναδικός τρόπος να κρατήσω την απόφασή μου και να γράψω το βιβλίο, κάτι που πάντα ήθελα και που ήθελε κι ο υπόλοιπος κόσμος, απλά δεν το ξέρει ακόμα, είναι να εκτεθώ. Σε γενικές γραμμές, όταν εκτίθεσαι, μετά πρέπει να κάνεις αυτό που είπες ότι θα κάνεις, να, δείτε για παράδειγμα, την Αγγλία, μου πες θα φύγω χτες το βράδυ ξαφνικά, απλώς κουράστηκα, δε φταίω για όλα αυτά, και τώρα να τα κλάματα μες στο ευρωκοινοβούλιο, όχι, μανταμίτσα, μου πες θα φύγω και θα φύγεις, εξετέθης, τέλος. Έτσι κι εγώ, εδώ σας το λέω, θα γράψω το βιβλίο, βασικά, εδώ λέω να το γράφω σιγά σιγά, να σας λέω την ιστορία, κι αν κάτι δε σας αρέσει, να μου το λέτε, να το συζητάμε, κάνουμε κι ένα δημοψήφισμα, πολιτισμένοι άνθρωποι είμαστε. Κι άμα τεμπελιάζω, να μου φωνάζετε.
Έτσι λέω να ξεκινήσω το βιβλίο μου, κι αν θέλετε να το διαβάζετε όσο γεννιέται, εδώ, καλώς, αν βαριέστε, θα το δεχτώ, αλλά εγώ πάντως θα το γράψω, τι να σας πω, δε γνωρίζω αν θα εκδοθεί ποτέ, για να δούμε, είμαι κι εγώ περίεργη, αλλά η ιστορία είναι εδώ, κάμποση μες στο μυαλό μου και αρκετή σε ένα σημειωματάριο Moleskine, απ’ αυτά που έγραφε ο Χέμινγουεϊ, μου το χάρισε η Μαρίνα τα Χριστούγεννα και είπα να το χρησιμοποιήσω έτσι. Κι όταν η ιστορία είναι εδώ, θα έρθουν και τα υπόλοιπα σιγά σιγά.

Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε, κι εσείς και τα μωρά σας.

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2016

Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα βάγια.

Σήμερα, η ανιψιά μου, που είναι πια 4 χρονών, το χρυσούλι μου, θα βγει να τραγουδήσει το Λάζαρο.
Το είχατε εσείς αυτό το έθιμο στα μέρη σας;
Στη Λαμία ήταν πολύ πολύ σημαντικό. Την Παρασκευή πριν το Σάββατο του Λαζάρου, τα κοριτσάκια κάθε ηλικίας, μέχρι και τα 14-15 περίπου, μετά μεγαλώσαμε, θελήσαμε να βάλουμε κραγιόν και να πάρουμε τσάντα, που έλεγε κι η μαμά της Στέλλας, βγαίνανε στους δρόμους, κρατώντας ένα ψάθινο καλαθάκι στολισμένο με βιολέτες και λουλούδια γενικώς και πηγαίνανε από σπίτι σε σπίτι, σε γνωστούς και φίλους, αλλά και σε άγνωστα σπίτια, και τραγουδούσαν το τραγούδι του Λαζάρου.
Έψαξα να το βρω, αλλά το μόνο που βρίσκω είναι ένα άσχετο τραγουδάκι.
Αυτό που λέγαμε εμείς στη Λαμία, δε μπορώ, ευτυχώς για όλους σας, να το τραγουδήσω, αλλά οι στίχοι έλεγαν:
Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα βάγια,
ήρθαν κι άγρυπνες οι κορασίδες,
κορασίδες μου, σταυροσταθείτε
για ν’ ακούσετε Λαζάρου πάθη.
Που ‘σαι, Λάζαρε, που ‘σαι, αδελφέ μου,
που ‘σαι, τρίκλωνε βασιλικέ μου;
Μέρες τέσσερις ήμουν στον Άδη,
μέσα στο βαθύ, βαθύ σκοτάδι,
να ‘μουν λεμονιά, να ‘μουν λεμόνι,
να με φύτευαν σε περιβόλι,
να με πότιζαν λίγο νεράκι,
που ‘ν’ το στόμα μου σαν το βαμβάκι.
Ίσως να έχει κι άλλους στίχους και να μην τους ξέρω ή να μην τους θυμάμαι.
Το καλαθάκι μας το στόλιζε η μαμά από το προηγούμενο βράδυ κι ακόμα θυμάμαι τη μυρωδιά και τη δροσεράδα των λουλουδιών που έφερνε η μαμά μου το μεσημέρι και τα έβγαζε στο μπαλκόνι, μέσα σε μια λεκάνη με νερό, για να τα περάσουμε αργότερα ένα ένα σε κλωστή και να τα τυλίξουμε γύρω στο καλάθι. Το καλαθάκι μου έμενε έξω όλη τη νύχτα και το πρωί ήταν δροσερό και φρέσκο, μυρωδάτο και χρωματιστό.
Σχολείο δεν πήγαινε κανένα κορίτσι εκείνη τη μέρα! Φορούσα τα καλά μου, φορτωνόμουν το καλάθι και πήγαινα. Στα σπίτια που τραγουδούσαμε, μας κερνούσαν, κουλούρια πασχαλινά, αυγά, τσουρέκια, γλυκά, λεφτά πιο σπάνια τω καιρώ εκείνω.
Δεν είχα πιο μεγάλη χαρά το Πάσχα. Λάτρευα τα λουλούδια, τα ρούχα μου, το τραγούδι, τα γλυκά. Νομίζω πως κατά βάθος γιόρταζα την άνοιξη και τη ζωή και την παδικότητά μου, είναι από αυτά τα πράγματα που κάνεις με μεγάλη σοβαρότητα, χωρίς να το καταλαβαίνεις εκείνη τη στιγμή και που μετά αποτελούν μικρά μικρά τουβλάκια πραγματικότητας, μέσα στον ορυμαγδό.
Μου έστειλε χτες η αδερφή μου τη φωτογραφία από το καλάθι της Εμμανουέλλας και τα θυμήθηκα όλα αυτά κι είπα να σας τα πω, γι’ αυτό και το μικρό μάθημα λαογραφίας. Εδώ στη βραχονησίδα, όπου το παρελθόν και την παράδοση τα έχουν καταπιεί ανεπιστρεπτί τα ξενοδοχεία της καλντέρας, αυτή η φωτογραφία ήταν όαση.
Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε, κι εσείς και τα μωρά σας.


Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

Ξεναγός σημαίνει φως, αλήθεια, μην κοροϊδεύετε, ρε.

Σήμερα είναι η Παγκόσμια Ημέρα Ξεναγού, 21 Φεβρουαρίου, και γιατί οι ξεναγοί να μην έχουν μια παγκόσμια ημέρα, εδώ ο πάσα πικραμένος σ’ αυτόν τον κόσμο έχει παγκόσμια ημέρα, οι ξεναγοί θα μείνουν άνευ, βέβαια, σοφά τοποθετημένη μέσα στο χρόνο η Παγκόσμια Ημέρα Ξεναγού, μέσα στο Φλεβάρη, τον πιο νεκρό μήνα από άποψη δουλειάς, απλά δεν κάνεις τίποτα, ξεναγός σίγουρα το σκέφτηκε αυτό. Αδύνατον να εορταστεί άλλη στιγμή του χρόνου, Μάιο, ας πούμε ή έστω Οκτώβριο, τον Οκτώβριο έχει Γάλλους, μόνο μία ξεναγός που ξέρω, ανώμαλη, παντρεύεται Σεπτέμβριο και βαφτίζει το παιδί της Ιούνιο, μέσα στη σεζόν, να μη μπορεί κανείς να πάει, όλοι οι υπόλοιποι τα κάνουν αυτά το χειμώνα. Έτσι και η Παγκόσμια Ημέρα Ξεναγού, χειμωνιάτικη.
Πρέπει να ξέρετε πως είχα ήδη γράψει δύο κείμενα, για να μη λέτε ότι δε γράφω, αλλά δε μπορούσα να αφήσω την Παγκόσμια Ημέρα Ξεναγού ασχολίαστη.
Με την ευκαιρία αυτή, το λοιπό, θα σας μιλήσω λίγο γι’ αυτό το επάγγελμα, διότι πολλοί νομίζουν, για αρχή, πως δεν είναι επάγγελμα. Εγώ όταν λέω πως είμαι ξεναγός, τις σπάνιες φορές που δεν περιτριγυρίζομαι από ξεναγούς, μου απαντάνε, α, ωραία, και πως ζεις; Ακόμα και τα γλυκούλια πελατάκια δεν πιστεύουν πως είναι κύρια επαγγελματική δραστηριότητα, πως είναι ένα χόμπι, ίσως; Μια διαστροφή; Μια γενετική ανωμαλία που μας έσπρωξε να περνάμε έτσι τα καλοκαίρια μας; Ποιος να ξέρει.
Βασικά, κανείς δεν πιστεύει ότι ο ξεναγός είναι κανονικό επάγγελμα κυρίως γιατί οι κανονικοί ξεναγοί είμαστε λίγο λίγοι, οι περισσότεροι υποκρίνονται πως είναι ξεναγοί ενώ δεν είναι (δεν έχουν, για παράδειγμα, άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, νταξ, λεπτομέρειες φυσικά, ή έχουν πάρει σύνταξη οπότε δεν είναι πια ξεναγοί, αχ, αυτή η γλώσσα μας, πόσες δυνατότητες, μια μικρούλα λεξούλα, πια, τόσες συνέπειες, δεν είναι πια ξεναγοί, ενώ άλλοι είναι ακόμα και πόσα άλλα που δε χωράνε σε μια παρένθεση), με αποτέλεσμα να πληρώνονται λίγο λιγότερο απ’ όσο θα έπρεπε για τη δουλειά αυτή και να πρέπει να κάνουν κι ακόμα μία δουλειά για να επιβιώσουν. Έτσι, πολλοί που συστήνονται ως ξεναγοί λένε το καλοκαίρι είμαι ξεναγός, το χειμώνα είμαι κάτι άλλο και ο κόσμος νομίζει πως το να είσαι ξεναγός είναι καλοκαιρινή ενασχόληση.
Ξεναγός είσαι όλο το χρόνο, έτσι, ας το διευκρινίσουμε αυτό, once and for all, που λέμε και στο χωριό μου. Με συμπαθάτε για τις αγγλικούρες που πετάω, αλλά μας το λέγανε κι εμάς όταν ήμασταν στη σχολή και τους λοιδορούσαμε, συνηθίζεις τόσο πολύ να μιλάς την ξένη γλώσσα που σου φεύγουν χωρίς να το θέλεις (οι αγγλικούρες, έτσι;). Οπότε, μια μεγάλη παρεξήγηση λύθηκε. Υπάρχουν οι κανονικοί ξεναγοί και οι συνοδοί, όπως τους λέμε εμείς στην αργκό του επαγγέλματος, που δεν είναι ξεναγοί, απλά έτυχε να μιλάνε μια ξένη γλώσσα. Για να τους ξεχωρίσετε, να ξέρετε πως οι ξεναγοί φοράμε στο λαιμό μας κρεμασμένα (τώρα μου έρχονται σκηνές από το Game of Thrones, και δεν είναι ταιριαστό, αλλά τι να κάνω) τα καρτελάκια μας που γράφουν ξεναγός με ευδιάκριτα γράμματα και όχι μόνο το όνομά μας.
Βέβαια, ένα άλλο χαρακτηριστικό των ξεναγών, εκτός από το ότι είναι κανονικό επάγγελμα, είναι πως είναι δυνατός κλάδος, συνδικαλιστικά, πάλι γιατί είναι σχετικά λίγοι. Το οποίο, βέβαια, η Παναγιά μαζί μας, δε μας εμποδίζει από το να μη μπορούμε να συνεννοηθούμε μεταξύ μας ούτε για τα βασικά και μια συνέλευση ξεναγών εμένα προσωπικά μου θυμίζει συνάθροιση των Ντοθράκι. Μόνο τα άλογα μας λείπουν.
Για παράδειγμα, στη Σαντορίνη, όπου δουλεύω εγώ, να ‘μαστε πόσοι; Καμιά σαρανταριά ξεναγοί, παραπάνω δεν είμαστε (είναι αυτό που λέγανε παλιά για τις διαδηλώσεις του ΣΥΡΙΖΑ, αραία αραία να φαινόμαστε καμια σαρανταρέα, παλιά, έτσι, όχι τώρα), και να είναι και καμιά 240 συνοδοί; Τόσοι, παραπάνω δεν είναι. Ε, λοιπό, αυτοί οι σαράντα ξεναγοί δεν έχουμε καταφέρει να φτιάξουμε ένα σύλλογο, μια ομάδα, να έχουμε μια κοινή αντιμετώπιση και μια ομόνοια όταν μιλάμε με συνεργάτες. Όχι.
Ο καθένας τραβάει το δικό του κουπί. Υπάρχει, λέει, ο σύλλογος της Κρήτης, μα είναι ποτέ δυνατόν, η Σαντορίνη, ο πιο γνωστός προορισμός της Ελλάδας, η μεγαλύτερη σεζόν, τα περισσότερα κρουαζιερόπλοια, να μην έχει σύλλογο ξεναγών; Συγγνώμη, εκνευρίζομαι και δεν πρέπει. Αντ’ αυτού, συγκεκριμένα στη Σαντορίνη, καθόμαστε οι σαράντα ξεναγοί και κοιτάμε τους 240 συνοδούς να αλωνίζουν στο λιμάνι, σε λίγο θα κάνουν αυτοί σύλλογο, να μου το θυμηθείτε.
Πέρα απ’ όλα αυτά τα πεζά και ομολογουμένως δυσάρεστα και όχι εύκολα διαχειρίσιμα ζητήματα, που ίσως να μην είχαν θέση εδώ, αλλά εγώ ήθελα να τα πω και τα είπα, το επάγγελμα του ξεναγού είναι ένα πολύ ευχάριστο και ενδιαφέρον επάγγελμα που κάθε μέρα σε προκαλεί να ακονίσεις την υπομονή σου, βασικά. Οι περισσότεροι ξεναγοί, για κάποιο λόγο, θαρρούνε πως είμαστε ο πυλώνας του κόσμου, μισό σκαλί κάτω από τους πρέσβεις της UNESCO.
Η πραγματικότητα είναι πως είμαστε μισό σκαλί κάτω από τον οδηγό του λεωφορείου. Δύσκολο να το παραδεχτείς, εύκολο να το δεις να συμβαίνει.
Φυσικά, πρέπει να διαβάσουμε πολύ, φυσικά πρέπει να ξέρουμε πολλά και να μπορούμε να απαντήσουμε σε κάθε πιθανή και απίθανη ερώτηση, αλλά αυτό γίνεται, και με λίγη φαντασία γίνεται, μη νομίζετε. Το μεγαλύτερο κομμάτι της δουλειάς, όμως, είναι η διαχείριση των ανθρώπων. Πολλές φορές μπερδευόμαστε και νομίζουμε πως εμείς είμαστε το κέντρο του κόσμου, όχι, όμως, το κέντρο του κόσμου κανονικά θα έπρεπε να είναι αυτοί, που ήρθανε από την άλλη άκρη του κόσμου κι έδωσαν τα ωραία τους λεφτάκια για να δούνε την όμορφη χώρα μας. Υπομονή, λοιπόν, μόνο υπομονή. Και, αγάπη μόνο. Το δύσκολο δεν είναι να μάθεις τις λέξεις στην ξένη γλώσσα, το δύσκολο είναι να λες τις ιστορίες σου και να τους κάνεις να περνάνε όμορφα. Όταν μου λένε πωπω, πόσα πολλά ξέρεις, δε χαίρομαι τόσο όσο όταν μου λένε, πωπω, τι όμορφα τα λες. Και το καλύτερο πράμα που έχω ακούσει, γιατί, να ‘ναι καλά τα γλυκούλια μου, έχω ακούσει πολλά καλά, είναι από ένα ζευγάρι που μου είπανε πως έκανα το μήνα του μέλιτος ακόμα πιο αξέχαστο. Σημειωτέον, παρακαλώ, πως τη μέρα που είχα αυτό το ζευγάρι στο γκρουπ, μιλώντας εγώ κάποια στιγμή στο μικρόφωνο δε μπόρεσα δυστυχώς να συγκρατηθώ και ρεύτηκα. Στο μικρόφωνο. Νομίζω πως ακόμα γελάνε. Ε, βέβαια, πώς να με ξεχάσουν μετά;
Τελοσπάντων, όπως όλοι οι ξεναγοί, έχω άπειρες ιστορίες να διηγηθώ, ας μην τις πω όλες τώρα, θα γράψω ένα βιβλίο κάποτε. Προς το παρόν, θα συμμαζευτώ να τελειώσω γιατί μπορεί, τώρα μόλις μου πέρασε από το μυαλό αυτή η σκέψη, να μη σας νοιάζουν όλα αυτά!
Την επόμενη φορά που θα δείτε ένα λεωφορείο με τουρίστες να περνάει, ρίξτε μια ματιά στη θέση δίπλα στον οδηγό κι αυτόν τον άνθρωπο που κάθεται εκεί και κρατάει ένα μικρόφωνο, σίγουρα θα το κρατάει, γιατί ξέρετε τα μικρόφωνα των λεωφορείων έχουν μια κόλλα ειδική και μόλις το πιάσεις στα χέρια σου μετά κολλάει και δεν το αφήνεις ο κόσμος να χαλάσει, αυτόν λοιπόν, σκεφτείτε τον για λίγο, όχι για τη γνώση ή για την επίδειξη αυτής, αλλά για την υπομονή, την ψυχραιμία, την ευελιξία και τα σιχτιρίσματα που ρίχνει από μέσα του.

Πάω τώρα να γιορτάσω την Παγκόσμια Ημέρα Ξεναγού.