Παρασκευή, 27 Απριλίου 2018

Τρέχοντας τον κόσμο.


Λοιπόν, ναι, εδώ είμαστε ακόμα, γυρνάμε τον κόσμο, πάμε, ερχόμαστε, κι όπως έγραψε και μια συνάδελφος, ο χρόνος ταυτόχρονα επιμηκύνεται και συρρικνώνεται, κι είναι ακόμα Απρίλης, βάλτε με το νου σας τι έχουμε να πάθουμε ως τον Οκτώβριο.
Άνοιξε η σεζόν, άνοιξε η τύχη μας, άνοιξαν οι άκρες από τα μαλλιά μας, μαύρισαν τα πόδια μας, λίγο η ψυχή μας καθώς αφήνουμε πίσω μας τις αγάπες μας για να κυνηγάμε αστραλοπίθηκους, κι ενώ οι υπόλοιποι ψάχνουν σε ποιόν αγώνα θα πάνε και πόσες μέρες θα κολλήσουν στην Πρωτομαγιά, εγώ μόλις γύρισα από ένα μαγευτικό τετραήμερο.
Πριν απ’ αυτό, δε, έτρεξα, φίλοι μου κι αδελφοί, τον τελευταίο αγώνα της σεζόν και παραλίγο της ζωής μου, διότι κόντεψα να αφήσω την τελευταία μου πνοή πάνω στο βουνό, στην Οίτη, συγκεκριμένα, δεν ξέρω αν έχετε πάει, εγώ είχα διαβάσει πως είναι ανώμαλο βουνό, στους πρόποδες έχει απότομες πλαγιές και ψηλά έχει λιβάδια και οροπέδια. Τα λιβάδια μας τα ‘χε πει κι ο κόουτς, θα τρέχετε, έλεγε, σε κάτι ωραία, πράσινα, αφράτα λιβάδια και θ’ ανεμίζουν οι κοτσίδες σας, εγώ όταν κατάφερα να φτάσω σε εκείνα τα λιβάδια, έβριζα θεούς, δαίμονες, τον κόουτς, τις κοτσίδες μου τις είχα φάει, και τα λυσσακά μου επίσης. Ποιος να ξέρει ποιο πνεύμα αρχαίο και ταραχοποιό με κατέλαβε κι αποφάσισα να τρέξω 14 χιλιόμετρα ανήφορο, δίχως μία σταφίδα για ανεφοδιασμό. Περνούσα μπροστά από κάτι νεκροταφεία κι έλεγα, να θα μπω μέσα να ξαπλώσω από τώρα, να ησυχάσω.
Εκεί στους αγώνες βουνού που πάμε και που εσείς μην πάτε ποτέ, ευχή και κατάρα, πίσω από όλους τους δρομείς, στο τέλος, τρέχει η λεγόμενη σκούπα, ένας με μηχανή δηλαδή, επιφορτισμένος με το καθήκον να μαζεύει τα πτώματα. Ένα θα σας πω. Άκουγα τη μηχανή. Με τα πολλά, ακόμα δεν ξέρω πως μου συνέβη αυτό, τερμάτισα. Κλαίγοντας. Σίγουρη ότι δεν κάνω γι’ αυτό, οικτίροντας τον εαυτό μου και δίχως την ελάχιστη ικμάδα ενέργειας. Είπα, πάει, κρεμάω τα παπούτσια μου διά να μην κρεμαστώ εγώ.
Όπως καταλαβαίνετε, βέβαια, μετά από μια μπανανιά μπανάνες κι ένα μοσχάρι με μακαρόνια κοκκινιστό, μου πέρασαν όλα. Δύσκολος αγώνας, αλλά παπούτσια δεν κρεμάστηκαν ούτε και κανένας άλλος.
Μετά από τα 14 χιλιόμετρα, δενξερωπως, ξεκίνησα το πρώτο τετραήμερο της σεζόν. Ακόμα γελάνε τα μάρμαρα. Την πρώτη μέρα, για διάφορους λόγους που τώρα δεν είναι της παρούσης, έπρεπε 2 λεωφορεία να πηγαίνουμε παράλληλα. Κάναμε την ηλιόλουστη Αργολίδα, πάρα πολύ ωραία, Ισθμός, Μυκήνες, Ναύπλιο, Επίδαυρος, γοητεία. Ο ένας οδηγός έτρεχε, ο άλλος σερνόταν, ένας χανόταν από το ένα γκρουπ, ένας κατουριόταν από το άλλο, και στη μέση δυο ξεναγοί να συμμαζέψουν τα ασυμμάζευτα. Με τα πολλά φτάσαμε στην Ολυμπία. Να ‘χω μια θεια μες στο λεωφορείο, που έφυγε από τον Καναδά με πνευμονία, για να μαζέψει ήλιο στην Ελλάδα να γιάνει. Να βήχει σαν δεινόσαυρος, να φταρνίζεται 12 φορές στη σειρά, να φυσάει μύτη, να βαριαναστενάζει, και να έχει κάτσει και πρώτη θέση, πίσω από τον οδηγό, ο οποίος κάθε φορά που έβηχε η θεια, άνοιγε διακριτικά το παράθυρο και μετά περνούσε τιμόνι και βολάν γενικώς με αντισηπτικά μαντιλάκια. Σε λίγο, που είχαμε νέα κρίση βήχα, πάλι από την αρχή, παράθυρο, μαντιλάκια. Κι αυτό τώρα σε επανάληψη. Η ξεναγός έπαθε κλονισμό.
Την τρίτη μέρα κατά τας γραφάς, μαζεύω ακόμα μερικούς από τους Δελφούς, που είχαν μόνο διήμερο, και πάμε όλοι μαζί στα επιβλητικά Μετέωρα. Και Μετέωρα, που γενικώς δεν έχω χειρότερο, και βήχουσα-παράθυρο-μαντιλάκι και δίγλωσσο και καμία σωτηρία δε φαινόταν. Έχω, το λοιπό, στο γκρουπ ένα ζευγάρι από τη Νότιο Αφρική, με άχυρα αντί για μυαλό. Μονδέλα και οι δύο. Τι να το κάνεις; Άχυρα. Λέγω, λοιπόν, πριν τα Μετέωρα, ότι καλό είναι να φορέσωμε κάτι σεμνόν την άλλη μέρα, όχι σορτς, κοντές φούστες, κλπ (άλλη φορά θα σχολιάσω ότι οι κοντές φούστες μας μάραναν στα Μετέωρα, στις οδούς της οικονομικής απωλείας). Κατεβαίνω στη ρεσεψιό να φύγουμε, η κοπέλα φορούσε κάτι σε φούστα, ανεπαρκούς μήκους. Το δε αγόρι φορούσε ένα σορτσάκι τόσο κοντό και στενό, που μη σας πω καλύτερα. Η κοπέλα στη ρεσεψιόν ακόμα γελάει, άμα τους πας έτσι πάνω, μου λέει, τράβα ρε συ ένα βίντεο να γελάσουμε. Τους κοιτώ. Με κοιτούν. Θα αλλάξουμε, μου λένε. Αλλάζουν. Βάζει ο νεαρός ένα τζιν με γυρισμένα μπατζάκια εννοείται και η νεαρά ένα κολάν. Ας άφηνε τη φούστα καλύτερα. Όπως είπε κι ο οδηγός, κόντευε να μιλήσει, το ξέρετετι.
Δεν περιγράφω άλλο. Ευτυχώς είχε τόσους Κινέζους στα μοναστήρια που δε μας πήρανε χαμπάρι και μας βάλανε.
Μετά από όλα αυτά, φτάσαμε στην Αθήνα ευτυχείς που αποχωριζόμασταν ο ένας τον άλλον, εγώ γύρισα στο σπιτάκι μου με τόση χαρά και με πονεμένα πόδια κι ετοιμάζομαι για νέες περιπέτειες, μέσα στις οποίες περιλαμβάνεται και η προπόνηση για το μαραθώνιο, εκεί να δείτε γέλιο, να για παράδειγμα σήμερα μου λέει ο κόουτς, Κατερίνα, αύριο θα ζυγιστείς, χαχαχαχαχαχαχαχαχα, όπως είδα και προχτές στο fb, ρε πως παίρνουν πτυχία, είναι επικίνδυνοι, άκου θα ζυγιστείς, εγώ που πρώτα θα βάλω τηλεόραση στο σπίτι μου και μετά ζυγαριά.
Λοιπόν, επειδή δεν ξέρω πως θα είναι η ζωή μετά το ζύγισμα, μπορεί να σταματήσει ο Κόσμος να γυρίζει, σας αφήνω με όλη μου την αγάπη και με λίγο ιδρώτα.

Κυριακή, 4 Μαρτίου 2018

Οι παπαγάλοι του Κόσμου.


Αγαπημένοι μου φίλοι, συναγωνιστές, πιστοί μου αναγνώστες και συνοδοιπόροι, καταρχάς διάβασα προχτές κάπου ότι τα μπλογκζ έχουν πεθάνει και αγχώθηκα. Μήπως κάνω κάτι που δεν έχει θέση στο σύγχρονο κόσμο; Δε θα το ήθελα αυτό καθόλου, δεν ξέρω, εσείς τι λέτε;
Μετά σκέφτηκα ότι ο Κόσμος δε γίνεται να πεθάνει, ο Κόσμος είναι ιδεολογία, είναι ο Κόσμος, δε γίνεται να πεθάνει. Μόνο για λίγο καιρό ξαποσταίνει.
Ξαποσταίνει λοιπόν για λίγο, διότι, όπως λέει και μια παλιά κινέζικη παροιμία, όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα, τον τρώνε οι κότες. Κότες δε με φάγανε, αλλά μ’ έχουν φάει οι προπονήσεις προς το παρόν, κι επειδή ανέβασα λέει ταχύτητα κι άρχισα να τρέχω πιο γρήγορα, έλαπαναγίαμου, έζησα να το ακούσω κι αυτό, μ’ έπιασε ένας πόνος στο ισχίο, μάλλον κάτι έχει τραυματιστεί και πρέπει λίγο να ξαποστάσω.
Έχω να τρέξω μια βδομάδα, σήμερα έχασα κι έναν αγώνα, απ’ αυτούς τους ωραίους, στα βουνά, με μπόλικες λάσπες, ανηφόρες, κοτρώνες, μονοπάτια, απόλαυση, ο σημερινός είχε κι ένα νταμάρι έμαθα, να πάρει, χάσαμε το νταμάρι, και πολύ έχω στενοχωρηθεί. Ελπίζω να μη χάσω τον ημιμαραθώνιο και πάνε στράφι όλα τα πρωινά που άσθμαινα μέσα στο καυσαέριο.
Αφού δεν τρέχω, το λοιπό, έπρεπε να βρω κάτι άλλο να κάνω.
Ξεκίνησα να δουλεύω. Μεγάλη επιτυχία. Καταρχάς, ήταν σα να μην είχε περάσει μια μέρα από την τελευταία φορά που δούλεψα, που ήταν πριν από 3 μήνες. Το γκρουπ, σαν ανέκδοτο, 3 Ινδοί, 2 Αμερικάνοι κι ένας Πακιστανός. Ο οδηγός, μορφή. Πολύ άσπρος είναι αυτός, μου λέει. Σίγουρα είναι Πακιστανός; Μαύροι δεν είναι αυτοί; Έχει και άσπρους Πακιστανούς, του λέω. Ρε, απαντάει, δεν είναι Πακιστανός, μας δουλεύει. Δεν έδωσα συνέχεια.
Πήγαμε, ήρθαμε, οι Ινδοί κουνούσαν τα κεφαλάκια τους, οι Αμερικάνοι κοιτούσαν τα κινητά τους, εγώ πετούσα κάτι μαργαριτάρια, Θεέ μου, καμιά φορά τι ακούνε κι αυτοί οι τουρίστες, να τα λέμε κι αυτά, σα να μην πέρασε μια μέρα, σας λέω. Τι θα ζήσουμε και φέτος.
Είμαι έτοιμη, όμως, να αντιμετωπίσω τα πάντα. Μόνο τον αποκλεισμό από τον ημιμαραθώνιο δε θα αντέξω, όλα τα άλλα θα τα δεχτώ. Έχω και καινούργιες ιστορίες να λέω για την Αθήνα, είμαι πανέτοιμη, σας λέω.
Να, προχτές, έμαθα κάτι πολύ ενδιαφέρον. Μπαίνω σ’ ένα ταξί, Δευτέρα πρωί, είχε τρελή κίνηση, έβρεχε κιόλας, με τα πολλά φτάνουμε στην Αμαλίας, περνάμε έξω από τον Εθνικό Κήπο, να κοπελιά, μου λέει ο ταξιτζής, βλέπεις εκεί τους παπαγάλους στα δέντρα;
Εδώ να κάνω μια παρένθεση και να πω ότι εδώ στις Αθήνες υπάρχει τωόντι μια πολυπληθής κοινότητα πράσινων παπαγάλων, που έχει πάρει τις διαστάσεις αστικού μύθου. Από πού ήρθαν οι παπαγάλοι; Γιατί; Τι σκοπό έχουν; Μιλάνε; Τι λένε; Εδώ, μου τα αποκάλυψε όλα ο ταξιτζής.
Τους βλέπω, λέω. Ξέρεις, με ρωτάει, ποιος τους έφερε; Όχι, λέω, αφενός γιατί όντως δεν ξέρω αφετέρου γιατί ήθελα να μάθω.
Εγώ, μου λέει, είναι 2500 παπαγάλοι κι είναι όλοι δικοί μου.
Άλαλα τα χείλη των ασεβών.
Ναι, συνεχίζει ο προμηθευτής παπαγάλων, πριν από 30 χρόνια που ήμουν ναυτικός (ο τύπος δεν ήταν άνω των 40), είχα φέρει από τη Σρι Λάνκα 6 παπαγάλους για αναπαραγωγή, αλλά επειδή δεν γεννούσαν, αποφάσισα να τους αφήσω ελεύθερους. Ε, έξω από τη σκλαβιά, οι παπαγάλοι γέννησαν και τώρα είναι 2500. Το ξέρω, μου λέει, γιατί όταν ήρθα εδώ στον κήπο να τους ελευθερώσω, είπα σ’ έναν τύπο να τους έχει στο νου του (ο τύπος τους παπαγάλους, με παρακολουθείτε;), κι αυτός, λέει, τους είδε που έφτιαξαν φωλιές και μετά πήγαν και σε άλλα μέρη της πόλης (και έφτιαξαν κι εκεί φωλιές, προφανώς).
Δε μιλώ. Τι να πω, άλλωστε.
Συνεχίζει, παιδιά, ο ταξιτζής. Ακούς, μου λέει, κοπελιά, δεν πέταξαν να πάνε στην Αφρική, έμειναν εδώ, γιατί ξέρεις αυτοί οι παπαγάλοι πετάνε πολύ γρήγορα, σε 3 ώρες μπορούν να είναι στην Αφρική. Αλλά, όχι, έμειναν, τους άρεσε η Αθήνα, κι έμειναν και πολλαπλασιάστηκαν κι είναι όλοι από τους δικούς μου παπαγάλους, αλλά εγώ τώρα, να, τους αφήνω, δεν τους παίρνω πίσω, δώρο στην πόλη, γιατί είναι πολύ όμορφα πουλιά.
Που θα τους βάλετε 2500 παπαγάλους, καλεκύριε, και πίσω να τους θέλατε.
Λοιπόν αυτά με τους παπαγάλους. Δε θα πω εγώ τώρα την ιστορία για τους παπαγάλους στους τουρίστες; Δε θα εντυπωσιαστούν με τους πράσινους παπαγάλους που προτίμησαν την Αθήνα από την Αφρική; Μα φτάνει πια με τα αρχαία.
Ελπίζω ειλικρινά να ξεκινήσω σύντομα πάλι το τρέξιμο, διότι ο Κόσμος δεν πάει καλά, καθόλου καλά.

Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου 2018

Σ' αυτό τ' ανηφόρι που λένε ζωή.

Δεν ξέρω αν υπάρχει κάτι καλύτερο από έναν καφέ το απόγευμα, εντάξει, ξέρω, πολλά καλύτερα υπάρχουν, αλλά ο καφές το απόγευμα είναι από τα καλύτερα καλύτερα που υπάρχουν. Δεν ξέρω τι λέω, αγαπημένοι μου, γνωστό αυτό, αλλά πάντως κάτι λέω, και αυτό είναι σημαντικό, όσο ζω θα μιλάω και μιλάω άρα υπάρχω. Και βέβαια, δε γίνεται ποτέ να σταματήσει να υπάρχει ο Κόσμος.
Ελπίζω, ειλικρινά και βαθιά, να μιλάω και φέτος, και αυτόν το χρόνο να είμαστε εδώ, ακόμα ζωντανοί, στη σκηνή, στα λεωφορεία και μπροστά στις αρχαίες κολώνες, να λέμε ιστορίες για μεγάλες μάχες και μεγάλα ιερά, να λέμε ιστορίες για τρελούς τουρίστες και αστεία, μαιφρέντ, ελπίζω να συνεχίσουμε να τρέχουμε στα βουνά, να μη σπάσουμε κάνα πόδι και να βελτιωθεί η ζωή όλων των αγαπημένων μου.
Τι άλλο να ελπίσω, δεν ξέρω, παγκόσμια ειρήνη δε θα πω ούτε πυρηνικό αφοπλισμό θα πω, αφενός διότι τα ‘παν άλλοι, αφετέρου διότι ομολογώ ότι καμιά φορά μονολογώ, πάτα το Κιμ, τώρα έχω αρχίσει να μονολογώ και, πάτα το, Ντόναλντ, και πόσο καρικατούρες πια αυτοί οι δύο, που είναι ο Σάσα Μπάρον να παίξει και τους δύο και να γονατίσουμε από τα γέλια.
Τελοσπάντων, μέχρι ένας από τους δύο να το πατήσει και να γίνουμε εδώ ταινία καταστροφής, απ’ αυτές που μου αρέσουν πολύ, εγώ προσωπικά θα συνεχίσω όσο καλύτερα μπορώ. Για παράδειγμα, θα συνεχίσω να τρέχω, ακόμα και μετά την πανωλεθρία του τελευταίου αγώνα, έπρεπε να σας είχα από μια μεριά, στην Πάρνηθα, έχετε πάει ποτέ; Μην πάτε, μιλάμε, το μονοπάτι ήταν κάθετο, έβαζα χέρια, πόδια, μύτη και πωπό ταυτόχρονα για να ανέβω, από πίσω μου άκουγα κάτι κραυγές, ω ρε μάνα, και μόλις τελείωνε η ανηφόρα, εμφανιζόταν μια άλλη ανηφόρα, κι έλεγες, έχει πολύ ακόμα παπαστρουμφ, κι από την κούραση έβλεπα στρουμφάκια να ξεμυτίζουν από τα μανιτάρια. Και μετά, όταν ξεκίνησα να κατεβαίνω, με προσπέρασε μέχρι και μια χελώνα που κουβαλούσε τον Δρακουμέλ, χώθηκα σε κάτι χαντάκια για να μην εμποδίζω, διότι πρέπει να ξέρετε ότι το σαβουάρ φερ στους αγώνες βουνού λέει ότι αν είσαι αργός σα θάνατος στην έρημο της Αριζόνα, κάνεις στην άκρη να περάσουν οι γρήγοροι καουμπόηδες, ποια άκρη που τα μονοπάτια είναι λεπτές καφέ γραμμές, χώνομαι κι εγώ το λοιπό στα χαντάκια, κι άντε να βγω μετά από κει. Με τα πολλά τερμάτισα, περιέργως όχι τελευταία, το δηλώνω ευθαρσώς, και όχι μόνο δεν τα παράτησα παρά συνεχίζω να τρέχω, αγκομαχώντας και βρίζοντας, αλλά τρέχω. Όπως έχει πει και ο Χαρούκι, στην ταφόπλακά μου θα γράψουν «δεν περπάτησε ποτέ.»
Όσο τρέχω, λοιπόν, αγαπημένοι μου, ειδικά τώρα που πήγα στη Λαμία κι έτρεχα σε κάτι άγνωστα βουνά, σκέφτομαι κάτι εξαιρετικά κοινότοπο και κλισέ, κάτι που είμαι σίγουρη πως όλοι οι δρομείς το έχουν σκεφτεί κάποια στιγμή στη ζωή τους. Η ζωή είναι σα να τρέχεις σε ένα δρόμο στο βουνό. Ξεκινάς όλο χαρά και αυτοπεποίθηση, ακούς τα πουλάκια και μυρίζεις τα δέντρα, σιγά σιγά φτύνεις το γάλα της μάνας σου και οι ανηφόρες σε χτυπάνε αλύπητα, έρχονται απροειδοποίητα και ασταμάτητα, αλλά δε μπορείς, δεν έχεις επιλογή να φύγεις, πρέπει να τις ανέβεις, πρέπει να συνεχίσεις κι εκεί που νομίζεις ότι στην επόμενη στροφή θα στρώσει το πράγμα, αμ δε, άλλη μια ανηφόρα σε κοιτάει χαιρέκακα. Μπορείς να σταματήσεις για μισό δευτερόλεπτο, αν σταματήσεις περισσότερο, όμως, δε θα μπορέσεις να συνεχίσεις ξανά, οπότε φτύνεις λίγο γάλα ακόμα και συνεχίζεις. Και οι στροφές είναι ατελείωτες, κάθε στροφή μπορεί να κρύβει ένα θαύμα, τον ουρανό που λάμπει και τα χωράφια που απλώνονται βελούδινα, ή μια καταστροφή, βράχια και πέτρες που γλιστράνε και χαντάκια. Όταν τρέχω, συνήθως κοιτάω κάτω, κυρίως επειδή δεν έχω δύναμη να κοιτάξω επάνω, πριν τη στροφή ωστόσο, σηκώνω το κεφάλι μου και αναρωτιέμαι τι άραγε θα δω, τι με περιμένει. Δεν μπορείς να προβλέψεις τι σε περιμένει, μπορείς όμως να προβλέψεις, και μη σου πω αναγνωρίζεις και αγαπάς, την αίσθηση της αναμονής, του ενθουσιασμού, του φόβου και της προσδοκίας για αυτή τη ζωή. Κι αυτή ακριβώς η αίσθηση είναι που σε κάνει να συνεχίζεις να τρέχεις, και να ζεις. Και βασικά, εντάξει, δεν υπάρχει και τίποτε άλλο που μπορείς να κάνεις. Διότι, δε γίνεται, κάποτε θα βγεις σ’ αυτή την κατηφόρα και τότε θα αρχίσεις να κουτρουβαλάς χτυπώντας στους κορμούς των δέντρων, προσπαθείς να κρατηθείς, προσπαθείς να θυμηθείς τις οδηγίες του κόουτς, δε γίνεται, όμως, ακριβώς όπως και στη ζωή, δεν υπάρχουν οδηγίες, απλά τρέχα και προσπάθησε να μην πέσεις. Αφήνω να με προσπεράσουν κι ας μου τη σπάνε αυτοί που φωνάζουν από χίλια μίλια «άκρη!», ντάξει ρε φίλε, σε άκουσα, τρέχεις σαν πτερόσαυρος που τον κυνηγάει μαμούθ. Προσπερνάω κι εγώ καμιά φορά, όχι πολύ συχνά, γιατί δεν είμαι ανταγωνιστικό πνεύμα, μόνο τον εαυτό μου έχω αντίπαλο και συνεχίζω να τρέχω. Και να ζω.

Αυτές τις αμπελοφιλοσοφίες έχω να σας πω σήμερα, αστείες ιστορίες δεν έχω, όταν ξεκινήσω πάλι τη δουλειά, σίγουρα θα βρω μερικές, ίσως κι από κάναν αγώνα, προς το παρόν θα πάω να θαυμάσω λίγο το φυτό μου που έβγαλε καινούργια φύλλα την Πρωτοχρονιά. Δεν ξέρω ποιος οιωνός θα μπορούσε να είναι καλύτερος από αυτόν για την καινούρια χρονιά. Σας εύχομαι ο νέος χρόνος να σας φέρει ότι δε σας έφερε ο παλιός και να συνεχίσετε να τρέχετε, ο καθένας το βουνό του, και φέτος. 

Κυριακή, 3 Δεκεμβρίου 2017

Λες να πήγαν στο βουνό;

Αγαπημένοι μου φίλοι, οι ξεναγοί, όταν δε δουλεύουν, το χειμώνα δηλαδή, μερικοί πέφτουν σε χειμερία νάρκη, μερικοί διαβάζουν και παρακολουθούν σεμινάρια και ξεναγήσεις άλλων ξεναγών(δεν έχω χειρότερο), μερικοί παίρνουν τους δρόμους, είμαι σίγουροι ότι μερικοί παίρνουν ναρκωτικά και κάποιοι άλλοι παίρνουν τα βουνά.
Εγώ κάθε χρόνο κάνω κάτι απ’ όλα αυτά. Φέτος, λόγω και του ότι έχω μπλέξει εδώ με μια παρέα ανώμαλων, αποφάσισα να πάρω τα βουνά. Αυτοί οι ανώμαλοι πάνε και τρέχουν σε αγώνες. Τίποτα ανώμαλο ως τώρα. Οι αγώνες αυτοί έχουν ειδικό όνομα, λέγονται trail. Τρέχω δηλαδή, αλλά σα να μη μου έφτανε που τρέχω, τρέχω στο βουνό, ενίοτε στην κορυφογραμμή του βουνού. Τρέχω στα κατσικοδρόμια, σε κάτι μονοπάτια σκαρωμένα από αλεπούδες που τρέχουν να κρυφτούν από λύκους, τρέχω κουτρουβαλώντας ανάμεσα σε κοτρώνες. Μεγάλη επιτυχία.
Είπα κι εγώ για να ξεχαστώ, να αρχίσω να τρέχω στο βουνό. Και πήγα σήμερα, ο Καραμήτρος, να τρέξω στον πρώτο μου αγώνα στο βουνό, στα χνάρια του Δευκαλίωνα λεγόταν η διοργάνωση και ήταν, λέει, ο αγώνας πάνω στον Παρνασσό. Λέω κι εγώ, Δελφοί, γνωστό μέρος, Δευκαλίωνας, γνωστό πρόσωπο, θα πήγαινε και Εκείνος να τρέξει, από το πουθενά βρήκα και πέρσοναλ κόουτς, μου φάνηκαν όλα ευνοϊκά, ο Απόλλων ήταν μαζί μας. Πήγα, ελαφρώς απροπόνητη, με καινούργια παπούτσια, όμως, ειδικά, σου λέει για να τρέχεις στο βουνό, τέρμα τυρκουάζ τα ειδικά παπούτσια, να ξέρετε, για να μη σε χάσουν και πας άδοξα φαγωμένος από τους λύκους.
Φτάνουμε το λοιπό στους Δελφούς και βλέπωμε ότι το μέρος έχει κατακλυστεί από δρομείς, οι οποίοι χωρίζονται σε κατηγορίες. Οι μακρινών αποστάσεων, τέρμα άτριχοι, αποστεωμένοι και ξερακιανοί, σαν ελαιογραφίες του Γκόγια και του Ελ Γκρέκο ταυτόχρονα, οι ποζεράδες, όλο μούσι και μούσκουλο και οι από σπόντα, με τρίχες κανονικές και φόρμες από το Λιντλ.
Όλοι όμως, ανεξαρτήτως τριχοφυΐας, τρώνε μακαρόνια, καθαρό υδατάνθρακα, eat pasta, run fasta, που λέμε και στη Λαμία. Νομίζω ότι τα εστιατόρια στους Δελφούς ξέμειναν από μακαρόνια αυτό το Σαββατοκύριακο. Εμείς, με εξαίρεση το Χρήστο, που έκανε περίπου 74 λεπτά να φάει μισό πιάτο μακαρόνια (μαντέψτε σε ποια κατηγορία δρομέων ανήκει), φάγαμε κάτι φορμαέλες τηγανητές και κάτι κόκορες κρασάτους (μαντέψτε σε ποια κατηγορία ανήκουμε). Μετά πήγαμε για ύπνο βογκώντας.
Την άλλη μέρα ήταν ο αγών, αγαπημένοι μου. Τίποτα δε με είχε προετοιμάσει για την ολοκληρωμένη εμπειρία ορεινού δρόμου και ταυτόχρονα δελφικής εορτής που με περίμενε. Διότι ο αγών ξεκίνησε από τους Δελφούς (που ως μέρος έχει μια εξαιρετική αύρα, όπως ίσως ξέρετε) και η αφετηρία ήταν στο σπίτι του ποιητού Άγγελου Σικελιανού, που τώρα είναι μουσείο. Δεν ξέρω αν ξέρετε τον Άγγελο Σικελιανό. Ποιητής, διόλου εκ του προχείρου, με όραμα και όνειρο να αναβιώσει το δελφικό πνεύμα και ιδεώδες και να ξανακάνει τους Δελφούς τον ομφαλό του κόσμου, σύζυγος της ευειδούς Εύας Πάλμερ, εξ Αμερικής, η οποία ανιδιοτελώς τον ενίσχυσε οικονομικά στο όραμά του, με αποτέλεσμα, για λίγα χρόνια όντως να αναβιώσουν οι δυο τους τις αρχαίες δελφικές εορτές, τη μακρινή δεκαετία του 1920. Τελοσπάντων, ο αγών ήταν αφιερωμένος στα δενξέρωπόσα χρόνια από την προσφορά του Σικελιανού, και γι’ αυτό πριν τον αγώνα παρακολουθήσαμε με δάκρυα στα μάτια (από τα γέλια) πιστή αναπαράσταση των δελφικών εορτών υπό τον ποιητή.
Η αναπαράσταση είχε ότι έχει μια αναπαράσταση αρχαίων εορτών που σέβεται τον εαυτό της. Νεαρές κοπέλες με λευκούς χιτώνες, άιλαινερ και κλάδους ελαίας, που προχωρούσαν αργά και τελετουργικά, με σοβαρή έκφραση. Λέβητα χάλκινο πάνω σε τρίποδα, όπου έκαιγαν κάρβουνα, δημιουργώντας την απαραίτητη τσίκνα (δίχως τα κοψίδια, που δεν ξέρω γιατί οι αναπαραστάσεις επιμένουν να τα αγνοούν ως στοιχείο, ενώ οι αρχαίοι δεν έκανα δίχως αυτά). Τύμπανα που χτυπούσαν με ρυθμό. Εδώ όμως το ήγαν ένα βήμα παραπέρα. Τραγούδησαν τον δελφικό παιάνα (τον πρώτο, όπως μας είπαν, από την εξίσου απαραίτητη μικροφωνική εγκατάσταση, δεν ξέρω, ίσως τον δεύτερο δεν ήξεραν τα λόγια), επικαλέστηκαν (σοβαρά σας μιλάω) τον Απόλλωνα για να μας ευνοήσει με τις ακτίνες του και ορκίστηκαν διάφορα που δεν τα συγκράτησα. Ο υπερρεαλισμός στο μεγαλείο του: διάφοροι τύποι με κολάν και τυρκουάζ παπούτσια, ροζ αντιανεμικά και πορτοκαλί παγούρια να χοροπηδάνε για ζέσταμα και ταυτόχρονα να φωνάζουν όμνυμι. Το έζησα κι αυτό, αγαπημένοι μου, εκεί στο βουνό.
Και μετά, ξεκίνησε ο αγώνας. Ξεκινάω τρέχω, κυρία, άσφαλτος, με προσπερνάει μέχρι και ο παπάς του χωριού που έτρεχε με τα ράσα, κυρία εγώ. Φτάνουμε σε κάτι σκαλιά, πόσα θαναι λέω τα σκαλιά. Ήταν πολλά. Πάρα πολλά. Σιγά σιγά όλοι σταματάμε να τρέχουμε κι αρχίζουμε να περπατάμε, σε μονή γραμμή, αγκομαχώντας. Δεν ήμουν μόνη στο αγκομαχητό. Αντέχω όμως ακόμα, έτσι, ανεβαίνω τα σκαλιά. Τελειώνουν τα σκαλιά. Όχι και τα βάσανά μας. Αρχίζει η κανονική ανάβαση στο βουνό, και ξέρεις ότι είναι κάνα τριάρι χιλιόμετρα. Λέει μια κοπέλα δίπλα μου, δεν υπάρχει αυτό, όχι, της λέω, αυτό υπάρχει, εμείς που το κάνουμε γιατί υπάρχουμε, και λίγο αγκομαχήσαμε διαφορετικά, διότι να γελάσουμε δε μπορούσαμε. Συνεχίζω να ανεβαίνω, πέτρες, βράχια, αγκομαχητό. Με προσπέρασε και η παπαδιά. Πόσο έχουμε ακόμα, ρωτάει η κοπέλα, τουλάχιστον άλλα 2,5 χιλιόμετρα, απαντάει μια κακιασμένη μπροστά. Δε δείχνω τον πανικό μου και συνεχίζω. Κάποια στιγμή, βλέπουμε τους πρώτους που είχαν τερματίσει και κατηφόριζαν, έτρεχαν σαν τους δαιμονισμένους κουτρουβαλώντας στις κοτρόνες, φτάνετε μας έλεγαν που μας έβλεπαν έτσι σκασμένους, που φτάνουμε αναρωτιόμουν εγώ.
Και κάποτε φτάσαμε. Στο σταθμό ανεφοδιασμού. Αυτό, να ξέρετε, για τον δρομέα, και ειδικά τον ορεινό, είναι κάτι σαν τη γη της επαγγελίας και τον παράδεισο ταυτόχρονα, όπου βρίσκεις βασικά νερό και επίσης μπισκότα, πατατάκια, μπανάνες και κρουασάν. Στάθηκα εκεί κάνα λεπτό, ήπια δυο γουλιές, έφαγα και ένα κομμάτι μπανάνα που τη ρευόμουν μέχρι κάτω και ξεκίνησα να κουτρουβαλάω. Για να είμαι εδώ και να σας γράφω, έφτασα στον τερματισμό, τι να κάνεις όμως που μπερδεύτηκα, δεν ήξερα που να σταματήσω, σταμάτησα η ηλίθια πριν τον τερματισμό, με πέρασε ύπουλα ένας με μούσια και μούσκουλα που τον είχα περάσει στην κατηφόρα, και στον τερματισμό με βγάλανε μια φωτογραφία που είμαι σαν τον Τζον Τραβόλτα σε αυτό το μιμ που κρατάει το παλτό του και ψάχνει κατά που να κάνει. Αυτή είμαι. Έτρεξα 10 χιλιόμετρα στο βουνό σε 2 ώρες παρά δέκα λεπτά, έχασα τον τερματισμό και πέρασα στην κατηφόρα το μουσάτο.
Μετά από όλα αυτά, φάγαμε κάτι βουνά μακαρόνια όλοι, πήραμε τον τραυματία της ομάδας με ένα ωραίο διάστρεμμα και γυρίσαμε στην Αθήνα να δούμε το φεγγάρι μέσα από κεραίες στις ταράτσες. Δεν μπορώ να σας περιγράψω πόσο πονάει ο ποπός μου, πόσο ωραία πέρασα και πόσο θα ήθελα να ξανατρέξω στο βουνό.


Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

Ο Κόσμος της Αθήνας.

Αχ, αγαπημένοι μου φίλοι και υποστηρικτές του Κόσμου, σας το είχα πει εγώ, πως όταν σταματήσουν τα πελατάκια να έρχονται, δε θα έχω πια ιστορίες να σας διηγηθώ, ποιόν θα ακούω εγώ τώρα να λέει μαϊφρέντ, ποιόν θα μαζεύω από τις ραχούλες και τις τουαλέτες, πως θα περνάω τις μέρες μου χωρίς να ψάχνω σε ποιο ξενοδοχείο πάει ποιος-αχα, τώρα που είπα ξενοδοχείο, να μια ιστορία που δε σας έχω πει, διότι ντρέπομαι. Αλλά εδώ είμαστε για τα δύσκολα, φίλοι μου, δεν είμαστε μόνο για τις κρουαζιέρες, θα σας την πω την ιστορία κι ας ξεφτιλιστώ διά παντός, αναφανδόν και στο πανελλήνιο. Εδώ, ο πρωθυπουργός της χώρας δε ντράπηκε να πει we ate the camel και αν δεν απατώμαι είπε και donner, ντονέρ, όμως, σαν το τυλιχτό-σάντουιτς-πίτα ντονέρ, όχι ντονέ, σαν το vous mavez donné πχ, θα ντραπώ εγώ να πω εκείνη την ιστορία; Όχι, είναι η απάντηση στην ερώτηση που έχει χαθεί στη μετάφραση.
Θυμάστε τι είναι το οργκανιζέ; Όχι; Έλεος, σαν τους τουρίστες, μόνη μου τα λέω μόνη μου τ’ ακούω.  Οργκανιζέ (αγνά, απλά, γλυκά γαλλικά, που τα προφέρεις με γνήσια λαμιώτικη προφορά, οργκανιζέ) λοιπόν, στην ορολογία των επαγγελματιών του τουρισμού, είναι όταν οργανώνεις μια εκδρομή και την πουλάς σε διάφορα ξενοδοχεία, άμα είσαι μάγκας τη βάζεις και στα ίντερνε, την αγοράζουν τα πελατάκια κι εσύ μετά χώνεις τον οδηγό του λεωφορείου (μαϊφρέντ) και τον ξεναγό να μαζέψουν τα πελατάκια από τα διάφορα ξενοδοχεία, τα πας γύρω γύρω και το απόγευμα τα επιστρέφεις στα ξενοδοχεία.
Το μυστικό, αγαπημένοι μου, είναι στην επιστροφή.
Διότι, συνήθως, τα διάφορα ξενοδοχεία είναι σε διάφορες άκρες της πόλης, που στην περίπτωσή μας είναι η Αθήνα, η μεγάλη πολιτεία, με τις πολλές άκρες και τα πολλά ξενοδοχεία. Αποτέλεσμα; Η ώρα έχει πάει 7 ξερώ γω κι εσύ γυρνάς με το 50αρι λεωφορείο σαν την άδικη κατάρα για να  πας από το Σύνταγμα στο Χίλτον κι από το Χίλτον στην πλατεία Καραϊσκάκη, σα να λέμε από το Άλφα του Κενταύρου στον τρίτο δορυφόρο του Πλούτωνα. Και πρέπει να βγάλεις δρομολόγιο.
Το άλλο δεδομένο είναι ότι η έρμη ξεναγίδα είναι καινούργια στην Αθήνα. Δεν ξέρω τους δρόμους. Εντάξει; Το είπα. Με το gps στο χέρι πάω. Μία των ημερών έχουμε ένα ξενοδοχείο μέσα στην Αθηνάς, που είναι ένας δρόμος διάολος, πάει από την Ομόνοια στο Μοναστηράκι κι έχει μονίμως κίνηση. Την Ομόνοια την ξέρετε, έτσι;
Κι εγώ. Έτσι νόμιζα. Συνεχίζω. Κρατήστε τα δεδομένα.
Το επόμενο ξενοδοχείο είναι στην άλλη μεριά του γαλαξία, στην οποία πάμε από την Πατησίων, που ξεκινάει σχεδόν απέναντι από την Αθηνάς. Μου λέει, λοιπόν, ο οδηγός, να τους αφήσουμε αυτούς της Αθηνάς απέναντι, να διασχίσουν την Ομόνοια, για να γλιτώσουμε λίγο κίνηση; Α ναι, συμφωνώ εγώ, με τουπέ ότι έχω καταλάβει πλήρως τι μου έχει πει, ενώ δεν έχω ιδέα. Φτάνουμε σιγά σιγά στην Ομόνοια. Το δαιμόνιο μυαλό μου συλλαμβάνει μια ιδέα. Μωρέ τάδε, λέω στον οδηγό, δε θυμάμαι τώρα πως τον έλεγαν, φτάνει που δε θα τους πάμε στο ξενοδοχείο, δεν κάνεις το γύρο της Ομόνοιας να τους αφήσουμε τουλάχιστον στην είσοδο της Αθηνάς; 
Με κοιτάει ο έρμος και εγώ αργά συνειδητοποιώ την κοτσάνα που εκστόμισα. 
Διότι, φίλοι μου, η Ομόνοια δεν είναι στρογγυλή. Όχι πια. Όχι, εδώ και κάτι δεκαετίες, η Ομόνοια έχει δρόμους γύρω γύρω. Βασικά μόνο σε κάτι ταινίες με τη Βουγιουκλάκη ήταν στρογγυλή η Ομόνοια. Ποτέ ξανά. Κι εγώ ζήτησα ανέμελα από τον οδηγό να κάνει το γύρο της Ομόνοιας, να πάει δηλαδή γύρω γύρω από τη στρογγυλή πλατεία.
Δεν ξέρω τι είχα στο μυαλό μου. Ξέρω όμως τι έχει ο οδηγός στο δικό του, έκτοτε. Που τη βρήκαν αυτή, Παναγία μου. Και φυσικά, κάπου, αυτός ο οδηγός, σε κάποια παρέα διηγείται αυτή την ιστορία και φτιάχνει τη μέρα κάποιων που γελάνε με την ηλίθια που νόμιζε ότι η Ομόνοια είναι στρογγυλή.

Με αυτά, λοιπόν, θα σας αφήσω, αγαπημένοι μου, αυτή τη μαύρη Παρασκευή, θα πάω να τρέξω, να ξεχάσω τις βλακείες μου και να θυμηθώ τις συμβουλές του κόουτς για το τρέξιμο στο βουνό. Την άλλη βδομάδα θα σας πω για το τρέξιμο στα βουνά, τα οποία θα πάρουμε πολύ σύντομα. 

Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2017

Μαϊφρέντ.

Πάντα όλοι και ειδικότερα οι αδερφές μου με κοροϊδεύανε ότι έχω πολλά ρούχα, άρα είμαι σπάταλη, λοιπόν αυτό είναι μεγάλο ψέμα και αδικία κατάφωρη, διότι ναι μεν έχω πολλά ρούχα, αλλά πρώτον τα μισά τα έχω φτιάξει μόνη μου άρα δεν πιάνονται και δεύτερον απλά τα διατηρώ σε καλή κατάσταση και δε χαλάνε άρα δεν υπάρχει λόγος να αγοράσω καινούργια, αλλά μερικές φορές αγοράζω μερικά καινούργια, τα οποία λογικώς προστίθενται στα παλιά, με αποτέλεσμα να φαίνεται σε κάποιον εξωτερικό παρατηρητή ότι έχω πολλά ρούχα. Πφφφ. Κάποιες σκέψεις που γίνονται τη στιγμή που όλοι μισούμε και κανείς, ούτε η βασίλισσα της Αγγλίας, δε μπορεί να αποφύγει. Τη στιγμή που φτιάχνεις τις ντουλάπες για την αλλαγή της εποχής, τη στιγμή που βγάζεις τα χειμωνιάτικα. Μία φρίκη παραμονεύει, ποιος Στίβεν Κινγκ και ποιος Λάβκραφτ, ούτε η φωτιά στο τέλος του Μητέρα! δε μπορεί να σε λυτρώσει από τη φρίκη της στοίβας από κρεμάστρες στον καναπέ. Φέτος θα είμαι αμείλικτη, φίλοι μου, τέλος της σεζόν, τέλος των ρούχων που δε φορέθηκαν ποτέ.
Μοιραία, για μας τους ξεναγούς, που παραδέρνουμε αβοήθητοι όλο το καλοκαίρι και ιδρώνουμε ακατάπαυστα την ώρα που πολύς άλλος κόσμος κοιμάται στη δροσιά του κλιματιστικού και τσαλαβουτάει στα νερά του Παγασητικού, ο Οκτώβρης είναι κάτι σαν Ιούλιος: κοντά στο τέλος των βασάνων αλλά όχι ακόμα. Έρχονται, φίλοι μου, συνεχίζουν να έρχονται, απειλητικοί και απαιτητικοί, οι τουρίστες, κι εσύ βλέπεις τον ουρανό συννεφιασμένο και τα τσίτια ακόμα να κρέμονται στη ντουλάπα. Μοιραία λοιπόν προσπαθώ κι εγώ να μαζέψω τα καλοκαιρινά πριν πέσω στη χειμερία νάρκη του ξεναγού. Εμένα μη με παρεξηγήσετε, το αγαπώ αυτό, που το χειμώνα λουφάζω και που το φθινόπωρο σηματοδοτεί την αρχή των διακοπών, διότι πάντα σιχαινόμουν τις νέες αρχές το φθινόπωρο.
Εδώ, λοιπόν, ανεβοκατεβάζω κρεμάστρες, αφήνω στην άκρη ότι δεν έχω φορέσει ποτέ και αναπολώ τη σεζόν που πέρασε, που για μένα ήταν ένας θαυμαστός καινούργιος κόσμος, διάβασα όσο ούτε στις Πανελλήνιες, είδα πολλά πράγματα αξιοπερίεργα, μακριά από την ασφάλεια της βραχονησίδας, αγχώθηκα αρκούντως κι ακόμα αγχωμένη είμαι δηλαδή, έκανα γλου γλου ως εκεί που δεν παίρνει και πολλά άλλα.
Θυμήθηκα προχτές μια ιστορία που δε σας έχω πει, Θεέ μου, τι γέλιο είχαμε κάνει, θα σας πω την ιστορία και θα συνεχίσω να μαζεύω τα καλοκαιρινά και να δούμε τι θα γράφωμε όλο το χειμώνα που δεν έχει πελατάκια και αστείες ιστορίες.
Το λοιπό, είναι μια τυπική μέρα στους Δελφούς, έχουμε πάει στο χώρο, στο μουσείο, όλα με τη σειρά, ωραία και καλά, κι έχουμε καθίσει για φαγητό. Εκεί, στους Δελφούς, και σε όλους γενικά τους αρχαιολογικούς χώρους, να ξέρετε, υπάρχουν τα στάνταρ εστιατόρια, που υποδέχονται και σερβίρουν γκρουπ, ψιλοσωρηδόν, άλλα είναι καλά, άλλα όχι, τεσπάν δεν είναι αυτό το θέμα μας, είμαστε σε ένα τέτοιο εστιατόριο, όπου πάμε συνήθως κι όπου σερβίρει, μεταξύ άλλων, ένας συμπαθέστατος κυριούλης, έμπειρος κλπ αλλά που παίζει να σερβίρει κάνα 50άρι χρόνια , τα έχει δει όλα στην κυριολεξία και θέλει να σφάξει όλους τους τουρίστες και με το δίκιο του.
Καθόμαστε λοιπόν, οδηγοί και ξεναγοί, στον προβλεπόμενο χώρο, διότι άμα καμιά φορά τύχετε σε κάνα τέτοιο εστιατόριο και δείτε κάτι ταλαίπωρους, αμίλητους, ανθρώπους μονάχους να κάθονται ξέχωρα από τους υπόλοιπους, σε μια γωνιά δίπλα στην τουαλέτα, είναι οδηγοί και ξεναγοί, να ξέρετε, καθόμαστε λοιπό κι εμείς στη θέση μας, μαζί με άλλους συναδέλφους από άλλα λεωφορεία. Έρχεται πελάτης της συναδέλφου. Άραψ. Φουλ έξτρα. Αγγλικά rien de rien, ούτε οκ δεν ήξερε να πει. Αραβικά, μόνο. Συνοδεύεται από μαντιλοφορούσα κυρία. Προσπαθεί ο Άραψ να πει κάτι στη συνάδελφο, στα αραβικά. Η καημένη δε μιλάει αραβικά, και τελοσπάντων συμμετέχουμε κι οι υπόλοιποι στην κουβέντα και καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο κύριος είχε παρεξηγήσει και δεν ήθελε να πληρώσει για το γεύμα του, νομίζοντας πως συμπεριλαμβάνεται στις παροχές. Προσπαθεί η συνάδελφος να εξηγήσει, ματαίως. Τη βλέπει ο οδηγός να προσπαθεί με τον Άραβα και επεμβαίνει.
Σε αυτό το σημείο, φίλοι μου, θέλω να σταματήσετε για λίγο να διαβάζετε και να κάνετε εικόνα τον έλληνα οδηγό τουριστικού λεωφορείου. Θέμα διπλωματικής εργασίας και κοινωνιολογικής ανάλυσης. Μικρός θεός. Και μεγάλος ενίοτε. Και φυσικά τα ξέρει όλα, ή έστω τα περισσότερα, που είναι το ίδιο. Είναι ο απόλυτος έλληνας σταρ, συνεννοείται με όλους τους τουρίστες ανεξαρτήτως εθνικότητας και τους αποκαλεί όλους μαϊφρέντ. Έτσι, μία λέξη.
(Εντάξει, ως συνήθως υπερβολάκι λιγάκι, η αλήθεια είναι ότι μερικούς οδηγούς τους αγαπάμε πάρα πολύ, και σίγουρα όλους τους εκτιμούμε, διότι σε γενικές γραμμές είναι οι μόνοι μας σύμμαχοι, πραγματικοί συνεργάτες και φίλοι στην άγρια δύση του τουρισμού. Ωστόσο, η σημειολογία παραμένει. Μαϊφρέντ.)
Έρχεται, λοιπόν, ο αθάνατος έλληνας οδηγός, άσε, λέει, θα του εξηγήσω εγώ. Μαϊφρέντ, λέει στον Άραβα, γιου πέι. Τον κοιτάει ο Άραψ, γιου πέι, επαναλαμβάνει. Η γράφουσα κλαίει ήδη από τα γέλια. Ε όχι και να τον πληρώσω, εξανίσταται ο οδηγός, ρε τι λέει αυτός. Γιου φάουλ, λέω εγώ. Κάθεται ο οδηγός αγανακτισμένος, η συνάδελφος συνεχίζει να προσπαθεί να εξηγηθεί με τον Άραβα. Με τα πολλά βγάζει ο κύριος το κινητό του, όπου υπάρχει η εφαρμογή όπου μιλάς εσύ στη γλώσσα σου και η εφαρμογή μεταφράζει σε όποια γλώσσα θες. Αλλά πρέπει να μιλάς καθαρά και κοντά στο κινητό. Αρχίζει η έρμη συνάδελφος, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΕΤΕ ΓΙΑ ΤΟ ΦΑΓΗΤΟ ΣΑΣ. Εγώ δίπλα, ντροπή μου, έχω γελάσει τόσο πολύ, που φτύνω τη χωριάτικη. Τελικά, χάρη στην εφαρμογή, καταλάβαμε πως απλά ο κύριος δεν ήθελε να καθίσει σε κοινό τραπέζι με τους υπόλοιπους διότι η μητέρα του δεν ένιωθε άνετα. Κάθεται σε ξέχωρο τραπέζι κι έρχεται η ώρα να παραγγείλει.
Θυμάστε τον συμπαθή σερβιτόρο που θέλει να σφάξει όλους τους τουρίστες; Του έτυχε ο Άραβας. Μάχλα μπούχλα ο Άραβας, ο σερβιτόρος να κρατάει ένα τεράστιο δίσκο με φαγητά και να προσπαθεί να καταλάβει. Κάποια στιγμή, γυρνάει σ’ εμάς, όπου εμείς, εγώ δηλαδή, δε μπορώ να σταματήσω να γελάω, έχω γίνει ρεζίλι, έτσι, ο Άραβας να μιλάει στο κινητό για να παραγγείλει κι ο σερβιτόρος σκύβει από πάνω με τον τεράστιο δίσκο και ξεστομίζει ένα ελληνικότατο «ρε τι λέει ετούτος; Άκου να δεις, σπίνατς πάι, τσιζ πάι, σπαγκέτι, ποτέιτος, πες τι θες να τελειώνουμε». Παιδιά μου, έχω κρυφτεί κάτω από το τραπέζι και γελάω.
Τεσπάν, κάτι έφαγε εκεί ο Άραβας, η ταλαίπωρη συνάδελφος τον είχε μέχρι τα Μετέωρα κι ο σερβιτόρος νομίζω πήρε σύνταξη μετά απ’ αυτό. Εμείς είμαστε ακόμα εδώ. Κι αυτό το καλοκαίρι. Κι αυτό το φθινόπωρο. Ελπίζουμε να είμαστε και το επόμενο.
Πάω να συνεχίσω τα χειμωνιάτικα. Ψυχραιμία και υπομονή, αγαπημένοι μου, τίποτα δεν κρατάει για πάντα, ούτε καν η τακτοποίηση των ρούχων.


Σάββατο, 7 Οκτωβρίου 2017

Θαγκ λάιφ.

Αγαπημένοι μου φίλοι, εδώ είναι ο Κόσμος, εδώ, κι αυτό το καλοκαίρι, κι αυτό το φθινόπωρο, πάντα εδώ, φθίνουν οι οπώρες, φθίνει η μέρα, φθίνει το φεγγάρι, εγώ όμως δε φθίνω ποτέ, αντίθετα, μεγαλώνω και αυξάνομαι, τρώγοντας ότι βρω στους μπουφέδες των ξενοδοχείων, και όχι μόνο. Ο θείος Ντουκάν θα βγει από τον υπόνομο, σαν τον Πένιγουαϊζ, και θα μου φάει κάνα χέρι μπας και μικρύνω λίγο.
Μου έχουν συμβεί πολλά, αλλά κάθε μέρα ο ήλιος βγαίνει και ο κόσμος συνεχίζει να γυρίζει αμέριμνος γύρω από τον ήλιο, καμιά φορά, όταν με πιάνει μια φιλοσοφική χίπστερ κουλ διάθεση, σκέφτομαι πως κάθε βράδυ πεθαίνει ο κόσμος όλος και κάθε πρωί ξαναγεννιέται και ξαναρχίζει. Γι’ αυτό κοιμάμαι νωρίς τα βράδια, διότι άμα καμιά φορά τύχει και δεις το τέλος του κόσμου δεν το ξεχνάς ποτέ και δε συνέρχεσαι, πας εκεί που επιπλέουν όλα, γι’ αυτό κι εσείς να κοιμάστε νωρίς τα βράδια.
Κοιμάμαι και για έναν άλλο λόγο νωρίς τα βράδια, διότι συνήθως την άλλη μέρα έχω να κυνηγήσω τουριστάκια (γιατί τη λέμε τουριστική σεζόν αν δεν μπορούμε να τους πυροβολήσουμε: η ιστορία της ζωής μου). Ο Κόσμος εξαφανίστηκε από το σύμπαν για λίγο διότι είχα κάτι πολυήμερα, ε, σας έχω εξηγήσει τι είναι τα πολυήμερα, μη λέμε τώρα τα ίδια.
Τι να σας πρωτοδιηγηθώ δεν ξέρω, θα σας πω αρχικά για τους Γάλλους που τους έσερνα γύρω γύρω στις Κυκλάδες, ο μικρότερος ήταν 75 χρονών, γλου γλου αυτοί, σταυροκοπιόμουν εγώ. Τζάμπα πήγαν οι σταυροί, διότι η μαλακία έγινε, μια θεια ετών 87, σκόνταψε σ’ ένα σκαλί κι έπεσε με τα μούτρα μέσα στο μπάνιο. Εγώ έτρωγα (σύνηθες). Έρχεται η σερβιτόρα, ελάτε, μου λέει, γιατί τη βρήκα φαρδιά πλατιά στο πάτωμα, ω ρε μάνα, λέω εγώ, πέθανε αυτή, τι θα την κάνω. Δεν είχε πεθάνει, αλλά κόντευε. Να πάμε νοσοκομείο, μαντάμ, της λέω, όχι, μου λέει, είμαι καλά, ευτυχώς δηλαδή, γιατί ήμασταν στην Πάρο και νοσοκομείο δεν έχει. Αν δεν είστε καλά, λέω, να με πάρετε τηλέφωνο. Πέφτουμε, κοιμόμαστε, εγώ με το ένα αυτί στο τηλέφωνο, ξυπνάω το πρωί, εντάξει, λέω, δε με πήρε, καλά είναι. Μπαίνω στο ντους και μόλις έχω βάλει σαμπουάν στα μαλλιά, χτυπάει το ρημάδι, βγαίνω τρέχοντας με τις σαπουνάδες, γλιστράω, πέφτω, μελανιάζω, σηκώνομαι σαν τον Τσακ Νόρις, σηκώνω το τηλέφωνο, να πάμε στο νοσοκομείο η θεια. Πάμε, στο κέντρο υγείας, στο όμορφο νησί της Πάρου. Βγάζει ακτινογραφία η θεια τα χέρια, δεν είναι σπασμένα, λέει μια ομορφούλα εκεί, αλλά πρέπει να πάτε σε ορθοπεδικό, ιδιωτικό, γιατί εμείς δεν έχουμε εδώ. Δηλαδή να πληρώσει η θεια. Το χαμό τον ξέρετε; Όρθια η θεια στο κέντρο υγείας να φωνάζει «νο, νο, νο», δεν πληρώνω εγώ, να λέει, άσε με εδώ να πεθάνω. Μη μου βάζετε ιδέες, σκέφτομαι εγώ. Με τα πολλά την παράτησα εκεί να μαλώνει με τον πράκτορα, το γιατρό και το Θεό και πήγα στη Νάξο με το υπόλοιπο γκρουπ. Τελικά δεν ξέρω τι απέγινε και ποιος πλήρωσε το γιατρό, δεν ασχολήθηκα, τη συμπόνεσα στην αρχή που έπεσε, αλλά μετά ήταν τόσο αγενής, εριστική και το μόνο  που την ένοιαζε ήταν να μην πληρώσει, που λίγο σιχτίρισε κι η ξεναγός. Το άγχος μου ήταν μην τυχόν και δεν την αφήσουν να πετάξει, γιατί τελικά φόρεσε νάρθηκα κι έπρεπε να έχει ένα χαρτί από το γιατρό που να λέει ότι μπορεί να πετάξει, ο γιατρός όμως δεν ήθελε ούτε να ξανακούσει για τη θεια και δεν έδινε το χαρτί με τίποτα και λέω θες να μου μείνει αμανάτι η θεια στο αεροδρόμιο, ευτυχώς τελικά έφυγε, μαζί με το υπόλοιπο 25ο ΚΑΠΗ του 40υ αροντισεμάν. Η Παναγιά μαζί τους.
Μετά από τους Γάλλους, εξελίχθηκε η φάση μου. Προχώρησα σαν ξεναγός. Άλλαξα επίπεδο. Κόντεψα να αλλάξω και συκώτι από τα γέλια. Μου λένε από το γραφείο, θα πάρεις κάτι κόπτες Αιγύπτιους από την Αμερική να τους πας στην Τήνο. Βρείτε τα λάθη στην πρόταση. Ο Κόσμος έφερε μια γυροβολιά ψάχνοντας να βρει που πέφτει η Τήνος και τι να πει στους κόπτες. Έρχεται η μέρα, βγαίνουν από το ξενοδοχείο κάτι μαύροι, μαύροι όμως, μαύροι σαν καλιακούδες, ωρέ, λέω του οδηγού, αυτοί Αιγύπτιοι δεν είναι. Δεν ήταν. Ήταν Αιθίοπες, ορθόδοξοι, πιστοί, με 2 κουτσές, μια τυφλή και 3 παπάδες. Δεν είναι ανέκδοτο, και με συμπαθάτε για την πολιτικά μη ορθή ορολογία, αλλά αυτά έχει ο πηγαίος λόγος. Οι παπάδες, κανονικοί παπάδες, ράσα, μούσια, σταυροί ίσαμε το κεφάλι μου, πετραχήλια. Ο δε αρχιπάτερ ήταν μορφή, φορούσε ένα σταυρό τεράστιο, ασημένιο, και κάτι γυαλιά μαύρα μεγάλα, πήγαινε αργά, ευλογώντας, θαγκ λάιφ. Άλλο να σας λέω, άλλο να το βλέπετε. Μπαίνουν στο λεωφορείο, αρχίζω εγώ, με κόβει ο αρχιπάτερ, συγγνώμη, λέει, να προσευχηθούμε. Από την Αθήνα ως τη Ραφήνα, προσευχόταν στο μικρόφωνο, στα αιθιοπικά. Ο οδηγός να με κοιτάει κι εγώ να κοιτάω την ανατολή, γιατί τι να κάνω; Να βάλω τα γέλια; Μπαίνουμε στο καράβι με τους Αιθίοπες φυλάρχους, καθόμαστε κάπου κι αρμενίζουμε. Στέλνω απεγνωσμένα μηνύματα στο βάιμπερ, ο Βασίλης να απαντάει ότι είναι Νούβιοι, απόγονοι των Φαραώ, η Στέλλα να ρωτάει τι είναι οι Νούβιοι, η Μαρίνα ήταν στα Χανιά. Σηκώνω το βλέμμα, ο αρχιπάτερ έχει σταθεί μπροστά στην τηλεόραση του καραβιού, στις αριθμημένες, και κάνει κήρυγμα, στα αιθιοπικά. Το κάνετε εικόνα; Οι υπόλοιποι του γκρουπ να σταυροκοπιούνται, αμήν. Πότε θα μας μαζέψουν, λέω στον οδηγό. Πάμε να φύγουμε, απαντάει, μην καταλάβει κανείς ότι είναι δικοί μας.
Τι να σας πω άλλο; Να σας πω ότι πήγαμε στην Παναγία της Τήνου και κλαίγανε όλοι μαζί όταν είδανε ένα παλικάρι που ανέβαινε με τα γόνατα; Να σας πω για το χαλί δίπλα στο δρόμο, ο σουρεαλισμός είναι υπαρκτός, σαν το σοσιαλισμό; Να σας πω ότι νήστευαν λόγω Τετάρτης και θέλανε φαλάφελ ενώ το ξενοδοχείο είχε φτιάξει κεφτεδάκια, με αποτέλεσμα να μαλώσω με το ξενοδοχείο και μετά να φάω όλα τα κεφτεδάκια μόνη μου; Να σας πω ότι μετρήσαμε όλους τους μαρμάρινους τάφους στο νεκροταφείο του χωριού; Να σας πω για το υπέροχο Μουσείο Μαρμαροτεχνίας; Γι’ αυτό θα σας πω κάποια στιγμή, όντως. Δεν ξέρω πια τι να πω.
Θα σας πω αυτό και θα κλείσω, όταν γυρίσαμε στην Αθήνα και τους άφησα στο Σύνταγμα, όλο χαρά διότι ήμαρτον πια, έρχεται η τυφλή και μου λέει, θέλω να δω την αγορά, θα με συνοδέψεις; Θα σε πληρώσω, λέει, για τις υπηρεσίες σου. Παιδιά μου, ανεβοκατέβηκα την Ερμού 5 φορές, κουβαλώντας τα 4 ζευγάρια παπούτσια και τα 3 φουλάρια που είχε αγοράσει η κυρία. Μπήκαμε σε όλα τα μαγαζιά, δεν αφήσαμε κανένα, πήραμε και γύρο να φάει στο ξενοδοχείο. Το δουλάκι να κουβαλάει, έτσι; Και με το άλλο χέρι να οδηγώ την κυρία. Μέχρι την Πλάκα φτάσαμε γιατί ήθελε να πάρει λιβάνι. Και πήρε. Συνολικά 2,5 κιλά. Μαντέψτε ποιος τα κουβαλούσε. Μαντέψτε και τι πήρα για τις υπηρεσίες μου. Τι τράβηξα, η ξεναγίδα, για να μη λέτε μερικοί ότι βγάζουμε τα λεφτά μας εύκολα.

Μετά από όλα αυτά, έκανα το σταυρό μου και προσευχήθηκα σε όποιον Θεό ακούει να συνεχίσει ο Κόσμος να σβουρίζει γιατί έχουν δε πολλά τα μάτια του και θα δουν κι άλλα τόσα.