Πέμπτη, 9 Απριλίου 2020

Που πάει ο καιρός που φεύγει κι όταν φτάνει ξαναφεύγει;


Αν κάτι έμαθα όταν έγινα μάνα, είναι πόσο δύσκολο γίνεται να κρατήσεις τις υποσχέσεις σου. Είχα υποσχεθεί να γράφω κάθε εβδομάδα, τρίχες, εδώ ούτε τα δόντια μου δεν πλένω κάθε βράδυ, κι έχω κι εύκολο παιδί, έτσι; Δηλαδή, άλλοι που ζορίζονται αλήθεια, που έχουν ξέρω γω δύο παιδιά ή δίδυμα ή παιδιά που δεν κοιμούνται, τι κάνουν, μεγάλη απορία το έχω.
Τελοσπάντων, ας μην υποτιμώ το παιδάκι μου, τραβάει κι αυτό τα ζόρια του, κι εμείς τα δικά μας, εδώ, καραντίνα κι άγιος ο Θεός, οι 3 μας και το νέτφλιξ, το παιδί θα γίνει αντικοινωνικό, βλέπει μόνο εμένα και τον πατέρα του, θα έρθει η ώρα να βγει στον έξω κόσμο και θα κλαίει συνέχεια με τα άγνωστα πρόσωπα. Βλέπει κάτι λίγα στις βιντεοκλήσεις, τι να το κάνεις, η μαμά μου ξέρει μεν να κάνει βιντεοκλήση και να δέχεται, αλλά δεν έχει συμφιλιωθεί με τη χρήση της κάμερας και όταν μιλάμε βλέπουμε το φωτιστικό της κουζίνας, η μικρή θα λέει γιαγιά το φωτιστικό κι άντε να εξηγήσεις.
Και ξαναλέω εδώ, αυτοί που έχουν μεγαλύτερα παιδιά, τι κάνουν; Ήρωες. Ήρωες. Εμείς εδώ με το 6 μηνών και για να μην κάνει κανένας από τους δύο μεγαλύτερη βάρδια στο μπειμπι σίτινγκ, χρησιμοποιούμε χρονόμετρο, ένα όργανο που παλιά το χρησιμοποιούσαμε για να μετράμε χρόνους στις διαλειμματικές προπονήσεις (αυτά είναι κάτι αρχαία έθιμα που έχουν εκλείψει, μόνο κάτι αιωνόβιοι γέροι τα θυμούνται). Ευτυχώς του παιδιού μας του αρέσει ο χορός, ο μπαμπάς της τη χορεύει όρθια, κάνει ώμους, εγώ τη χορεύω καθιστή, κάνω τετρακέφαλο. Το καλύτερο, όμως, είναι όταν χορεύει ο ίδιος ο μπαμπάς για να διασκεδάσει το θείον βρέφος. Αχ, δεν ξέρω, πώς να το περιγράψω τώρα αυτό; Έχετε δει καγκουρό σε εποχή αναπαραγωγής ενώ ταυτόχρονα το κυνηγά ύαινα; Βάλτε και μουσικό χαλί, και το ’χετε.
Τα δε παιδικά τραγουδάκια, παιδιά, εντάξει, είναι μνημεία ματαιότητας, στερεοτύπων και πίκρας. Δε θα ασχοληθώ με Ζουζούνια και λοιπά υποείδη παιδικών τραγουδιών, που επειδή ως τώρα έχουμε δικτατορία σε αυτό το σπίτι και η μανούλα αποφασίζει τι θα ακούσουμε, τα έχουμε αποφύγει, θα σας πω για κλασικά, δοκιμασμένα και αγαπημένα τραγουδάκια, να, η Ωραία Πεταλούδα, για παράδειγμα. Το ξέρατε εσείς ότι η πεταλούδα, σε μια φάση του τραγουδιού πέφτει κάτω και ψοφά; Επί λέξει, φίλε, στο παιδικό τραγουδάκι, η ωραία πεταλούδα πέφτει κάτω και ψοφά, έτσι, στεγνά, χωρίς ωραιοποιήσεις, δεν πα να είναι ωραία, με κόκκινες πιτσίλες και λοιπά, η πεταλούδα ψοφά, όλα πεθαίνουν κάποτε, παιδάκι, η ζωή δεν έχει νόημα και η ομορφιά ακόμα λιγότερο, κανόνισε την πορεία σου και τα ψυχικά σου αποθέματα, θα έρθει ο χειμώνας και η πεταλούδα θα ψοφήσει, μην ελπίζεις, παιδάκι, γίνε νιχιλιστής από τους 6 μήνες, να τελειώνεις.
Κι αν τυχόν γλιτώσει η πεταλούδα και η ψυχή σου, υπάρχει πάντα ο γάλος του Μπάρμπα Μπρίλιου, που σε μια παράξενη ένδειξη ευγνωμοσύνης προς αυτόν που τον τάιζε αγόγγυστα επί σειρά μηνών, τον έφαγε, φίλε, τον έφαγε! Και μάλιστα, μια μέρα με δίχως ήλιο. Δηλαδή είσαι τώρα ένα παιδάκι ανέμελο, αγνό, αθώο και ακούς ένα τραγουδάκι και ξαφνικά έρχεται η πραγματικότητα και σε χτυπάει σαν ηφαιστειακός μύδρος: ο γάλος έφαγε τον Μπάρμπα Μπρίλιο, δεν υπάρχει ευγνωμοσύνη, παιδάκι, δεν υπάρχει τίποτα καλό σε αυτόν τον κόσμο. Ας μη μιλήσω για το τρομακτικό της σκηνής, ένα τεράστιο πουλί να τρώει έναν άνθρωπο, ποιος τα σκέφτηκε αυτά για παιδικό τραγούδι, ποιος Στίβεν Κινγκ της παιδικής μουσικής;
Έχω κι άλλα, υπάρχει ένα τραγουδάκι στο δίσκο «Τα Μυστικά του Κήπου», του Κυπουργού, που μιλάει για ένα κοριτσάκι που κλαίει επειδή το έκλεισαν σε μοναστήρι κι έχει μια φίλη πολύ μακριά που δεν θα την ξαναδεί πια. Αλήθεια τώρα; Την πρώτη φορά που το άκουσα μου σηκώθηκε η τρίχα, το αμέρικαν χόρορ στόρι πέρασε μπροστά μου σαν φλασάκι, και από τότε το προσπερνάω.
Δε θέλω, επίσης, τώρα να αρχίσω κουβέντα για όλα τα παιδικά τραγουδάκια που μιλούν για γάμους, παντρειές και προίκες, έχω και μια ευαισθησία στα φεμινιστικά ζητήματα.
Το μόνο που θα πω και θα κλείσω εδώ αυτό το μίνι παραλήρημα είναι πως για μένα, τα μοναδικά παιδικά τραγουδάκια που έχω ακούσει και που τα θεωρώ αξεπέραστα, σε μουσική, σε στίχο, σε νοήματα, σε αισθητική και εκπαιδευτική αξία, είναι τα τραγούδια της Λιλλιπούπολης. Ένα προς ένα, μοναδικά, χωρίς να επαναλαμβάνεται ούτε ένα μουσικό μοτίβο, με στίχους πλούσιους σε λεξιλόγιο, ευφάνταστους, δίχως προσβολές, χοντροκομμένα αστεία, στερεότυπα φύλων ή κοινωνικά, που μιλάνε για έννοιες όπως η τέχνη, ο χρόνος, η πολιτική με τρόπο εύληπτο, με τρόπο που το παιδικό μυαλουδάκι μπορεί να συλλάβει. Μνημείο πραγματικό της σύνθεσης και της στιχουργίας τα τραγουδάκια της Λιλλιπούπολης και ευτύχημα που τα έχουμε και τα ακούμε με το μικράκι, μπας και γλιτώσουμε τίποτα. Το προαναφερθέν καγκουρό σε εποχή αναπαραγωγής αγαπά ιδιαίτερα να χορεύει τον άγριο, παράξενο χορό του με την Καφέ Αρκούδα από τη Λιλλιπούπολη.
Εμάς, λοιπόν, αγαπημένοι μας, έτσι περνά η καραντίνα, όχι ότι και πριν κάναμε κάτι διαφορετικό, νταντεύουμε το μικράκι, ακούμε τραγουδάκια, τρώμε κι ελπίζουμε να τη βγάλουμε και φέτος. Να προσέχετε και να ακούτε Λιλλιπούπολη.

Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2020

Είκοσι εβδομάδες και μια αιωνιότητα.


Πριν από 20 εβδομάδες, δηλαδή περίπου 5 μήνες, ο Kόσμος μεγάλωσε. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, ο κόσμος είναι ήδη 6,3 κιλά και 63 εκατοστά. Φτύνει σάλια προσπαθώντας να φάει ένα υφασμάτινο καραβάκι.
Έτσι, λοιπόν, αγαπημένοι μου, βρεθήκαμε εκείνος κι εγώ με ένα φουσκωτό μωρό στο σπίτι, ολίγον έκπληκτοι και αρκούντως αγχωμένοι. Έτσι, λοιπόν, αγαπημένοι μου, αποφάσισα να ξαναρχίσω να γράφω μήπως καταφέρω να διατηρήσω σώας τας φρένας μου και ενεργό το ενήλικο λεξιλόγιό μου, διότι προς το παρόν εξαντλείται σε φούσκες με τα σάλια μου ως απάντηση στο φουσκωτό μωρό.
Εντελώς τετριμμένα και αφελώς, δεν το περιμέναμε, δηλαδή το περιμέναμε, πάντα το περιμένεις όταν εγκαταλείπεις τους φίλους σου (ένας παιδικός μου φίλος, πριν αποκτήσει με τη σειρά του δύο παιδιά, έλεγε τα προφυλακτικά φίλους του – κι αυτό το άτομο έκανε παιδιά, δεν ξέρω που πάει αυτή η χώρα), αλλά δεν το περιμέναμε τόσο γρήγορα; Τόσο εύκολα; Δεν ξέρω, δε θέλω να λέω και πολλά γιατί σε κοιτάνε και σαν εξωτικό πουλί πια άμα λες ότι έκανες εύκολα παιδί, και νιώθω και καμιά τύψη πότε πότε, που βλέπω τόση παιδεμάρα γύρω μου, κι εμείς πέσαμε από τα σύννεφα ξέρωγω.
Σε κάθε περίπτωση, ένα ηλιόλουστο απόγευμα, βγήκαμε από το μικροβιολογικό κρατώντας τα αποτελέσματα της β-χωριακής (όλα θα τα μάθετε εδώ μαζί μου, β-χωριακή είναι μια ουσία στο αίμα που ανεβαίνει στο θεό όταν είσαι έγκυος και είναι ο πιο ασφαλής τρόπος να μάθεις αν είσαι έγκυος) και δεν ξέραμε τι να κάνουμε, να κλάψουμε, να γελάσουμε, να αγκαλιαστούμε. Μείναμε να κοιταζόμαστε και πήγαμε στην Ειρήνη και τον Αργύρη να φάμε πίτσα. Η πίτσα είναι πάντα η ενδεδειγμένη αντίδραση.
Σαράντα εβδομάδες μετά, συνεχίζαμε να μην ξέρουμε τι να κάνουμε. Ωστόσο, θα ομολογήσω εδώ ότι στην εγκυμοσύνη τα κάναμε όλα όπως έπρεπε. Φωτογραφίζαμε με θρησκευτική ευλάβεια την πρόοδο της κοιλίτσας, μαλώναμε μία φορά την εβδομάδα, μετακομίσαμε με την κοιλιά στο στόμα – κάθε έγκυος που σέβεται τον εαυτό της μετακομίζει αλλιώς δεν έχει πλάκα - , αγχωθήκαμε αρκετά και μερικοί από εμάς έγιναν σαν το θωρηκτό Ποτέμκιν (παραμένουν, αν έχετε απορία).
Παράλληλα, εγώ δούλευα, δεν ξέρω αν θυμάστε τι δουλειά κάνω, κυνηγάω τουρίστες, ε, συνέχισα να τους κυνηγάω, μόνο που ήμουν έγκυος. Το παιδί αυτό έχει ήδη λάβει ευχές και χάδια από όλες τις χώρες του κόσμου. Το καλύτερο ήταν που δίχως τύψεις κοιμόμουν μακαρίως στα λεωφορεία, μια φορά μάλιστα με έπιασε τέτοια υπνηλία, που τους ξαμόλησα ελεύθερο χρόνο και πήγα να κοιμηθώ στο πάρκινγκ στις Μυκήνες. Μεγάλη επιτυχία. Το χειρότερο ήταν μια φορά μέσα σε ένα σαπιοκάραβο από τη Σαντορίνη στην Πάρο με 8 μποφόρ, όπου φτάσαμε στην Πάρο κι εγώ δεν ήξερα ποια είμαι, ποιοι είναι αυτοί γύρω μου και τι χρονιά έχουμε.
Μετά, όταν πια σταμάτησα να δουλεύω, και το σπίτι στο οποίο είχαμε μετακομίσει έμοιαζε λίγο λιγότερο με κοντέινερ και λίγο περισσότερο με σπίτι, σταμάτησα να κοιμάμαι.
Γενικά, αγαπημένοι μου, υπάρχουν ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΑ πράγματα που ΚΑΝΕΙΣ ΠΟΤΕ δε σου λέει για την εγκυμοσύνη, κι εδώ θα ήθελα ευθαρσώς να δηλώσω ότι αυτά τα περί καλύτερης στιγμής της γυναίκας και μεγαλύτερης ευτυχίας και γαλήνης και ομορφιάς και λάμψης στην εγκυμοσύνη είναι μπούρδες ολκής, και είμαι σίγουρη ότι τα έχουν πει άντρες. Πρήζεσαι, πονάς παντού, δεν μπορείς να φας όσο κι αν θες, και βασικά, δεν μπορείς να κοιμηθείς. Κοιμόμουν μεταξύ 10 και 2 το βράδυ, μετά τέλος, αυτό ήταν, στριφογύριζα ως τις 5, ευτυχώς ήταν καλοκαίρι και χάραζε, σηκωνόμουν από το κρεβάτι (με βίντζι ή κυλώντας, γιατί άλλος τρόπος δεν υπήρχε) και καθόμουν στο μπαλκόνι κάνα τρίωρο μέχρι να πιάσει η ζέστη και να σηκωθεί κι εκείνος.
Και βέβαια, μέσα στην αϋπνία σου, έχεις κι όλους τους άλλους να σου λένε, κοιμήσου τώρα που μπορείς. Ντάξει, άκουσα πολλά άχρηστα όσο ήμουν έγκυος, αλλά, φίλε, δεν υπάρχει πιο άχρηστη συμβουλή από αυτή. Δηλαδή, τι είναι ο ύπνος, αποθηκεύεται κάπου και τον χρησιμοποιείς μετά, είναι σαν την υδατανθράκωση που κάνεις πριν το μαραθώνιο;
Εγκυμοσύνη: δεν έχω καταλήξει ακόμα. Εκ των υστέρων, το μόνο που σίγουρα μπορώ να σκεφτώ είναι ότι θα ήθελα να μην είχα σταματήσει το τρέξιμο και τη γυμναστική. Αλλά, όταν είσαι έγκυος και μάλιστα για πρώτη φορά και μάλιστα στα 39 σου, φοβάσαι και αποφεύγεις ό,τι μπορεί να βλάψει το μωρό. Οπότε, δεν έχω άλλη συμβουλή να δώσω.
Γενικώς, δεν έχω πολλές συμβουλές να δώσω για την εγκυμοσύνη, και γενικώς εγώ είμαι και γκρινιάρα, δεν αποτελώ μέτρο σύγκρισης. Πάντως, την έβγαλα, έφτασα στις 40 εβδομάδες, με την αμέριστη υποστήριξη εκείνου.
Την άλλη βδομάδα θα σας πω τι έγινε μετά.
Πάω, γιατί η μικρή δυνάστρια ξύπνησε και απαιτεί το μεγάλο της μερίδιο στη ζωή μου, το χρόνο μου, την ενέργεια και τα συναισθήματά μου.

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2018

Ω, τι κόσμος, μπαμπά.


Στην αρχαία Ελλάδα, όταν πέθαιναν οι αγαπημένοι τους (αλλά και οι μισητοί τους, υποθέτω, οι αρχαίοι Έλληνες ήταν τυπικοί σ’ αυτά, δε χωρούσαν οπαδικά), τους έθαβαν νύχτα, απαραιτήτως, πριν μολυνθεί η νέα μέρα από το νεκρό σώμα, και μετά έκανα μνημόσυνα την τρίτη μέρα, την ένατη μέρα και την τριακοστή μέρα μετά το θάνατο.
Σήμερα, οι νέοι Έλληνες, επηρεασμένοι και υποψιασμένοι από την καινούργια θρησκεία, κάνουμε σχεδόν τα ίδια πράγματα όταν πεθαίνει ο κόσμος, με κάποιες αλλαγές, για να μην καρφωνόμαστε ότι στην ουσία η παρηγορητική πρακτική δεν έχει διόλου αλλάξει, κι ας έχει αλλάξει το όνομα του Θεού. Έτσι, αντί για την τριακοστή μέρα, το μνημόσυνο γίνεται την τεσσαρακοστή.
Το ζήτημα, όμως, παραμένει το ίδιο: ας αποχαιρετήσουμε σχεδόν οριστικά αυτόν που έφυγε από κοντά μας (γρήγορα, αργά, δίκαια, άδικα, όποιος κι αν ήταν ο τρόπος) κι ας συμφιλιωθούμε με την απουσία.
Σήμερα, εμείς, στην 36η μέρα, διότι λόγω επαγγέλματος δικού μου, είμαστε κοντά στην αρχαία Ελλάδα, κι είπαμε να μοιράσουμε τη διαφορά, κάναμε το μνημόσυνο του μπαμπά μου.
Ο μπαμπάς μου έφυγε στις 16 Σεπτεμβρίου του 2018, κι από τότε, εντελώς τετριμμένα και κοινά και επαναλαμβανόμενα, ο κόσμος (και ο Κόσμος) φτώχυνε ελαφρώς. Ο κάθε μπαμπάς κάθε ανθρώπου είναι φοβερό όταν πεθαίνει, θα ήθελα να ευχηθώ να μην το ζήσει κανείς από εσάς, αλλά δε γίνεται, θα το ζήσετε. Και δεν έχω και πολλά να σας πω, δηλαδή, μόνο ότι δεν θα είστε ποτέ έτοιμοι για κάτι τέτοιο.
Εγώ δεν ήμουν, κι ας ήταν άρρωστος και ανήμπορος, ευτυχώς όχι πολύ καιρό, λίγους μήνες μόνο, πριν φύγει. Θυμάμαι, όταν μάθαμε για την αρρώστια του, κάθε βράδυ έλεγα στον εαυτό μου «ο μπαμπάς θα πεθάνει» μπας και το χωνέψω, αλλά δεν το χώνεψα. Δεν ετοιμάστηκα. Δεν τον έβλεπα και πολύ, γιατί ήμουν μακριά, και ενδεχομένως να ήταν καλύτερα έτσι, γιατί εγώ τώρα θυμάμαι τον μπαμπά μου, που είχε τόσο μεγάλη κοιλιά που για να ξαπλώσει μπρούμυτα στην παραλία, έσκαβε ένα μικρό λάκκο.
Στην ίδια παραλία, που άραζε τη βάρκα όταν έβγαινε για παραγάδι με τους θείους μου, στην ίδια παραλία που έβλεπα την ανατολή, όταν με έπαιρνε μαζί του για να σηκώσουμε το παραγάδι, αχάραγα ακόμα, μόνο όμως όσο ήμουν παιδάκι, γιατί όταν μου ήρθε περίοδος, δε με παίρνανε πια, ήταν κακή τύχη για την ψαριά γυναίκα στη βάρκα.
Οι ψαριές, βέβαια, ήταν πάντα πολύ καλές, κι ας ήταν ο μπαμπάς περιτριγυρισμένος από γυναίκες, σύζυγο και 3 κόρες. Τη γάτα που είχαμε, που ήταν κι αυτή θηλυκό, ο μπαμπάς την έλεγε Μήτσο, δεν αντέχω, έλεγε, κι άλλη γυναίκα μες στο σπίτι (έγραψα λέει, το έσβησα και το έκανα έλεγε).
Δεν ξέρω μέχρι πότε μπορώ να γράφω ιστορίες για το μπαμπά μου, ξέρω γω, μέχρι αύριο, σίγουρα. Θα σας πω την ιστορία που λέω και στους τουρίστες μου (στους καλούς μόνο, όχι σε όλους, οι καλές ιστορίες δεν είναι για τους κακούς τουρίστες).
Ο μπαμπάς μου γεννήθηκε σ’ ένα χωριό κοντά στη Λαμία. Ο πατέρας του ήταν κτηνοτρόφος, κι είχε κι έναν αδερφό. Όταν μεγάλωσαν λίγο τα παιδιά, αποφασίστηκε ότι ο μπαμπάς μου θα έφευγε για σπουδές, κι ο θείος μου θα έμενε στο χωριό να αναλάβει το κοπάδι. Ο παππούς μου, στα νιάτα του, πολέμησε με το βασιλιά (τον Κωνσταντίνο-μη ρωτάτε τώρα πως τα εξηγώ αυτά στους τουρίστες), με αποτέλεσμα να είναι μέχρι το τέλος σκληροπυρηνικά βασιλικός. Πρώτα πέθανε ο παππούς και μετά κατέβηκε η φωτογραφία του βασιλιά απ’ τον τοίχο. Ο μπαμπάς μου, όμως, όταν έφυγε από το χωριό και κατέβηκε στην Αθήνα να σπουδάσει δικηγόρος, ανακατεύτηκε με τα πολιτικά. Φευ, από την άλλη πλευρά…
Στην Αθήνα, ο μπαμπάς έκανε πολλούς φίλους, σπούδασε όντως νομικά, γνώρισε την Αριστερά και την ηράσθη (τη μαμά μου επίσης, και γνώρισε και ηράσθη). Φτώχεια καταραμένη, δε θυμάμαι πολλά, κάτι για μια φασολάδα στα 3 με 2 δραχμές, με συμπαθάτε, ας αφήσουμε τη φαντασία και το ρομαντισμό να χρωματίσει κομψά εποχές που στην ουσία ήταν εξαιρετικά άκομψες.
Σε κάθε περίπτωση, ο μπαμπάς μου ανακατεύτηκε με την Αριστερά και τον κομμουνισμό. Έβγαινε, έμπαινε, έτρεχε, τον κυνηγούσαν, μιλούσε, ρητόρευε, φώναζε, διάβαζε, συζητούσε, δε θέλει και πολύ.
Τω καιρώ εκείνω, βέβαια, η Αθήνα ήταν πολύ μικρότερη, πόσω μάλλον για τα νεαρά παιδιά που έρχονταν από το χωριό να σπουδάσουν, κι οι γονείς ζητούσαν από τους συγγενείς που ζούσαν στη μεγάλη πολιτεία να τα προσέχουν. Ως εκ τούτου, πολύ γρήγορα, τα νέα έφτασαν στα αυτιά του παππού μου, ότι ο γιος του ο δικηγόρος έγινε κομμουνιστής. Ο παππούς κλονίστηκε. Στέλνει στον μπαμπά μου το λεγόμενο καμένο γράμμα, απειλητικό σημείωμα, προειδοποίηση βαριά σαν την κορνίζα του βασιλιά.
Αγαπητέ μοι υιέ Τριαντάφυλλε,
Μαθαίνω ότι ξακρίζεις ωσάν το χαμένο πρόβατο. Συμμαζέψου, γιατί στο τέλος θα σε φάει ο λύκος.
Ομολογώ ότι δεν γνωρίζω επακριβώς τι ακολούθησε. Οι αδελφές μου σίγουρα θα ξέρουν καλύτερα. Αυτό που λέω στους τουρίστες είναι ότι το καμένο γράμμα υπάρχει ακόμα στην οικογένεια, και μολονότι ο μπαμπάς μου δε συμμαζεύτηκε, παρόλαυτα ούτε ο λύκος τον έφαγε. Εκτός αν θεωρήσουμε λύκο τον έρωτα. Διότι μετά ο μπαμπάς μου γνώρισε τη μαμά μου, παντρεύτηκαν, έφυγαν από την Αθήνα, εγκαταστάθηκαν στη Λαμία και ο παππούς μου αγάπησε τη νύφη του, κι ας είχε μεγάλη γλώσσα (η μικρή της κόρη της έμοιασε), οπότε συγχώρησε τον υιό του, και έφυγε γαλήνιος.
Αυτός ήταν ο μπαμπάς μου. Βασικά, ασυμβίβαστος.
Έφυγε όπως ήρθε, πιστός στις ιδέες του και στην ψυχή του. Δεν κατείχε απολύτως τίποτα, δεν είχε καμία περιουσία, παρά το αστείρευτο πνεύμα του.
Όταν σε μεγαλώνει ένας τέτοιος άνθρωπος, ειλικρινά δεν ξέρω αν μπορείς να γίνεις μεγάλος ή μικρός.
Όταν έφυγε, ένας παλιός μου συμμαθητής και φίλος μου έστειλε ότι είναι σίγουρος ότι ο πατέρας μου έφυγε περήφανος για τον υπέροχο, έξυπνο, καλό άνθρωπο που έφερε στον κόσμο.
Ελπίζω.
Ω, τι κόσμος, μπαμπά.

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2018

Τρέχοντας τον κόσμο.


Λοιπόν, ναι, εδώ είμαστε ακόμα, γυρνάμε τον κόσμο, πάμε, ερχόμαστε, κι όπως έγραψε και μια συνάδελφος, ο χρόνος ταυτόχρονα επιμηκύνεται και συρρικνώνεται, κι είναι ακόμα Απρίλης, βάλτε με το νου σας τι έχουμε να πάθουμε ως τον Οκτώβριο.
Άνοιξε η σεζόν, άνοιξε η τύχη μας, άνοιξαν οι άκρες από τα μαλλιά μας, μαύρισαν τα πόδια μας, λίγο η ψυχή μας καθώς αφήνουμε πίσω μας τις αγάπες μας για να κυνηγάμε αστραλοπίθηκους, κι ενώ οι υπόλοιποι ψάχνουν σε ποιόν αγώνα θα πάνε και πόσες μέρες θα κολλήσουν στην Πρωτομαγιά, εγώ μόλις γύρισα από ένα μαγευτικό τετραήμερο.
Πριν απ’ αυτό, δε, έτρεξα, φίλοι μου κι αδελφοί, τον τελευταίο αγώνα της σεζόν και παραλίγο της ζωής μου, διότι κόντεψα να αφήσω την τελευταία μου πνοή πάνω στο βουνό, στην Οίτη, συγκεκριμένα, δεν ξέρω αν έχετε πάει, εγώ είχα διαβάσει πως είναι ανώμαλο βουνό, στους πρόποδες έχει απότομες πλαγιές και ψηλά έχει λιβάδια και οροπέδια. Τα λιβάδια μας τα ‘χε πει κι ο κόουτς, θα τρέχετε, έλεγε, σε κάτι ωραία, πράσινα, αφράτα λιβάδια και θ’ ανεμίζουν οι κοτσίδες σας, εγώ όταν κατάφερα να φτάσω σε εκείνα τα λιβάδια, έβριζα θεούς, δαίμονες, τον κόουτς, τις κοτσίδες μου τις είχα φάει, και τα λυσσακά μου επίσης. Ποιος να ξέρει ποιο πνεύμα αρχαίο και ταραχοποιό με κατέλαβε κι αποφάσισα να τρέξω 14 χιλιόμετρα ανήφορο, δίχως μία σταφίδα για ανεφοδιασμό. Περνούσα μπροστά από κάτι νεκροταφεία κι έλεγα, να θα μπω μέσα να ξαπλώσω από τώρα, να ησυχάσω.
Εκεί στους αγώνες βουνού που πάμε και που εσείς μην πάτε ποτέ, ευχή και κατάρα, πίσω από όλους τους δρομείς, στο τέλος, τρέχει η λεγόμενη σκούπα, ένας με μηχανή δηλαδή, επιφορτισμένος με το καθήκον να μαζεύει τα πτώματα. Ένα θα σας πω. Άκουγα τη μηχανή. Με τα πολλά, ακόμα δεν ξέρω πως μου συνέβη αυτό, τερμάτισα. Κλαίγοντας. Σίγουρη ότι δεν κάνω γι’ αυτό, οικτίροντας τον εαυτό μου και δίχως την ελάχιστη ικμάδα ενέργειας. Είπα, πάει, κρεμάω τα παπούτσια μου διά να μην κρεμαστώ εγώ.
Όπως καταλαβαίνετε, βέβαια, μετά από μια μπανανιά μπανάνες κι ένα μοσχάρι με μακαρόνια κοκκινιστό, μου πέρασαν όλα. Δύσκολος αγώνας, αλλά παπούτσια δεν κρεμάστηκαν ούτε και κανένας άλλος.
Μετά από τα 14 χιλιόμετρα, δενξερωπως, ξεκίνησα το πρώτο τετραήμερο της σεζόν. Ακόμα γελάνε τα μάρμαρα. Την πρώτη μέρα, για διάφορους λόγους που τώρα δεν είναι της παρούσης, έπρεπε 2 λεωφορεία να πηγαίνουμε παράλληλα. Κάναμε την ηλιόλουστη Αργολίδα, πάρα πολύ ωραία, Ισθμός, Μυκήνες, Ναύπλιο, Επίδαυρος, γοητεία. Ο ένας οδηγός έτρεχε, ο άλλος σερνόταν, ένας χανόταν από το ένα γκρουπ, ένας κατουριόταν από το άλλο, και στη μέση δυο ξεναγοί να συμμαζέψουν τα ασυμμάζευτα. Με τα πολλά φτάσαμε στην Ολυμπία. Να ‘χω μια θεια μες στο λεωφορείο, που έφυγε από τον Καναδά με πνευμονία, για να μαζέψει ήλιο στην Ελλάδα να γιάνει. Να βήχει σαν δεινόσαυρος, να φταρνίζεται 12 φορές στη σειρά, να φυσάει μύτη, να βαριαναστενάζει, και να έχει κάτσει και πρώτη θέση, πίσω από τον οδηγό, ο οποίος κάθε φορά που έβηχε η θεια, άνοιγε διακριτικά το παράθυρο και μετά περνούσε τιμόνι και βολάν γενικώς με αντισηπτικά μαντιλάκια. Σε λίγο, που είχαμε νέα κρίση βήχα, πάλι από την αρχή, παράθυρο, μαντιλάκια. Κι αυτό τώρα σε επανάληψη. Η ξεναγός έπαθε κλονισμό.
Την τρίτη μέρα κατά τας γραφάς, μαζεύω ακόμα μερικούς από τους Δελφούς, που είχαν μόνο διήμερο, και πάμε όλοι μαζί στα επιβλητικά Μετέωρα. Και Μετέωρα, που γενικώς δεν έχω χειρότερο, και βήχουσα-παράθυρο-μαντιλάκι και δίγλωσσο και καμία σωτηρία δε φαινόταν. Έχω, το λοιπό, στο γκρουπ ένα ζευγάρι από τη Νότιο Αφρική, με άχυρα αντί για μυαλό. Μονδέλα και οι δύο. Τι να το κάνεις; Άχυρα. Λέγω, λοιπόν, πριν τα Μετέωρα, ότι καλό είναι να φορέσωμε κάτι σεμνόν την άλλη μέρα, όχι σορτς, κοντές φούστες, κλπ (άλλη φορά θα σχολιάσω ότι οι κοντές φούστες μας μάραναν στα Μετέωρα, στις οδούς της οικονομικής απωλείας). Κατεβαίνω στη ρεσεψιό να φύγουμε, η κοπέλα φορούσε κάτι σε φούστα, ανεπαρκούς μήκους. Το δε αγόρι φορούσε ένα σορτσάκι τόσο κοντό και στενό, που μη σας πω καλύτερα. Η κοπέλα στη ρεσεψιόν ακόμα γελάει, άμα τους πας έτσι πάνω, μου λέει, τράβα ρε συ ένα βίντεο να γελάσουμε. Τους κοιτώ. Με κοιτούν. Θα αλλάξουμε, μου λένε. Αλλάζουν. Βάζει ο νεαρός ένα τζιν με γυρισμένα μπατζάκια εννοείται και η νεαρά ένα κολάν. Ας άφηνε τη φούστα καλύτερα. Όπως είπε κι ο οδηγός, κόντευε να μιλήσει, το ξέρετετι.
Δεν περιγράφω άλλο. Ευτυχώς είχε τόσους Κινέζους στα μοναστήρια που δε μας πήρανε χαμπάρι και μας βάλανε.
Μετά από όλα αυτά, φτάσαμε στην Αθήνα ευτυχείς που αποχωριζόμασταν ο ένας τον άλλον, εγώ γύρισα στο σπιτάκι μου με τόση χαρά και με πονεμένα πόδια κι ετοιμάζομαι για νέες περιπέτειες, μέσα στις οποίες περιλαμβάνεται και η προπόνηση για το μαραθώνιο, εκεί να δείτε γέλιο, να για παράδειγμα σήμερα μου λέει ο κόουτς, Κατερίνα, αύριο θα ζυγιστείς, χαχαχαχαχαχαχαχαχα, όπως είδα και προχτές στο fb, ρε πως παίρνουν πτυχία, είναι επικίνδυνοι, άκου θα ζυγιστείς, εγώ που πρώτα θα βάλω τηλεόραση στο σπίτι μου και μετά ζυγαριά.
Λοιπόν, επειδή δεν ξέρω πως θα είναι η ζωή μετά το ζύγισμα, μπορεί να σταματήσει ο Κόσμος να γυρίζει, σας αφήνω με όλη μου την αγάπη και με λίγο ιδρώτα.

Κυριακή, 4 Μαρτίου 2018

Οι παπαγάλοι του Κόσμου.


Αγαπημένοι μου φίλοι, συναγωνιστές, πιστοί μου αναγνώστες και συνοδοιπόροι, καταρχάς διάβασα προχτές κάπου ότι τα μπλογκζ έχουν πεθάνει και αγχώθηκα. Μήπως κάνω κάτι που δεν έχει θέση στο σύγχρονο κόσμο; Δε θα το ήθελα αυτό καθόλου, δεν ξέρω, εσείς τι λέτε;
Μετά σκέφτηκα ότι ο Κόσμος δε γίνεται να πεθάνει, ο Κόσμος είναι ιδεολογία, είναι ο Κόσμος, δε γίνεται να πεθάνει. Μόνο για λίγο καιρό ξαποσταίνει.
Ξαποσταίνει λοιπόν για λίγο, διότι, όπως λέει και μια παλιά κινέζικη παροιμία, όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα, τον τρώνε οι κότες. Κότες δε με φάγανε, αλλά μ’ έχουν φάει οι προπονήσεις προς το παρόν, κι επειδή ανέβασα λέει ταχύτητα κι άρχισα να τρέχω πιο γρήγορα, έλαπαναγίαμου, έζησα να το ακούσω κι αυτό, μ’ έπιασε ένας πόνος στο ισχίο, μάλλον κάτι έχει τραυματιστεί και πρέπει λίγο να ξαποστάσω.
Έχω να τρέξω μια βδομάδα, σήμερα έχασα κι έναν αγώνα, απ’ αυτούς τους ωραίους, στα βουνά, με μπόλικες λάσπες, ανηφόρες, κοτρώνες, μονοπάτια, απόλαυση, ο σημερινός είχε κι ένα νταμάρι έμαθα, να πάρει, χάσαμε το νταμάρι, και πολύ έχω στενοχωρηθεί. Ελπίζω να μη χάσω τον ημιμαραθώνιο και πάνε στράφι όλα τα πρωινά που άσθμαινα μέσα στο καυσαέριο.
Αφού δεν τρέχω, το λοιπό, έπρεπε να βρω κάτι άλλο να κάνω.
Ξεκίνησα να δουλεύω. Μεγάλη επιτυχία. Καταρχάς, ήταν σα να μην είχε περάσει μια μέρα από την τελευταία φορά που δούλεψα, που ήταν πριν από 3 μήνες. Το γκρουπ, σαν ανέκδοτο, 3 Ινδοί, 2 Αμερικάνοι κι ένας Πακιστανός. Ο οδηγός, μορφή. Πολύ άσπρος είναι αυτός, μου λέει. Σίγουρα είναι Πακιστανός; Μαύροι δεν είναι αυτοί; Έχει και άσπρους Πακιστανούς, του λέω. Ρε, απαντάει, δεν είναι Πακιστανός, μας δουλεύει. Δεν έδωσα συνέχεια.
Πήγαμε, ήρθαμε, οι Ινδοί κουνούσαν τα κεφαλάκια τους, οι Αμερικάνοι κοιτούσαν τα κινητά τους, εγώ πετούσα κάτι μαργαριτάρια, Θεέ μου, καμιά φορά τι ακούνε κι αυτοί οι τουρίστες, να τα λέμε κι αυτά, σα να μην πέρασε μια μέρα, σας λέω. Τι θα ζήσουμε και φέτος.
Είμαι έτοιμη, όμως, να αντιμετωπίσω τα πάντα. Μόνο τον αποκλεισμό από τον ημιμαραθώνιο δε θα αντέξω, όλα τα άλλα θα τα δεχτώ. Έχω και καινούργιες ιστορίες να λέω για την Αθήνα, είμαι πανέτοιμη, σας λέω.
Να, προχτές, έμαθα κάτι πολύ ενδιαφέρον. Μπαίνω σ’ ένα ταξί, Δευτέρα πρωί, είχε τρελή κίνηση, έβρεχε κιόλας, με τα πολλά φτάνουμε στην Αμαλίας, περνάμε έξω από τον Εθνικό Κήπο, να κοπελιά, μου λέει ο ταξιτζής, βλέπεις εκεί τους παπαγάλους στα δέντρα;
Εδώ να κάνω μια παρένθεση και να πω ότι εδώ στις Αθήνες υπάρχει τωόντι μια πολυπληθής κοινότητα πράσινων παπαγάλων, που έχει πάρει τις διαστάσεις αστικού μύθου. Από πού ήρθαν οι παπαγάλοι; Γιατί; Τι σκοπό έχουν; Μιλάνε; Τι λένε; Εδώ, μου τα αποκάλυψε όλα ο ταξιτζής.
Τους βλέπω, λέω. Ξέρεις, με ρωτάει, ποιος τους έφερε; Όχι, λέω, αφενός γιατί όντως δεν ξέρω αφετέρου γιατί ήθελα να μάθω.
Εγώ, μου λέει, είναι 2500 παπαγάλοι κι είναι όλοι δικοί μου.
Άλαλα τα χείλη των ασεβών.
Ναι, συνεχίζει ο προμηθευτής παπαγάλων, πριν από 30 χρόνια που ήμουν ναυτικός (ο τύπος δεν ήταν άνω των 40), είχα φέρει από τη Σρι Λάνκα 6 παπαγάλους για αναπαραγωγή, αλλά επειδή δεν γεννούσαν, αποφάσισα να τους αφήσω ελεύθερους. Ε, έξω από τη σκλαβιά, οι παπαγάλοι γέννησαν και τώρα είναι 2500. Το ξέρω, μου λέει, γιατί όταν ήρθα εδώ στον κήπο να τους ελευθερώσω, είπα σ’ έναν τύπο να τους έχει στο νου του (ο τύπος τους παπαγάλους, με παρακολουθείτε;), κι αυτός, λέει, τους είδε που έφτιαξαν φωλιές και μετά πήγαν και σε άλλα μέρη της πόλης (και έφτιαξαν κι εκεί φωλιές, προφανώς).
Δε μιλώ. Τι να πω, άλλωστε.
Συνεχίζει, παιδιά, ο ταξιτζής. Ακούς, μου λέει, κοπελιά, δεν πέταξαν να πάνε στην Αφρική, έμειναν εδώ, γιατί ξέρεις αυτοί οι παπαγάλοι πετάνε πολύ γρήγορα, σε 3 ώρες μπορούν να είναι στην Αφρική. Αλλά, όχι, έμειναν, τους άρεσε η Αθήνα, κι έμειναν και πολλαπλασιάστηκαν κι είναι όλοι από τους δικούς μου παπαγάλους, αλλά εγώ τώρα, να, τους αφήνω, δεν τους παίρνω πίσω, δώρο στην πόλη, γιατί είναι πολύ όμορφα πουλιά.
Που θα τους βάλετε 2500 παπαγάλους, καλεκύριε, και πίσω να τους θέλατε.
Λοιπόν αυτά με τους παπαγάλους. Δε θα πω εγώ τώρα την ιστορία για τους παπαγάλους στους τουρίστες; Δε θα εντυπωσιαστούν με τους πράσινους παπαγάλους που προτίμησαν την Αθήνα από την Αφρική; Μα φτάνει πια με τα αρχαία.
Ελπίζω ειλικρινά να ξεκινήσω σύντομα πάλι το τρέξιμο, διότι ο Κόσμος δεν πάει καλά, καθόλου καλά.

Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου 2018

Σ' αυτό τ' ανηφόρι που λένε ζωή.

Δεν ξέρω αν υπάρχει κάτι καλύτερο από έναν καφέ το απόγευμα, εντάξει, ξέρω, πολλά καλύτερα υπάρχουν, αλλά ο καφές το απόγευμα είναι από τα καλύτερα καλύτερα που υπάρχουν. Δεν ξέρω τι λέω, αγαπημένοι μου, γνωστό αυτό, αλλά πάντως κάτι λέω, και αυτό είναι σημαντικό, όσο ζω θα μιλάω και μιλάω άρα υπάρχω. Και βέβαια, δε γίνεται ποτέ να σταματήσει να υπάρχει ο Κόσμος.
Ελπίζω, ειλικρινά και βαθιά, να μιλάω και φέτος, και αυτόν το χρόνο να είμαστε εδώ, ακόμα ζωντανοί, στη σκηνή, στα λεωφορεία και μπροστά στις αρχαίες κολώνες, να λέμε ιστορίες για μεγάλες μάχες και μεγάλα ιερά, να λέμε ιστορίες για τρελούς τουρίστες και αστεία, μαιφρέντ, ελπίζω να συνεχίσουμε να τρέχουμε στα βουνά, να μη σπάσουμε κάνα πόδι και να βελτιωθεί η ζωή όλων των αγαπημένων μου.
Τι άλλο να ελπίσω, δεν ξέρω, παγκόσμια ειρήνη δε θα πω ούτε πυρηνικό αφοπλισμό θα πω, αφενός διότι τα ‘παν άλλοι, αφετέρου διότι ομολογώ ότι καμιά φορά μονολογώ, πάτα το Κιμ, τώρα έχω αρχίσει να μονολογώ και, πάτα το, Ντόναλντ, και πόσο καρικατούρες πια αυτοί οι δύο, που είναι ο Σάσα Μπάρον να παίξει και τους δύο και να γονατίσουμε από τα γέλια.
Τελοσπάντων, μέχρι ένας από τους δύο να το πατήσει και να γίνουμε εδώ ταινία καταστροφής, απ’ αυτές που μου αρέσουν πολύ, εγώ προσωπικά θα συνεχίσω όσο καλύτερα μπορώ. Για παράδειγμα, θα συνεχίσω να τρέχω, ακόμα και μετά την πανωλεθρία του τελευταίου αγώνα, έπρεπε να σας είχα από μια μεριά, στην Πάρνηθα, έχετε πάει ποτέ; Μην πάτε, μιλάμε, το μονοπάτι ήταν κάθετο, έβαζα χέρια, πόδια, μύτη και πωπό ταυτόχρονα για να ανέβω, από πίσω μου άκουγα κάτι κραυγές, ω ρε μάνα, και μόλις τελείωνε η ανηφόρα, εμφανιζόταν μια άλλη ανηφόρα, κι έλεγες, έχει πολύ ακόμα παπαστρουμφ, κι από την κούραση έβλεπα στρουμφάκια να ξεμυτίζουν από τα μανιτάρια. Και μετά, όταν ξεκίνησα να κατεβαίνω, με προσπέρασε μέχρι και μια χελώνα που κουβαλούσε τον Δρακουμέλ, χώθηκα σε κάτι χαντάκια για να μην εμποδίζω, διότι πρέπει να ξέρετε ότι το σαβουάρ φερ στους αγώνες βουνού λέει ότι αν είσαι αργός σα θάνατος στην έρημο της Αριζόνα, κάνεις στην άκρη να περάσουν οι γρήγοροι καουμπόηδες, ποια άκρη που τα μονοπάτια είναι λεπτές καφέ γραμμές, χώνομαι κι εγώ το λοιπό στα χαντάκια, κι άντε να βγω μετά από κει. Με τα πολλά τερμάτισα, περιέργως όχι τελευταία, το δηλώνω ευθαρσώς, και όχι μόνο δεν τα παράτησα παρά συνεχίζω να τρέχω, αγκομαχώντας και βρίζοντας, αλλά τρέχω. Όπως έχει πει και ο Χαρούκι, στην ταφόπλακά μου θα γράψουν «δεν περπάτησε ποτέ.»
Όσο τρέχω, λοιπόν, αγαπημένοι μου, ειδικά τώρα που πήγα στη Λαμία κι έτρεχα σε κάτι άγνωστα βουνά, σκέφτομαι κάτι εξαιρετικά κοινότοπο και κλισέ, κάτι που είμαι σίγουρη πως όλοι οι δρομείς το έχουν σκεφτεί κάποια στιγμή στη ζωή τους. Η ζωή είναι σα να τρέχεις σε ένα δρόμο στο βουνό. Ξεκινάς όλο χαρά και αυτοπεποίθηση, ακούς τα πουλάκια και μυρίζεις τα δέντρα, σιγά σιγά φτύνεις το γάλα της μάνας σου και οι ανηφόρες σε χτυπάνε αλύπητα, έρχονται απροειδοποίητα και ασταμάτητα, αλλά δε μπορείς, δεν έχεις επιλογή να φύγεις, πρέπει να τις ανέβεις, πρέπει να συνεχίσεις κι εκεί που νομίζεις ότι στην επόμενη στροφή θα στρώσει το πράγμα, αμ δε, άλλη μια ανηφόρα σε κοιτάει χαιρέκακα. Μπορείς να σταματήσεις για μισό δευτερόλεπτο, αν σταματήσεις περισσότερο, όμως, δε θα μπορέσεις να συνεχίσεις ξανά, οπότε φτύνεις λίγο γάλα ακόμα και συνεχίζεις. Και οι στροφές είναι ατελείωτες, κάθε στροφή μπορεί να κρύβει ένα θαύμα, τον ουρανό που λάμπει και τα χωράφια που απλώνονται βελούδινα, ή μια καταστροφή, βράχια και πέτρες που γλιστράνε και χαντάκια. Όταν τρέχω, συνήθως κοιτάω κάτω, κυρίως επειδή δεν έχω δύναμη να κοιτάξω επάνω, πριν τη στροφή ωστόσο, σηκώνω το κεφάλι μου και αναρωτιέμαι τι άραγε θα δω, τι με περιμένει. Δεν μπορείς να προβλέψεις τι σε περιμένει, μπορείς όμως να προβλέψεις, και μη σου πω αναγνωρίζεις και αγαπάς, την αίσθηση της αναμονής, του ενθουσιασμού, του φόβου και της προσδοκίας για αυτή τη ζωή. Κι αυτή ακριβώς η αίσθηση είναι που σε κάνει να συνεχίζεις να τρέχεις, και να ζεις. Και βασικά, εντάξει, δεν υπάρχει και τίποτε άλλο που μπορείς να κάνεις. Διότι, δε γίνεται, κάποτε θα βγεις σ’ αυτή την κατηφόρα και τότε θα αρχίσεις να κουτρουβαλάς χτυπώντας στους κορμούς των δέντρων, προσπαθείς να κρατηθείς, προσπαθείς να θυμηθείς τις οδηγίες του κόουτς, δε γίνεται, όμως, ακριβώς όπως και στη ζωή, δεν υπάρχουν οδηγίες, απλά τρέχα και προσπάθησε να μην πέσεις. Αφήνω να με προσπεράσουν κι ας μου τη σπάνε αυτοί που φωνάζουν από χίλια μίλια «άκρη!», ντάξει ρε φίλε, σε άκουσα, τρέχεις σαν πτερόσαυρος που τον κυνηγάει μαμούθ. Προσπερνάω κι εγώ καμιά φορά, όχι πολύ συχνά, γιατί δεν είμαι ανταγωνιστικό πνεύμα, μόνο τον εαυτό μου έχω αντίπαλο και συνεχίζω να τρέχω. Και να ζω.

Αυτές τις αμπελοφιλοσοφίες έχω να σας πω σήμερα, αστείες ιστορίες δεν έχω, όταν ξεκινήσω πάλι τη δουλειά, σίγουρα θα βρω μερικές, ίσως κι από κάναν αγώνα, προς το παρόν θα πάω να θαυμάσω λίγο το φυτό μου που έβγαλε καινούργια φύλλα την Πρωτοχρονιά. Δεν ξέρω ποιος οιωνός θα μπορούσε να είναι καλύτερος από αυτόν για την καινούρια χρονιά. Σας εύχομαι ο νέος χρόνος να σας φέρει ότι δε σας έφερε ο παλιός και να συνεχίσετε να τρέχετε, ο καθένας το βουνό του, και φέτος. 

Κυριακή, 3 Δεκεμβρίου 2017

Λες να πήγαν στο βουνό;

Αγαπημένοι μου φίλοι, οι ξεναγοί, όταν δε δουλεύουν, το χειμώνα δηλαδή, μερικοί πέφτουν σε χειμερία νάρκη, μερικοί διαβάζουν και παρακολουθούν σεμινάρια και ξεναγήσεις άλλων ξεναγών(δεν έχω χειρότερο), μερικοί παίρνουν τους δρόμους, είμαι σίγουροι ότι μερικοί παίρνουν ναρκωτικά και κάποιοι άλλοι παίρνουν τα βουνά.
Εγώ κάθε χρόνο κάνω κάτι απ’ όλα αυτά. Φέτος, λόγω και του ότι έχω μπλέξει εδώ με μια παρέα ανώμαλων, αποφάσισα να πάρω τα βουνά. Αυτοί οι ανώμαλοι πάνε και τρέχουν σε αγώνες. Τίποτα ανώμαλο ως τώρα. Οι αγώνες αυτοί έχουν ειδικό όνομα, λέγονται trail. Τρέχω δηλαδή, αλλά σα να μη μου έφτανε που τρέχω, τρέχω στο βουνό, ενίοτε στην κορυφογραμμή του βουνού. Τρέχω στα κατσικοδρόμια, σε κάτι μονοπάτια σκαρωμένα από αλεπούδες που τρέχουν να κρυφτούν από λύκους, τρέχω κουτρουβαλώντας ανάμεσα σε κοτρώνες. Μεγάλη επιτυχία.
Είπα κι εγώ για να ξεχαστώ, να αρχίσω να τρέχω στο βουνό. Και πήγα σήμερα, ο Καραμήτρος, να τρέξω στον πρώτο μου αγώνα στο βουνό, στα χνάρια του Δευκαλίωνα λεγόταν η διοργάνωση και ήταν, λέει, ο αγώνας πάνω στον Παρνασσό. Λέω κι εγώ, Δελφοί, γνωστό μέρος, Δευκαλίωνας, γνωστό πρόσωπο, θα πήγαινε και Εκείνος να τρέξει, από το πουθενά βρήκα και πέρσοναλ κόουτς, μου φάνηκαν όλα ευνοϊκά, ο Απόλλων ήταν μαζί μας. Πήγα, ελαφρώς απροπόνητη, με καινούργια παπούτσια, όμως, ειδικά, σου λέει για να τρέχεις στο βουνό, τέρμα τυρκουάζ τα ειδικά παπούτσια, να ξέρετε, για να μη σε χάσουν και πας άδοξα φαγωμένος από τους λύκους.
Φτάνουμε το λοιπό στους Δελφούς και βλέπωμε ότι το μέρος έχει κατακλυστεί από δρομείς, οι οποίοι χωρίζονται σε κατηγορίες. Οι μακρινών αποστάσεων, τέρμα άτριχοι, αποστεωμένοι και ξερακιανοί, σαν ελαιογραφίες του Γκόγια και του Ελ Γκρέκο ταυτόχρονα, οι ποζεράδες, όλο μούσι και μούσκουλο και οι από σπόντα, με τρίχες κανονικές και φόρμες από το Λιντλ.
Όλοι όμως, ανεξαρτήτως τριχοφυΐας, τρώνε μακαρόνια, καθαρό υδατάνθρακα, eat pasta, run fasta, που λέμε και στη Λαμία. Νομίζω ότι τα εστιατόρια στους Δελφούς ξέμειναν από μακαρόνια αυτό το Σαββατοκύριακο. Εμείς, με εξαίρεση το Χρήστο, που έκανε περίπου 74 λεπτά να φάει μισό πιάτο μακαρόνια (μαντέψτε σε ποια κατηγορία δρομέων ανήκει), φάγαμε κάτι φορμαέλες τηγανητές και κάτι κόκορες κρασάτους (μαντέψτε σε ποια κατηγορία ανήκουμε). Μετά πήγαμε για ύπνο βογκώντας.
Την άλλη μέρα ήταν ο αγών, αγαπημένοι μου. Τίποτα δε με είχε προετοιμάσει για την ολοκληρωμένη εμπειρία ορεινού δρόμου και ταυτόχρονα δελφικής εορτής που με περίμενε. Διότι ο αγών ξεκίνησε από τους Δελφούς (που ως μέρος έχει μια εξαιρετική αύρα, όπως ίσως ξέρετε) και η αφετηρία ήταν στο σπίτι του ποιητού Άγγελου Σικελιανού, που τώρα είναι μουσείο. Δεν ξέρω αν ξέρετε τον Άγγελο Σικελιανό. Ποιητής, διόλου εκ του προχείρου, με όραμα και όνειρο να αναβιώσει το δελφικό πνεύμα και ιδεώδες και να ξανακάνει τους Δελφούς τον ομφαλό του κόσμου, σύζυγος της ευειδούς Εύας Πάλμερ, εξ Αμερικής, η οποία ανιδιοτελώς τον ενίσχυσε οικονομικά στο όραμά του, με αποτέλεσμα, για λίγα χρόνια όντως να αναβιώσουν οι δυο τους τις αρχαίες δελφικές εορτές, τη μακρινή δεκαετία του 1920. Τελοσπάντων, ο αγών ήταν αφιερωμένος στα δενξέρωπόσα χρόνια από την προσφορά του Σικελιανού, και γι’ αυτό πριν τον αγώνα παρακολουθήσαμε με δάκρυα στα μάτια (από τα γέλια) πιστή αναπαράσταση των δελφικών εορτών υπό τον ποιητή.
Η αναπαράσταση είχε ότι έχει μια αναπαράσταση αρχαίων εορτών που σέβεται τον εαυτό της. Νεαρές κοπέλες με λευκούς χιτώνες, άιλαινερ και κλάδους ελαίας, που προχωρούσαν αργά και τελετουργικά, με σοβαρή έκφραση. Λέβητα χάλκινο πάνω σε τρίποδα, όπου έκαιγαν κάρβουνα, δημιουργώντας την απαραίτητη τσίκνα (δίχως τα κοψίδια, που δεν ξέρω γιατί οι αναπαραστάσεις επιμένουν να τα αγνοούν ως στοιχείο, ενώ οι αρχαίοι δεν έκανα δίχως αυτά). Τύμπανα που χτυπούσαν με ρυθμό. Εδώ όμως το ήγαν ένα βήμα παραπέρα. Τραγούδησαν τον δελφικό παιάνα (τον πρώτο, όπως μας είπαν, από την εξίσου απαραίτητη μικροφωνική εγκατάσταση, δεν ξέρω, ίσως τον δεύτερο δεν ήξεραν τα λόγια), επικαλέστηκαν (σοβαρά σας μιλάω) τον Απόλλωνα για να μας ευνοήσει με τις ακτίνες του και ορκίστηκαν διάφορα που δεν τα συγκράτησα. Ο υπερρεαλισμός στο μεγαλείο του: διάφοροι τύποι με κολάν και τυρκουάζ παπούτσια, ροζ αντιανεμικά και πορτοκαλί παγούρια να χοροπηδάνε για ζέσταμα και ταυτόχρονα να φωνάζουν όμνυμι. Το έζησα κι αυτό, αγαπημένοι μου, εκεί στο βουνό.
Και μετά, ξεκίνησε ο αγώνας. Ξεκινάω τρέχω, κυρία, άσφαλτος, με προσπερνάει μέχρι και ο παπάς του χωριού που έτρεχε με τα ράσα, κυρία εγώ. Φτάνουμε σε κάτι σκαλιά, πόσα θαναι λέω τα σκαλιά. Ήταν πολλά. Πάρα πολλά. Σιγά σιγά όλοι σταματάμε να τρέχουμε κι αρχίζουμε να περπατάμε, σε μονή γραμμή, αγκομαχώντας. Δεν ήμουν μόνη στο αγκομαχητό. Αντέχω όμως ακόμα, έτσι, ανεβαίνω τα σκαλιά. Τελειώνουν τα σκαλιά. Όχι και τα βάσανά μας. Αρχίζει η κανονική ανάβαση στο βουνό, και ξέρεις ότι είναι κάνα τριάρι χιλιόμετρα. Λέει μια κοπέλα δίπλα μου, δεν υπάρχει αυτό, όχι, της λέω, αυτό υπάρχει, εμείς που το κάνουμε γιατί υπάρχουμε, και λίγο αγκομαχήσαμε διαφορετικά, διότι να γελάσουμε δε μπορούσαμε. Συνεχίζω να ανεβαίνω, πέτρες, βράχια, αγκομαχητό. Με προσπέρασε και η παπαδιά. Πόσο έχουμε ακόμα, ρωτάει η κοπέλα, τουλάχιστον άλλα 2,5 χιλιόμετρα, απαντάει μια κακιασμένη μπροστά. Δε δείχνω τον πανικό μου και συνεχίζω. Κάποια στιγμή, βλέπουμε τους πρώτους που είχαν τερματίσει και κατηφόριζαν, έτρεχαν σαν τους δαιμονισμένους κουτρουβαλώντας στις κοτρόνες, φτάνετε μας έλεγαν που μας έβλεπαν έτσι σκασμένους, που φτάνουμε αναρωτιόμουν εγώ.
Και κάποτε φτάσαμε. Στο σταθμό ανεφοδιασμού. Αυτό, να ξέρετε, για τον δρομέα, και ειδικά τον ορεινό, είναι κάτι σαν τη γη της επαγγελίας και τον παράδεισο ταυτόχρονα, όπου βρίσκεις βασικά νερό και επίσης μπισκότα, πατατάκια, μπανάνες και κρουασάν. Στάθηκα εκεί κάνα λεπτό, ήπια δυο γουλιές, έφαγα και ένα κομμάτι μπανάνα που τη ρευόμουν μέχρι κάτω και ξεκίνησα να κουτρουβαλάω. Για να είμαι εδώ και να σας γράφω, έφτασα στον τερματισμό, τι να κάνεις όμως που μπερδεύτηκα, δεν ήξερα που να σταματήσω, σταμάτησα η ηλίθια πριν τον τερματισμό, με πέρασε ύπουλα ένας με μούσια και μούσκουλα που τον είχα περάσει στην κατηφόρα, και στον τερματισμό με βγάλανε μια φωτογραφία που είμαι σαν τον Τζον Τραβόλτα σε αυτό το μιμ που κρατάει το παλτό του και ψάχνει κατά που να κάνει. Αυτή είμαι. Έτρεξα 10 χιλιόμετρα στο βουνό σε 2 ώρες παρά δέκα λεπτά, έχασα τον τερματισμό και πέρασα στην κατηφόρα το μουσάτο.
Μετά από όλα αυτά, φάγαμε κάτι βουνά μακαρόνια όλοι, πήραμε τον τραυματία της ομάδας με ένα ωραίο διάστρεμμα και γυρίσαμε στην Αθήνα να δούμε το φεγγάρι μέσα από κεραίες στις ταράτσες. Δεν μπορώ να σας περιγράψω πόσο πονάει ο ποπός μου, πόσο ωραία πέρασα και πόσο θα ήθελα να ξανατρέξω στο βουνό.