Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

Απόψυξη τώρα.



Ε, είδες, είναι να μη με πιάσει εμένα, αν με πιάσει, δε μ’ αφήνει.
Είδα όνειρο, χτες, σημαδιακό, δεν ξέρω, άμα έχετε Καζαμία, να το συμβουλευτείτε, να μου πείτε. Ζούσα, λέει, πάλι μαζί με τη Ρενάτα, αλλά όχι στην Κέρκυρα, αλλού, σε άλλο μέρος, απροσδιόριστο, όπως είναι συνήθως τα μέρη στα όνειρα. Παρεμπιπτόντως, εμένα τα όνειρά μου είναι χρωματιστά, κάπου είχα διαβάσει ότι τα όνειρα είναι ασπρόμαυρα, και σ’ αυτό ανάποδη, ρε παιδί μου; Εγγυημένα πάντως είναι χρωματιστά τα δικά μου, χτες φορούσα το κόκκινο παλτό μου (το οποίο, σημειωτέον, ο κύριος Μάκης λέει ότι το έχει βαρεθεί να το βλέπει και γι’ αυτό μια φορά το πήρε εν αγνοία μου και το πήγε στη μοδίστρα να μου ράψει ένα ίδιο σε άλλο χρώμα, του είπε η μοδίστρα πόσο θα κόστιζε και το έφερε πίσω με προσοχή κι ευλάβεια, σαν εικόνα σε λιτανεία)-τελοσπάντων, ας επιστρέψουμε στο όνειρο. Ζω, το λοιπό, σε εκείνο το απροσδιόριστο μέρος, αλλά το θέμα είναι πως στο ίδιο μέρος ζει και ο Χαρούκι Μουρακάμι (ότι να ’ναι), με τον οποίο είμεθα γείτονες και γνωριζόμαστε και συνεννοούμαστε, άγνωστο σε ποια γλώσσα, νομίζω στα Αγγλικά, και συνάπτουμε κάποια σχέση, ανάρμοστη ίσως τη χαρακτήριζε κάποιος στενόμυαλος. Αλλά εγώ μετά, λέει (όλα αυτά στο όνειρο, έτσι;) αφοσιώνομαι στη δουλειά μου κι ο Χαρούκι στενοχωριέται κι έρχεται στο σπίτι και χτυπάει τα κουδούνια, κλπ και μετά η Ρενάτα αρχίζει να γκρινιάζει, «τι θα γίνει με το σχιστομάτη σου» ,ου έλεγε και τέτοια. Με τα πολλά, μάλλον με τη γκρίνια της Ρενάτας, ξύπνησα και δεν είδα τι έγινε με τον αγαπημένο μου συγγραφέα κι αν η σχέση μας άντεξε στο χρόνο.
Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό το όνειρο, ίσως μου έχει λείψει η Ρενάτα, ίσως έχω σκυλοβαρεθεί κι εφευρίσκω ακόμα και στον ύπνο μου κάτι να μου τραβήξει το ενδιαφέρον, διότι, όπως είπε κι ο Γιάννης, η ζωή μου έχει μπει στον πάγο και γι’ αυτό δε γράφω (αυτό που όλοι έχουν μια ερμηνεία για το γιατί δε γράφω, μήπως να το προσέξω). Η αλήθεια είναι πως περνάω τη μισή μου μέρα χαζεύοντας χειροτεχνίες στο Pinterest, τις οποίες δεν κάνω ποτέ, μόνο τις χαζεύω, και την άλλη μισή χαζεύοντας σκέτο.
Αλλά που θα πάει, θα έρθει ο Μάρτης, θ’ αρχίσουμε να δουλεύουμε και μετά θα αναπολούμε αυτές τις μέρες του χαζέματος, έτσι, το ανικανοποίητο της ύπαρξης. Και μην αρχίσετε τις εξυπνάδες, «έλα από ‘δω να μου κάνεις εμένα καμιά δουλειά», εντάξει, άμα θέλω, βρίσκω δουλειές να κάνω, απλά βαριέμαι. Διότι είναι αποδεδειγμένο: άμα δεν έχεις κάτι να σε πιέζει, ένα ωράριο, μια προθεσμία, ένα γραφείο, ένα αφεντικό, ένα δάσκαλο, κάτι, τρίχες δουλεύεις, μόνο μινάρεις. Εμένα δε με πιέζει τίποτε, μόνο λίγο ο Παύλος, που μου έχει δώσει να διαβάσω ένα βιβλίο για τη μη βία, αλλά εγώ, που είμαι γνωστή για την ελαφρότητά μου, το έχω και το πιλατεύω δυο βδομάδες τώρα, ενώ ένα άλλο που μου έδωσε η Ρενάτα για τις περιπέτειες ενός call-girl το ξεπέταξα σε 2 ώρες.
Τι άλλο να σας πω, αγαπημένοι μου φίλοι, ο κόσμος αυτός όσο πάει και χαλάει, αλλά εμείς θα τον ξαναφτιάξουμε. Θέλετε να έρθετε όλοι στη Σαντορίνη, να ξεκινήσουμε από εκεί;

Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2014

Το καζάνι.



Δεν ξέρω τι έχω πάθει, μη μου μιλάτε για τη διακοπή στη συγγραφική μου δραστηριότητα, η αδερφή μου λέει πως όταν γράφουμε ξεβρακωνόμαστε, ίσως αυτό με τρόμαξε και σταμάτησα να γράφω, τι είμαι εγώ να ξεβρακώνομαι μπροστά σε όλους, ηρωίδα σε βιβλίο της Ρενάτας; Όλοι λείπουν, η Ελένη είναι στα εξωτερικά, η Τάνια επέστρεψε στο νησί, όπου μας βλέπω, βέβαια, όλους να καταλήγουμε κάποτε, το πιο όμορφο αγόρι του κόσμου στα τάνγκο του κι εγώ προσπαθώ να ανανεώσω όλες τις μαύρες μπλούζες μου που τις βαρέθηκα να είναι μαύρες και ξέρετε τι θα πάθω στο τέλος, έτσι; Θα έχω ένα κάρο παρδαλές μπλούζες και καμία απλή μικρή μαύρη μπλούζα και μετά θα ψάχνω να αγοράσω μία τέτοια κι άντε πάλι από την αρχή, ένας φαύλος κύκλος η ζωή μου.
Πολύ γέλασα προχτές. Είναι μία φίλη μου στο facebook, όχι κανονική, ωστόσο, που έχει ακολουθήσει την προδιαγεγραμμένη πορεία του υγιεινιστή: πρώτα έκοψε το junk food, μετά ξεκίνησε να τρώει μόνο βιολογικά και τώρα είναι ορκισμένη χορτοφάγος και vegan μη σας πω, Παναγία μου, βόηθα. Αυτή, το λοιπό, ανεβάζει με ενθουσιώδεις κραυγές, μία συνταγή με κουνουπίδι και κινόα (παρεμπιπτόντως, τι να είναι η κινόα πολύ θα ήθελα να ξέρω) και διάφοροι άλλοι αφιονισμένοι της κάνουνε like και τη ρωτάνε τη θέλω κι εγώ και τέτοια. Λέει αυτή, ναι, ωραία θα σας τη στείλω στο inbox (γιατί, άραγε, αφού ήταν ήδη ανεβασμένη η συνταγή-κι έτσι βλέπουμε γιατί πρέπει κανείς να τρώει απ’ όλα, διότι αλλιώς χαζεύει, elementary, dear Watson) κι εκεί που πλέουν όλοι σε πελάγη ωμής ευτυχίας, έρχεται ο σατανάς, μια άλλη γκόμενα, που μάλλον τρόλαρε, βέβαια, και τους πετάει στη μούρη πανσέτες με μέλι και καρύδια ΚΑΙ φωτογραφία με γυαλιστερό πανσετάκι να προκαλεί, υγρό και πρόθυμο. Χαμός. Έφαγε τέτοιο άκυρο, «ψοφίμια εγώ δεν τρώω» έλαβε πληρωμένη απάντηση και λούφαξε, η βρωμερή ψοφιμοφάγος. Εγώ έχω ξεραθεί στα γέλια, διότι μύθος, αγαπητοί, η ηρεμία και η νιρβάνα στην οποία οδηγείσαι όταν είσαι vegan, μωρέ, έτοιμο είναι το κτήνος να βγει από μέσα σου και να κατασπαράξει όποιον διαφωνήσει ή, έστω, σε τρολάρει.
Γενικό είναι αυτό, βέβαια, έτσι, μη μένουμε στα παραδείγματα, ισχύει παντού, νιρβάνα μόνο μέχρι να σου πατήσει ο άλλος τον κάλο, κι άμα είναι και μεγάλος ο κάλος, δύσκολο να μη σου τονε πατήσουνε και τότε, αδερφέ, ξεβρακώνεσαι, καλή ώρα. Πολύ μου τη σπάει αυτό, να ξέρετε, όλοι ζεν και ψύχραιμοι κι άμα θιχτούνε οι ίδιοι τους, πάει η ψυχραιμία περίπατο στην εξοχή, τι λε ρε φίλε, εδώ σε θέλω, να είσαι wegan, να σου πετάνε στη μούρη πανσέτες κι εσύ να γυρνάς και το άλλο πιατάκι, βάλτε κι άλλες, να πεις, έχει πολλά σκυλάκια στη γειτονιά.
Και τώρα που λέμε τι μας τη σπάει, δεν ξέρω γιατί κατέληξε έτσι, να λέμε τι μας τη σπάει, εγώ δηλαδή, εσείς δε λέτε και τίποτα, αλλά, το έχουμε πει, γι’ αυτό το έφτιαξα το ιστολόγιο, για να λέω εγώ ότι θέλω, τελοσπάντων, το άλλο που μου τη σπάει είναι που άμα σε βλέπουνε και χαίρεσαι, οι περισσότεροι, εντάξει, όχι όλοι, δε χαίρονται και όχι μόνο δε χαίρονται παρά εκνευρίζονται κομμάτι που εσύ χαίρεσαι ή πετυχαίνεις ή ευτυχείς ή τελοσπάντων ζεις, διότι, όπως είπε και το σοφό αδέρφι, ζούμε μέσα στο Big brother και κερδίζει ο πιο δυστυχισμένος (σιχτίρ, γιατί δε τα σκέφτομαι ποτέ εγώ πρώτη αυτά τα ωραία;). Κι άμα ο άλλος έχει αποτύχει στη ζωή του ή στο γάμο του ή στη σχέση του ή στη δουλειά του ή στο κρεβάτι του ή και σε όλα αυτά μαζί (και δεν έχει πάει ακόμα να γίνει ζεν μοναχός δίπλα στο Δαλάι Λάμα) δε διανοείται πως εσύ μπορεί και να έχεις καταφέρει κάτι σε κάτι απ’ όλ’ αυτά.
Όχι. Είσαι κι εσύ καταδικασμένος. Κι όχι μόνο ξέρουν πως είσαι καταδικασμένος, παρά σε κοιτούν και με οίκτο, διότι αυτοί τα έχουν ζήσει αυτά και νιώθουν την απογοήτευση που θα νιώσεις κι εσύ και σε συμπονούν και σε περιμένουν από τώρα στο καζάνι της αυτολύπησης και της παραίτησης.
Ε, λοιπόν, όχι, ρε φίλε, φάε τη σκόνη μου, να μην πω τίποτε χειρότερο που δεν το επιτρέπει η ανατροφή μου. Δε γουστάρω τους αρνητικούς ανθρώπους, θα παλέψεις και το χρόνο και την αντιξοότητα και το φτύσιμο απ’ το Θεό, άμα λάχει, θα το παλέψεις κι ως εκεί που θα σε πάει, εν πάση περιπτώσει. Και το καζάνι να περιμένει και να βράζει ανθρώπους σαν εσένα. Εγώ θα σηκωθώ, σαν τη Φράνσις Χα, θα τινάξω αξιοπρεπώς τις σκόνες από πάνω μου και κουτσαίνοντας θα φτάσω όρθια.
Ουφ, τα είπα και ησύχασα.

Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2014

Διαβάζοντας τις μέρες μας.



Και τώρα, που βαριά τα χέρια των υποσχέσεων που δώσαμε για το νέο έτος πέφτουν στους ώμους μας, τώρα, που ο διάολος ζητάει να εκπληρώσουμε το δικό μας μέρος της συμφωνίας που κάναμε για το 8ο μελομακάρονο, τώρα, που το θαμπό ηλιόφως του Ιανουαρίου είναι το μόνο που λαμπρύνει τα παράθυρά μας, ας τινάξουμε τη χρυσόσκονη από πάνω μας, ας διπλώσουμε τα κλαδιά των δέντρων κι ας δούμε τι θα κάνουμε, αυτές οι γιορτές ήσαν μια κάποια λύσις, που έλεγε κι εκείνος ο άλλος, φίλε μου.
Οι απολογισμοί, η αλήθεια είναι, ποτέ δεν ήταν το φόρτε μου, εμένα πάντα μου φαίνονται όλα ίδια, δηλαδή τέλεια ή λιγότερα τέλεια ή, όπως λέει κι ο Κομάτσου, που είναι ένας από τους ήρωες του 1Q84, όλα τα πράγματα έχουν δύο πλευρές, την καλή και την όχι και τόσο καλή, οπότε κι αυτή η χρονιά ήταν όπως όλες οι άλλες: οκ.
Ωστόσο, έναν απολογισμό θα τον κάνω κι εγώ για το απελθέν έτος, μέσα από τα βιβλία που διάβασα, διότι σας έχω πει πως είμαι ψυχαναγκαστική με τα βιβλία: όχι μόνο τα διαβάζω, αλλά τα καταγράφω σε ένα αρχείο και σημειώνω και τις φράσεις που μου άρεσαν, διότι μέσα μου κρύβω (πολύ καλά) έναν μεγάλο λογοτέχνη κι όπως έχει πει κι ένας Ρώσος συγγραφεύς-εντάξει, ούτε εγώ τους εμπιστεύομαι τους Ρώσους, αλλά αν μη τι άλλο, οι Ρώσοι έχουν μια άποψη περί συγγραφής-, ο Γεβγκένι Γεφτουσένκο, «Πάντως η αντιγραφή είναι ωφέλιμη. Κατακτάς το στιλ του συγγραφέα, την πορεία των σκέψεών του, αισθάνεσαι την κάθε λέξη.» και ποια είμαι εγώ που θα αμφισβητήσω τον Γεβγκένι;
Θα ανατρέξω, λοιπόν, στο αρχείο μου, και θα ξαναθυμηθώ όλο το χρόνο από τα βιβλία που διάβασα και τις φράσεις που κράτησα, καλά, εντάξει, δε θα τα γράψω κι όλα, θα φύγουμε αύριο από δω κι έχω να πάω και για τρέξιμο, τα πιο όμορφα θα γράψω.
Το Φλεβάρη διάβασα «Το θεώρημα του παπαγάλου» του Ντενί Γκετζ, που μιλούσε για την ιστορία των Μαθηματικών, μέσα από την ιστορία ενός απαχθέντος παπαγάλου, κάτι σαν την ιστορία της Σοφίας, αλλά με παπαγάλους και μαθηματικά. Πολύ μου άρεσε το βιβλίο αυτό και έχω πολλά πράματα κρατημένα, αλλά είναι μεγάλα αποσπάσματα και κουραστικά, κυρίως ανέκδοτα από τις ζωές μεγάλων επιστημόνων που τα αποστηθίζω και τα λέω στις παρέες για να κάνω εντύπωση.
Ο υπόλοιπος χειμώνας πέρασε μακρύς και βαρύθυμος, με το «Άλμπατρος» της Σώτης και το δραγόνο της με τα κίτρινα μάτια που «Μες στην ομορφιά βαδίζει, σαν τη νύχτα των άνεφων καιρών και των ουρανών των έναστρων, κι ότι είναι τέλειο απ’ το σκοτάδι και το φως συναντιούνται στη μορφή της και τα μάτια της.» Ντάξ, τι να λέμε τώρα, Σώτη, φίλε, ζηλεύω (κι αυτή είναι η φράση ανθρώπου που θέλει να γράφει κιόλας, έτσι;).
Ε, μετά πήγα στη Σαντορίνη, όπου διάβαζα μόνο για το Ακρωτήρι και τα ντοματάκια, ώσπου ανακάλυψα τη δανειστική βιβλιοθήκη και την πολύ συμπαθητική Κερασία που δουλεύει εκεί κι έγινε χαμός. Τι να σας πω, για το «Καθώς ψυχορραγώ» του Φόκνερ, που ήθελα κι εγώ να διαβάσω κλασική αμερικάνικη λογοτεχνία στο μπαλκόνι του Μελένιου στην Οία, με όλες τις φυλές του κόσμου να ουρλιάζουν στο αυτί μου, να σας πω για τους «Κήπους από φως» του Αμίν Μααλούφ, που είναι μια εγγύηση, όπως και να το κάνεις, ο άνθρωπος έγραψε τη φράση «Να φεύγεις είναι γιορτή, ίσως η μοναδική, με χίλιες μορφές, κρυμμένη πίσω από χίλια κρέπια και πένθη. Οι άνθρωποι, αιώνια όμηροι του ορίζοντα, ύμνησαν ποτέ κάτι άλλο εκτός από τη φυγή;».
Κι επειδή το κλασικό είναι αθάνατο, εκεί, στο θορυβώδες μπαλκόνι του σπιτιού μου, διάβασα και τον «Αρχισιδηρουργό» του Ζωρζ Ονέ, κι ένιωσα στο πετσί μου το μεγαλείο της συγγραφής, διότι το βιβλίο αυτό ήταν εξαιρετικό, ακόμα και μέσα από μια άθλια κι ελεεινή μετάφραση, αλλά αυτό είναι το μεγαλείο ενός βιβλίου: ακόμα και κακά μεταφρασμένο, η μαγεία σε παρασέρνει.
Κι έτσι περνούσε η ζωή, μέσα στον «Υφαντόκοσμο» του Κλάιβ Μπάρκερ, που είναι ο Λάβκραφτ κι ο Στίβεν Κινγκ μαζί, αν το διανοείστε αυτό, και με παρέα κάτι μίζερους Κινέζους, ώσπου, το Σεπτέμβριο ήρθε η αποκάλυψη, ο συγκλονισμός, το σοκ και το δέος.
Ήρθε ο Χαρούκι. 1Q84. Δεν έχω λόγια, το βιβλίο αυτό είναι ένα έργο τέχνης,  πολύτιμο, με πολλές αναγνώσεις, πολλά επίπεδα, λεπτοδουλεμένο σαν αυγό Φαμπερζέ. Αξίζει να ζεις για να διαβάζεις τέτοια βιβλία. Το βιβλίο έχει 3 τόμους και αξιώθηκα να το τελειώσω λίγο πριν την Πρωτοχρονιά, οπότε το 2013 για μένα ήταν το 1Q84 και τα δύο φεγγάρια του. Το Χαρούκι τον αγαπώ, τον ευγνωμονώ και θα ξαναμάθω γιαπωνέζικα για να διαβάσω τα βιβλία του στο πρωτότυπο. Νομίζω πως αν διαβάσω τη φράση «Έτσι θέλω να φύγω από τη ζωή όταν έρθει εκείνη η ώρα. Να πιω το σέρι μου ένα ζεστό καλοκαιριάτικο απόγευμα, να ξαπλώσω στον καναπέ, να αποκοιμηθώ χωρίς να το καταλάβω και μην ξυπνήσω ποτέ.» στα γιαπωνέζικα, θα κλάψω από ομορφιά.
Επίσης, ο ήρωας του βιβλίου θα μπορούσε να είναι ο άντρας της ζωής μου, είναι ένας μεγάλος, φιλικός γίγαντας, που δε φοβάται και δεν παραξενεύεται με τίποτα και ισχυρίζεται πως «Η ζωή είναι απρόβλεπτη. Ένας τρόπος να αντιμετωπίσει κανείς το θέμα είναι να διατηρεί τις πιτζάμες του πάντα καθαρές.», πώς να αντισταθείς σε έναν τέτοιον άντρα;
Όπως καταλαβαίνετε, μετά από αυτό, τα πάντα ήταν νερόβραστα, την κατάσταση έσωσε το αρχετυπικό «Αυτό» του Στίβεν και η «Εξιλέωση» του Ίαν Μακ Γιούαν, που αν δεν ήμουν ερωτευμένη με το Χαρούκι, θα τον είχα ερωτευτεί μόνο και μόνο διότι είπε το αυτονόητο: «Δεν έχουν τα πάντα μια αιτία. Κι αν παριστάνουμε πως έτσι είναι, παρεμβαίνουμε στη λειτουργία του μάταιου κόσμου, που μπορεί να φέρει τη συμφορά. Μερικά πράγματα απλώς είναι όπως είναι.»
Έπειτα, ήρθε το 2014 και ένας καινούργιος ολόκληρος κόσμος από σελίδες με περιμένει και διάφορες άλλες περιπέτειες, ελπίζω κι εσάς το ίδιο. Τώρα πάω να τρέξω και, σύντομα, ελπίζω, θα τα ξαναπούμε.