Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Αλλαξοπίστησα.

Ε, να, εδώ, στο νησί, ξέρετε τώρα, θάλασσα μπλε φονσέ, ηλιοβασιλέματα, ήλιος, παπαρούνες στο ηφαίστειο, όλο τα ίδια και τα ίδια, απαπα, μην έρθετε ποτέ στη Σαντορίνη, χάλια είναι. Ήρθα στο νετ καφέ, ακόμα ίντερνετ στο σπίτι δεν έχουμε, βέβαια, δεν παραπονιόμαστε διότι τουλάχιστον έχουμε σπίτι, διάβασα διάφορα στο protagon, πόλεμος θα γίνει και δε θα το μάθουμε, εδώ είναι άλλος κόσμος, αγγελικά πλασμένος.
Ήρθε κι ο Γιάννης μαζί μου, να κάνουμε την αίτηση για το κοινωνικό μέρισμα, πολύ γέλιο κι αυτό το κοινωνικό μέρισμα; Ο Γιάννης λέει ότι κάποιο λάκκο έχει η φάβα, κάτι θα μας ζητήσουνε στο τέλος, δεν παίζει να μοιράζουν έτσι τα πεντακοσάρικα κι εγώ του λέω, βρε κακόπιστε, κανε εσύ την αίτηση κι ότι γίνει. Μπαίνουμε, το λοιπό, στη σελίδα, πατάμε κωδικούς, κλπ, όλα καλά. Και ξαφνικά, εκεί στην ηλεκτρονική φόρμα που πρέπει να συμπληρώσεις, ο γλυκούλης εμφανίζεται έγγαμος. Χωρίς να του δίνει την επιλογή να το άλλαξει. Τι έγγαμος, του λέω, αγάπη μου, πότε παντρεύτηκες και ποιά; Δεν ξέρω, μου λέει. Μας άκουσαν τα Φηρά. Τώρα, έχει μείνει εκεί το ζήτημα, είναι έγγαμος. Κι όσο σκέφτομαι πως πάει κοντά δεκαετία που παλεύω να τον πείσω να με παντρευτεί... Τώρα, βέβαια, το έχω πάρει απόφαση: με το πι θα πάμε στην εκκλησία εμείς, θα το στολίσουμε με λουλούδια και κούτσα κούτσα θα πάμε. Ελπίζω ως τότε να έχει αποδημήσει η ετέρα συμβία του, γιατί θα είναι δίγαμος κι είναι παράνομο.
Κατά τα άλλα, εγώ δεν παρακολουθώ πολύ στενά το θέμα, διότι οι υποχρεώσεις μου με καλούν να βρίσκομαι εκτός, αλλά ο Γιάννης πάει στη ΔΕΗ σε καθημερινή βάση, πήγε προχτές, του Αγίου Γεωργίου, κι έφυγε άπραγος, διότι ο αρμόδιος λεγόταν Γιώργος κι είχε άδεια, σου λέει, έλειπε, κι άντε, αυτός είχε άδεια, άλλος δεν υπήρχε; Όχι, αν τυχόν πεθάνει (χτύπα ξύλο ο άνθρωπος) ή συνταξιοδοτηθεί ο περί ου ο λόγος Γιώργος, πάει, τελείωσε, όσοι πήρατε ρεύμα στο νησί, πήρατε, μετά τέρμα.
Αυτά ζούμε εδώ στο νησί, αλλά, ξαναλέω, δεν παραπονιόμαστε, το διασκεδάζουμε, γιατί, όπως έχω πολλάκις αναφέρει, μας διακρίνει απαράμιλλο θάρρος και αξιοθαύμαστη ψυχική δύναμη. Πήγαμε και το Πάσχα σ' ένα μοναστήρι πάνω στο βουνό, κόσμος του σκοτωμού μέχρι να πει το Χριστός Ανέστη, μετά εξαφανίστηκαν άπαντες, εκτός από τους συνήθεις υπόπτους, τα λιμάρια, δηλαδής του νησιού, που έμειναν ως τις 3.30 το πρωί-κι εμείς ανάμεσα-, άκουσαν ολόκληρη την αναστάσιμη λειτουργία μόνο και μόνο για να γευθούν την παραδοσιακή μεγειρίτσα που προσφέρουν οι μοναχοί στο τέλος και το κόκκινο αυγό. Μα, δεν ξέρετε τι ωραία ήταν: πτώματα από την ορθοστασία, νυσταγμένοι, η μαγειρίτσα ήτο βάλσαμο. Και φτιαγμένη, παρακαλώ, με τόνο, διότι οι μοναχοί, σου λέει, δεν τρώνε κρέας ποτέ. Όπως είπε κι ο Γιάννης (αν κι εντάξει, θα μπορούσα κι εγώ να το πω αυτό το αστείο, αλλά του άφησα τη δόξα), Πάσχα με ψαρόσουπα πρώτη φορά κάναμε.
Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας, εγώ, δεν το κρύβω, πρώτον βαρέθηκα ελαφρώς και λίγο αποκοιμήθηκα, εκεί, σ' ένα στασίδι, δίπλα σε μια κυρία που ροχάλιζε μακαρίως. Βέβαια, ήταν ενδιαφέρουσα η λειτουργία, είχε και happenings: έσειαν τους πολυελαίους πέρα δώθε, όπως κάνουν με τις λάμπες πάνω από τα μπαρ, και κάποια στιγμή βγήκε κι ένας μοναχός μ' ένα ντέφι κι έδινε το ρυθμό.
Την άλλη μέρα, πήραμε μια ταπεινή και καταφρονεμένη πατατοσαλάτα και πήγαμε σ' ένα κτήμα-γιαπί που ήμασταν καλεσμένοι κι όπου η γράφουσα βρέθηκε στη φωλιά των συνοδών, θανάσιμων ανταγωνιστών των ξεναγών, τι να κάνω, η κακομοίρα, δεν ήξερα. Περάσαμε, πάντως, εξαιρετικά, είχε κατσίκι, χοιρινό, εφτά εκατομμύρια διαφορετικά φαγητά, τρελούς που χόρευαν, παιδάκια που έτρεχαν, μια γιαγιά που λαγοκοιμόταν σε μια καρέκλα, όλα όσα πρέπει να έχει ένα Πάσχα που σέβεται τον εαυτό του.
Και για να μην κλείσω έτσι, άδοξα, δίχως μια βαθυστόχαστη σκέψη, έχω να σας πω ότι μετά τη λειτουργία εγώ μετάλαβα κιόλας, που είχα καμιά εικοσαριά χρόνια να μεταλάβω και κατέληξα πως άθρησκος μπορεί να είσαι, άθεος όμως είναι πολύ βαρύ κι ο καθείς καλό είναι να έχει το Θεό του  (τροφή για συζήτηση).

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014

Ανοιξιάτικη ευφορία.

Το κοινό μου με ζητάει, το ξέρω, κι ας έχετε μείνει, σκουλήκια, στους 113, 4 χρόνια κοντεύει το ιστολόγιο, σε λίγο θα ψηφίζει (εννοείται το Ποτάμι, τι ερωτήσεις είναι αυτές) κι έχουμε πομείνει στους 113 αναγνώστες, που θα πάει αυτή η κατάσταση; Θα επεκταθώ τώρα και στη νησιωτική Ελλάδα, μπας και δούμε άσπρη μέρα.
Λοιπόν, ρεύμα ακόμα δεν έχουμε, για να σας φύγει η αγωνία. Ούτε ίντερνετ-προφανώς. Με το ρεύμα κάτι θα κάνουμε, κάποια μαμουνιά έχει κάνει εκεί ο Λευτέρης ο ηλεκτρολόγος και θα κλέβουμε από έναν διπλανό. Με το ίντερνετ επίσης κάτι θα κάνουμε, διότι κι αυτό το πράμα με το ίντερνετ καφέ δε μπορεί να συνεχιστεί. Εκτός του ότι τα παιδιά εδώ δεν πάνε ποτέ στο σχολείο, είναι όλη τη μέρα εκεί και παίζουν παιχνίδια και βρίζονται μεταξύ τους, ο Γιάννης πάει κρυφά και μου τρώει όλα τα λεφτά που έχω βάλει στο λογαριασμό και μετά πάω εγώ και γίνομαι ρεζίλι, γιατί δεν έχω λεφτά πάνω μου να βάλω και με περνάνε για ηλίθια και δεν κάνω και τη δουλειά μου.
Συνεχίζω την εξιστόρηση των περιπετειών που θα αντιμετωπίσετε αν ποτέ αποφασίσετε να ανοίξετε επιχείρηση. Μία λέξη θα σας πω μόνο. Εφορία. Τίποτε άλλο.
Ο Γιάννης τη βλέπει στον ύπνο του, η Εφορία είναι ο εφιάλτης του, η νέμεσή του, ο διώκτης του. Θαρρεί πως όλο το ΣΔΟΕ και όλοι οι έφοροι περιμένουν, ξαγρυπνούν και καραδοκούν πότε θα ανοίξει ο Γιάννης για να έρθουν να του βάλουν κάποιο πρόστιμο και ίσως να τον βάλουν και στη φυλακή. Επήγαμε προχτές στο λογιστή-αχ, ο λογιστής μας είναι μια εμπειρία από μόνος του καταρχάς. Είναι τζόβενο. Ξέρετε, κάποιας ηλικίας, απροσδιόριστης ή και ορισμένης, κάποιας κοιλιάς, καθόλου απροσδιόριστης, γκριζομάλλης μεν αλλά με τρέντι ημιξυρισμένο κούρεμα, χέβι μέταλ μπλουζάκια και καρό πουκάμισα από πάνω και δαχτυλίδι στο μικρό δάχτυλο. Πεθαίνω. Αλλά είναι θεός: κυριλέ γραφείο, σε χάι περιοχή, με τα απαραίτητα φυτά, την απαραίτητη κίτρινη τεχνοτροπία στις κολόνες και την απαραίτητη γραμματέα, σας λέω λογιστής, όχι αστεία. Πήγαμε, το λοιπό, εκεί, στο λογιστή. Ξεκινάμε να συζητάμε για την έναρξη, τα βιβλία, τα τιμολόγια και όλα αυτά που ξαφνικά έχουνε μπει στην καθημερινότητά μας, το μωρό μας πια θα είναι αυτή η Εφορία, θα την ταχταρίζουμε, θα την καλοπιάνουμε, θα την αλλάζουμε συχνά, θα της κάνουμε τα χατίρια, κλπ. Κάποια στιγμή, λέει ο λογιστής «ωραία, να τελειώσουμε για σήμερα», να πάμε να φάμε εννοούσε προφανώς ο χριστιανός, διότι είχε πάει και 3 η ώρα. Αμ δε. Να τον αρχίσει ο Γιάννης στις ερωτήσεις, και άμα γίνει αυτό, εγώ τι κάνω, και με το άλλο τι θα κάνουμε και σε κείνη την περίπτωση τι γίνεται και τον είχε μία ώρα και κοντέψαμε να πάρουμε πτυχίο φεύγοντας. Αφού του είπε ο άνθρωπος στο τέλος, άμα δεν πιάσεις σα χρυσοχόος, να έρθεις εδώ, θα σε πάρω εγώ υπάλληλο. Είχε δε την ιδέα (ο λογιστής) να πάει ο Γιάννης στην Αμβέρσα, να πουλάει διαμάντια, επειδή το είδε, λέει, στην τηλεόραση προχτές και πολύ του άρεσε.  Ευτυχώς που δεν είδε το Γεννημένοι Δολοφόνοι.
Εν πάση περιπτώσει, κι ας μην είμαστε στην Αμβέρσα, ο λογιστής υποσχέθηκε ότι θα πάει αύριο στην Εφορία, να προωθήσει την περίπτωσή μας και να την κάνουμε αυτή τη ρημάδα την έναρξη. Τι να σας πω, εκεί θα γελάσουμε πολύ, υποπτεύομαι.
Τι άλλο; Το νησί εδώ είναι μαγευτικό, σας το λέω, η ομορφιά είναι πραγματικά ασύλληπτη, πράσινη Σαντορίνη, μαργαρίτες απλώνονται σα χαλί στο ηφαίστειο, οι αμπελιές πρασινίζουν και φουντώνουν, η θάλασσα έχει ένα μπλε που σε χτυπάει στην καρδιά, τα σύννεφα τρέχουνε στη γραμμή του ορίζοντα, ο ουρανός βγαίνει από πίνακα του Τισιανού, οι τοίχοι, φρεσκοασβεστωμένοι, σου θαμπώνουν τη μιλιά και το φως, αυτό το φως, νομίζεις ότι και τη νύχτα ακόμα αυτό το μέρος λάμπει. Τώρα να έρθετε στη Σαντορίνη, τώρα και δε θα ξαναφύγετε ποτέ. Πήγαμε σήμερα στο Ακρωτήρι, να δούμε αν βρήκανε τίποτε καινούργιο (όχι, εντάξει, όλα είναι όπως πέρσι) και κοντέψαμε να κλάψουμε από την ομορφιά. Έτσι αποζημιώνεσαι για τις εφορίες και τα υπόλοιπα.
Αυτά, εν ολίγοις. Θα σας κρατώ ενήμερους διά την υπόθεσίν μας, θα βγάλωμε και καμιά φωτογραφία να σας δείξουμε και θα τα πούμε. Πάω τώρα να δω από το μπαλκόνι μου το φεγγάρι να λούζει τη θάλασσα.

Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014

Δώσε ρεύμα.

Εντάξει, όταν λείπεις καιρό από το facebook και μια μερά ξαναγυρνάς, ανύποπτος, καταλαβαίνεις μεμιάς πόσο μεγάλη ανοησία κουβαλάει ο κόσμος. Παρόλαυτα, βέβαια, ξαναγυρνάς και ξαναγυρνάς και ξαναγυρνάς. Εγώ σήμερα, μετά από καμιά δεκαριά μέρες, είδα το γνωστό βίντεο με τις αγελάδες που χοροπηδάνε πασιχαρείς επειδή δε θα τις σφάξουνε-μα, καλά, πόσο μικρός έχει γίνει αυτός ο κόσμος;-, επίσης, είδα ανακαλύψεις αρχαίων μίξερ (;), είδα, φυσικά, και τα γνωστά άρθρα για τα 5-7-398 φαγητά (ποικίλλει το νούμερο ανάλογα με τον αρθρογράφο και το βαθμό εναλλακτικότητας, όσο πιο εναλλακτικός τόσο περισσότερα τα απαγορευμένα φαγητά)  που οι ειδικοί δε θα έτρωγαν ποτέ ή που δεν πρέπει να φάτε ποτέ γιατί θα πάθετε καρκίνο αδιαμφισβήτητα και ησύχασα, εντάξει, όλα είναι όπως τα άφησα, αφού υπάρχουν ακόμα τα άρθρα για τα απαγορευμένα φαγητά, όλα είναι εντάξει.
Βέβαια, ο στόχος μου σήμερα, εδώ, στο γνωστό ίντερνετ καφέ των Φηρών, που όλοι έχουμε αγαπήσει, με τους φίλους μου να παίζουν παιχνίδια τριγύρω μου, ήταν να σας περιγράψω για άλλη μια φορά τις περιπέτειές μας στο ηφαιστειακό νησί. Καταρχάς, πρέπει να σας περιγράψω την κατάσταση που επικρατεί εκεί τριγύρω από το wannabe-αλλά-δεν-το-βλέπω εργαστήριο του Γιάννη, όπου υφίσταται μία στοά, η οποία ανακαινίζεται αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή, χτίζεται, βάφεται και γενικώς βρίθει από μαστόρια, ηλεκτρολόγους, χτίστες, τον κύριο Γιώργο τον εργολάβο, μεγάλη μορφή, τον κύριο Μιχάλη το φούρναρη και την κυρία Μαργαρίτα γενικών καθηκόντων. Αυτοί όλοι, το λοιπό, δουλεύουν, φωνάζουν και ενίοτε βρίζονται με ευφάνταστους τρόπους και σε διάφορες γλώσσες. Αλλά ένα περίεργο πράμα: σε όποια γλώσσα, ρε φίλε, και να μιλάνε, η σαντορινιά προφορά είναι ξεκάθαρη. Είναι, τώρα, ο ηλεκτρολόγος ανεβασμένος σε κάτι δυσθεώρητα ύψη και παλεύει με κάτι καλώδια. Έρχεται ένας άλλος από κάτω και διαμοίβεται (αρκούντως μεγαλοφώνως) ο εξής διάλογος:
Από κάτω: Άρη, θέλεις τίποτα από μένα ή να φύγω;
Από πάνω: Άμα σου πω ότι θέλω να σε πηδήξω, θα κάτσεις;
Από κάτω: Ε, θα κάτσω, θα σου χαλάσω εγώ χατίρι;
Καταλαβαίνετε ότι εμείς έχουμε γονατίσει.
Σήμερα, που λέτε, με μεγάλη απροθυμία, αφήσαμε αυτή την ωραία ατμόσφαιρα για να πάμε στη ΔΕΗ να κάνουμε αίτηση ηλεκτροδότησης για το εργαστήριο. Μπαίνουμε στη ΔΕΗ. Καθόμαστε μπροστά σε έναν κυριούλη. Μας κοιτάει. Τον κοιτάμε. Του λέμε γιατί ήρθαμε. Πολλαπλά εγκεφαλικά. Δύσκολο, μας λέει. Του λέμε και που είναι το ακίνητο-στοά, ανακαίνιση, κλπ. Κρατάει το κεφάλι του και τρίβει το μέτωπό του. Κοιταζόμαστε. Άδεια, απαιτεί. Εννοεί την οικοδομική άδεια, θεωρημένη από την Πολεοδομία. Περήφανοι εμείς, διότι έχουμε ΚΑΙ φωτοτυπία, την πετάμε πάνω στο γραφείο. Στο μεταξύ, ο κυριούλης προσπαθεί να συνέλθει από το σοκ κι έχει κατεβάσει όλα τα ντοσιέ της ΔΕΗ. Μελετάει την άδεια, μας κοιτάει (με συμπόνια, πρέπει να ομολογήσω) και εξηγεί ότι χρειάζεται μια συγκεκριμένη σφραγίδα από την Πολεοδομία, συγκεκριμένη για ηλεκτροδότηση. Πάμε στην Πολεοδομία. Κυρία με Louis Vuitton στο γραφείο. Προσπαθούμε να της εξηγήσουμε. Αδύνατον. Με τα πολλά, η κυρία μας λέει πως για να πάρετε αυτή τη συγκεκριμένη σφραγίδα πρέπει να φτιάξετε καινούργια άδεια, διότι αυτή είναι από το 78.
Τώρα, αυτό το δωματιάκι που έχουμε νοικιάσει εμείς ανήκει σε ένα ευρύτερο συγκρότημα (τη στοά) και υπάρχει ΜΙΑ άδεια για ΟΛΑ τα καταστήματα εκεί (και τα 35). Επίσης, για να γίνει καινούργια οικοδομική άδεια πρέπει να γίνει καινούργιο σχέδιο, κατόψεις, φωτογραφίες και φυσικά, να είναι όλα νόμιμα, τοίχοι, επεκτάσεις, στέγες, κλπ. Και στα 35 καταστήματα. Πόσο πιθανό είναι αυτό; Προσπαθούμε να το εξηγήσουμε στην κυρία. Αδύνατον-άλλη μία φορά. Όχι, μας λέει, για να πάρετε σφραγίδα καινούρια άδεια. Εμείς, με την ιδέα και μόνο ότι θα πούμε σε όλους ότι θα έρθει η Πολεοδομία να κάνει αυτοψία στη στοά, βάζουμε τα κλάματα. Γυρνάμε στη ΔΕΗ. Άπραγοι σαν τα κρινάκια του αγρού. Ακόμα, δεν έχουμε βγάλει άκρη. Υποθέτω πως κατά τον Αύγουστο, μπορεί και να έχουμε ρεύμα. Ως τότε, θα παίξει φυσερό στο εργαστήριο αργυροχρυσοχοΐας.
Σε γενικές γραμμές, αγαπημένοι μου φίλοι, να ξέρετε πως αν προσπαθήσετε ποτέ να ανοίξετε μία μικρούλα επιχειρησούλα σε αυτή τη χώρα, όχι μόνο δε θα σας υποστηρίξει κανείς, παρά θα έρθει κάποιος (η ΔΕΗ, η Εφορία, η Πολεοδομία, δεν έχει σημασία ποιός, κάποιος θα βρεθεί) και θα σας πει: σκουλήκι της κολάσεως, τολμάς να κάνεις κάτι; Και νομίζεις ότι θα τη γλιτώσεις; Τώρα θα δεις.
Μιλάμε για καφκικό σύμπαν.
Λοιπόν, αυτά τα ολίγα είχα να σας διηγηθώ σήμερα. Την άλλη φορά, που θα πάμε στην Εφορία, θα έχω να σας πω κι άλλα. Σας φιλώ τώρα και πάω κάνα κερί στον καλό μου.

Τρίτη, 1 Απριλίου 2014

Η εβδομάδα των βαφών.

752 (στην κυριολεξία) χιλιόμετρα, 3 μέρες, 1 καράβι, 4 παλέτες και μία σιδερώστρα μετά, είμαστε επιτέλους στο νησί. Το νησί είναι ακριβώς όπως το άφησα: έχει μόνο Κινέζους και φυσάει. Εμείς, πάλι, δεν είμαστε ακριβώς όπως μας αφήσατε: είμαστε πολύ πιο έμπειροι και σίγουρα πολύ πιο ξενυχτισμένοι.
Λοιπόν, η οδύσσεια των ξενιτεμένων ξεκίνησε ένα ωραίο πρωί, όπου όλα έδειχναν γαλήνια. Τίποτα δεν έδειχνε πως δε θα ήταν μια μέρα λιγότερο συνηθισμένη από τις άλλες: ο Γιάννης βγήκε για 10 λεπτά να χαιρετήσει κάτι φίλους του και γύρισε σε δύο ώρες. Ο κ. Μάκης, μπαμπάς του Γιάννη, έσκαβε τις τελευταίες βραγιές στον μπαξέ, διότι είχε ήδη αποφασίσει να έρθει μαζί μας ως τη Σαντορίνη, για να βοηθήσει την κατάσταση. Ο μεγάλος φόβος όλων μας ήταν πως μάλλον θα αποφάσιζε να μείνει για πάντα στη Σαντορίνη, αίσθημα το οποίο ήταν από μόνο του ένα προειδοποιητικό σημάδι, αλλά εμείς, γνήσιοι τυχοδιώκτες, το αγνοήσαμε. Ξεκινάμε, λοιπόν, φορτωμένοι μέχρι τα δόντια στην κυριολεξία, με ένα φορτηγάκι και ένα αυτοκίνητο. Τελευταία στιγμή πέταξα μέσα στο φορτηγάκι τη σιδερώστρα, που ήθελαν να αφήσουν πίσω με τη δικαιολογία ότι δε χωρούσε. Εδώ χώρεσαν τον κύλινδρο (όπου κύλινδρος είναι ένα μηχάνημα χρυσοχοΐας ασήκωτο και τεράστιο και απροσδιορίστου χρήσεως, όπως όλα τα μηχανήματα χρυσοχοΐας για έναν φυσιολογικό άνθρωπο) και μυριάδες κούτες με πενσάκια, μια σιδερώστρα ήταν το πρόβλημα; Στο αυτοκίνητο είχαμε, μεταξύ άλλων, τη ραπτομηχανή και μια σακούλα με χυμούς μήλο. Φυσικά, οι χυμοί μήλο άνοιξαν ή εξερράγησαν από τη ζέστη, με αποτέλεσμα να μυρίζει όλο το αυτοκίνητο μήλο και να κολλήσουν όλα τα υπόλοιπα πράγματα μεταξύ τους. Ήταν πολύ ωραία.
Στο δρόμο για την Αθήνα, πληρώναμε διόδια κάθε 2 μέτρα περίπου, μέχρι που αποφασίσαμε να αφήσουμε τη Σαντορίνη και τις αηδίες και να ανοίξουμε διόδια, είναι πολύ προσοδοφόρο επάγγελμα. Σταματήσαμε για μεσημεριανό φαγητό στη Λαμία, για να δούμε και τα δίδυμα ανίψια, εκ των οποίων το ένα κράδαινε απειλητικά μια σφραγίδα με έναν κόκκινο σκύλο, με την οποία στο τέλος σφράγισε τη μύτη του οδηγού του φορτηγού, και το άλλο πετούσε ότι δεν του άρεσε από το πιάτο (δηλαδή όλα) κάτω από το τραπέζι, αφού στο τέλος σκεφτήκαμε με το Γιάννη να τα μαζέψουμε για κολατσιό.
Στη συνέχεια, φτάσαμε στην Αθήνα περιχαρείς και κατευθυνθήκαμε  προς το λιμάνι, όπου ωστόσο θα κάναμε μια στάση για να βάλουμε στο έρμο φορτηγάκι ακόμα ένα κτηνώδες και ασήκωτο εργαλείο, που το είχανε φέρει από το Ναύπλιο και που ήθελε ένα φορτηγάκι μόνο του.
Φυσικά, δεν έμπαινε.
Οπότε, φανταστείτε το: η ώρα 8 το βράδυ, Σάββατο, στο λιμάνι του Πειραιά, εγώ κι ο Γιάννης (και η Αγνή του λιμανιού μαζί μας) να ψάχνουμε πανικόβλητοι μια αποθήκη ή μια μεταφορική ή κάτι για να βάλουμε τα πράγματα μέχρι το επόμενο πρωινό, που θα τα βάζαμε στο καράβι (ή έτσι πιστεύαμε). Με τα πολλά, αφήσαμε το μπαμπά του Γιάννη να φυλάει σκοπιά στην προβλήτα, μαζί με κάτι ύποπτες φάτσες του λιμανιού, όπου είχαμε απιθώσει κυλίνδρους, χυτήρια και την απαραίτητη σιδερώστρα κι εμείς ξεραθήκαμε για συνολικά 4 ώρες, αφού φυσικά βριστήκαμε για κάνα δίωρο.
Ξημερώνει ο Θεός τη μέρα, το πλοίο πλησιάζει σα θηρίο κι εμείς πάμε να ζυγίσουμε το φορτηγό. Εκεί αφήσαμε το μύθο. Έναν τόνο υπέρβαροι ήμασταν, έλεος, δηλαδή, και στο καράβι υπέρβαροι, πουθενά εμείς δε μπορούμε να είμαστε αδύνατοι; Παντού υπέρβαροι; Υπάρχει Θεός; Οι λιμενικοί ακόμα γελάνε με τους μαλάκες που θέλανε να μπούνε στο καράβι με έναν τόνο υπέρβαρο. Οι μαλάκες, ωστόσο, για άλλη μια φορά σε αδιέξοδο. Βλέπαμε το καράβι να φεύγει και μαζί του τις ελπίδες μας.
Εδώ μπαίνει ο Χαν, όπου Χαν είναι ένας Πακιστανός που δουλεύει στα αθηναϊκά γραφεία μιας σαντορινιάς μεταφορικής και λύνει και δένει στον Πειραιά (σας λέω, του λιμανιού τα καλντερίμια αν δεν τα ζήσεις) και που μας έδωσε τη λύση: πήγαμε στη μεταφορική, στο Ρέντη, φορτώσαμε τα πάντα εκτός από τη ραπτομηχανή (για άλλη μια φορά η σιδερώστρα μου κινδύνεψε να μείνει εκτός) σε 4 παλέτες και τα απαρατήσαμε εκεί, για να φύγουν την επόμενη μέρα. Μετά, διώξαμε το φορτηγό και το μπαμπά του Γιάννη και καταλύσαμε, πτώματα, νηστικοί, άυπνοι, βρωμεροί, ελεεινοί και τρισάθλιοι, στη Βίβιαν και το Στέφανο.
Τελικά, φύγαμε την επόμενη μέρα, μαζί με τις παλέτες μας και τους απαραίτητους Κινέζους, και φτάσαμε στη Σαντορίνη, με τις ελπίδες μας αναπτερωμένες και ζήσαμε την ιστορική στιγμή της Κοκκινοσκουφίτσας (το δύστυχο αυτοκινητάκι μας) να ανηφορίζει αγκομαχώντας τον Αθηνιό (τον κάθετο δρόμο του λιμανιού της Σαντορίνης). Φυσικά, επειδή τίποτα δεν έχει τελειώσει ακόμα, οι παλέτες άρα και οι βαλίτσες ξεφορτώθηκαν 2 μέρες μετά, με αποτέλεσμα να μας τελειώσουν τα βρακιά (που να φανταστώ ότι θα ξεμέναμε 2 μέρες στην Αθήνα κι άλλες τόσες στη Σαντορίνη;) κι επειδή ήταν και 25η Μαρτίου και κλειστά τα πάντα, τα έπλυνα, στο Θεό σας, με σαμπουάν.
Μέχρι να έρθουν οι παλέτες, ο κύλινδρος και τα άλλα παιδιά, εμείς πήγαμε στο εργαστήριο που δεν έχουμε νοικιάσει ακόμα, αλλά που θα μας πάει, για να δούμε σε τι κατάσταση είναι. Αλλά δεν είδαμε, για τον απλό λόγο ότι δεν έχει ρεύμα, ρολόι, παροχή γενικώς. Ο προηγούμενος είχε λάμπα πετρελαίου, το μέρος είχε να νοικιαστεί από πριν την ανακάλυψη του ηλεκτρικού ρεύματος. Με τα πολλά βρίσκουμε μια μπαλαντέζα, την κοτσέρνουμε κι αρχίζουμε να αδειάζουμε τη σαβούρα και να βάφουμε, να τρίβουμε και να καθαρίζουμε. Για άλλη μια φορά βρώμικοι, ελεεινοί και τρισάθλιοι, ενώ στον από πάνω δρόμο περνούσε η παρέλαση. Η μόνη μας παρηγοριά ήταν πως δεν ήμασταν οι μόνοι: οργασμός δραστηριότητας, σου λέει, στη Σαντορίνη, παντού χτίζουν, ανακαινίζουν, βάφουν, παντού βλέπεις εργάτες (έχω ένα πολιτικοκοινωνικό σχόλιο επ’ αυτού, αλλά δεν είναι της παρούσης), καλώδια, σωλήνες, μπάζα, χαμός. Η εβδομάδα των βαφών, σας λέω.
Τώρα, εγώ είμαι πανευτυχής αφού έχω τη σιδερώστρα μου και τη ραπτομηχανή μου, ο Γιάννης είναι εξίσου πανευτυχής αφού έχει τον κύλινδρό του, η Τάνια είναι (σχεδόν) πανευτυχής που ήρθαμε και γενικά όλα είναι έτοιμα στο μικρό γαλατικό χωριό.
Καλή σεζό είπαμε;