Κυριακή, 7 Νοεμβρίου 2010

Το πιο μακρύ ταξίδι μου

Δεν καταλαβαίνω, αγαπημένοι μου φίλοι, γιατί πρέπει το φθινόπωρο να κάνουμε νέες αρχές και να φτιάχνουμε προγράμματα και να μπαίνουμε σε σειρά. Εγώ, το φθινόπωρο, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να κοιμάμαι χωμένη κάτω από το πάπλωμα και να πίνω σοκολάτες: καμία διάθεση δεν έχω για νέο πρόγραμμα και σειρά. Και τώρα, αφού είπα το παράπονό μου, που ξέρω ότι το συμμερίζεστε όλοι, και πριν η αδελφή μου με πει γκρινιάρα, ο Θανάσης αρνητική, η μαμά μου «αχ, κορίτσι μου» κι ο Γιάννης αρχίσει τα σεξουαλικά υπονοούμενα για το πάπλωμα, θα σας περιγράψω τη φοβερή εκδρομή μας στη Μακεδονία.
Πράγμα το οποίο θα κάνω με πόνο ψυχής, διότι υπάρχει πολύ μεγάλη πιθανότητα να είναι η τελευταία μας, εκτός αν βρεθεί κάποιος χορηγός για την ταλαίπωρη Σχολή Ξεναγών της Κέρκυρας, αλλιώτικα μας βλέπω να κοιμόμαστε με σλίπινγκ μπαγκ στα πάρκα των διαφόρων πόλεων (και γκρινιάζαμε για τις κατσαρίδες στα ξενοδοχεία, αλλά, βέβαια, έτσι είναι, μόνο άμα χάσεις κάτι το εκτιμάς, γιατί, τι είχανε οι κατσαρίδες; Σου κρατάνε και συντροφιά.).
Ξεκινήσαμε, λοιπόν, από την Καβάλα, τη γενέτειρα του αγαπημένου μας συμφοιτητή Τάσου. Έχει πλάκα όταν πάμε στις διάφορες γενέτειρες των διαφόρων συμφοιτητών, διότι, μολονότι κανείς δεν θέλει να το παραδεχτεί, είναι όλοι περήφανοι για τον τόπο τους: δείχνουν από ‘δω, περιγράφουν από ‘κει, το σχολείο, το φροντιστήριο, το παγκάκι του ραντεβού, το περίπτερο που αγόραζα νερό κι άλλα τέτοια, για να κάνουμε, λέει, βιωματική την ξενάγηση, η καινούργια αγαπημένη μας φράση, η βιωματική ξενάγηση, τρομάρα μας!
Η Καβάλα, που λέτε, είναι μια από τις όμορφες επαρχιακές ελληνικές πόλεις, με μια αξιοπρεπή πλακόστρωτη ανηφόρα (διότι, στην ελληνική επαρχία δεν στέκεσαι ως πόλη αν δεν έχεις την προαναφερθείσα ανηφόρα) και ένα υπερσύγχρονο νοσοκομείο, το οποίο γνωρίσαμε αρκούντως, καθώς κάμποσοι μαθητευόμενοι ξεναγοί επάθανε γαστρεντερίτιδα, τα συμπτώματα της οποίας, φαντάζομαι, τα έχετε υπόψη σας, κι αν όχι, καλύτερα.
Ως εκ τούτου, πηγαινοερχόμασταν στο νοσοκομείο και όλα ήταν μια υπερπαραγωγή: αφυδατώσεις, οροί, Zadac (κι εγώ τώρα τα έμαθα, είναι κάτι χάπια για το στομάχι), μια μανιταρόσουπα η οποία συνέβαλλε τα μάλα στην επιδείνωση, λαπάδες και χαμομήλια, η Ελένη να νομίζει ότι έχει πάθει τουλάχιστον έλκος δωδεκαδάκτυλου, αφήστε.
Έμαθα όλα τα γιατροσόφια για τον ακατάσχετο εμετό και μέσα σε όλα πεταχτήκαμε κι ως τη Θάσο, να δούμε κι εκείνο το νησί, όπου περπατήσαμε χιλιόμετρα η Βίβιαν, εγώ κι η Μαριλένα και μετά η Μαριλένα κουράστηκε και ήθελε να ανέβει στα αυτοκινητάκια αυτά που έχουν τα περίπτερα και κουνιούνται πέρα δώθε, για τα παιδάκια, τα ξέρετε; Ε, ανέβηκε, κι ας διπλώθηκε στα τέσσερα (είναι και πανύψηλη) και υποχρέωσε τον περιπτερά να τα βάλει μπροστά και για άλλη μια φορά αφήσαμε το μύθο και γίναμε θέαμα.
Επίσης, με βάση την Καβάλα και καβάλα στ’ άλογο της φιλομάθειάς μας (καλό, ε;) πήγαμε στην Ξάνθη, όπου πρέπει να σας πω ότι πολύ μεγάλη εντύπωση μου έκανε η φωνή του μουεζίνη, που καλούσε τους μουσουλμάνους σε προσευχή. Δεν είχα ξανακούσει κι ήταν πολύ περίεργη η αίσθηση που σου άφηνε, λίγο σα να είσαι σε ξένη χώρα, αλλά, όχι, είσαι στη χώρα σου, μόνο που εδώ ζουν κι άλλοι, λίγο διαφορετικοί από σένα κι όμως τόσο ίδιοι. Γενικώς, η Ξάνθη ήταν λίγο μια άλλη χώρα, πολύ ατμοσφαιρική κι εντελώς χειμωνιάτικη πόλη.
Από την Καβάλα και θαυμάζοντας τη μαγευτική μακεδονική φύση, με τα πορτοκαλί και τα καφετιά που δεν τα βάζει ο νους και τις καταπράσινες πεδιάδες δροσισμένες από τη βροχή και γάργαρα νερά να ακούγονται παντού (και να μας υποχρεώνουν σε αμέτρητες στάσεις για τουαλέτα, στις οποίες μετά την τουαλέτα έπαιρναν καφέ να πιουν, είναι λογικό τώρα αυτό;), φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη. Τι να πω τώρα εγώ για τη Θεσσαλονίκη; Ας μην πω τίποτε, διότι θα με βρίσουν όλοι-μα γιατί η συνήθης κατάληξη είναι να με βρίζουν; Μήπως πρέπει να το προσέξω;
Βασικά, αυτό που έμεινε στους περισσότερους από τη Θεσσαλονίκη είναι οι εκκλησιές, σάμπως είδαμε και τίποτε άλλο; Κάτι ανάκτορα εκεί του Γαλερίου, τι να φτουρήσουν, άμα έχεις φάει στη μάπα καμιά 10-15 εκκλησιές; Επίσης, αυτό που έμεινε σε όλους μας είναι ένα άδειο πορτοφόλι, διότι και ψώνια να μην κάνεις (μα, κύριε Ζάρα μου, είναι δυνατόν, μας έχετε καταστρέψει με όλα αυτά τα ωραία σας, εσείς κι ο κύριος Μάνγκος, απαπά, φωτιά είστε!), ένα τσουρέκι, μια κρέπα, έναν καφέ, ένα κάτι θα το φας! Όπως καταλαβαίνετε, και άφραγκες και χοντρές, μεγάλη πίκρα. Επιπλέον, εγώ έφαγα και τη φλασιά με τον κοινωνικό κύκλο που γλαφυρά σας περιέγραψα και με έβρισε κι η καλή μου φιλενάδα Δώρα, η οποία όμως διόλου δεν εκτίμησε το γεγονός ότι αγόγγυστα την ακολούθησα σε κάτι εγκαίνια ενός πολυχώρου τέχνης, απ’ αυτούς που μόνο στη Θεσσαλονίκη βρίσκεις πια, νομίζω.
Δεν πειράζει, όμως, πολύ ωραία περάσαμε στη Θεσσαλονίκη, η οποία κατά γενική ομολογία είναι αγαπημένη πόλη: όλη μέρα τριγυρίζαμε και μας φυσούσε ο αέρας, μας θαύμαζαν τ’ αγόρια, χανόμασταν στο πλήθος, εγώ τους έδειχνα τα πάντα και τους έσπασα τα νεύρα, μπαινοβγαίναμε στα μαγαζιά και δοκιμάζαμε ρούχα, χαζεύαμε στα βιβλιοπωλεία, μυρίζαμε τα τσουρέκια, ήταν θαύμα όπως πάντα! Συν το ότι εγώ έκανα χρήση του δικαιώματός μου να μείνω στο σπίτι της αδελφής μου κι έτσι γλίτωσα το μέτριο έως άθλιο ξενοδοχείο με το τουλάχιστον υπαινικτικό όνομα Telioni…
Αφού μετρήσαμε όλες τις εκκλησίες της Θεσσαλονίκης και πατήσαμε κάθε ιερό πλακάκι των φοιτητικών μου χρόνων, πήγαμε στη Βέροια, όπου ήταν η βάση μας για διάφορες εξορμήσεις αρχαιολογικής, εννοείται, φύσεως κι όπου φάγαμε το κρύο της αρκούδας, σκοτώσαμε τα γνωστά πλέον αρθρόποδα-συγκατοίκους (Ελένη, ήρθε η ώρα να σου το πω: το πρώτο βράδυ βρήκα ένα έντομο και το εξουδετέρωσα, η Βίβιαν ήταν στο δωμάτιο, τυχαίο; Δε νομίζω!) και παίξαμε Jungle Speed, ένα επιτραπέζιο παιχνίδι, στο οποίο είμαι κορυφή, ό, τι και να λέει ο φίλος Μιχάλης. Πήγαμε στη Βεργίνα, στην Πέλλα, στο Δίον, πολύ ωραίοι χώροι όλοι, με δέντρα, φυσικά, και τα απαραίτητα ερείπια. Χορτάσαμε βροχή και μακεδονικούς τάφους, α, ναι, δεν έχουμε παράπονο, από τάφους είμαστε πλήρεις.
Εμένα, βέβαια, λίγο άρρωστο μου φαίνεται αυτό, που χαιρόμαστε με τους τάφους, σαν τους τυμβωρύχους κι αντί ν’ αφήσουμε τους ανθρώπους ήσυχους στην αιωνιότητά τους, εμείς πάμε και τα ανασκαλεύουμε, όπως εκείνον τον τάφο της Κρίσεως, όπως λέγεται, με μια θαυμάσια τοιχογραφία στην πρόσοψή του, όπου προφανώς νευρίασε ο κάτοχος του τάφου: την πλήρωσε η Εύη, η οποία γλίστρησε η κακομοίρα και πήρε μια τούμπα, πολύ φτηνά το γλίτωσε το σπασμένο κεφάλι. Κι αυτό χάρη στα μαλλιά του Γιώργου, από τα οποία πιάστηκε κατά την πτώση, ευτυχώς που ήταν εκεί ο Γιώργος που έχει μαλλιά, διότι έτσι κι είχε πετύχει κανέναν άλλον από τους συμμαθητές μας, εκεί θα είχε μείνει…
Ύστερα από όλα αυτά κι επειδή είχαν περάσει ήδη 2 εβδομάδες, οι Κορφιάτες είχανε πάθει στερητικό σύνδρομο (είμαι σίγουρη που κάποιοι από αυτούς έχουν μαζί τους ομοίωμα του φρουρίου και εννοείται εικονίτσα τ’ αγιού και το βράδυ τα βάζουν κάτω από το μαξιλάρι τους για να κοιμηθούν) και είχανε τελειώσει τα καθαρά ρούχα σε όλους και όχι μόνο στους συνήθεις υπόπτους, γυρίσαμε, άφραγκοι, κουρασμένοι, αφυδατωμένοι, αλλά κατά τι σοφότεροι και σίγουρα πανέτοιμοι για το επόμενο ταξίδι (μόνο τα πλυντήρια να βάλω, παιδιά, και φύγαμε!).

2 σχόλια:

irini είπε...

katerinaki pes mou...oxi pes mou pote mpikes sto domatio mou krifa xoris na se paro xampari kai eides tin eikonitsa tou agiou(megali i xari tou)kato apo to maksilari mou.......?episis proteino na grapseis ena afieroma gia to jungle speed.alla na ta grapseis ola...kai gia ton mixali pou exei kanei mia sigkekrimeni karta diki tou(ksereis poia ennoo ayti pou theloume oloi)kai pata epi ptomaton i mallon se ayti tin periptosi epi xerion.episis anefere kai ta atiximata...vlepe karavi igoumenitsa kerkyra pou to totem egine ena me tin mouri mou kai gia 2 meres eixa melanitsa......

Κατερινα είπε...

Παιδί μου, εγώ σας ξέρω όλους!
Για το Jungle Speed δε γράφω, γιατί θα με νευριάσει ο Μιχάλης, όσο για ατυχήματα, είναι γρουσουζιά, ρε! Σε τόσους τάφους που τριγυρνάμε...