Τρίτη, 29 Μαΐου 2012

Οι καμένοι.


Η κατάστασή μας, ως άτομα, ως ζευγάρι και ως δημιουργοί, είναι τραγική: μέσα στην άγρια νύχτα κι αφού η μέρα που πέρασε ήταν αρκούντως κουραστική και αγχωτική, αντί να πέσουμε στο κρεβάτι, να διαβάσουμε ένα βιβλίο ή να κάνουμε έστω ένα ντεκουπάζ, βρε αδερφέ, εμείς έχουμε στήσει τους υπολογιστές αντικριστά (διότι έχουμε μόνο ένα γραφείο-ευτυχώς έχουμε 2 καρέκλες και 2 ποντίκια, αν και ενίοτε, για κάποιο λόγο που δε γνωρίζω, ο Γιάννης παίρνει και το δικό μου ποντίκι κι εγώ παλεύω με τη βλακεία αυτή κάτω από το πληκτρολόγιο, που δε δουλεύει κιόλας) και παίζουμε Zuma.
Το έχετε ακουστά το Zuma; Είναι ένα παιχνίδι, όπου εσύ που παίζεις, είσαι ένα βατραχάκι, το οποίο φτύνει μπάλες διαφόρων χρωμάτων προσπαθώντας να κάνει τριάδες από ομοιόχρωμες μπάλες σε μια σειρά από μπάλες που βγαίνουν από μία σπηλιά. Όταν γίνεται η τριάδα, οι μπάλες εξαφανίζονται. Σκοπός είναι να εξαφανίσεις όλες τις μπάλες πριν φτάσουν στη μαύρη τρύπα (δηλαδή την Κατερίνη) και τις καταπιεί το μαύρο σκοτάδι μαζί με σένα. Είναι τόσο ηλίθιο όσο ακούγεται. Ωστόσο, εμείς χάνουμε ώρες παίζοντας Zuma κι εγώ προσπαθώ να ερμηνεύσω το φαινόμενο.
Το Zuma το είχα πρωτογνωρίσει περί το 2004, 2005, δεν ενθυμούμαι ακριβώς. Θυμάμαι, όμως, πως μόλις είχα πρωτοπάρει υπολογιστή και σε μία από τις μετακομίσεις, αγχώθηκα μήπως χάσω το Zuma τώρα που θα αποσυνδέσω τον υπολογιστή. Φοβερό; Τέλοσπαντων, δεν το έχασα, το τερμάτισα και ησύχασα. Έλα, όμως, που τώρα βρήκαμε το Zumas Revenge.
Φίλε, καταστράφηκα. Σε δύο μέρες το έβγαλα, πάει και το διάβασμα κι η καθαριότητα και όλα. Ευτυχώς το έβγαλα πριν φύγω για την Κέρκυρα, ήμουν ικανή να αναβάλλω το ταξίδι για να βγάλω το Zuma. Βέβαια, ο χαζογιάννης έκανε ότι χειρότερο μπορείς να κάνεις σε κάποιον κολλημένο με ένα παιχνίδι: έβγαλε, με το δικό μου λογαριασμό, την τελευταία πίστα, όπου εσύ έχεις φτύσει αίμα να φτάσεις και είσαι σίγουρος ότι τώρα θα τη βγάλεις κι έρχεται εκεί ο ξιπασμένος και τη βγάζει. Αιτία χωρισμού τουλάχιστον. Το κατάπια, όμως, κι αυτό.
Πείτε μου, λοιπόν, εσείς, γιατί δύο άτομα μορφωμένα, καλλιεργημένα, ευφυή (έτσι δε γράφουνε στα βιβλία ψυχολογίας όταν περιγράφουνε τις διάφορες περιπτώσεις και σε κάνουν να αναρωτιέσαι αν σ’ αυτή τη χώρα υπάρχουν μόνο άτομα μορφωμένα, καλλιεργημένα και ευφυή κι αν ναι, εσύ γιατί πέφτεις πάντα στα ντουγάνια κι επίσης, μόνο αυτά τα άτομα πάνε σε ψυχολόγο;) χάνουν ώρες φτύνοντας μπάλες μεταμφιεσμένα σε βατράχια και μάλιστα βρίζουν με λέξεις διόλου κολακευτικές τον υπολογιστή;
Διότι, σκέφτομαι εγώ, ο άνθρωπος θέλει κάτι πολύ χαζό και ανόητο για να χαλαρώσει, θέλει κυρίως κάτι που δε χρειάζεται σκέψη και προβληματισμό, εφόσον μάλιστα έχει προβληματιστεί σε βαθμό αυτοκτονίας τις προηγούμενες ώρες. Πολύ ωραίες κι οι ταινίες (παρεμπιπτόντως, είδαμε μία πολύ ωραία προχτές, τους Άθικτους, εξαιρετική, οπωσδήποτε να τη δείτε), αλλά θες και μια βλακεία να περάσει η ώρα σου. Οπότε, παίζεις Zuma.
Και να μη με κοροϊδέψετε, κανένας, διότι όλοι έχουμε τη βλακεία μας για να τεμπελιάζουμε κι αν δεν είναι το Zuma, είναι κάνα άλλο παιχνίδι ή κάποιο σίριαλ (δηλαδή 20 ανώμαλοι που τους κυνηγάνε μαύροι καπνοί σε ένα νησί που αλλάζει θέση είναι καλύτερο;) ή η τηλεόραση. Επίσης, σκεφτείτε πως εγώ, στα διαλείμματα, γράφω, ο Γιάννης παίζει Tetris στα facebook. Τι είναι χειρότερο;
Μετά από την παραληρηματική μου εξομολόγηση, πάω να κοιμηθώ και να ονειρευτώ την Κέρκυρα, που δεν την είδα όσο θα ήθελα και για την οποία θα σας πω αύριο, για να αναπληρώσω την κυριακάτικη απουσία. Καληνύχτα, και καλή τύχη.

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

Οι μέρες του φωτός.


Χάζευα τώρα στο facebook κι είδα που η φίλη μου η Μαρία ανέβασε αυτό το τραγούδι της Μποφίλιου και το άκουσα κι είναι πολύ ωραίο κι αισιόδοξο και φωτεινό, σαν τα καλοκαίρια.
Κι είμαι στην Κέρκυρα, στο σπίτι της αγαπημένης μου φιλενάδας που έχει γενέθλια κι είμαι πολύ χαρούμενη, διότι έφυγα από το νησί για να μπορώ να κάνω αυτό ακριβώς: να έρχομαι και να το βλέπω να πλησιάζει και να συναντάω ξανά τους φίλους μου και τους δρόμους μου και να γελάμε με την Ελένη, που τους βρίσκει όλους μαλάκες ή ναρκομανείς ή και τα δύο. Και να καθόμαστε όλο το απόγευμα στο Μπρίστολ και να χαζεύουμε τους γνωστούς αγνώστους. Και να πετάγονται ξαφνικά μπροστά μας διάφορα παλιά κι αγαπημένα, όπως και να το κάνουμε, πράγματα. Και το μουσειάκι ήταν εκεί, πάντα κίτρινο σαν την άμμο και μεγάλο και όμορφο. Κι όλα αυτά με κάνουν πολύ χαρούμενη (πράγμα το οποίο με κάνει να βάζω το και μπροστά από κάθε πρόταση).
Με κάνουν χαρούμενη, διότι βασικά είναι μακριά και συνηθισμένα κι από μια εποχή που τελειώνει και ταυτόχρονα από μια άλλη που αρχίζει κι είναι οι μέρες του φωτός και της σκοτεινιάς μαζί. Σας μπέρδεψα; Ωραία, αυτός ήταν ο σκοπός μου, το έχω ξαναπεί. Τέλοσπαντων, αυτό που θέλω να πω είναι πως ποτέ δεν ξέρεις που είναι η αρχή και που είναι το τέλος και πάντα αναμιγνύονται αυτά τα δύο και άκρη να βγάλεις δεν μπορείς.
Επίσης, θέλω να πω πως και κάτι άσχετο, που όμως μου ήρθε τώρα. Είναι πολύ δύσκολο να κρατήσεις τις διάφορες μακρινές σχέσεις, πρέπει να θυμάσαι να παίρνεις τηλέφωνο και να έχεις υπομονή να ξαναπαίρνεις και να μιλάς και να λες τα νέα σου 3 φορές, πρέπει να μην παρασύρεσαι από την καθημερινότητα και να μην ανοίγεις απλά τον υπολογιστή, να ανοίγεις και το στόμα σου ενίοτε, πρέπει να έχεις μεγάλη καρδιά κι ακόμα μεγαλύτερη υπομονή. Οι μακρινοί φίλοι είναι λίγο σαν τα λουλούδια στο μπαλκόνι: ξέρεις ότι είναι εκεί, αλλά αν δεν τα ποτίσεις ποτέ, μια μέρα δε θα είναι πια εκεί.
Ξέρω πως γράφω ελαφρώς ασυνάρτητα, αλλά έχω μεγάλη χαρά και χάνω τα λόγια μου κι επίσης η Ελένη λέει απ’ έξω την ξενάγηση στο Αχίλλειον στα αγγλικά και με μπερδεύει. Παράλληλα, νυστάζω, διότι στο λεωφορείο δεν κοιμήθηκα λεπτό, η κυριούλα δίπλα μου ήθελε να μου πει το παράπονό της πως ο γιος της ζει στην Κέρκυρα, αλλά δεν του αρέσει καθόλου (γιατί άραγε;) κι αυτή έρχεται για να του κάνει λίγο παρέα. Νομίζω πως ήθελε να μου τον προξενέψει κι είπα να μην την απογοητεύσω, αλλά μετά φτάσαμε κι εγώ άρχισα να ουρλιάζω στο τηλέφωνο «έφτασα, έφτασα» και προφανώς φοβήθηκε κι έφυγε. Οπότε πάω να κοιμηθώ, για να συνεχίσω αύριο την περιπλάνησή μου στο νησί και, αμάν, ρε Μαρία, με τις εμπνεύσεις σου βραδιάτικα.

Κυριακή, 13 Μαΐου 2012

Μπορώ και ξαναζώ.


Μετά από μια βδομάδα, 21 έδρες, ένα ταξίδι, 5 μέρες διαβάσματος, 2 ξεναγήσεις, ένα μπάνιο στη θάλασσα, ίσαμε 38 άρθρα κι ένα αυτοκόλλητο πληκτρολόγιο ρώσικων σας ξαναβρίσκω.
Ας τα πάρουμε ένα ένα.
Εντάξει, η βδομάδα είναι γνωστή, είναι, εν πάση περιπτώσει, άλλη μία βδομάδα, με μόνη διαφορά ότι περιέκλειε μέσα της τη 12η Μαΐου, ημερομηνία κατά την οποία ξεκίνησα το ιστολόγιο, πριν από 2 χρόνια-δε σας είπα πως όλα τα σημαντικά Μάιο συμβαίνουν; Κι επίσης, 2 χρόνια; Θεέ μου. Έκτοτε, δεν έχω κάνει και μεγάλη πρόοδο, εκτός αν θεωρείται πρόοδος το ότι ρώτησα το Γιάννη αν και πως έχει αλλάξει η ζωή του τώρα που ήρθα (ναι, μου ‘ρθε τώρα να κάνω αυτή την ερώτηση, άστε τα, κι εγώ τις μετανιώνω τις μαλακίες που κάνω) κι αφού πέρασε δεκάλεπτο βαθιάς περισυλλογής, μου απάντησε ένα βαρύγδουπο και τουλάχιστον αμφίσημο ναι, παίζοντας παράλληλα τέτρις στο facebook με μια κινέζα. Πάει, λοιπόν, η βδομάδα.
Τις 21 έδρες δε θα τις σχολιάσω, πρώτον λόγω του χαζοχαρούμενου προφίλ που προωθώ, στα πλαίσια της προσπάθειάς μου για ανάκτηση της ελαφρότητας και του χιούμορ στη ζωή, και δεύτερον διότι δεν έχω καταφέρει να διευκρινίσω αν όντως πρόκειται για κάτι ενδεικτικό ή παροδικό (λέω μόνο πως και στη δεκαετία του 30, στη Γερμανία, γινόντουσαν ακριβώς τα ίδια, με μόνη διαφορά ότι τότε ήταν της μόδας και το σουίνγκ-τουλάχιστον να ήταν και τώρα, κάπως θα το άντεχα).
Το ταξίδι ήταν ένα ταξίδι όπως όλα τα άλλα, με εξαίρεση ένα νεαρό στο τρένο που με ρώτησε αν διαβάζω για το proficiency κι όταν του είπα, με κάπως ψαρωτικό ύφος, είναι η αλήθεια, κι εγώ, ότι, όχι, για αγγλόφωνη ξενάγηση στο Δίον διαβάζω, πήγε να πιει καφέ και δεν ξαναγύρισε.
Οι ξεναγήσεις είχαν, ως συνήθως, πλάκα. Στο Δίον ήρθε μια ομάδα στρατιωτικών από διάφορες χώρες: οι Τούρκοι κι οι Ιταλοί με άκουγαν πολύ προσεχτικά και με ρωτούσαν κιόλας, ένας Βούλγαρος με διόρθωσε διότι έλεγα λάθος το όνομα της Δήμητρας στα αγγλικά (κατά τη γνώμη του, έτσι, μην αμφισβητούμε και τις αυθεντίες τώρα, τα έχουμε ισοπεδώσει όλα, να πούμε) κι οι Έλληνες έπιναν φραπέ και κάπνιζαν. Όπως πάντα, δηλαδή. Είχα και κάτι Ρουμάνους, όχι στο Δίον, αυτοί, για κακή μου τύχη, ήθελαν να πάνε σε ΟΛΕΣ τις εκκλησίες της Θεσσαλονίκης κι ενώ εγώ ξεσκίστηκα να διαβάζω για τους τρούλους και τις πεντάκλιτες και τους σταυροειδείς (μέχρι και τα αρκοσόλια έμαθα πως τα λένε στα αγγλικά, που ούτε στα ελληνικά δεν ξέρω καλά καλά τι είναι-όσοι ξεναγοί με διαβάζετε, έχω όλη την ορολογία της βυζαντινής αρχιτεκτονικής στα αγγλικά, μην παιδευτείτε), αυτοί θέλανε να προσευχηθούν μόνο. Αφού μέσα στον Άγιο Δημήτριο, πάνω που είχα πάρει φόρα κι είχα ξεκινήσει τη διάλεξή μου για το ψηφιδωτό, μα δεν ξέρετε ένα ωραίο ψηφιδωτό, μου λέει μία “ok, but let us pray a little”. Ε, μετά από αυτό, έκανα κι εγώ τουμπεκί και τα θαύμαζα μόνη μου τα ψηφιδωτά. Μετά, τους έχασα κιόλας μέσα στον Άγιο Δημήτριο και πάνω που είχα αγχωθεί τους βρήκα να πλένονται σε μια καθαγιασμένη προφανώς βρυσούλα που είχε εκεί μέσα. Εδώ κολλάνε και οι 5 μέρες διαβάσματος, αφού μέχρι κι ο Μένιος το γατί έμαθε την ιστορία της Θεσσαλονίκης, και μάλιστα στα αγγλικά, τόσες φορές που την είπα απ’ έξω.
Το μπάνιο το έκανα σήμερα κι ήταν άκρως αναζωογονητικό έως παγωμένο. Τα αγόρια με κοίταζαν που τσαλαβουτούσα και δε βούτηξαν, διότι, όπως εύστοχα το έθεσε ο φίλος Παύλος, «ο μικρός Λάκης που έχουν μέσα στο παντελόνι τους, αν πάνε να βουτήξουν, θα τους πει να πας μόνος σου, εγώ θα κάτσω εδώ να λιάζομαι στην ξαπλώστρα, κι επειδή η κοινωνία δεν είναι ακόμα ώριμη για έναν τέτοιο διαχωρισμό, εφάμιλλο κράτους-εκκλησίας, δε βουτάνε». I rest my case.
Τα άρθρα τα διάβασα μέσα σε αυτή την εβδομάδα κι έγινε το κεφάλι μου κουδούνι κι η καρδιά μου περιβόλι, που έλεγε παλιά κι η μαμά μου, όταν άκουγε κάνα δυσάρεστο. Σημειώνω εδώ κάτι εντελώς άσχετο, πόσες ωραίες παρομοιώσεις έχει αυτή η γλώσσα και γενικά, πόσο ωραίο εργαλείο είναι οι παρομοιώσεις. Πράγματι άσχετο.
Το αυτοκόλλητο πληκτρολόγιο ρώσικων μου έχει κουρελιάσει τα νεύρα. Τα αυτοκολλητάκια έχουν μόνο τα αγγλικά και τα ρώσικα γράμματα πάνω, με αποτέλεσμα να ψάχνω εννοείται το ψ, αλλά και μία γενικότερη σύγχυση. Προηγουμένως, έγραψα γκώσσα αντί για γλώσσα. Ε, θα το συνηθίσω, που θα πάει.
Τώρα πάω να κάνω λίγο ντεκουπάζ, μετά από μήνες απραγίας στο θέμα χειροτεχνία και την άλλη βδομάδα θα σας δείξω τι έφτιαξα. Σας φιλώ.



Κυριακή, 6 Μαΐου 2012

Τριανταδύο.


Ο Μάιος (εκτός που μας έφτασε) είναι πάντα συμβολικός μήνας στη ζωή μου: Μάιο γεννήθηκα, Μάιο έδωσα εξετάσεις για το πανεπιστήμιο, Μάιο γνώρισα το πιο ωραίο αγόρι του κόσμου, Μάιο πήγα οριστικά στο νησί, Μάιος είναι και τώρα που γίνονται ίσως οι πιο καθοριστικές εκλογές στην ταλαίπωρη χώρα. Οκ, ξέρω. Θα μου πείτε οι κυνικοί πως σιγά την καθοριστικότητα, η μοίρα της Ελλάδας είναι προδιαγεγραμμένη, ότι και να κάνουμε ή να ψηφίσουμε εμείς τίποτα δεν θα αλλάξει και θα συμβεί αυτό που έχει αποφασιστεί από όποιον αποφασίζει.
Μπορεί να είναι έτσι. Μπορεί και όχι. Κι υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να το μάθουμε.
Δεν θα κάνω πολιτική προπαγάνδα, αν και πολύ θα το ήθελα, διότι κατά βάθος είμαι πολιτικό ζώο (μην κοιτάτε που προβάλλω χαζοχαρούμενο προφίλ, είναι για αντιπερισπασμό) . Το μόνο που θα πω είναι πως χαίρομαι που οι περισσότεροι που ξέρω θα πάνε να ψηφίσουν και θα προσπαθήσουν, ας είναι και ατελέσφορα (τρελαίνομαι γι’ αυτές τις λέξεις), να πούνε μια γνώμη: η γνώμη είναι πολύ σημαντικό πράμα και να χαιρόμαστε που την έχουμε και που μπορούμε να τη λέμε πότε πότε.
Όπως ανέφερα, λοιπόν, και προηγουμένως, χτες είχα γενέθλια και έγινα 32 χρονών. Όταν ήμουν 16, νόμιζα πως στα 32 θα έχω τουλάχιστον 2 παιδιά. Αντ’ αυτού, έχω 2 ανίψια, που δεν είναι το ίδιο, αλλά είναι κάτι.
Επίσης, στα 32 έχω πάρα πολλά πράγματα: έχω πολλά ταξίδια στη μνήμη μου, εξαιρετικά σημαντικό πράγμα, όσο δε φαντάζεστε, έχω και τους δύο γονείς μου, έχω άπειρους φίλους σε διάφορα σημεία της χώρας αυτής και άλλων, έχω 2 πτυχία (εντάξει, αυτό το είπα για να γελάσουμε), έχω χρωματιστά ρούχα και φιόγκους για τα μαλλιά σε όλα τα χρώματα, έχω πολλή ευγνωμοσύνη για όλες τις παράξενες, θαυμάσιες μέρες που έζησα. Έχω κάτι μεγάλα, φωτεινά καλοκαίρια και πολύ γέλιο αποθηκευμένο. Ευτυχώς. Έχω και την αγαπημένη μου δουλειά (κι ας μου διηγούνται ανευρέσεις πεθαμένων πατεράδων).
Όταν έγινα 30, επειδή μου την έσπαγαν όλοι αυτοί που γκρίνιαζαν επειδή τριαντάριζαν, έλεγα πως στα 30 μου είμαι πιο όμορφη, πιο έξυπνη και πιο πλούσια από ποτέ. Το ίδιο λέω και τώρα. Στη δεκαετία των 20 είσαι όμορφος και δροσερός. Δεν ξέρεις, όμως, τι σου γίνεται και, πολύ συχνά, εξαρτάσαι σε διάφορα επίπεδα από διάφορους άλλους. Στη δεκαετία των 30, λίγο έχεις αρχίσει και παίρνεις την κάτω βόλτα (αλλά ακόμα κι αυτό είναι καλό, διότι συνειδητοποιείς τη ματαιότητα της ματαιοδοξίας), αλλά τοποθετείς τα πράγματα στο σωστό τους πλαίσιο.
Ακούγομαι σα θυμόσοφος γέρος, σαν αυτούς που κάθονταν στην είσοδο του χωριού του Ωκαταρινεταμπελατσιτσίξ και λέγανε για τη μάχη της Ζεργκόβια; Ωραία. Αυτός ήταν ο σκοπός μου. Η τρομακτική πείρα, λοιπόν, των 32 μου χρόνων, λέει πως η ζωή είναι καταπληκτική, αλλά δεν πρέπει να της αντιστέκεσαι, πρέπει να τη χρησιμοποιείς. Για να ταξιδέψεις, κυρίως. Και να δεις χιλιάδες μέρη, θάλασσες, δέντρα και ουρανούς. Τα οποία σε κάνουν ευτυχισμένο.
Καμιά φορά, αισθάνομαι ελαφρώς ηλίθια και σίγουρα ένοχη που είμαι ευτυχισμένη μέσα στον ορυμαγδό του κόσμου. Αλλά δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, συγχωρήστε με. Θα πάω, λοιπόν, να μου γελάσει λίγο η μπέμπα μας και να λάμψει το σαλόνι.
(Exit poll από το σπίτι μας: η αδελφή μου μάθαινε στα παιδιά να φωνάζουν «κουκουε, το κόμμα σου, λαέ» η μαμά μου νόμιζε ότι ο μπέμπης έκλαιγε επειδή άκουσε πως θα βγει ο Σαμαράς και στενοχωρέθηκε κι ο μπαμπάς κοιτούσε τα αποτελέσματα στο στοίχημα).

Τετάρτη, 2 Μαΐου 2012

Κυνηγώντας την επιτυχία (κάπου σκόνταψα).


Να πλύνω τα συρτάρια ή να γράψω για το πολυήμερο που πήγα; Αν πλύνω τα συρτάρια, θα μπορέσω να αδειάσω τουλάχιστον 2 βαλίτσες και 3 κούτες, δεδομένου ότι τα εν λόγω συρτάρια είναι βαθιά σαν τον Άδη, αν, όμως, γράψω για το πολυήμερο, θα είναι καλύτερα, δεν θα είναι;
Ε, ναι, λοιπόν, δεν πάνε από ‘δω και τα συρτάρια, εγώ πήρα το βάφτισμα του πυρός στα πολυήμερα. Καταρχάς, πολυήμερο, εμείς οι ξεναγοί, λέμε όταν συνοδεύεις ένα γκρουπ για πάνω από μία ημέρα και του λες τα πάντα (ή σχεδόν τα πάντα) για όποιο μέρος επισκέπτεστε. Επίσης, στα πολυήμερα, μόνο που δεν κοιμάσαι μαζί με το γκρουπ. Όλα τα άλλα τα κάνεις μαζί με το γκρουπ.
Εγώ, ως συνήθως, ήμουν τυχερή, διότι μου έτυχε σχολείο και μάλιστα δημοτικό, όπου, όπως αντιλαμβάνεστε, τα πιτσιρίκια ήταν μαζεμένα στη γαλαρία και καμία διάθεση δεν είχαν να ακούσουν για τίποτε. Οι συνοδεύουσες μαμάδες επίσης ήταν μαζεμένες στη μέση του λεωφορείου και επίσης δεν άκουγαν τίποτα. Κάποια στιγμή, μάλιστα, μία από αυτές είχε ανοίξει ένα βαλιτσάκι-πάγκο κοσμημάτων και πουλούσε αυτά τα ελεεινά πλαστικά δαχτυλίδια που είναι της μοδός, τα ξέρετε; Εγώ έκανα διάλεξη για τον κρόκο Κοζάνης (α, εξαιρετικό μπαχάρι, σου λέει, ο κρόκος Κοζάνης, παγκοσμίως ονομαστό και με ωραίο κίτρινο χρώμα, άλλη φορά θα σας πω για τον κρόκο) κι αυτές αγόραζαν βραχιόλια και δως του να κακαρίζουν ασταμάτητα. Ο οδηγός μου με κοιτούσε με συμπόνια (ή με λοβοτομή, δεν το έχω διευκρινίσει ακόμα) και κουνούσε το κεφάλι με κατανόηση (ή ίσως να κουνιόταν από μόνο του, σαν αυτά τα σκυλάκια που βάζεις στο αυτοκίνητο). Ως εκ τούτου, μου είχαν απομείνει ως ακροατές οι δάσκαλοι, που κατά κανόνα σου την πέφτουν κι αν είσαι τυχερή, σου τυχαίνει και κάνας ωραίος, κάτι που στην περίπτωσή μας δε συνέβη, οπότε την πάτησα και μου έμεινε το πέσιμο.
Εν πάση περιπτώσει, εγώ συνέχιζα τις διαλέξεις μου, οι οποίες τελικά δεν ήταν και τόσες πολλές ώστε να καλύψουν τις 2,5 ώρες διαδρομή ως τα Γιάννενα, αλλά αυτό κάνουμε ότι δε συνέβη και προχωράμε με το κεφάλι ψηλά και σα να ξέρουμε ακριβώς που πηγαίνουμε, κάτι πολύ σημαντικό για τον ξεναγό: πρέπει πάντα να δείχνει ότι ξέρει που πάει κι ας μην έχει ιδέα. Κάποτε, φτάνουμε στο Πέραμα Ιωαννίνων, όπου έχει ένα πολύ ωραίο σπήλαιο με σταλακτίτες και σταλαγμίτες και όλα τα άλλα που έχει ένα σπήλαιο. Τα παιδιά έβγαζαν κρυφά φωτογραφίες και ούρλιαζαν κι οι μαμάδες ανησυχούσαν διότι η υγρασία του σπηλαίου θα τους χαλούσε το μαλλί και είχαν πάει και στο κομμωτήριο (τώρα, πας στο κομμωτήριο για να συνοδέψεις το παιδί σου στην τριήμερη εκδρομή του σχολείου; O tempora o mores).
Μετά το σπήλαιο, που ευχήθηκα να ‘βγαινε κάνας δεινόσαυρος και να φάει τις μαμάδες, πήγαμε στα Γιάννενα και στο νησί της λίμνης, όπου μετά από τις θερμές ικεσίες μου, τα παιδιά το βουλώσανε για 5 λεπτά και τους είπα την ιστορία της κυρά-Φροσύνης. Μετά, άρχισαν πάλι να ουρλιάζουν και μια ηλίθια μαμά, μια νευρικιά νεανίζουσα, τα έβαζε να αγκαλιάσουν έναν πλάτανο για «να δούμε πόσα παιδάκια χρειάζονται να αγκαλιάσουν αυτόν τον πλάτανο». (Εγώ μιλούσα κατά τη διάρκεια του πλατάνου, έτσι;)
Την επόμενη μέρα πήγαμε στη Δωδώνη, όπου δε χρειάζεται να σας πω πόσα κρύα αστεία περί παγωτών άκουσα από τον πέφτοντα δάσκαλο-κάμερα μαν κι όπου παραδόξως τα βλαμμένα με άκουσαν για μισή ώρα περίπου-ρεκόρ. Μετά, είχαμε να πάμε στο Νεκρομαντείο, που είναι αυτό που λέει η λέξη, αλλά τα παιδάκια ήταν πεπεισμένα ότι θα πηγαίναμε στο νεκροτομείο και δεν ήθελαν με τίποτα να πάμε. Με τα πολλά τα έπεισα και είπαμε κι όλες τις ιστορίες για τους αρχαίους ιερείς που έπειθαν τους επισκέπτες ότι συνομιλούν με τους νεκρούς κι όλα αυτά, ώσπου ένα παιδάκι κάνει την ερώτηση κλειδί: «κυρία, οι νεκροί αυτοί ήταν έλληνες;». Τι να απαντήσω η ξεναγός; Αμερικάνοι, του λέω, παιδί μου, ήταν, και με κοίταζε αποσβολωμένο.
Ευτυχώς που μαζί μου ήταν η συνάδελφός μου η Ράνια και τα βράδια ανταλλάσσαμε εντυπώσεις και σημειώσεις για να βεβαιωθούμε ότι θα πούμε εντελώς τα ίδια. Η Ράνια, βέβαια, έλεγε περισσότερα, διότι είχε τον αυστηρό κύριο Ηλία στο λεωφορείο της και παιδιά-μαμάδες ήταν σούζα. Ο δε κύριος Ηλίας ήταν εντελώς ανόητος και ήθελε να επισκεφτούμε και το παραμικρό σπιτομάζωμα που πετυχαίναμε στο δρόμο μας, με αποτέλεσμα να πάμε σχεδόν με το ζόρι σε ένα Ζαγοροχώρι που βγάζει ωραίες τυρόπιτες και παραλίγο να αφήσουμε εκεί δύο μαμάδες που είχαν παραγγείλει τυρόπιτα και η θεια την έστρωνε εκείνη την ώρα. Έλεος.
Όταν μαζέψαμε τυρόπιτες και μαμάδες, πήγαμε στο γεφύρι της Κόνιτσας κι εγώ μπερδεύτηκα και τους κατέβασα από άλλο δρόμο, που δεν ήταν δρόμος παρά κατσικόδρομος, αλλά το έπαιξα και καλά περιπέτεια κι έτσι ενθουσιάστηκαν όλοι, εκτός από μια ξανθιά ασπροντυμένη μαμά, την οποία κόντεψα να πετάξω κάτω από το γεφύρι, διότι μου είχε σπάσει τα νεύρα, τα ήθελε όλα στο χέρι κι είχε απαίτηση να της πούμε που έχει κρεπατζίδικο στη μέση του πουθενά, γιατί δεν ήθελε να φάει σε ταβέρνα.
Την τελευταία μέρα του ταξιδιού γελάσαμε πολύ με τη Ράνια, γιατί ένας από τους συνδαιτυμόνες μας θεώρησε σωστό, την ώρα που τεμαχίζαμε το απαραίτητο μπιφτέκι, να μας περιγράψει πως βρήκε πεθαμένο και παγωμένο τον πατέρα του πάνω στην πολυθρόνα. Μας έκανε και την έκφραση που είχε ο νεκρός. Η Ράνια δεν άντεξε κι έκανε ότι μιλάει στο κινητό, εγώ όμως άκουσα ολόκληρη την ανατριχιαστική ιστορία ενώ έτρωγα το μπιφτέκι μου. Μετά από αυτό, πήραμε τον δρόμο του γυρισμού κι εγώ, επειδή είχα βαρεθεί να ψάχνω ποια βουνά περνάμε, πήγα στη γαλαρία κι έπαιζα παντομίμα με τα παιδάκια, ώσπου φτάσαμε.
Πάντως, εγώ πέρασα πολύ ωραία, έκανα μερικά λάθη, έκανα και μερικά σωστά, αλλά πάνω απ’ όλα, κατάλαβα για άλλη μια φορά πόσο λατρεύω αυτή τη δουλειά και πόσο ευτυχής είμαι που μπορώ να την κάνω και ότι ζούμε στην πιο ωραία χώρα του κόσμου. Πάω τώρα να πλύνω τα συρτάρια, για να προσγειωθώ λιγάκι.