Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

Φυσικά, μπουμπού μου, η φάση είναι κομπλέ.



Εδώ, εδώ, δεν έφυγα ακόμα, κάνω λίγο διακοπές, βγαίνω έξω με τις φίλες μου και παίζω με το καινούργιο μου κινητό. Που λέτε, οι γλυκούληδες οι οδηγοί μου μού πήρανε όλοι μαζί δώρο ένα κινητό, ξέρετε, android και δε συμμαζεύεται, να μια γκουμούτσα, απλά τέλειο. Χαλάλι τα μπουρμπούρια που μοιράζομαι και οι ελληνικούρες που ακούω, πολύ με συγκινήσανε, εδώ στο νησί δε, αυτό δεν έχει ξαναγίνει, είναι πρωτάκουστο, άκου οι οδηγοί δώρο στην ξεναγό.
Τεσπάν, να ‘ναι καλά τα γλυκούλια μου, είμαι εγώ εδώ τώρα και παλεύω με το smartphone ή όπως αλλιώς το λένε, που να ‘σασταν από μια μεριά να με βλέπατε. Καταρχάς, ανακαλύπτω έναν ολόκληρο κόσμο, ξέρατε εσείς ότι δε χωράνε οι κάρτες sim σ’ αυτά τα κινητά και πρέπει, λέει, να πας να την κόψεις; Άσε που για να πάρω τηλέφωνο την πρώτη φορά έκανα περίπου μισή ώρα. Την επόμενη μέρα με πήρε η Ιωάννα κι εκτός του ότι δεν έβλεπα πουθενά το γνωστό πράσινο τηλεφωνάκι για να το σηκώσω (άλλη μισή ώρα) οι επαφές δε βγαίνουν ολόκληρες με αποτέλεσμα να βλέπω μόνο ένα Ι. Ακόμα γελάω. Το καταφέρνω όμως, αν και νομίζω ότι χρειάζομαι τη βοήθεια ενός 10χρονου.
Όταν δεν παίζω με το κινητό μου, κάνω βόλτες και τρώω. Μιλάμε αυτή η τελευταία βδομάδα στο νησί είναι μαραθώνιος φαγητού. Φεύγουν όλοι, ένας ένας και σιγά σιγα, κι ο καλύτερος τρόπος να αποχαιρετήσεις κάποιον είναι να φας μαζί του, γνωστό αυτό από αρχαιοτάτων χρόνων. Εγώ με αυτούς τους αποχαιρετισμούς στενοχωριέμαι καμιά φορά, αλλά, όπως λέει κι η Ευγενία, η ζωή μας αλλιώς θα ήταν μια επίπεδη γραμμή, κι επίσης μάλλον πρέπει πια να το συνηθίσω.
Χτες, μετά από άλλο ένα φαγητό, περπατήσαμε σε ένα δρομάκι πάνω στην καλντέρα και κατεβήκαμε σε ένα μικρούλι εκκλησάκι, σκαμμένο στο βράχο, με μπλε πόρτα και κόκκινα βράχια γύρω γύρω και τη Θηρασία απέναντι και τον ήλιο να βουτάει κι ήταν ένα θαύμα. 
Δεν περιμένεις ότι υπάρχουν αυτά τα μέρη στη Σαντορίνη, χωρίς Κινέζους, χωρίς ξαπλώστρες, χωρίς γουρούνες και χωρίς αυτή την αφόρητη φασαρία. Ησυχία, φίλοι μου, άκουγα τα βήματά μου, ξέρετε πόσο καιρό είχα να το πάθω αυτό στη Σαντορίνη; Είδαμε ένα απαλό ηλιοβασίλεμα ( η Ευγενία έλεγε «τι κάνεις, ρε ήλιε, τι κάνεις, είσαι σοβαρός;» κι εγώ γελούσα) και μετά ανηφορίσαμε ελαφρώς αγχωμένες διότι είχαμε παρατήσει μπουφάδες (κατά τη σαντορινιά ντοπιολαλιά) και τσάντες κάπου στη μέση του έρημου μονοπατιού και φοβόμασταν μήπως τα είχε κλέψει κάποιος, κάποια σαύρα, ας πούμε.
Λίγες μέρες ακόμα μου μείνανε στο νησί για φέτος και λέω να κάνω διακοπές πριν μπω στο καραβάκι και ανοιχτώ στα άγνωστα πελάγη της ζωής μου, προσπαθώντας να μάθω να ζω με τον ηφαιστειακό μύδρο που εξαπελύθη στην κεφάλα μου. Ευτυχώς, υπάρχετε πάντα όλοι οι αγαπημένοι μου άνθρωποι, που σας αγαπώ όλους και μου λείπετε, γνωστό αυτό, να μην επαναλαμβανόμαστε. Την επόμενη φορά θα σας γράψω από το εγ/ογ Πρέβελης.

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014

Καλημέρα, κι αν δε σας ξαναδώ, καλησπέρα και καληνύχτα.



Ξανάρθα!
Λοιπόν, καταρχάς, η τραγωδία μας συνεχίζεται, εκεί που είπαμε θα φύγουμε από τη βραχονησίδα, να δούμε κάνα δέντρο, που ’χει μαυρίσει το μάτι μας, πάρε άλλη μια βδομάδα δουλειά, να γουστάρεις, διότι οι Γάλλοι δεν έχουν τελειωμό και γενικώς οι τουρίστες δεν έχουν τελειωμό, ρε, θα χιονίσει, ρε, θα ‘ρθει ο Αη Βασίλης κι εμείς ακόμα «the most beautiful island of the world».
Επίσης, έχω εδώ έναν γείτονα πολύ καψουρεμένο, μιλάμε, το παιδί έχει πάθει μεγάλη ζημιά, νυχθημερόν ακούμε όταν έχω εσένα και να ‘ξερες τι δύναμη μου δίνει η δύναμή σου, αυτό που με κυνηγάνε οι καψουρεμένοι γείτονες, μήπως να το προσέξω: θα ξεχάσω την Κέρκυρα, που ο απέναντι άκουγε περίπου 14 φορές κάθε απόγευμα επί 2 μήνες εκείνο το σιχαμένο «Κοίτα τι έκανες»;
Τώρα που θυμήθηκα την Κέρκυρα, θυμήθηκα και που πήγαινα σε διάφορες εκδηλώσεις εκεί, διότι στην Κέρκυρα ήμουν και μία προσωπικότητα του νησιού, κοτζαμάν αρχαιολόγος στο Μουσείο Ασιατικής Τέχνης, εδώ είμαι ένα τίποτα, μια ταπεινή και καταφρονεμένη ξεναγίδα, που λεν κι οι οδηγοί, κι ούτε καν από τις καλές. Αλλά, πήγα, ωστόσο, σε μια ημερίδα κι εδώ χτες, όπου βέβαια, μέχρι να πάμε στην ημερίδα είχε πάει 8 η ώρα κι είχε γίνει νυχτερίδα, όπως πολύ πετυχημένα παρατήρησε κι η φίλη Θεοδώρα. Η ημερίδα είχε ως θέμα και στόχο τη στήριξη του αρχαιολογικού χώρου του Ακρωτηρίου, που, ομολογουμένως, είναι ένας χώρος που χρειάζεται στήριξη, διότι, είναι παρατημένος στο έλεος του Θεού, του φαντάσματος του Μαρινάτου και των ξεναγών. Γινόταν, το λοιπό, και μία κλήρωση στην ημερίδα, με πλούσια δώρα, και περάσαμε μία εβδομάδα πουλώντας (αναμετάξυ μας, μη φανταστείτε) λαχνούς. Αφού πουλήσαμε και τους τελευταίους λαχνούς, πήγαμε στην ημερίδα, ακούσαμε την ομιλία του κυρίου Ντούμα, εγώ κοπάνησα το κεφάλι μου σε ένα τοιχάκι από πάνω μου κι έγινα ρεζίλι σε κάτι συντηρητές που καθόντουσαν δίπλα μας και μετά πήγαμε να φάμε σουβλάκια γιατί μας είπανε ότι τα έσοδα από τα σουβλάκια θα πηγαίνανε κατευθείαν στη στήριξη του Ακρωτηρίου. Εκεί που τρώγαμε τα σουβλάκια, εγώ παρατήρησα κάτι αναρχοαυτόνομους και πρώτον σκιάχτηκα, διότι ήμαρτον, Παναγία μου, και στη Σαντορίνη αναρχοαυτόνομοι, και δεύτερον ξεράθηκα στα γέλια, διότι σκέφτηκα τι τραγωδία να είσαι αναρχοαυτόνομος και να σε ρίξει η μοίρα σου στη Σαντορίνη. Τουλάχιστον στην Κέρκυρα είχε κάτι κορφοβούνια και κάτι παραλίες, πηγαίνανε, είχε και κάτι καφενεία, κάτι καταγώγια, καμιά πλατεία με γρασίδια, κάτι γινότανε, εδώ που είναι όλα στην τρίχα, όχι καφενείο, ούτε καρέκλα ξύλινη δε βρίσκεις, τι διάτανο κάνουνε οι αναρχοαυτόνομοι; Πάνε στις ημερίδες για το Ακρωτήρι, είναι η απάντηση. Όσο για την κλήρωση, εγώ δεν κέρδισα τίποτε, η Ευγενία κέρδισε 3 λιθογραφίες, που αναρωτιόμαστε γιατί τις λένε λιθογραφίες, αφού είναι ζωγραφιές και διάφοροι άλλοι κερδίσανε κυρίως παντόφλες cocomat.
Μετά, ξύπνησα να πάω στη δουλειά κι ήταν πάλι καλοκαίρι, εδώ ζούμε στη χώρα του Ποτέ Ποτέ, να το ξέρετε, καμιά φορά νιώθω πως δεν είναι εδώ η πραγματική ζωή, ζούμε σε ταινία, να μου το θυμηθείτε, μια μέρα θα το καταλάβουμε, όπως το κατάλαβε κι ο Τζιμ Κάρεϊ στο Τρούμαν Σόου.
Σας αγαπώ και μου λείπετε όλοι, εσείς και τα μωρά σας, τώρα ακόμα πιο πολύ.

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

Η ζωή συνεχίζεται πάντα και πάντα μου προκαλεί απορίες, που έλεγε κι εκείνος ο άλλος, φίλε μου.



Ε, λοιπόν, όχι, ρε φίλε, εδώ, ακόμα προσπαθώ και για το πείσμα σας, γουρούνια, θα αντέχω.
Διάβασα την προηγούμενη βδομάδα ένα άρθρο στο protagon, που κατά τα άλλα ήταν μια βλακεία, αλλά τελείωνε με μια ωραία κατακλείδα (να μια κατακλείδα σαν το κεφάλι μου) που, να πάρει, δε θυμάμαι ακριβώς τι έλεγε, έφαγα τον τόπο να ξαναβρώ το άρθρο, αλλά δεν το βρίσκω. Τελοσπάντων, η κατακλείδα ήτανε πως με το διάβασμα και τη γραφή πολεμάμε τους δαίμονες και το παράπονό μας, εντάξει, αυτός εκεί το έλεγε πιο γλυκά, αλλά αυτό ήτανε το ρεζουμέ. Λοιπόν, κι εγώ με το διάβασμα και τη γραφή θα πολεμήσω τον ηφαιστειακό μύδρο του 1620 π. Χ. που εξαπελύθη στην κεφάλα μου. Και με τα τραγούδια, θα προσθέσω. Η Ευγενία θα με κοροϊδεύει, αλλά άκουσα τώρα το πρωί το Άστρο του πρωινού από το Θανάση κι έτσι κάθισα στο πιάνο μου, να φτιάξω πάλι την αρχαία συνταγή, μ’ ένα τραγούδι να γλυκάνω την ψυχή.
Όσο για το διάβασμα, κατέφυγα, με μυαλό και σκέψη πληγωμένα από τις ανοησίες που πέσανε στα χέρια μου τον τελευταίο καιρό, στο Στίβεν: εγγύηση. Διαβάζω, το λοιπό, Το Κοράκι, The stand αγγλιστί, που σύντομα, μαθαίνω, θα γίνει και ταινία, με τον Μάθιου Μακ Κόναχι να παίζει τον κακό κι είναι ιδανικός κι ήθελα να το ξαναθυμηθώ, γιατί, όπως μου συμβαίνει συνήθως, την πρώτη φορά που το διάβασα αυτό το βιβλίο, ήταν μια πυρετική εβδομάδα, χαμένη στις σελίδες κι απλά το ρούφηξα δίχως να συγκρατήσω και πολλά.
Πριν από αυτό, διάβασα και την Ελευθερία του Τζόναθαν  Φράνζεν. Πολύ ωραίο βιβλίο, αλλά λυπητερό και επικίνδυνα ανάλογο με την πραγματικότητα.
Όταν δε διαβάζω, πηγαίνω στη δουλειά, όπου συνεχίζει να γίνεται της τρελής: Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι, όλοι μαζί στο ίδιο μαγαζί, αλλά έχουν πλάκα κι αυτή την εποχή έρχονται και λίγο πιο classy άνθρωποι. Χτες, ένας στο Ακρωτήρι, εκεί που τους βλέπουμε κάτι τραπέζια προϊστορικά και τους ρωτώ εγώ τι είναι αυτό και μαντεύουν και χαίρονται, ένας μου είπε ότι είναι φέρετρα. Παναγία μου.
Επίσης, ανεβαίνω καμιά φορά στην καλντέρα να δω sunset με τα Κινεζάκια, μιλάω εκεί με την Τάνια και τη Θεοδώρα, τρώμε πότε πότε κάνα φαγητάκι, γελάμε με την Ευγενία και το διεθνισμό της, προχτές βγήκαμε με συναδέλφους (Παναγία μου δις) και γυρίσαμε η ώρα 4.30 το πρωί, αφότου επισκεφτήκαμε όποιο παρακμιακό και τελειωμένο σκυλάδικο υπάρχει στο νησί-το έζησα κι αυτό, τραγωδία, Σαντορίνη, σου λέει μετά, επίπεδο, πολιτισμός και κορυφαίος προορισμός, ο Θεός να σε φυλάει.
Βέβαια, πριν από αυτό, πήγαμε και να αποχαιρετήσουμε το Θανάση, που είναι από τους πιο αγαπημένους μου φίλους εδώ στη βραχονησίδα (ναι, ξέρω, παντού υπάρχει ένας τέτοιος) και τώρα έφυγε, έχει κι αυτός ένα διεθνές ζήτημα να λύσει, και πως θα την παλέψουμε μια βδομάδα δίχως αυτόν; Κάποτε, θα σας μιλήσω για το Θανάση.
Τι άλλο; Τίποτε, μετράμε μέρες, 10 και σήμερα. Πάω να ντυθώ, ήθελα να πλύνω και τα πιάτα, με φάγανε οι γραφές και τα διαβάσματα. Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε.

Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2014

Μάλλον οι απορίες τελείωσαν. Όλα τα καλά, άλλωστε, τελειώνουν.



Σε ένα βιβλίο του ο Λένος Χρηστίδης (τον ξέρετε; Όχι; Να τον μάθετε πάραυτα) περιέγραφε ένα μελλοντικό κόσμο, όπου όλοι είχανε εμφυτευμένο ένα τσιπάκι στον εγκέφαλο, το οποίο, με το που ξυπνούσες, διοχέτευε αυτομάτως στον εγκέφαλό σου και στις ακουστικές σου οδούς όλα τα νέα κι όλες τις πληροφορίες της ημέρας, σα μια καταιγίδα από πληροφορίες, ένα ασταμάτητο βουητό. Καμιά φορά, ξυπνάω και νιώθω κι εγώ έτσι, περιμένω να συνειδητοποιήσω εκ νέου ολόκληρο τον κόσμο και τότε μία είδηση χτυπάει το συνειδητό μου σαν ηφαιστειακός μύδρος από το 1620 π.Χ. και δε μένει εκεί, παρά κατεβαίνει στο λαιμό μου και κάθεται όλη μέρα εκεί, ένας σκληρός κόμπος, ένα ψίχουλο θλίψης που δεν κατεβαίνει με τίποτα παρακάτω.
Ξυπνάω και σηκώνομαι, συνεχίζω κανονικά, έχω ξεκινήσει κι ένα πρόγραμμα γυμναστικής 90 ημερών, πάω στις ξεναγήσεις μου, γκρινιάζουμε όλοι μαζί και περιμένω να φύγω από αυτό το μέρος του κόσμου επιτέλους. Αλλά, ο κόμπος εκεί.
Κατά τα άλλα, δεν έχω και πολλά να σας πω, όχι μόνο εγώ, όλοι μαζί περιμένουμε να φύγουνε, να πάνε αλλού, εδώ χειμώνιασε, κοντεύει να χιονίσει, δεν έχουνε σπίτια αυτοί οι άνθρωποι;
Ομολογώ πως δεν ξέρω αν έχω το ψυχικό σθένος να συνεχίσω να γράφω στο ιστολόγιο, ειλικρινά θα προσπαθήσω, αλλά δεν υπόσχομαι. Και μένα θα μου λείψετε. Και σας αγαπώ όλους.