Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

Περεστρόικα.



Καλά, η τεμπελιά του ανθρώπου δεν έχει όρια. Πίνω καφέ και τρώω ψωμί με τη μαρμελάδα της θείας της Βίβιαν, αντί να διαβάσω, να καθαρίσω ή έστω να πλύνω τα πιάτα ή να κάνω μπάνιο-όχι, τρώω μαρμελάδα.  Παράλληλα, χαζεύω στα craftosites μου και σκέφτομαι ότι έχω μαζέψει τόσα crafts to do, που πρέπει να μην ξανανοίξω το κραφτγκαουκερ (μια εξαιρετική σελίδα για χειροτεχνίες, τη συνιστώ ανεπιφύλακτα σε όλους τους κραφτερς αναγνώστες, αν και φαντάζομαι πως θα την ξέρετε ήδη) για κάνα δίμηνο μπας και προλάβω να τα φτιάξω όλα αυτά. Δεν υπάρχει, βέβαια, περίπτωση, διότι δεν υπάρχει χρόνος ούτε για φτύσιμο, όχι για χειροτεχνίες. Αλλά που θα πάει, θα έρθει μια στιγμή και για μένα στη ζωή μου που θα μπορώ ανεμπόδιστα να αφοσιωθώ στη χειροτεχνία και τη ραπτομηχανή μου, η οποία έχει κλειδωθεί προς το παρόν σε ένα ντουλάπι όπου την καταπίνει το σκοτάδι της αχρησίας και της ανυπαρξίας, διότι το δωμάτιο που έραβα έχει μεταβληθεί σε γιαπί.
Επειδή εμείς το έχουμε χούι, κάθε φορά που χειμωνιάζει και πιάνει ο μαύρος ψόφος (αναρωτιέμαι καμιά φορά, αν υπήρχε έστω κι ένας έρμος αλλοδαπός που μαθαίνει ελληνικά και διαβάζει ελληνικά ιστολόγια για να συνηθίσει τη γλώσσα, όπως κάνω εγώ με τα αγγλικά και τα γαλλικά και τα bloody ρώσικα, κι έπεφτε ο προαναφερθείς έρμος στο δικό μου και διάβαζε για το μαύρο ψόφο, πχ, τι γνώμη θα σχημάτιζε για τα ελληνικά; ‘Η για μένα; Επίσης, έχω να πω ότι βρήκα κι ένα φιλανδικό ιστολόγιο για χειροτεχνίες, πολύ ωραίο, μήπως να μάθω φιλανδικά; Φαίνονται γοητευτικά.), να ξεκινάμε οικοδομικές εργασίες στο σπίτι, αποφασίσαμε πως τώρα είναι η πιο κατάλληλη στιγμή να αλλάξουμε κουφώματα. Αλλά επειδή θέλουμε στη θέση ενός από τα κουφώματα να χτίσουμε έναν τοίχο, έπρεπε να βγάλουμε τα παλιά κουφώματα και να χτίσουμε τον τοίχο πριν έρθουν να πάρουν τα μέτρα για τα καινούργια κουφώματα. Αυτή η ενέργεια είχε σαν αποτέλεσμα να έχουμε στον τοίχο μια τρύπα σε σχήμα μπαλκονόπορτας ακριβώς δίπλα σε μία άλλη σε σχήμα παράθυρου. Αυτός ο τοίχος είναι της κουζίνας, η οποία ευτυχώς απομονώνεται από το υπόλοιπο σπίτι με δύο πόρτες, οπότε δεν κοιμόμαστε μέσα στην παγωνιά. Φτιάχνουμε καφέ, όμως, μέσα στην παγωνιά-με παλτό και κασκόλ. Αφού, για να πιούμε νερό, περιμένουμε, περιμένουμε μέχρι να κορακιάσουμε, γιατί πρέπει να ντυθούμε πλήρως για να πάμε στην κουζίνα και βαριόμαστε. Προχτές, ο Γιάννης ήθελε να φτιάξει κρέπες και φόρεσε τις πυτζάμες του, 2 ρόμπες κι ένα μαύρο γούνινο καπέλο του ρώσου, το οποίο στην πραγματικότητα προορίζεται για την αδελφή μου (να τη δω να φοράει το καπέλο του κοζάκου και να βγάζει βόλτα τα μωρά στη Λαμία και τι στον κόσμο-δεν είναι και πρώτο μπόι το αδέλφι, με το καπέλο θα είναι σα βελανίδι πρώιμο, απ' αυτά με τις τρίχες), και μπήκε στην κουζίνα να φτιάξει τις κρέπες. Έχει και κάτι μούσια σαν του Σουλεϊμάν τα οποία ενοποιούνται με το καπέλο, αντιλαμβάνεστε. Όταν ήρθε ο Παύλος και τον είδε, κόντεψε να μείνει στον τόπο από τα γέλια. Να, κάτι τέτοια γίνονται και μας παρεξηγεί ο κόσμος ότι είμαστε περίεργοι, ο κόσμος, ποιος κόσμος, ο Παύλος δηλαδή, και λέει ότι γι’ αυτό μας θυμούνται όλοι ενώ εμείς δε θυμόμαστε κανέναν. Διότι, λέει ο Παύλος, που είναι σαν τη Ράνια, έχει μια θεωρία για όλα, το τσίρκο δε θυμάται ποιος ήρθε να το δει, ενώ όλοι θυμούνται που πήγαν να δουν το τσίρκο. Αντιπαρέρχομαι.
Χτίζει, λοιπόν, ο Γιαννάκης κι εγώ κάνω τον επιστάτη, με τα χέρια πίσω από την πλάτη, κι όταν κάνω διάλειμμα από τη σκληρή δουλειά διαβάζω γαλλικά ή ρώσικα. Έχω μπερδευτεί εντελώς. Ανοίγω το στόμα μου και δεν ξέρω τι θα βγει από μέσα, γαλλικό θα είναι, ρώσικο, ελληνικό, ποιος ξέρει; Πάω στη γαλλίδα, της λέω χαρασό, πάω στη ρωσίδα, της λέω νουζ αβόν. Και καλά η γαλλίδα, είναι άνετη, χαίρεται, της λέω εκεί και δυο λέξεις στα ρώσικα και γελάμε, η ρωσίδα; Που είναι αυστηρή και μετενσάρκωση του Στάλιν; Μιλάει μόνο στα ρώσικα κι ό,τι κατάλαβες, κατάλαβες.  Θεέ μου, τι άλλο πρέπει να κάνω για να δουλέψω; Πόσο χαμηλά θα πέσω ακόμα;
Κάθε μέρα, πριν βάλω το μέικ απ μου, ο Γιάννης με ρωτάει αν θα τα καταφέρουμε κι εγώ τι να του απαντήσω; Λέω, ναι, θα τα καταφέρουμε, αγάπη μου, δεν πας τώρα να σοβατίσεις μπας και κλείσει η τρύπα στον τοίχο και γλιτώσουμε τη διπλή περιπνευμονία; Κι εγώ κάθομαι, κυρία, στο ψηλό σκαμπό μου και γράφω τα καλλιγραφικά μου ρώσικα, που ανάθεμα κι αν θα τα καταλάβει ποτέ ρώσος, διαβάζω το «Άλμπατρος» για 8η φορά και τρώω μαρμελάδα, κι αναρωτιέμαι αν θα τα καταφέρουμε. Σας φιλώ κι αν ποτέ θελήσετε να ανακαινίσετε το σπίτι σας, μην πάτε και δώσετε τα λεφτά σας σε τίποτε άχρηστα μαστόρια, εδώ είμαστε, ολοκληρωμένες υπηρεσίες: ιντέριορ ντιζάιν, γυψοσανίδες, ψευδοροφές, σοβατίσματα, μερεμέτια, ελαιοχρωματισμοί και με μουσική υπόκρουση τάνγκο, όχι αστεία.

(Περεστρόικα στα ρώσικα σημαίνει ανακατασκευή, ξαναχτίσιμο. Στα ελληνικά σημαίνει πολλά άλλα που δεν είναι της παρούσης.)

Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2013

Πως να ξεκινήσετε τη χρονιά σας.



Καλή χρονιά. Καλή, ήρεμη, απλή, τρυφερή, μυρωδάτη, νόστιμη, πλούσια χρονιά. Αλλά, πάνω απ’ όλα, αστεία χρονιά. Το 2013 είναι η χρονιά του φιδιού κι οι Κινέζοι λένε πως μια τέτοια χρονιά, όλα μπορούν να συμβούν, και είναι γνωστό από παλιά πως οι Κινέζοι ποτέ δε λένε κάτι δίχως να είναι σίγουροι γι’ αυτό. Οπότε, καλύτερα να είστε προετοιμασμένοι για όλα, ούτως ώστε το φίδι να μη σας καταλάβει εξαπίνης. Καλό είναι, γενικά, να μη σας καταλάβει κανείς, διότι τότε όλο και κάποια δουλειά θα σας βάλουν να κάνετε. Εν πάση περιπτώσει, καλή χρονιά, καλή τύχη κι ελπίζω να ακολουθήσατε τη συμβουλή μου για την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, αλλιώς εκείνα τα όλα που μπορεί να συμβούν, μάλλον θα συμβούν σε κάποιον άλλον.
Εμείς, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, μαγειρεύαμε. Λέτε να μαγειρεύουμε όλο το χρόνο; Δε θα με πείραζε. Πρώτα, φτιάξαμε μια βασιλόπιτα, που έκανε 3 ώρες να ψηθεί, κανείς δεν ξέρει γιατί, ούτε καν οι Κινέζοι. Επίσης, όλο το κονιάκ που βάλαμε έπεσε στη μία πλευρά, με αποτέλεσμα αν σου τύχαινε κομμάτι από εκείνη την πλευρά, μεθούσες. Όταν επιτέλους ψήθηκε η βασιλόπιτα και πασπάλισα όλο το σύμπαν με άχνη και κακάο για να φτιάξω το 2013, βάλαμε στο φούρνο ένα μπουτάκι από ένα γουρουνάκι που ο Γιάννης το είχε στουμπώσει στο σκόρδο, κακόμοιρο ζωντανό. Στο τέλος, ψήσαμε κι εκείνο το γλυκό που μου είχε αποτύχει εμένα τις προάλλες και τελικά μόνο ο κύριος Μάκης το έφαγε (και το τρώει ακόμα, απ’ ότι ξέρω). Μετά, όλα αυτά που μαγειρέψαμε, τα φάγαμε κι ο Γιάννης ξάπλωσε ανάσκελα στο πάτωμα και βογκούσε. Κόψαμε και τη μεθυσμένη βασιλόπιτα, τα γνωστά, του Χριστού, της Παναγίας, του Αι Βασίλη, του φτωχού, του ασανσέρ, του σπιτιού, του περιπτερά και πάει λέγοντας. Με το ζόρι έφτασαν για μας τα κομμάτια-περίεργα εθίματα. Εγώ έφαγα και του Αι Βασίλη το κομμάτι, διότι με νευρίασε κι άμα θέλει, ας έρθει να ζητήσει τα ρέστα.
Δεύτερη μέρα της χρονιάς, εγώ μόλις έχω ξυπνήσει και περιφέρομαι σα ζόμπι με ροζ ρόμπα. Ξαφνικά, κάποιος αρχίζει να βροντάει την πόρτα-να τη βροντάει όμως, με μπουνιές. Αγριεύτηκα. Ο Γιάννης ούτε βλέφαρο δεν κούνησε, μόνο μούγκρισε κάτω από το πάπλωμα «ρώτα ποιος είναι», αχ, έλα βρε παιδί μου, πως το σκέφτηκες; Εγώ έτοιμη ήμουν να ανοίξω και να κεράσω και μελομακάρονο. Ρωτάω, δεν απαντάει κανείς, μόνο άκουσα που ακούμπησε κάτι γυάλινο στο πάτωμα κι έφυγε. Τώρα, εγώ δεν ανησύχησα, διότι συχνά πυκνά έρχεται ο μπάρμπα-Γιάννης κι αφήνει βάζα από μέλι, οπότε θεώρησα πως ήταν αυτός. Το μεσημέρι, ανοίγω να δω τι μας άφησε και βρίσκω, στο Θεό σας, ένα μπουκάλι από κρασί γεμάτο όχι με κρασί, αυτά είναι συνηθισμένα πράματα και πότε μου έτυχαν εμένα συνηθισμένα πράματα; Ποτέ. Το μπουκάλι, που λέτε, είχε μέσα ούρα. 24ώρου κιόλας, όπως απεφάνθη ο Γιάννης. Προφανώς, κάποιος περιμένει ακόμα τα αποτελέσματα από την καλλιέργεια. Ή μας έκαναν μάγια. Τι να πω.
Τρίτη μέρα της χρονιάς, το σκηνικό επαναλαμβάνεται: ροζ ρόμπα, μπουνιές, ποιος είναι; Αυτή τη φορά ήταν κάποιος που «είχε ραντεβού με το γιατρό». Μπαίνει μέσα και πάει κατευθείαν δεξιά, διότι, όταν ήταν ιατρείο το σπίτι μας, το γραφείο ήταν δεξιά. Τώρα όμως δεξιά έχει μια ριγέ πόρτα κι έναν τοίχο εκεί που ήταν το γραφείο. Μα, τόσο ηλίθιοι είναι οι άνθρωποι; Κύριέ μου, δε βλέπετε ότι δεν είναι πια ιατρείο κι ότι έχει τοίχο εκεί που πάτε; Με το ζόρι τους κρατάω να μην κοπανήσουν. Δηλαδή, αν εμείς είχαμε ανοίξει εκεί μια τρύπα, έτσι μας τη βάρεσε, βρε αδερφέ, κι ανοίξαμε τρύπα, θα έπεφταν μέσα; Δεν κοιτάνε μπροστά τους; Ήμαρτον. Τελοσπάντων, μπαίνει ο κύριος κι έρχεται ο Γιάννης να συνεννοηθεί. Χαχα. Ο κύριος είναι θεόκουφος. Δεν υπάρχει καμία περίπτωση να συνεννοηθείς. Τι δουλειά κάνεις εσύ, παιδί μου, ρωτάει το Γιάννη, φτιάχνω κοσμήματα, απαντάει αυτός, τι φτιάχνεις, ξαναρωτάει ο κουφός κύριος, προβλήματα; Τι δουλειά είναι αυτή; Εγώ είχα γονατίσει δίπλα στο κρεβάτι, να μη φαίνομαι, και γελούσα. Έπειτα, μάθαμε πως ο κύριος είναι 92 ετών και έχει ένα κάμπινγκ(!). Οπωσδήποτε θα πάμε το καλοκαίρι, θα πέσει πολύ γέλιο. Μέχρι να έρθει ο γιατρός, λοιπόν, ο Γιάννης, διότι εγώ εξαφανίστηκα, όπως καταλαβαίνετε, προσπαθούσε να συνεννοηθεί με τον κουφό κύριο. Τελικά, παραιτήθηκε από την προσπάθεια και τον άφησε να μονολογεί για τον Τζένγκις Χαν και τον Αττίλα τον Ούνο-ναι, μη ρωτάτε καλύτερα.
Λοιπόν, έτσι, με τούτα και με κείνα, ξεκίνησε η χρονιά. Αναρωτιέμαι πως θα συνεχιστεί. Σας φιλώ και εύχομαι να διατηρείτε την ψυχραιμία σας πάντα.