Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2015

Το τραπέζι της κουζίνας.

Ήθελα να γράψω «έτσι είμαστε οι γυναίκες», αλλά θα θυμώσετε.
Έτσι είμαι εγώ, λοιπόν, τέτοια κάνω. Μαγειρεύω, φτιάχνω μελομακάρονα και κουλουράκια χριστουγεννιάτικα, ψωνίζω μικρά δωράκια σε σχήμα καρδιάς. Πλένω τα πιάτα, βάφω τα νύχια μου, ένα διαφορετικό, πάντα, το δάχτυλο με το δαχτυλίδι έχει άλλο χρώμα το νύχι, να ξεχωρίζει, λες και δεν είναι σημάδι ήδη, βαθύ, πικρό, κλαμένο, αυτό το δαχτυλίδι.
Και μετά, κάθομαι στο τραπέζι της κουζίνας, περιμένω να στεγνώσουν τα νύχια μου, διαβάζω, αυτά τα τραπέζια της κουζίνας, πόσα έχουν ακούσει, δει, υποφέρει, τα τραπέζια της κουζίνας να τα προσέχετε, είναι σημαντικά αντικείμενα, πάντα υπάρχει ένα τραπέζι της κουζίνας, να σε κρατήσει όταν πας να πέσεις, να χτυπήσεις το χέρι σου, να ακουμπήσεις τον πωπό σου όταν γελάς, να πετάξεις το κινητό όταν θυμώνεις, να ακουμπήσεις τον καφέ και τους αγκώνες, να σταυρώσεις τα χέρια όσο περιμένεις να στεγνώσουν τα νύχια σου.
Κάθομαι, που λέτε, στο τραπέζι της κουζίνας και περιμένω. Μου αρέσει να περιμένω. Έτσι, περιμένοντας, νιώθω καμιά φορά όλες τις γυναίκες όλων των εποχών όλου του κόσμου μέσα μου. Ξέρεις αν θα έρθει ή όχι, το ξέρεις, άσχετα που δεν το λες ποτέ στον εαυτό σου. Η αναμονή, όμως, έχει σημασία, μη τη βλέπετε βαρετή και ανούσια. Περιμένεις, στεγνώνουν τα νύχια, τα πιάτα στη σίτα, τα μάτια. Μου αρέσει να περιμένω. Το σπίτι, ήσυχο, καθαρό, τακτοποιημένο, το τραπέζι της κουζίνας γυαλισμένο, περιμένει μαζί μου υπομονετικό και καρτερικό, οι δρόμοι έξω σκοτεινοί και σιωπηλοί υποδέχονται τα βήματα, όταν έρχονται.
Γι’ αυτό ήθελα στην αρχή να γράψω «έτσι είμαστε οι γυναίκες». Γιατί πάντα, σε κάθε χώρα, σε κάθε ιστορία, σε κάθε επανάσταση, κάθε βράδυ, παντού, υπάρχει μια γυναίκα που περιμένει μέσα σε ένα σπίτι. Αυτή η αναμονή δεν είναι θλιβερή, είναι η ζωή η ίδια, κλείνει αντοχή και ανυπομονησία, είναι η ανάσα του κόσμου, μη σας πω το ροχαλητό του κόσμου. Περιμένεις, έτοιμη, γυναικεία, ζωντανή, στη μέση των πάντων. Περιμένω σα γυναίκα.
Μη μου πείτε ότι ποτέ δεν έχετε περιμένει έτσι, καθισμένη στο τραπέζι της κουζίνας.

Έτσι είμαστε οι γυναίκες.

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2015

Ο επιπλέων κόσμος.

Μάρτυς μου ο Θεός, προσπαθώ κάθε γαμημένη μέρα να γράψω. Excuse my language, αλλά δεν τα καταφέρνω. Πάντα κάτι γίνεται και δε γράφω ποτέ.
Αλλά, να, αυτή τη φορά, για άλλη μια φορά σ’ αυτή την, όχι, μωρέ, δε θα την πω άθλια, να την πω μάταιη, μπα, κι αυτό βαρύ είναι, θα την πω επιπλέουσα, σαν το floating world των Γιαπωνέζων αστών, σ’ αυτή λοιπόν τη ζωή που επιπλέει, γι’ άλλη μια φορά ένα βιβλίο ήρθε και βούλιαξε.
Βασικά, δεν ήταν ένα το βιβλίο, ήταν δύο, αλλά έτσι είναι με τα βιβλία: δε μπορείς να τα εμπιστευτείς ποτέ. Ή που θα είναι απλώς λέξεις τυπωμένες στο χαρτί ή που θα είναι καταιγισμός. Και ποτέ δεν είναι μόνο ένα. Ποτέ. Μην ακούτε που λένε, ένα βιβλίο μου άλλαξε τη ζωή και το αγαπημένο μου βιβλίο και τέτοια, τα βιβλία είναι σαν τις προτάσεις για έξω, ή δε θα υπάρχει κανένα ή θα υπάρχουν δύο τουλάχιστον.
Το ένα βιβλίο, φυσικά, αβίαστα και αβασάνιστα, ήταν ο Κάφκα, του Χαρούκι. Να με συμπαθάτε που αναφέρομαι στους συγγραφείς με τα μικρά τους ονόματα, αλλά δε μπορώ να το βοηθήσω (δεν ξέρω αν το πιάσατε, αν το πιάσατε, είστε φίλοι μου, αν όχι, σπεύστε να γίνετε), είναι σα να τους ξέρω. Το λοιπό, ο Κάφκα στην ακτή, θα κάνω εδώ ένα σπόιλερ, είναι ένας πίνακας. Που επιζεί, επιπλέει και ταξιδεύει στο χρόνο, παρασύροντας μαζί του τον ήρωα του βιβλίου. Βέβαια, να τα λέμε κι αυτά, σιγά μην υπάρχει σε βιβλίο του Χαρούκι μόνο ένας ήρωας, αλλά τελοσπάντων, χάριν ευκολίας, ας πούμε έτσι. Ο ήρωας είναι ο δεκαπενταετής Κάφκα Ταμούρα, που φεύγει από το σπίτι του για να αποφύγει την εκπλήρωση της προφητείας που του κοπανούσε ο πατέρας απ’ όταν ήταν μικρός (ο Κάφκα, όχι ο πατέρας): ότι θα σκοτώσει τον πατέρα του και θα κοιμηθεί με τη μητέρα του. Σας θυμίζει κάτι; Θα διαβάσετε πως το βιβλίο αποτελεί και καλά μια ερμηνεία του μύθου του Οιδίποδα. Δε συμφωνώ. Το βιβλίο μιλάει για την ενδυνάμωση και την ωρίμανση του Κάφκα και για το πως αφήνεις πίσω και συγχωρείς την οικογένειά σου. Για να το κάνεις αυτό, λέει ο Χαρούκι, πρέπει να ταξιδέψεις στο χρόνο. Ο Κάφκα το κάνει αυτό και πληρώνει το τίμημα, διότι όπως έχουμε όλοι πλειστάκις διαπιστώσει επιπλέοντας, τίποτα δεν είναι τζάμπα.
Το άλλο βιβλίο ήταν το 22/11/63, του Στίβεν Κινγκ, το οποίο επίσης περιγράφει, πιο εύληπτα, ας παραδεχτούμε, ένα ταξίδι στο χρόνο. Ένας θλιμμένος φιλόλογος (αυτό που υπάρχουν φιλόλογοι στην Αμερική, εμένα με ξεπερνάει, αλλά ας μη γίνομαι ελιτίστρια) ανακαλύπτει μια ρωγμή στο χρόνο, που οδηγεί στο 1958 και, για διάφορους λόγους, αποφασίζει να πάει εκεί και να μείνει μέχρι το 1963 και να εμποδίσει τη δολοφονία του Κένεντι. Στο παρελθόν, ωστόσο, στη Χώρα του Χτες, που λέει κι ο Στίβεν, όλα γίνονται όπως και στο παρόν και ο φιλόλογος ερωτεύεται τη Σέιντι. Δε θα σας πω τι γίνεται στο τέλος, πρέπει να το διαβάσετε, αλλά θα σας πω πως τα ταξίδια στο παρελθόν είναι όπως όλα τα άλλα ταξίδια. Συναρπαστικά, εύκολα και παντελώς αδύνατον να προβλέψεις τι θα σου κάνουνε στην ψυχή σου.
Σε περίπτωση που αναρωτιέστε πως διάτανο κατάφερα να συνδυάσω τον Στίβεν Κινγκ και το Χαρούκι Μουρακάμι και γιατί, θα σας πω, αυτή είμαι εγώ, διαβάζω όλα αυτά τα πράματα και μου καταστρέφουν το μυαλό. Και οι δύο μιλάνε για ταξίδια στο χρόνο. Με σκοπό να διορθώσεις κάτι. Και οι δύο καταλήγουν στο ότι αν το κάνεις αυτό, υπάρχει μεγάλο τίμημα.
Κι εγώ, δηλαδή, εκεί κατέληξα. Για σκέψου, να μπορούσες να πας πίσω στο χρόνο και να αλλάξεις κάτι, να κάνεις ή να μην κάνεις κάτι ή να εμποδίσεις ή να προτρέψεις, ή δεν ξέρω γω τι. Πόσες ιδέες σας έρχονται, ε; Και πόσο πιστεύετε πως θα βελτιώνατε τον κόσμο ή τη ζωή σας. Ναι, είναι πειρασμός μεγάλος. Αλλά, από την άλλη, έχετε ακούσει για το φαινόμενο της πεταλούδας, σωστά; Λοιπόν, τα βιβλία αυτά λένε πως ισχύει το φαινόμενο της πεταλούδας και πως αν αλλάξεις κάτι στο παρελθόν, έστω και κάτι μικρό, αλλάζεις κάτι πολύ μεγάλο στο παρόν σου, εν ολίγοις ζεις μια τελείως διαφορετική ζωή. Πολύ ενδιαφέρον, αλλά αντέχουμε στ’ αλήθεια μια τελείως διαφορετική ζωή; Και, διαφορετική προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο; Κι οι υπόλοιποι γύρω μας; Και, πως ξέρεις ότι αλλάζεις το σωστό πράμα;
Εγώ προσωπικά, συνεχίζω να επιπλέω στην πραγματικότητά μου, που δημιουργήθηκε εν μέρει από μένα, εν μέρει από σας, εν μέρει από το τζίμλα, την ακατανίκητη δύναμη του τυχαίου. 
Για άλλη μια φορά οι Ιάπωνες αποδεικνύονται σοφοί. Πρώτοι αυτοί μίλησαν για τον επιπλέοντα κόσμο, που τον έκρυψαν κάτω από την ερμηνεία της τρυφηλότητας, της καλοπέρασης και της ματαιότητας αλλά θαρρώ πως στην πραγματικότητα μιλούσαν για το αναπόδραστο της πορείας και το ακατανίκητο της συνέχειας και το γοητευτικό του δρόμου. Τραβάμε το κουπί μας, λοιπόν, επιπλέουμε στα ποτάμια των ζωών μας και αγναντεύουμε τις όχθες. Μην κοιτάτε πίσω, δε θα δείτε και πολλά, παρά την ομίχλη, κι αν γυρίσετε, με την ελπίδα πως θα πάρετε τη σωστή στροφή αυτή τη φορά, το πιθανότερο είναι πως θα χάσετε τελείως το δρόμο.
Ε, να, αυτά μου κάνουν τα βιβλία! Μη αναστρέψιμη βλάβη.
Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε, κι εσείς και τα μωρά σας.




Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015

Je ne sais plus ce que je suis.

Ξεκίνησα να μαθαίνω Γαλλικά όταν ήμουν στην Πέμπτη δημοτικού, κυρίως επειδή είχαν μάθει και οι αδερφές μου (γενικώς, πολλά από τα πράγματα που έκανα στη ζωή μου τα έκανα κυρίως γιατί τα είχαν κάνει και οι αδερφές μου πριν από εμένα, αλλά αυτό είναι ένα άλλο άρθρο). Τα αντιπαθούσα σφόδρα. Στην τάξη των Γαλλικών, όμως, στις αίθουσες του αξέχαστου Γαλλικού Ινστιτούτου Λαμίας, που όσο απίθανο κι αν σας φαίνεται, υπήρχε και ανθούσε, ω, ναι, εκείνα τα χρόνια η Λαμία ήταν μια άλλη πόλη, αλλά επίσης αυτό είναι ένα άλλο άρθρο, εκεί μέσα λοιπόν γνώρισα τη φίλη μου τη Μαρίνα, που έμελλε να γίνει από τους πιο αγαπημένους ανθρώπους μου επί γης, οπότε τις θυμάμαι με γλύκα. Επίσης, στα Γαλλικά χρωστάω τα περίτεχνα, εντελώς γερτά και ενοχλητικά καλλιγραφικά γράμματά μου, διότι μέρος του μαθήματος, μεγάλο κιόλας, αποτελούσε το να μάθουμε να γράφουμε τις καμπυλωτές και δαντελένιες ουρίτσες του Βίκτορος Ουγκό, σε εκείνα τα τετραγωνισμένα χαρτιά, που είχαν κόκκινες και μπλε γραμμές να διασταυρώνονται κι έπρεπε η ουρά του p να φτάνει σε συγκεκριμένο μήκος και το accent circonflexe να μπαίνει ανάμεσα σε συγκεκριμένες γραμμές και με συγκεκριμένη κλίση.
Αργότερα, παράτησα τα Γαλλικά, διότι ηράσθην το σαξόφωνο και ήρθε και η ώρα των Πανελληνίων και τα ανέσυρα από τη μνήμη μου χρόνια μετά, όταν πήγα στη Σαντορίνη για δουλειά. Περιέργως πως, ενώ πίστευα πως τα είχα πλήρως λησμονήσει, όταν ξεκίνησα τα μαθήματα για να πάρω την άδεια ξενάγησης στα Γαλλικά, αυτά ξεπηδούσαν από το στόμα μου αβίαστα. Έπειτα, έπεσα κατευθείαν στα βαθιά, ξεκίνησα να δουλεύω με τα Γαλλάκια μου και τους Γαλλοκαναδούς μου, δεύτερη μέρα στη Σαντορίνη και στο Ακρωτήρι κι εγώ έκανα δίγλωσσο, φριχτή εμπειρία, παρακαλούσα να εκραγεί το ηφαίστειο και να τελειώσει το μαρτύριό μου.
Σιγά σιγά, με σάλιο και υπομονη, ωστόσο, οι Γάλλοι άρχισαν να καταλαβαίνουν τι τους έλεγα κι εγώ άρχισα να καταλαβαίνω τους Γάλλους και να τους αγαπώ, κι ας λένε ότι θένε οι συνάδελφοι. Φυσικά, εγώ δουλεύω κυρίως με Γαλλοκαναδούς, που μικρή σχέση έχουν με τους Γαλλογάλλους, αλλά και πάλι κάποια επαφή με τους δεύτερους την έχω. Δεν είναι πάντα ευγενικοί, αλλά έχουν κατανόηση, εκτιμούν το χιούμορ και την προσπάθειά σου, γνωρίζουν την Ελλάδα και την ιστορία της και την αγαπούν πολύ. Εγώ προσωπικά με τα Γαλλάκια μου περνάω, τώρα πια, πολύ καλά, κάνουμε εκεί τα γλου γλου μας και διασκεδάζουμε, le crater du volcan και la ville prehistorique και δε συμμαζεύεται. Μέχρι και αστεία τους λέγω και τα καταλαβαίνουν και γελάνε, πάντα με εντυπωσιάζει αυτό!
Γιατί σας τα λέω όλα αυτά
Για να εξηγήσω, στον εαυτό μου κυρίως, γιατί έκλαιγα με λυγμούς όταν είδα τον Πύργο του Άιφελ σκοτεινό και γιατί με συγκλόνισε τόσο το χτύπημα στο Παρίσι και γιατί με επηρέασε τόσο πολύ αυτό, ενώ οι εικόνες και οι ειδήσεις που αφορούν τους πρόσφυγες, τον πόλεμο στη Συρία και όλα τα δυστυχή και άθλια πράγματα που συμβαίνουν δεν είναι ότι δε με συγκλόνισαν και δε με συγκλονίζουν ακόμα, αλλά το χτύπημα στο Παρίσι ήταν χτύπημα στην καρδιά μου. Ακούω και διαβάζω, γιατί είστε μόνο Γάλλοι και Παριζιάνοι και δεν είστε Κούρδοι, Αφγανοί, Σύριοι και πολλά άλλα.
Εγώ προσωπικά, και χιλιάδες άλλοι άνθρωποι, υποθέτω, έχω μια μικρή επαφή με τη Γαλλία, τη γλώσσα, τον πολιτισμό και τη νοοτροπία των Γάλλων, έχω εικόνες από τη Γαλλία . εκτός αυτού, θεωρώ ότι η Γαλλία, παρά το σωβινισμό και το συντηρητισμό που της καταλογίζουν, είναι μια χώρα προοδευτική, ανοιχτόκαρδη, με βαθιές ρίζες στη δημοκρατία και την ελευθερία. Και ότι οι Γάλλοι είναι ως επί το πλείστον μορφωμένοι, σκεπτόμενοι, πνευματώδεις άνθρωποι. Εν πάση περιπτώσει, την έχω, με διάφορους τρόπους, στην καρδιά μου τη Γαλλία. Είναι δύσκολο να νιώσω έτσι για τη Συρία, το Αφγανιστάν, το Κουρδιστάν. Αντιλαμβάνεστε τι εννοώ; Δεν γίνεται να είσαι τόσο πολύ πολίτης του κόσμου, κάπου συρρικνώνεται η παγκόσμια συνείδησή σου. Χωρίς να σημαίνει αυτό ότι αναισθητοποιείσαι.
Επιπλέον, είναι και το γεωγραφικό ζήτημα. Η Ευρώπη είναι ο χώρος αναφοράς μου, τις ευρωπαϊκές χώρες γνωρίζω, γι’ αυτές έμαθα στο σχολείο, όπως και να το κάνουμε. Και η Γαλλία είναι κοντά μου, στο Παρίσι έχω πάει, στο Μονπελιέ έχω στείλει γράμματα.
Για όλους αυτούς τους λόγους, λοιπόν, το χτύπημα στο Παρίσι ήταν ένα χτύπημα και στη δική μου καρδιά και ασφάλεια. Γι’ αυτό κλαίω και μουδιάζω όταν βλέπω εικόνες και διαβάζω μαρτυρίες. Γι’ αυτό πιστεύω πως τα πράγματα δεν είναι απλά και κάτι αλλάζει τώρα πια στον κόσμο μου. Μη λέτε πως είναι υποκρισία, είναι αναπόφευκτο, αυτό που συμβαίνει κοντά σου σε συγκλονίζει και σου μένει αξέχαστο, αναγκαστικά, όλοι ζούμε στον κόσμο μας.
Και κάτι άλλο έχω να πω. Δεν είναι μόνο στην Ελλάδα που πάθαμε αυτόν τον συγκλονισμό. Σε όλες τις ευρωπαϊκες χώρες οι άνθρωποι ταρακουνήθηκαν, γιατί, και να κοροϊδεύετε όσο θέλετε και να με πείτε και αφελή, δε με νοιάζει, όσο και να τρίζει αυτό το κατασκεύασμα που λέγεται Ευρωπαϊκή Ένωση, εμείς, οι άνθρωποι που ζούμε σε αυτή τη γη, δεν είμαστε μόνο ότι μας λέει το έθνος μας, αλλά είμαστε και Ευρωπαίοι. Κι αυτό το αίσθημα της εγγύτητας στους Γάλλους, οφείλεται στην κοινή συνείδηση που έχουμε, διότι την έχουμε κι ας την αρνιόμαστε με όλη τη δύναμη του πνεύματος μας. Αιώνες τώρα, είμαστε και ζούμε μαζί. Αιώνες τώρα, οι συγγραφείς και οι ζωγράφοι και οι ποιητές και οι αρχαιολόγοι και δεν ξέρω γω ποιοι άλλοι της Ευρώπης αναμετάξυ τους τσακατίζονται και αγαπιούνται και κοιτάζονται.
Θαρρώ πως αυτό δείχνει όλη αυτή η δραστηριότητα στο ίντερνετ. Το χτύπημα στο Παρίσι μας φόβισε όλους και ένας τρόπος να δεχτούμε και να αντέξουμε αυτόν τον φόβο είναι να νιώσουμε μέρος ενός συνόλου, να κοιτάξουμε δίπλα μς και να δούμε κι άλλα φοβισμένα μάτια. Εγώ, προσωπικά, αυτό δεν το θεωρώ κακό, το θεωρώ γόνιμο.

Κι επειδή τώρα το παράκανα, μέχρι που πείνασα και λίγο, σας αφήνω και ως συνήθως, σας αγαπώ και μου λείπετε όλοι, κι εσείς και τα μωρά σας.

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

Έτσι, να ξεμπλοκάρουμε.

Μη με ρωτήσετε, δεν ξέρω γιατί δε γράφω. Έχω πάθει συγγραφικό μπλοκ. Ένα μπλοκ από δω ως την Ανάφη.
Το καλοκαίρι έφυγε, επισήμως, και δεν το πήρε η βροχή. Ήταν ένα περίεργο καλοκαίρι, με πολλή ταραχή, πολλή δουλειά, πολλή κούραση, ξενύχτια και μπαρ. Εγώ προσωπικά ζορίστηκα πολύ φέτος το καλοκαίρι. Δεν είχα καμία ψυχική ηρεμία και καμία συναισθηματική ψυχραιμία. Γι’ αυτό μάλλον σταμάτησα να γράφω. Τώρα λέω πάλι εδώ τον πόνο μου, αλλά δεν ξεχνώ πρώτον τη Βόρεια Ήπειρο και δεύτερον ότι γι’ αυτό το έκανα το ιστολόγιο, για να λέω τον πόνο μου. Ήταν ένα καλοκαίρι ταραχής. Αυτό. Η καλύτερη λέξη είναι η ταραχή. Δεν ήμουν ακριβώς λυπημένη ούτε ακριβώς χαρούμενη, σίγουρα δεν ήμουν ήρεμη. Ήμουν εξαιρετικά ταραγμένη, δεν είχα λεπτό ησυχίας, που να κοιτάω μέσα μου και γύρω μου, ακόμα κι όταν τρέχω, που, όπως λέει κι ο Χαρούκι, είναι η μόνη ώρα της ημέρας που δε χρειάζεται να μιλάω ή να ακούω κάποιον, ακόμα και τότε, εμένα το μυαλό μου στριφογύριζε σαν την Ούρσουλα που προσπαθεί να απαλλαγεί από το κουδούνι που της κρέμασα.
Ίσως η γιατρειά να είναι ν’ αρχίσω πάλι να γράφω και να σας λέω τις περιπέτειές μου, που δεν είναι και λίγες, εδώ που τα λέμε. Ίσως πάλι όχι. Λέτε να πληρώνω τώρα το κόστος του ηφαιστειακού μύδρου που εξαπέλυσε ο κατάπτυστος πριν από έναν χρόνο; Να μου πήρε ένα χρόνο να το χωνέψω; Πολύ μου αρέσει αυτή η ψυχοθεραπεία. Δεν ξέρω.
Εσείς έχετε χωρίσει ποτέ; Κι αν ναι, πως την παλέψατε; Αν όχι, πάλι, πως την παλέψατε; Τώρα που πέρασε ο καιρός, θα μου πεις σιγά τον καιρό που πέρασε, λέω πως σωστά μιλούν για τραύματα. Διότι έτσι το νιώθω κι εγώ στην ψυχή μου, σαν τραύμα, μια πληγή που βγάζει αίμα ακόμα αν τεντώσω το δέρμα εκεί κοντά. Συγγνώμη για τις αηδιαστικές περιγραφές, αλλά αν δε μιλήσεις με ακρίβεια, μη μιλάς καθόλου καλύτερα. Αν δεν το πειράξω ή δεν το ξύσω, το ξεχνάω. Είναι εκεί όμως, και μου δημιουργεί την ταραχή μου, μια μικρή φαγουρίτσα. Δεν έχει,φυσικά, καμία σχέση με το κύμα της θλίψης που σε τυλίγει στην αρχή, αλλά είναι, είναι κάτι, σε τρωει, υπάρχει, δεν πέθανε, σηκώνεις το χέρι να χτενιστείς και σε τραβάει.
Χτενίζεσαι, όμως. Διότι πρέπει να πας στη δουλειά και να μιλήσεις αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, σουαχίλι και βραζιλιάνικα. Και να χαζολογήσεις με τους οδηγούς και να νταντέψεις τα πελατάκια σου. Καμιά φορά θυμάμαι τη Βίκυ, μια συνάδελφο, που έλεγε ένα πρωί στο λιμάνι (εγώ δεν κατεβαίνω ποτέ στο λιμάνι, πως βρέθηκα τη μέρα εκείνη εκεί, ακόμα αναρωτιέμαι) ότι όταν πραγματώνεσαι μέσα από τη δουλειά σου, δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς αυτή και άρα δε σταματάς ποτέ να δουλεύεις, και ανατριχιάζω. Ελπίζω ειλικρινά να μην το πάθω αυτό και αν το πάθω, αγαπημένοι μου, ευχή και κατάρα σας αφήνω, να με σκουντήξετε!
Με τα πολλά, χτενιζόμουν κάθε μέρα και πέρασε το καλοκαίρι. Ήρθε κόσμος, μετά φύγανε, ήρθαν άλλοι, γενικώς υπήρχε μια κινητικότητα, καλό είναι αυτό, ξέρετε, δε βαριέσαι. Είχα την Ευγενία με τα γαλαζοπράσινα μάτια της και την Ιταλία της, είχα την Τάνια με φουστάνια της και την Οία της, είχα κάθε μέρα τη λίστα με το μάζεμα των πελατών για την επόμενη μέρα, χτυπούσε το Viber κι έτρεμε το φυλλοκάρδι μου, είχα το τρέξιμό μου και τα βιβλία μου, είχα την Ούρσουλα, ντάξει, κάτι έγινε, πέρασε.
Τώρα, κοιτώ τα σύννεφα, μετρώ τις μέρες, μυρίζω τη βροχή, πληρώνω λογαριασμούς, διαβάζω τα βράχια, λέω τις τελευταίες μου ιστορίες στις εκρού πέτρες του Ακρωτηρίου και περιμένω. Να σας ξαναδώ όλους και να φιλήσω τα ιερά χώματα της ηπειρωτικής Ελλάδας. Κι ελπίζω να συνεχίσω να γράφω.

Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε, κι εσείς και τα μωρά σας.  

Σάββατο, 22 Αυγούστου 2015

Σάββατο πρωί.

Μόνο εγώ τα κάνω αυτά, σηκώθηκα, κυρία, η ώρα 6 το πρωί είδα το ξημέρωμα, πήγα για τρέξιμο, καταχαρούμενη που είμαι στην ώρα μου, μπανιαρίστηκα, έβαλα το φακιόλι και ξεκινάω να πάω στις τράπεζες, να κάνω τις δουλειές μου. Μιλάμε για οργάνωση, όμως, έτσι; Έχω μοιράσει τα λεφτά σε φακελάκια, έχω γράψει αριθμούς, σημειώσεις, τα έχω στη σειρά ανάλογα με το που θα πάω πρώτα, όλα, σας λέω, τυπική. Και μετά, μου στέλνει η Έφη τη λίστα με τα γλυκούλια για σήμερα και της λέω, φεύγω, πάω για τράπεζες κι εκεί, έρχεται η στιγμή της αποκάλυψης: σαββατιάτικα; μου γράφει η Έφη. Σαββατιάτικα.
Έτσι τρελαίνεσαι, να ξέρετε. Εδώ, η κάθε μέρα είναι ίδια. Το έχουμε πει, τείνουμε όμως να το ξεχάσουμε. Και κάπως έτσι, βρίσκεσαι να στέκεσαι απορημένος έξω από την κλειστή τράπεζα, Σάββατο πρωί, και τα παιδιά που γυρνάνε απ’ τα μπαρ και τα ξενύχτια, με τα γυαλιστερά τσαντάκια τους στα χέρια και τα υγρά τσιγάρα στα ταλαιπωρημένα στόματα να σε κοιτάνε απλανώς και νυσταγμένα, φωνάζοντας το ένα στο άλλο, γιατί τους έμεινε κουσούρι από τη μουσική στο μπαρ.
Γυρνάω στην Ούρσουλα, που ξαπλώνει αποκαμωμένη στα πλακάκια και της λέω, Ούρσουλα, που θα καταλήξουμε; Θα γίνουμε ποτέ αθρώποι ή θα παραμείνουμε γίββωνες με πετσετέ παντόφλα ξενοδοχείου, να περιφερόμαστε στα πλακόστρωτα, να περιμένουμε τις τράπεζες να ανοίξουν και τις τρίτες εκλογές για φέτος;
Η Ούρσουλα απαξίωσε να απαντήσει κι εγώ στράφηκα στην αρχαία συνταγή, άνοιξα εδώ, μια λευκή σελίδα κι είπα να σας πω τον πόνο μου.
Καλά,όχι ότι έχω και κάναν φοβερό πόνο, τα γνωστά: μολονότι ζω στη Σαντορίνη, πράγμα που στους περισσότερους φαντάζει το απαύγασμα της επιτυχίας (τις περισσότερες φορές και σε μένα), έχω βαρεθεί καλντέρες και τα συναφή, το μόνο που με νοιάζει πια είναι το frozen yoghurt που τρώμε καμιά φορά με την Ευγενία μπροστά στη μητρόπολη. Λέω καμιά φορά πότε θα τελειώσει η σεζό, να φύγω, και μετά λέω και να πάω που και ας μείνω καλύτερα εδώ για πάντα, στο αέναο αλισβερίσι με τους τουρίστες, να ανεβοκατεβαίνω στα λεωφορεία στο διηνεκές του χρόνου, ένας ιπτάμενος Ολλανδός με φακιόλι στο κεφάλι.
Κι επειδή στεναχωρέθηκα τώρα, θα σας πω για προχτές που είχα μια οικογένεια από μαχλαμπούχλες στο γκρουπ, ξέρω γω, Αιγύπτιοι ήταν, Λίβυοι, κάτι τέτοιο τελοσπάντων, κι είχαν 5 παιδιά, το ένα πιο φασαριόζικο, κακομαθημένο και κατασαρομάλλικο από το άλλο. Έλεγα εγώ τα αστειάκια μου, με κοιτούσαν τα παιδάκια ανέκφραστα. Λέω στο φίλο μου τον Παναγιώτη, που είχε έρθει στο τουρ «αυτά έχουν πάθει εγκεφαλικό σίγουρα» και γελάμε, όπως κάνουμε συνήθως με τον Παναγιώτη. Σταματάμε στο γραφικό Μεγαλοχώρι και μου ‘ρχονται τα μαχλαμπούχλικα με ένα παγωτό γρανίτα έκαστο. Δε μπορούμε να πάρουμε τη γρανίτα στο λεωφορείο, δηλώνω απερίφραστα. Και δως του, καταπίνουν τη γρανίτα γκλουπ, με τη μία, γουρλώνουν και τα μάτια και λες, τώρα θα πνιγούν. Πριν συνεχίσω, πρέπει να ξέρετε πως αυτή η σκηνή, με τον χ πελάτη να καταπίνει σούμπιτο αυτό που τρώει, από παγωτό μέχρι σουβλάκι, για να μην το πετάξει, είναι γνωστή σε όλους τους ξεναγούς ανά τον κόσμο. Επιστροφή στα μαχλαμπούχλικα. Λέει, το λοιπό, ο Παναγιώτης, τώρα να δεις εγκεφαλικό, αυτά θα πάθουν brain freeze από τη γρανίτα, θ’ απομείνουν μες στο λεωφορείο και τότε θα σε κοιτάνε ανέκφραστα κι αντί για σάλια, από το στόμα θα τρέχει γρανίτα. Η ξεναγός έφτυσε το μικρόφωνο από τα γέλια κι έτσι πέρασε η μέρα.
Είδατε; Πέρασε η ώρα. Πάω στην τράπεζα. Σας αγαπώ και μου λείπετε όλοι, κι εσέις και τα μωρα σας.



                                 

Κυριακή, 9 Αυγούστου 2015

Εμένα οι φίλες μου.

Πραγματικά, δεν είναι πως έχω κάτι φοβερό να σας πω, αλλά θέλω να σας περιγράψω πόσο αστείες είναι οι φίλες μου. Και για να μην παρεξηγηθώ, εννοώ μερικές από τις φίλες μου. Διότι είμαι πολύ τυχερή και έχω πάρα πολλές φίλες ανά τον κόσμο, που ακόμα κι αν δεν τις παίρνω τηλέφωνο, ξέρουν πόσο τις αγαπώ, πόσο μου λείπουν και πόσο μου κάνουνε τον κόσμο καλύτερο και τα βάρη ελαφρύτερα. Πόσο λιγοστεύει η μοναξιά όταν σκέφτομαι ότι υπάρχουν και πόσο γαληνεύει η τρικυμία όταν τις παίρνω τηλέφωνο. Εμένα οι φίλες μου δεν είναι μαύρα πουλιά, εμένα οι φίλες μου είναι τα πιο λευκά, ανάλαφρα σύννεφα στον ουρανό της ζωής μου, εμένα οι φίλες μου δεν είναι σύρματα τεντωμένα, είναι λυγερές, χρωματιστές, κυματιστές κορδέλες στο καρναβάλι των σχέσεων. Αυτές είναι οι φίλες μου.
Αλλά το βαρύναμε. Δεν είμαστε για βαριά.
Το λοιπό, η φίλη Ευγενία, την ξέρετε τώρα πια, είναι η Ευγενία που όλοι αγαπήσαμε, τρίζει η καλντέρα όταν περνάει η Ευγενία, έχει πέκα με τα ζώδια. Πέκα, όμως. Ξέρει τα πάντα. Το πρώτο πράγμα που ρωτάει είναι «τι ζώδιο είσαι». Στους πράκτορες, όταν πηγαίνει για δουλειά, τους ρωτάει «τι ζώδιο είσαι». Αν και τα ξέρει τα ζώδιά τους ολωνώνε, είμαι σίγουρη. 
Γενικώς, η Ευγενία συμπαθεί τους ανθρώπους. Εκτός από τους Αιγόκερους. Για την Ευγενία, οι Αιγόκεροι δεν είναι άνθρωποι. Είναι κάτι άλλο. Απροσδιόριστο. Θα καταλήξω κάπου, μην ανησυχείτε.
Χτες περπατούσαμε με την Ευγενία στο δρόμο και, ως συνήθως, αυτή έβριζε τους Αιγόκερους κι εγώ κοιτούσα τις βιτρίνες. Και ξεστομίζει η φίλη Ευγενία την ατάκα: «μην πας μακριά», μου λέει, «να, ο Τζίσους ο Κράιστ Αιγόκερως δεν ήταν; Και πήγε και σταυρώθηκε, για να πάρει στο λαιμό του όλα τα κρίματα. Ψυχασθενείς, σου λέω, παιδί μου, ψυ-χα-σθε-νείς!». Ο Τζίσους ο Κράιστ. Εγώ έχω πέσει στο πεζοδρόμιο και γελάω. Δεν υπερβάλλω ούτε παραποιώ τα λόγια της. Το είπε έτσι ακριβώς. Ο Τζίσους ο Κράιστ. Πιστεύω πως γέλασε κι ο ίδιος ο Θεός.
Όχι ότι η άλλη πάει πίσω, η Ελένη. Μιλάμε στο σκάιπ και της λέω, εγω θα φτιάξω ένα τοστ με μερέντα, ζηλεύω, λέει η Ελένη, θα παραγγείλω κρέπα. Παίρνει στην κρεπερί μία φορά για να ρωτήσει αν μπορεί να παραγγείλει μόνο μία κρέπα. Όχι, της λένε. Παίρνει δεύτερη φορά στην κρεπερί να ρωτήσει μήπως μπορεί να παραγγείλει και αναψυκτικό μαζί. Πείτε εσείς τώρα πως είστε η κρεπερί. Πόση υπομονή; Αφού, λοιπόν, της λέω εγώ να πάρει δύο κρέπες και να κρατήσει τη μία για το πρωί, παίρνει τρίτη φορά στην κρεπερί να παραγγείλει τις κρέπες. «Γεια σας, λέει, πήρα και πριν», σώπα, δε σε θυμόμαστε καθόλου, δε μας έχει σπάσει τα νεύρα όλο το βράδυ, «να παραγγείλω θέλω δύο κρέπες και θα κρατήσω τη μία για το πρωί», σκοτιστήκαμε, κοπελιά, πέτα την και στην καλντέρα τη γαμοκρέπα, «αλλά, να σας πω», συνεχίζει η νέμεση του κρεπατζή, που μάλλον κάποια βαριά αμαρτία κουβαλάει, «κοιτάξτε, την προηγούμενη φορά που είχα πάρει κρέπα, στη γωνία η κρούστα έσπαγε, ήταν δηλαδή ξερή. Προσέξτε, μην είναι πάλι το ίδιο, αλλά να μην είναι και νωπό.» Πείτε ξανά πως είστε η κρεπερί. Κενό.
Εγώ, στο μεταξύ, έχω λιώσει, έτσι; Κλείνει το τηλέφωνο και είναι και αγανακτισμένη, ρε, το άτομο αυτό που λέγεται Ελένη, μα, άσε με, μου λέει, την προηγούμενη φορά πέταξα ολόκληρη τη γωνίτσα επειδή ήταν ξερή. Τι λε ρε παιδί μου, πέταξες μια ολόκληρη γωνίτσα, πραγματικά, εκεί μας κατάντησαν. Τώρα σταμάτησα να γελάω. Πόνεσε η κοιλιά μου.
Είδατε, με τούτα και με κείνα, και με λίγη βοήθεια από τους φίλους μου, έβγαλα άρθρο γι’ αυτή την Κυριακή. Την επόμενη, θα σας γράψω για τους οδηγούς μου. Εκεί να δείτε γέλια. Πάω επιτέλους να κάνω μπάνιο.
Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε, κι εσείς και τα μωρά σας.


Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2015

Δυναμικό καμ μπακ, που λέμε και στο χωριό μου.

Να, το έλεγα στην Ελένη, μέχρι το λαιμό είμαι γεμάτη, κι αν έχω πράμα να γράψω, αλλά, το έχουμε πει και θα το ξαναπούμε, κι ας επαναλαμβανόμαστε, ένα μεγάλο βόδι μου πατάει τη γλώσσα κι η Ούρσουλα μου πατάει το χέρι και τα κουμπιά στο πληκτρολόγιο και πώς να γράψω κάτω από αυτές τις αντίξοες συνθήκες;
Γενικώς, αγαπημένοι μου, μακρινοί, γνωστοί και άγνωστοι φίλοι μου, οι συνθήκες είναι αντίξοες. Η ζέστη είναι πολλή. Ο ήλιος είναι καυτός. Τα κορμιά, επίσης. Τα μηχανάκια είναι αμέτρητα. Τα νεύρα είναι τεντωμένα. Οι τουρίστες είναι τρελαμένοι. Οι οδηγοί, επίσης. Η καρδιά είναι πονεμένη. Μες στη γκρίνια είσαι, αδερφέ μου, που λέει και το ανέκδοτο.
Η άσπρη σελίδα, όμως, σαν ασπιρίνη για τον ψυχικό πονοκέφαλο, με κοιτάει ελπιδοφόρα και αμείλικτη ταυτόχρονα και μου λέει, εγώ είμαι ο παράδεισος και η κόλασή σου, εγώ. Η Τάνια λέει ότι ο Χόρχε Μπουκάι λέει πως δεν πρέπει να προσπαθούμε να αποφύγουμε τον πόνο, ότι αυτή είναι μια κάλπικη συνήθεια της δυτικής κοινωνίας. Κι ότι ο πόνος είναι κομμάτι της συναισθηματικής μας ωρίμανσης κι ότι πρέπει να τον ζούμε και να τον κάνουμε μέρος μας. Εγώ λέω ότι ο Χόρχε Μπουκάι προφανώς δεν είχε ποτέ περίοδο, να έρθει τότε να μου πει να κάνω μέρος μου τον πόνο.
Ξέρετε, φυσικά, γιατί δε γράφω, έτσι; Γιατί φοβάμαι αυτά που θα βγουν από τον στόμα μου. Ναι, ναι, αρσενικό είναι ο στόμας, όπως λένε εδώ, στη Σαντορίνη, ο μπουφάς, ο φερμουάς, δεν έχει άλλα γένη, μόνο αρσενικά, σαν αυτά τα αυθεντικά, τα τριχωτά, με την αλυσίδα στο λαιμό να ξεπροβάλλει από το πουκάμισο και το λάγνο βλέμμα να σε ακολουθεί παντού. Παραληρώ, όμως. Σύνηθες το φαινόμενο. Χείμαρρος, σου λέει, η δικιά σου.
Στα πελατάκια να δείτε τι λέω. Το τι κοτσάνα πετάω, δεν περιγράφεται. Τώρα, τα έχω κόψει σχεδόν τελείως τα ιστορικά, τα αρχαιολογικά και τα τοιαύτα, λέω μόνο κάτι ανόητα αστεία και γελάω μόνη μου στο μικρόφωνο. Έτσι τρελαίνεσαι, να ξέρετε. Τελευταίως, έχω βρει ένα πολύ ωραίο, το είπα μια μέρα κατά τύχη και τους άρεσε και το λέω τώρα στάνταρ. Φυσικά, δε θα το γράψω εδώ, να έρθετε στη Σαντορίνη, να ακούσετε την καλύτερη ξεναγό του νησιού και τα αστεία της live!
Σε άλλα νέα, εδώ. Η Ευγενία προσπαθεί πάντα να πάει στη Ρώμη, η Τάνια διαβάζει Χόρχε Μπουκάι και προχτές πήγε να παίξει Scrabble η ώρα μία το πρωί, αυτά βλέπω και παρηγοριέμαι, ο κατάπτυστος πρώην έχει γίνει θέαμα στην κοινωνία γιατί φιλοξενεί συνέχεια διάφορους κι έρχονται οι οδηγοί και μου λένε για τις ξανθιές που πηγαινοφέρνει, οι συνεργάτες μου έχουν ανέβει όλοι στα κλαριά (προσφιλής έκφραση του κυρίου Νίκου, που είναι κάτι ανάλογο με το έχω πάθει κάτι άσχημο), η Ούρσουλα, η γάτα, κοιμάται πάνω στην κοιλιά μου και με ζεσταίνει, τα αγόρια μου που δουλεύουν στην παραλία που πηγαίνω καθημερνώς για φαγητό σταματάνε ό,τι κάνουν και παγώνουν σε στάση προσοχής μόλις περάσει καμία κοπέλα με τσουπωτό πωπό, παγώνουν όμως, δε φαντάζεστε, μένουν. Την άλλη φορά, ο άλλος παραλίγο να αδειάσει το ριζότο θαλασσινών στην ποδιά της κυρίας. Αχ, τ’ αγόρια μου, έχουν πλάκα, όμως, τα αγαπώ.
Αυτά, μόνο. Γιατί τα υπόλοιπα αγόρια έχω αρχίσει και τα απεχθάνομαι. Εντάξει, το παραδέχομαι, η κακή αρχή έγινε με τον κατάπτυστο που μου ράγισε την καρδιά, τώρα που πέρασε ο καιρός, ας το πούμε κι αυτό, κάποια πράγματα πρέπει να ειπωθούν, συνεχίζεται όμως το κακό. Συζητάμε με την Ελένη, ξανασυζητάμε, με την Τάνια, την Ευγενία, άκρη δε βγάζουμε, να πάρει.
Εγώ με την αγάπη μάλωσα, ας το πάρω απόφαση. Δεν είναι ότι δε βρίσκω να μου αρέσουν, βρίσκω, αλλά πάλι μου ραγίζουν την καρδιά, δεν είμαι εγώ μάλλον για σχέση, παιδιά, κι αυτή που είχα τόσα χρόνια, κατά τύχη την είχα, όλοι με θέλουν για φίλη, τι κακό κι αυτό, σου πιάνουν τα χέρια και τα πόδια και μετά είναι φίλοι σου, που έλεγε και η Αναστασία στο πανεπιστήμιο. Σε βλέπω, λέει, φιλικά, εντάξει, λέω εγώ, φιλικά, δεν τίθεται θέμα, δε βαριέσαι τώρα, θα μαλώσουμε; Καταρχάς, αυτό το φιλικά εγώ το βρίσκω εξαιρετικά χαζό. Κι εδώ επιβεβαιώνομαι που λέω ότι τα αγόρια είναι χαζά. Διότι, φίλε μου (αφού προχτές μου ζήταγες φιλιά και τώρα μου ζητάς φιλία), είπα εγώ να είμαστε εχθροί; Φίλοι! Αν είχες λίγο μυαλό στην κεφάλα σου, θα συνδύαζες βουνό και θάλασσα και θα ήμασταν όλοι ευχαριστημένοι. Τώρα, βέβαια, θα μου πείτε και θα έχετε και δίκιο, κοπελιά, μη χρυσώνεις το χάπι, δε σε θέλει, είναι ηλίου φαεινότερον. Βλέπετε τώρα γιατί δεν ήθελα να γράψω, έτσι;
Δεν πειράζει, όμως, θα ζήσουμε, εδώ δεν πεθάναμε για το ομορφότερο αγόρι του κόσμου, θα πεθάνουμε για κάποιο άλλο; Κι άλλωστε, γίνονται, Παναγία μου, τόσα πράγματα στον κόσμο, δεν προλαβαίνω να διαβάζω και να φρικάρω, κι εγώ ασχολούμαι με τα αγόρια.
Ξέρω ότι πια δε μου έχετε καμία εμπιστοσύνη, αλλά να, είμαι κι εγώ λίγο σαν τον Τσίπρα: αναλαμβάνω την ευθύνη για την έλλειψη σχεδίου και συνέχειας και επειδή μου έχετε αδυναμία, με συγχωράτε και με ξαναδιαβάζετε.
Φυσικά, όπως πάντα, σας αγαπώ όλους και μου λείπετε. Κι εσείς και τα μωρά σας.



Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2015

Με τα μάτια λες όχι, με τα χείλη λες ναι, πες μου τι να πιστέψω, ακριβέ μου ουρανέ.



Εδώ, στη βραχονησίδα, το κέντρο του τουρισμού, το πιο όμορφο νησί της Ελλάδας, εδώ, στον επίγειο παράδεισο, το απέραντο γαλάζιο, τα ΑΤΜ όχι μόνο ουρές, κοντεύουν και κέρατα να βγάλουν και να μεταμορφωθούν σε αντιλόπες σαν αυτές που ζωγράφιζε ο προϊστορικός καλλιτέχνης στους τοίχους της πόλης, και να καλπάσουν μακριά, να βαφτούν μπλε του κοβαλτίου και να πέσουν στην καλντέρα μοναχά τους, δίχως προτροπή.
Να πάνε να συναντήσουν τους κατοίκους που τους κατάπιε το τσουνάμι και βυθίστηκαν μακαρίως στο μαύρο βυθό και γλίτωσαν οι τυχεροί, δεν είδαν τα ξεφτιλίκια μας, που δε ντρεπόμαστε λιγάκι, παρά καθόμαστε και βρίζουμε αλλήλους, με τέτοιο μένος και τέτοια ζέση, λες και θα σωθεί η χώρα και θα φτύνουν τα ΑΤΜ τα χιγιάρικα (α ρε Κέρκυρα με τα ωραία σου) αν θυμηθούμε, πούμε, γράψουμε και κολλήσουμε στη μούρη του αλλουνού όλες τις πιθανές και απίθανες βρισιές που υπάρχουν από καταβολής κόσμου.
Διότι, αγαπημένοι μου και μακρινοί μου φίλοι, που σας σκέφτομαι όλους και σας αγαπώ ακόμα πιο πολύ αυτές τις δύσκολες στιγμές, ειλικρινά, εγώ, μετά τα χτεσινά, αυτό φέρω βαρέως: το μίσος και τον αλληλοσπαραγμό. Περί ναι και όχι δεν είμαι αρμοδία διά να ομιλώ, στο κάτω κάτω της γραφής αυτά είναι προσωπικά ζητήματα και η συζήτηση κομμένη ή τουλάχιστον θα έπρεπε. Περί ήθους όμως, θα ομιλήσω. Καθώς το φρικτότερο όλων που έχει συμβεί τις τελευταίες μέρες είναι πόσο εύκολα, ανερυθρίαστα, χειμαρρωδώς και αμετακλήτως βγαίνουν οχετοί από τα εκατέρωθεν στόματα. Δηλαδή, δε μπορούμε να πούμε «εγώ θα ψηφίσω ναι» χωρίς να ευχηθούμε το θάνατο του αλλουνού; Το μίσος που ξεχύνεται από την οθόνη του υπολογιστή μου είναι τοξικό, μέχρι κι η γάτα απομακρύνεται, φοβάται το ζώο, σου λέει, κάτσε μη μου έρθει καμιά αδέσποτη, αυτοί θα βγούνε από τους υπολογιστές να παίξουν σφαλιάρες σε λίγο. Βρισιές, μίσος, επιθετικότητα και μια διάθεση, ρε παιδί μου, όχι απλά να μην επικρατήσει η αντίθετη άποψη, αλλά να μην υπάρχει, να εξαφανιστεί, ο άλλος να εξοβελιστεί, να μην είναι.
Εγώ, αυτό φοβάμαι.
Σκοτίστηκα για τα λεφτά (καλά, δε σκοτίστηκα, αλλά λέμε τώρα και καμιά μεγάλη κουβέντα για έμφαση), εγώ φοβάμαι το μίσος. La haine, που έλεγε κι εκείνος ο άλλος. Εγώ φοβάμαι το μάτι το σκοτεινιασμένο και το χέρι που θα σηκωθεί για το τελευταίο 20ευρω. Το θολωμένο μου μυαλό, την κοφτερή σου γλώσσα και το κακό που θέλει όχι μία, μισή στιγμή.
Θαρρώ πως αυτό που πρέπει είναι αλληλεγγύη και συσπείρωση, όπως είπε κι η Τάνια, θα αγκαλιαστούμε και θα περιμένουμε. Οκ, θα με κοροϊδέψετε, το ξέρω, αλλά ποσώς με απασχολεί, εγώ θα το γράψω, εμένα πιο πολύ απ’ όλα με ενοχλεί που αυτές τις κρίσιμες στιγμές εγώ είμαι μόνη μου και μακριά από όλους και την Κυριακή που όλοι θα είστε με κάποιον και θα σχολιάζετε και θα δίνετε θάρρος ο ένας στον άλλον, εγώ θα νταντεύω Αστραλούς και Καναδούς. Ευτυχώς είναι εδώ η Ευγενία και η Τάνια, αλλιώς θα είχα παρατήσει λεωφορεία και voucher και τουρίστες και θα είχα πάρει το πρώτο καράβι. Με συμπαθάτε αν σας ψυχοπλάκωσα, εγώ πάντως τώρα θα φτιάξω ένα τοστ με μερέντα, εγγυημένη απόδοση, δοκιμάστε το.
Σας αγαπώ και μου λείπετε όλοι, κι εσείς και τα μωρά σας.

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

Τελικά, η πραγματική ηρωίδα είναι η Ούρσουλα.



Μόλις διάβασα ένα άρθρο που κυκλοφορεί ευρέως (ποιος είναι πάλι αυτός ο εβραίος;) στο ιντερνέτ, που λέει για τους αφανείς ήρωες της τουριστικής βιομηχανίας, εμάς τους ξεναγούς εννοεί. Εμάς τους ξεναγοί, που θα λέγαμε και στα σαντορινιά. Το λοιπόν, ναι, είμαστε ήρωες, δε θα έλεγα όμως της τουριστικής βιομηχανίας, θα έλεγα ήρωες της εργατικής τάξης, αλλά, οκ, ας μην το χοντρύνουμε τόσο πολιτικά, διότι θα βαρύνει το κλίμα.
Πάραυτα θα σας περιγράψω διάφορα περιστατικά που αποδεικνύουν τον ηρωισμό που καθημερινά επιδεικνύουμε, πριν απ’ αυτό όμως, θέλω να σας πω ότι οσονούπω, εδώ, στη βραχονησίδα, θα εκραγεί το ηφαίστειο και να ξέρετε όλοι ότι σας αγάπησα, αν πεθάνω εδώ. Οι καταιγίδες που μας κατατρύχουν τις τελευταίες ημέρες είναι απίθανες. Χτες, βροντούσε και άστραφτε, η βροχή ήταν άνευ προηγουμένου και το πρωί που ξύπνησα, τα πάντα ήταν κόκκινα, λες κι είχαμε σφάξει κάποιον στο μπαλκόνι. Μαζί με τη βροχή έπεσε και κόκκινη αφρικανική σκόνη. Δεν ξέρω γιατί η αφρικανική σκόνη έχει αυτό το συγκεκριμένο χρώμα, εγώ πιστεύω πως είναι λάβα από το ηφαίστειο και μας το κρύβουνε και μας λένε και καλά για την αφρικανική σκόνη, για να μην πανικοβληθούμε.
Τεσπάν, μέχρι να εκραγεί το ηφαίστειο και να βουλιάξει αύτανδρο το νησί και πάρει μαζί τους άδικους και δίκαιους, εδώ, πήζουμε. Προχτές, είχα σε ένα γκρουπ μόνο τις εξής εθνικότητες: Φιλιππινέζοι, Βραζιλιάνοι, Αργεντίνοι, Καναδοί, Αμερικάνοι, Αυστραλοί, Κινέζοι και Σιγκαπουριανοί. Αντιλαμβάνεστε. Συνεννόηση μπουζούκι. Με τους ισπανόφωνους, εγώ τα πάω πολύ καλά: αυτοί μιλάνε στα ισπανικά, εγώ τους απαντάω στα αγγλικά, και συνεννοούμαστε πλήρως. Γράφω τις ώρες αναχώρησης στο χαρτάκι κι είμαστε όλοι ευχαριστημένοι. Με τους Κινέζους, όμως, έχω πρόβλημα. Δεν υπάρχει κανένα έδαφος συνεννόησης. Βγαίνουμε από το Ακρωτήρι, αφού έχω περάσει μιάμιση ώρα να τους μιλάω αργά και δυνατά, σε κάτι αγγλικά που δεν υπάρχουν στον πραγματικό κόσμο κι εγώ πάω λίγο να ζουζουνίσω με τους συναδέλφους εκεί στο κιόσκι που έχουμε. Έρχονται, το λοιπό, οι καλοί σου οι Κινέζοι και δείχνουν περιχαρείς την ταμπέλα που λέει guided tours available. Σέκος η ξεναγός, καλέ, τους λέω, μόλις είχατε ένα γκάιντιντ τουρ, θέλετε κι άλλο; Οι συνάδελφοι-κι εγώ μαζί-κατουρήθηκαν από τα γέλια.
Την άλλη μέρα, έχω 3 αδερφές από τη Γουατεμάλα. Τρελές. Να τραγουδάνε, να γελάνε, να χτυπιούνται, να σφυρίζουν. Ετών ίσαμε 50. Πάμε στην παραλία και μου έρχονται οι 2 με τον ποπό βρεγμένο. Τι έγινε, κορίτσια; ρωτάω. Με έριξε η αδερφή μου στη θάλασσα, απαντά η μία, και δεν της μιλάω, και πάει και κάθεται στην άλλη άκρη του λεωφορείου. Στην υπόλοιπη διαδρομή, σηκωνόταν η μία κι έδινε μια σφαλιάρα στην άλλη και φώναζαν «μην της δώσεις κρασί». Ηρωίδα;
Έχω και τρίτο περιστατικό. Είναι στο γκρουπ δύο κοπέλες, συμπαθέστατες, που συνοδεύουν μία κυρία ηλικιωμένη, η γιαγιά τους, όπως μου είπανε. Μπράβο, λέω εγώ, φέρατε διακοπές τη γιαγιά σας, τι γλυκό. Κάθεται η μία από τις κοπέλες με τη γιαγιά, στις μπροστινές θέσεις και στις δίπλα μπροστινές κάθεται η άλλη κοπέλα, με μία άσχετη κυρία. Κάποια στιγμή, σε μία αναχώρηση, έχει έρθει η μία κοπέλα και η γιαγιά. Ρωτάει, το λοιπό, η άσχετη κυρία τη μία κοπέλα «που είναι η αδερφή σας; Έρχεται;» και απαντάει η μία κοπέλα «α, δεν είναι η αδερφή μου, είναι η σύζυγος μου». Σέκος η άσχετη κυρία, της έπεσε το σαγόνι. Εγώ, αντιλαμβάνεστε, που να κρυφτώ να γελάσω η ανάγωγη, δεν ήξερα. Και καλά, οι δύο κοπέλες, παντρεύτηκαν, τέλεια, αυτή η γιαγιά, που ήρθε διακοπές με την εγγονή και τη σύζυγο της εγγονής, πόσο μπροστά;
Οπότε, λέω πως, ναι, είμεθα ήρωες, αφανείς ή εμφανείς, δεν ξέρω, αλλά μια μέρα θα γράψω ένα βιβλίο. Μπορείτε, αγαπητοί και εκλεκτοί συνάδελφοι, να μου στέλνετε τις ιστορίες σας, θα σας κάνω διάσημους. Η Ιωάννα, ας πούμε, είχε την άλλη φορά, κάτι Ινδούς, που της έκαναν την αμίμητη ερώτηση «we saw everything, but where are the corrupted people?», λες κι έχουμε κάπου ένα μέρος που βάζουμε όλους τους διεφθαρμένους, για να πηγαίνουν οι Ινδοί να τους βλέπουν. Για να μην πω ότι μίλησε ο Ινδός για διαφθορά και γέλασαν μέχρι και οι ζάντες των λεωφορείων, και με πείτε ρατσίστρια.
Σε άλλα νέα, απέκτησα ένα γατί. Την Ούρσουλα. Έτσι γίνεσαι γεροντοκόρη. Ξεκινάει με μία γάτα και καταλήγει στο ράφι. Ας όψεται η δεξιά που μας άφησε καμένη γη.
Η Ούρσουλα είναι μαύρη με ένα ξανθό πόδι και γκρι μάτια. Θεά. Σε 2 μέρες είχε μάθει την άμμο της, σε 3 μέρες πώς να ανεβαίνει στο κρεβάτι και σε μια βδομάδα μου έχει πάρει τον αέρα. Είναι καλό να έχεις ένα ζωντανό πλάσμα στο σπίτι. Σταμάτησα να μιλάω στον εαυτό μου, μιλάω στην Ούρσουλα. Τα λέμε όλα.

Της λέω για τους τουρίστες, της λέω για τους φίλους μου, της μιλάω για τις αδελφές μου, που μου λείπουνε, και για τα ανιψάκια μου, που θα γίνουν 4 χρονών και δε θα θυμούνται τη θεία τους. Της περιγράφω τις περιπέτειές μου στη βραχονησίδα και καμιά φορά της μιλάω και για τα πεθαμένα μου κι ενώ εγώ θλίβομαι, η Ούρσουλα με κοιτάει απορημένη και κουλουριάζεται γουργουρίζοντας στα πόδια μου. Οπότε κι εμένα μου περνάνε όλα.
Σας αγαπώ και μου λείπετε όλοι. Κι εσείς και τα μωρά σας.