Κυριακή, 29 Μαΐου 2011

Αγανακτισμένοι ναι, αδυνατισμένοι όχι.

Αγαπημένοι μου φίλοι, αυτό το Σαββατοκύριακο επετεύχθη ένας άθλος: στη μάχη μεταξύ εμού και της ντουλάπας μου επεκράτησα εγώ. Μετά από λυσσαλέο αγώνα 5 ωρών, ο οποίος διακοπτόταν σε τακτά διαστήματα από τηλέφωνα, τοστάκια, σουπερμάρκετ και άλλα τέτοια, κι αφού πέταξα τα μισά ρούχα μου και χάρισα στη Ρενάτα τα μισά των υπολοίπων μισών, κατάφερα να τακτοποιήσω ό, τι απέμενε, να ξαναβρώ τρελή από χαρά τα κίτρινα και πουά μου φουστάνια και να μαζέψω τα χειμωνιάτικα. Αυτά τα τελευταία, τώρα, τα αποθηκεύω σε μια από αυτές τις σακούλες που τις κλείνεις και ρουφάς τον αέρα από μια τρύπα, τις ξέρετε; Έχουν πολλή πλάκα, διότι όταν έχεις ρουφήξει όλον τον αέρα με την ηλεκτρική, τα ρούχα μοιάζουν με φέτες από μορταδέλα μέσα στη συσκευασία τους. Εγώ τα λυπάμαι λίγο τα καημένα τα ρουχάκια, καταδικασμένα να περάσουν 5 μήνες έτσι στριμωγμένα, αλλά τι να κάνεις, δε χωράνε πουθενά, σε λίγο θα βγούμε από το σπίτι για να μπουν τα ρούχα.
Μετά από όλα αυτά, συγκέντρωσα όσο θάρρος μου είχε απομείνει και άρχισα να δοκιμάζω κάτι παντελόνια και κάτι φουστάνια, που αν είχανε στόμα και πόδια θα κατέβαιναν στην πλατεία Δημαρχείου με τους αγανακτισμένους. Τα ξανάβαλα στη ντουλάπα και για να διασκεδάσω τις τύψεις και την απογοήτευσή μου πήγα για τρέξιμο. Εκεί, αφού έτρεξα για 7 ολόκληρα λεπτά, πήρα τηλέφωνο την αδελφή μου και καθόμουν σ’ ένα πεζούλι δίπλα στη θάλασσα και φλυαρούσα χαρωπά, όταν πέρασε από μπροστά μου ένας τζόγκερ (και όχι ένας Τζάγκερ), που με είχε προσπεράσει νωρίτερα (καθόλου δύσκολο, εμένα κι ένα μωρό που μπουσουλάει με προσπερνάει), ο οποίος με κοίταξε αποδοκιμαστικά κι ήταν σα να σκεφτόταν «φτου σου, ξεφτιλισμένη, που ντροπιάζεις το γένος των τζόγκερ κι αντί να τρέχεις κάθεσαι και μιλάς στο τηλέφωνο». Όταν, βέβαια, τα είπα αυτά στην αδελφή μου, μου έδωσε μια άλλη εκδοχή, ομολογουμένως προτιμότερη: ότι, λέει, αυτός με κοίταξε έτσι διότι σκέφτηκε «ορίστε, η κοπέλα έτρεξε τους γύρους της και τώρα χαλαρώνει κι εγώ ακόμα χαζεύω, η νύχτα θα με πάρει», τον κατέστρεψες, μου είπε η Άννα, θα τρέχει όλη τη νύχτα τώρα.
Τι να πω, το πιθανότερο είναι ότι μάλλον αυτός δε σκέφτηκε τίποτε κι απλά συνέχισε να τρέχει. Εγώ πήρα το δρόμο του γυρισμού, διότι ήθελα να πάω και στο φεστιβάλ που γινόταν στην πλατεία της μικρής μας πόλης, όπου φυσικά με τη Ρενάτα ρίξαμε τρελό γέλιο, καθώς εκεί κοντά μας, ανάμεσα σε αναρχοαυτόνομους όλων των ηλικιών, χρωμάτων, μεγεθών και ειδών, στεκόταν ένας τύπος με σπασμένο πόδι και πατερίτσα, ο οποίος ωστόσο ήταν αεικίνητος και παράλληλα τύφλα στο μεθύσι. Μάλιστα, κάποια στιγμή, άρχισε να κλωτσάει τόσο με το χτυπημένο πόδι όσο και με την πατερίτσα κάτι κοπέλες που χόρευαν εκεί κοντά, ώσπου αυτές έφυγαν και του άφησαν όλη τη δόξα. Μετά αυτός ήρθε και την έπεφτε στη Ρενάτα, η οποία παραλίγο να του αρπάξει την πατερίτσα και να του τη φέρει στο κεφάλι. Ευτυχώς δεν το έκανε: θα ήταν ολωσδιόλου politically incorrect. Μετά την πατερίτσα, η Ρενάτα έπαθε κι άλλο πολιτισμικό σοκ (καμιά φορά, σκέφτομαι πως αυτή η κοπέλα θα ’πρεπε να πάει στο Ποσείδι, το φοιτητικό κάμπινγκ του Αριστοτέλειου, όπου στην καλύτερη περίπτωση πλένεσαι με το λάστιχο και στη χειρότερη πλένεσαι ξανά το Σεπτέμβριο στο σπίτι σου), αυτή τη φορά με έναν τύπο, ο οποίος πάνω στο χορευτικό του μένος και πάθος, πέταξε πέρα τα σανδάλια του και μας αποκάλυψε τα κατάμαυρα πατουσάκια του σε όλο τους το μεγαλείο.
Η Ρενάτα δεν άντεξε και φύγαμε από την επικράτεια των αναρχοαυτόνομων για να περάσουμε στη ζώνη του λυκόφωτος και της πασαρέλας των rich and famous (τρομάρα τους), που είναι ακριβώς δίπλα. Γενικά, αυτή η διάταξη έχει πολλή πλάκα στην Κέρκυρα. Είσαι στην πλατεία, έχει αναρχοαυτόνομους. Περπατάς δέκα βήματα, φτάνεις στο Μπρίστολ και χάνεσαι στο πλήθος των τρέντι. Στρίβεις στην επόμενη γωνία, σου την έχουν στημένη οι αγανακτισμένοι, οι οποίοι, παρεμπιπτόντως, μπορεί κάποιος να μου πει γιατί έχουν αγανακτήσει; Διάβασα, ξαναδιάβασα, συζήτησα με λογικούς και παραλόγους, αλλά δεν έχω καταλάβει ακόμα.
Επειδή δεν εγκρίνουν πια αυτούς που οι ίδιοι ψήφισαν; Εντάξει, ας μην τους ξαναψηφίσουν, για να μην πω ας μην τους ψήφιζαν.
Επειδή τους είπανε πως πρέπει να σταματήσουν να ξοδεύουν πάνω από αυτό που αντέχουν; Η ανακάλυψη της Αμερικής.
Επειδή αισθάνονται πως μια ζωή πληρώνουν αμαρτίες αλλωνών; Λίγο μύθος μου φαίνεται αυτό. Κανείς μας δεν είναι άμοιρος ευθυνών κι επίσης, το έχω ξαναπεί, αν η χώρα μας απολάμβανε οικονομική ευημερία και ανάπτυξη, θα έλεγε κανείς, α, εγώ δε δούλεψα, δε δικαιούμαι να έχω μερίδιο από τα οφέλη; Η πολύφερνη συλλογικότητα είναι για όταν μας βολεύει μόνο; Εγώ ξέρω πως όταν κάνεις μια βλακεία (ή πολλές), ως άτομο ή ως λαός, κάθεσαι και τη λούζεσαι ή το βουλώνεις ή προσπαθείς να τα συμμαζέψεις ή και τα τρία αυτά μαζί. Δε βγαίνεις κι από πάνω.
Αλλά, αυτά τα λέω εγώ, ένα ταπεινό και ανήξερο ζούδι, σίγουρα υπάρχουν πολλά που δεν ξέρω ή δεν υποψιάζομαι καν. Όπως κι αν έχει, εγώ θα πάω τώρα για μπάνιο, πράγμα που φαντάζομαι πως έχουν κάνει κι οι περισσότεροι από τους αγανακτισμένους και δεν τους αδικώ καθόλου κι ελπίζω αυτή τη φορά να βρούμε το δρόμο για την παραλία και να μην καταλήξουμε πάλι σε επικίνδυνα μονοπάτια, όπως την προηγούμενη φορά.

Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

С днем рождения! (Δηλαδή, χαρούμενα γενέθλια στη γλώσσα του Στάλιν)

Καλέ, σήμερα το ιστολόγιο έχει γενέθλια!
Πριν από ένα χρόνο, σαν σήμερα, ανέβηκε η πρώτη ανάρτηση κι αν θέλετε να κατηγορήσετε κάποιον γι’ αυτό, η Μαριλένα είναι ο άνθρωπός σας. Διότι η φίλη μου η Μαριλένα μου ζήτησε πριν από ένα χρόνο να γράψω κάτι για το περιοδικό που έβγαζε τότε κι αυτό το κάτι ήταν η αφορμή να φτιάξω το ιστολόγιο και παράλληλα ήταν το πρώτο άρθρο, αυτό με τη ροζ βαλίτσα και τον πανικό που είχε ξεκινήσει να κατακλύζει και να κατατρύχει τη ζωή μου (μα, δε με λατρεύετε μ’ αυτές τις δύσκολες λέξεις;).
Η αιτία ήταν πως πάρα πολλές φορές εμένα αυτή η ζωή, οι άνθρωποι και οι συνήθειές τους μου δημιουργούν μεγάλες, τεράστιες απορίες κι απλώς ήθελα να δω αν υπάρχουν κι άλλοι που τους συμβαίνει αυτό κι επίσης αν υπάρχει κάποιος που θα μπορούσε να μου τις λύσει. Ταυτόχρονα, ήταν η εποχή που τα ιστολόγια είχαν γίνει πολύ της μοδός, κάνε κι εσύ ένα, μπορείς, κι όπως πολλάκις έχω πει, εγώ ακολουθώ πιστά τη μόδα και όλες τις επιταγές, οπότε πως θα μπορούσα να λείψω από αυτό το blog boom; Αφήστε που από μικρό παιδί μιλάω ακατάπαυστα και το ιστολόγιο μου έδωσε την ευκαιρία να πω επιτέλους όσα θέλω, όποτε θέλω και χωρίς να ενοχλώ κανέναν.
Για όλους αυτούς τους λόγους, λοιπόν, έφτιαξα κι εγώ το ιστολόγιό μου, για το οποίο μπορώ τώρα πια να εξομολογηθώ ανερυθρίαστα (άραγε υπάρχει αυτή η λέξη ή την έφτιαξα εγώ;) πως είμαι υπερήφανη και πάρα πολύ χαρούμενη. Όπως έλεγα σήμερα στη συνάδελφό μου, εγώ χαίρομαι πολύ όταν γράφω και περιμένω ανυπόμονα να έχω τελειώσει όλες τις δουλειές μου για να κάτσω να γεμίσω τις σελίδες. Επίσης, είμαι ικανή να παρατήσω διάφορα πράγματα στη μέση αν μου έρθει έμπνευση να γράψω (ναι, ακόμα και αυτό που φαντάζεστε μπορώ να παρατήσω) και είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να με κρατήσει ξύπνια πέραν της 11ης βραδινής. Και μη σας πω και πόσο ψυχοθεραπευτικό είναι, ξέρετε οι περισσότεροι.
Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι όλα αυτά εγίνανε χάρη στους καταπληκτικούς, υπέροχους, υπομονετικούς, υποστηρικτικούς, πέραν κάθε προσδοκίας μου 57 αναγνώστες μου, τους οποίους ξέρω έναν έναν ξεχωριστά κι ας μην τους γνωρίζω όλους προσωπικά. Είναι περίεργο το συναίσθημα πως έχεις κάποιους φίλους που δεν τους έχεις δει ποτέ (αυτούς που έχεις δει ξέρεις ότι τους έχεις έτσι κι αλλιώς, όχι ότι μετράνε λιγότερο, βέβαια), αλλά έχει και πλάκα.
Και τώρα, επειδή τελείωσε και το Νησί (διότι γράφω Δευτέρα βράδυ, έτσι; Αύριο δεν θα προλάβαινα και θα έχανα τα γενέθλια) θα πάω κι εγώ για ύπνο κα σας ευχαριστώ πολύ πολύ όλους, τους αφανείς και εμφανείς ήρωες.

Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

Το Γυαλισκάρι κι η Κα Γκε Μπε (τι σχέση να έχουν;).

Όλο το χρόνο, πρέπει να ξέρετε, ζω για τη στιγμή που θα ξαπλώσω στην άμμο και θα αντικρίσω τον άσπρο ουρανό και τον ήλιο μέσα από τα πράσινα γυαλιά μου (όλοι οι άνθρωποι φοράνε μαύρα γυαλιά, εγώ φοράω πράσινα) και θα ακούσω το κύμα να σκάει (όταν το επιτρέπει βέβαια η πανάθλια μουσική που ακούγεται από τα τρέντι μπαρ της παραλίας, τα οποία θα απαγορεύσω διά νόμου και ροπάλου όταν γίνω πρωθυπουργός αυτής της χώρας, τα σιχαίνομαι και μου χαλάνε την αισθητική και την ακοή).
Σήμερα, λοιπόν, έφτασε αυτή η ευλογημένη στιγμή κι αυτός είναι ο λόγος που άργησε η συνήθης και, είμαι σίγουρη, πολυαναμενόμενη κυριακάτικη ανάρτηση και που η αδελφή μου θα μου τα ψάλλει πάλι, περιμένουν, λέει, οι αναγνώστες σου.
Είπαμε με την Ελένη σήμερα να πάμε για μπάνιο, αλλά τι να κάνεις που η Ελένη έχει κάνει καμιά 7-8 ξεναγήσεις κι έχει ανακαλύψει πως το νησί έχει κι άλλες, πολύ ωραίες, λέει, παραλίες, στις οποίες γιατί εμείς δεν έχουμε πάει ποτέ; Ας πάμε σήμερα, λέμε, και ξεκινάμε για μια παραλία με το τουλάχιστον καλοκαιρινό όνομα Γυαλισκάρι, στην οποία, βέβαια, δε φτάσαμε ποτέ, διότι, αφού χάσαμε το δρόμο περί τις 17 φορές, περνώντας από το ίδιο σημείο συνέχεια και προκαλώντας χαμόγελα έως βροντερά γέλια σε κάτι παππούδια που κάθονταν σε ένα καφενείο, ανακαλύψαμε τελικά πως δε βρίσκαμε το δρόμο, διότι απλούστατα ο δρόμος δεν υπάρχει πια, τον πάτησε το τρένο και κάτι κλαδιά από πεύκα που είχαν πέσει.
Στο μεταξύ, κοντέψαμε να μείνουμε από βενζίνη στις ερημιές της δυτικής ακτής της Κέρκυρας και να δω ποιος θα μας μάζευε. Τέλοσπαντων, βρήκαμε ένα βενζινάδικο, το οποίο είχε η σύζυγος του Θορ (ξέρετε, ο ξανθός σκανδιναβός γομαροειδής θεός με το τσεκούρι; στο θηλυκό του) που όταν της ζήτησα την απόδειξη για τα 15 ολόκληρα ευρώ που δώσαμε κόντεψε να με τσεκουρώσει, και καταλήξαμε φυσικά στον Κοντογυαλό, παλιά και δοκιμασμένη συνταγή, αφού πάντα εκεί πάμε για μπάνιο, γιατί άραγε πρέπει πρώτα να κάνουμε το τουρ που κάνει η Ελένη στους Ολλανδούς της; Η οποία Ελένη, σε όλη αυτή τη διαδρομή μου είχε σπάσει τα νεύρα, γιατί κάτι έχει πάθει με τις ονομασίες των φυτών και κάθε τόσο με ρώταγε πως λένε το ένα λουλούδι και την άλλη πρασινάδα και μετά προσπαθούσε να τα βρει στα ολλανδικά. Επίσης, διαβάζει τώρα τη «Μικρή ιστορία του κόσμου», εξαιρετικό βιβλίο κατά τα άλλα, που την έχει συνεπάρει και κάθε βράδυ με παίρνει τηλέφωνο και μου διαβάζει τουλάχιστον 5 σελίδες με πληροφορίες για την παγκόσμια ιστορία που της έχουν κάνει εντύπωση.. Στο τέλος της εβδομάδας με εξετάζει κιόλας, για να δει αν τα θυμάμαι. Έλεος, αυτοί οι ξεναγοί είναι περίεργη φάρα.
Τουλάχιστον, στην παραλία χαλαρώσαμε ελαφρώς, ζεσταθήκαμε αρκούντως, κυλιστήκαμε στην άμμο με ευχαρίστηση και αν θέλετε να ξέρετε, μαυρίσαμε κιόλας, βεβαίως, μην κοροϊδεύετε, το σημάδι από το μαγιό είναι εμφανέστατο!
Παράλληλα με όλα αυτά τα ευχάριστα συμβαίνουν και μερικά δυσάρεστα, μεταξύ των οποίων η συνάντησή μου με τη μετεμψύχωση του Στάλιν εις διπλούν, ήτοι τις κυρίες που με εξέτασαν στα ρώσικα κι οι οποίες ήταν κακές, κακές, κακές. Ήθελα να κλαίω, με κοίταζαν σαν ένα ταπεινό και σιχαμερό καπιταλιστικό σκουλήκι και λίγο ακόμα θα φώναζαν την Κα Γκε Μπε να με μπουζουριάσει. Όπως σωστά υποθέσατε, δεν πέρασα τις εξετάσεις, αλλά δεν πειράζει, δεν απογοητευόμαστε ποτέ και για να το θυμάμαι αυτό εγκατέστησα τα Ρώσικα Ρωσίας (μα, είναι χαζοί αυτοί οι υπολογιστές; Τι Ρώσικα Ρωσίας και Ελληνικά Ελλάδας; Υπάρχουν, ας πούμε, Ρώσικα Ιταλίας και Ελληνικά Τουρκίας;) στο πληκτρολόγιό μου, με αποτέλεσμα να μπερδεύομαι μονίμως κι όταν θέλω να αλλάξω τη γλώσσα για να σχολιάσω στο Facebook, να εμφανίζεται κάτι τέτοιο: ушьфш рдшгшгф лфш лш укмеуньутр ьу ещ гфтфырю. Μεγάλη επιτυχία.
Μία τελευταία παρατήρηση σχετική με την εποχή και σας αφήνω: έχω βρει την τέλεια ιδέα για επιχείρηση που θα πιάσει ακόμα και τις δύσκολες αυτές μέρες της κρίσης, που ζούμε. Μια επιχείρηση, η οποία θα αναλαμβάνει να μαζέψει, να πλύνει, να σιδερώσει και να αποθηκεύσει τα χειμωνιάτικα ρούχα, ενώ παράλληλα θα βγάλει, αερίσει και τακτοποιήσει στη ντουλάπα τα καλοκαιρινά. Τέλειο; Εγώ, πάντως, θα πλήρωνα όσο όσο για να μου το κάνει κάποιος αυτό και να με απαλλάξει από τις βαλίτσες και τις στοίβες των ρούχων που σέρνονται επί εβδομάδες στο πάτωμα του δωματίου μου κι όπου συναντάει κανείς τα κοντομάνικα δίπλα στα μάλλινα και τα μαγιό να κάνουν παρέα με κάτι πολύ σέξι φανελένιες πυτζάμες που έχω.
Τώρα, θα πηδήξω αυτές τις στοίβες και θα πάω να κάνω πεντικιούρ, διότι μαζί με τα ρούχα βγαίνουν και τα καλοκαιρινά παπούτσια και δε γίνεται να βγω με τη φτέρνα του ελέφαντα. Σας φιλώ.

Σάββατο, 14 Μαΐου 2011

Το μαύρο φουστάνι μου

Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι από την αρχή, διότι οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους (κι αυτό μπορεί να το βεβαιώσει οποιοσδήποτε δεν έχει κάνει έναν καλό λογαριασμό και τώρα ψάχνει τον καλό του φίλο): εγώ ποτέ δεν θα αγόραζα ένα μαύρο φόρεμα αν δεν ήταν μαζί μου η αδερφή μου. Εγώ μόνη μου θα αγόραζα απλά ένα φούξια ή πουά φόρεμα, προς μεγάλη δυστυχία όλων. Πάντως, το αγόρασα, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, ίσως είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου ή απλά με επηρέασε η αδερφή μου ή, το πιθανότερο, επειδή το φόρεμα έκανε μόνο 12 ευρώ.
Μετά που το αγόρασα, το πήγα στο καθαριστήριο, σε μια πολύ συμπαθητική κυρία στη γειτονιά μου. Αυτό έγινε πριν από μία εβδομάδα κι εγώ ξέχασα το φόρεμα στο καθαριστήριο, διότι το μυαλό μου σταδιακά, σταθερά και αναπόδραστα (η καινούργια αγαπημένη μου λέξη) γίνεται πουρές λόγω των αντίξοων συνθηκών που επικρατούν στην κοινωνική και προσωπική μου ζωή.
Με λίγα λόγια, πήγα χτες το απόγευμα να πάρω το φόρεμα από το καθαριστήριο, μετά από 8 ώρες δουλειά, 2 ώρες μάθημα, 1 ώρα ρώσικα, πληρωμή 3 λογαριασμών και επίσκεψη στο σουπερμάρκετ. Αντιλαμβάνεστε ότι στο τέλος όλων αυτών ημιθανής σερνόμουν στο δρόμο για το σπίτι και τυχαία διέσχισε το μυαλό μου, σαν αστραπή, η σκέψη του μαύρου φορέματος στο καθαριστήριο.
Μπαίνω, λοιπόν, στο καθαριστήριο να πάρω το προδομένο φουστάνι μου κι ήταν εκεί, κρεμασμένο σε μια από αυτές τις σιδερένιες κρεμάστρες, καθαρό, μυρωδάτο, σιδερωμένο, άψογο, σα να περίμενε μια κοπέλα πανέμορφη και καλοχτενισμένη και με απαλό δέρμα, για να γλιστρήσει στους ώμους της.
Το πήρα κι ήμουν τόσο χαρούμενη που είχα ένα τέτοιο φόρεμα, φορτωμένο με τόσες υποσχέσεις για ζεστά και γλυκά καλοκαιρινά βράδια, για πάρτι και ποτά σε ψηλά ποτήρια, για αρώματα και γέλια, για διασκεδάσεις με όμορφα ρούχα και χαρούμενους ανθρώπους. Το κρατούσα και το στριφογύριζα, ξέρετε, όπως τα μικρά παιδιά τη σακούλα με το ψωμί, και στροβιλιζόμουν σε μελλοντικούς χορούς και φανταστικές μουσικές.
Καταλαβαίνετε; Το φόρεμα είναι θαυμάσιο, αλλά ακόμα πιο θαυμάσια είναι όλα αυτά που σου υπόσχεται, αν το ακούσεις. Αν κλείσεις λίγο τα αυτιά σου στις μαυλιστικές, θρηνολογούσες, απελπισμένες σειρήνες της τρομακτικής καθημερινότητας και ακούσεις όλα αυτά που σου ψιθυρίζουν τα μαύρα βραδινά φορέματα, τα ψηλά πράσινα παπούτσια, τα λινά πουκάμισα και οι κοραλλί γραβάτες.
Σου ψιθυρίζουν πως έρχονται ακόμα βράδια με φίλους και γέλια, πάρτι, τάνγκο και γελαστές φωτογραφίες και πως τώρα που αχνοφαίνεται και χαζομυρίζει το καλοκαίρι, μην τα ξεχάσεις αυτά τα ρούχα, να τα βγάζεις πότε πότε και να τα φοράς και να νιώθεις και να περνάς όμορφα, γιατί η δυστυχία δεν θα περάσει. No pasarán.

Κυριακή, 8 Μαΐου 2011

Γερνάω, μαμά (το καλύτερο κλισέ για σήμερα).

Έγινα 31 χρονών.
Σιγά το πράγμα, θα μου πείτε, εδώ ο κόσμος καίγεται, ο Οσάμα μπιν Λάντεν σκοτώθηκε, η χώρα βουλιάζει στην ανυπαρξία, άνθρωποι απολύονται, σχέσεις διαλύονται, φήμες κυκλοφορούν κι εσύ θαρρείς πως κάτι τρέχει στα γύφτικα επειδή έγινες 31 χρονών-επίσης, όλοι οι άνθρωποι το παθαίνουν στα 30 το σοκ, εγώ το έπαθα στα 31, τόσο ανώμαλη πια;
Η αλήθεια είναι πως δεν είναι πια και τόσο φοβερό να γίνεις 31, δεδομένου ότι κάποια στιγμή θα γίνεις και 51 (αν τα καταφέρεις) κι ακόμα χειρότερα, κάποια στιγμή θα γίνει και το παιδί σου 31, οπότε κράτα το σοκ για τότε.
Απλά το ανέφερα, ρε παιδί μου, έτσι, για να μην ξεφύγω από τα κλισέ, που έχουμε πει πως λατρεύω (τα κλισέ είναι ωραία, δυνατά, σταθερά, αναλλοίωτα πράγματα) κι επίσης για να μαζέψω κομπλιμέντα, ξέρετε, «μα καθόλου δε σου φαίνεται», «καλέ, δε σε έκανα πάνω από 25» και τέτοια.
Κι αυτό, αγαπημένοι μου, σταθεροί, 54 αναγνώστες, ήταν μια άσχετη εισαγωγή σε ένα άσχετο άρθρο, διότι εγώ σήμερα πρώτον ξύπνησα το πρωί κι είχα πάθει μια ανεξήγητη άρνηση προς το ιστολόγιό μου, την οποία ευτυχώς για ολόκληρη τη συγγραφική κοινότητα ξεπέρασα με τον πρωινό καφέ, και δεύτερον θέλω να γράψω για τη μαμά μου, ένεκα και της ημέρας, 8 του Μάη, η παγκόσμια ημέρα της μανούλας. Πάντως, δε μπορείτε να πείτε, σας ενημερώνω πλήρως για όλες τις παγκόσμιες ημέρες, θρησκευτικές και εθνικές εορτές, κλπ, έτσι; Παρεμπιπτόντως, προχτές, 6 Μαΐου (χα, βρήκα πως μπαίνουν ο τόνος και τα διαλυτικά ταυτόχρονα, ένα από τα μεγάλα και άλυτα μυστήρια αυτού του κόσμου, ούτε το National Geographic δεν το είχε!), ήταν η παγκόσμια ημέρα κατά της δίαιτας, από τις πιο αγαπημένες μου παγκόσμιες ημέρες. Βέβαια, όπως είπε κι η μαμά μιας φίλης μου χτες, ποιος αργόσχολος άραγε να τις έχει σκεφτεί όλες αυτές τις παγκόσμιες ημέρες; Και ποιος αργόσχολος να ασχολείται μαζί τους; Αλλά αυτή η τελευταία ερώτηση δε μας συμφέρει πολύ, οπότε ας υποκριθούμε πως δεν έγινε.
Τέλοσπαντων, για τη μαμά μου θα σας έλεγα, αλλά πια φαντάζομαι, έχετε μάθει, συνηθίσει και αγαπήσει το αλλοπρόσαλλο συγγραφικό μου ύφος που πηδάει από θέμα σε θέμα με την ευκολία καγκουρό και σας ευχαριστώ γι’ αυτό.
Η μαμά μου, λοιπόν, είναι η καλύτερη μαμά στον κόσμο. Η μαμά μου μου έμαθε τα πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή: πώς να απλώνω τα ρούχα για να χρειάζονται λιγότερο σιδέρωμα, πώς να μαγειρεύω φακές, την υπομονή και την ευγένεια, να ράβω σχεδόν τα πάντα και να διαβάζω οπωσδήποτε δυο σελίδες από το βιβλίο μου πριν κοιμηθώ, όσο και να νυστάζω.
Μου έμαθε να είμαι διακριτική και πρόθυμη, μου έμαθε να είμαι γρήγορη και αποτελεσματική στις δουλειές του σπιτιού, όχι για να είμαι μια καλή νοικοκυρά, αλλά για να έχω περισσότερο χρόνο για έξω, μου έμαθε να βγάζω τις λαδιές από τα ρούχα.
Τη μαμά μου τη θυμάμαι πάντα με ένα εργόχειρο στο χέρι, είτε έραβε είτε κεντούσε είτε έπλεκε, κι όταν ήμουν μικρή κι έμενα ακόμα κοντά της, μου έραβε πάντα πολλά ρούχα κι οι φίλες μου θαύμαζαν πως αυτό το είχε ράψει η μαμά μου. Μάλιστα, μια φορά μου είχε πλέξει ένα φοβερό ντεπιεδάκι, μπλε κολάν και κίτρινο πουλόβερ, α, μα δεν ξέρετε τι ωραίο σύνολο! Κι έπλεξε το ίδιο στη φίλη μου τη Στέλλα και τα φορούσαμε μαζί και χαιρόμασταν , με τη διαφορά ότι η φίλη μου η Στέλλα ήταν, από τότε ακόμα η σκασμένη, 10 πόντους ψηλότερη και 10 κιλά πιο αδύνατη, φαντάζεστε το θέαμα.
Από αυτή έχω κολλήσει κι εγώ τη μανία με τις χειροτεχνίες και βέβαια από τη μαμά μου έχω κληρονομήσει και τη δεξιοτεχνία στα χέρια (τα υπόλοιπα τα πήρα από το Jumbo).
Επίσης, θυμάμαι που της άρεσε να πίνει νεσκαφέ το απόγευμα και με έβαζε να της τον φτιάχνω (από τότε φτιάχνω ωραίους καφέδες) κι εγώ ήθελα να κάνω πολύ πολύ αφρό και τον χτυπούσα κάνα μισάωρο τον καφέ και μετά έφτιαχνα σχέδια με το γάλα πάνω στον αφρό. Γενικά, η μαμά μου έπινε και πίνει αρκετό καφέ και αυτό διότι καπνίζει αρειμανίως: το μόνο που δεν εγκρίνω στη μαμά μου. Όταν ήμουν μικρή και με έστελνε να της πάρω τσιγάρα, εγώ πήγαινα μεν να της τα πάρω, αλλά όταν γυρνούσα τα έκρυβα στο ψυγείο κι έλεγα ότι τα ξέχασα ή τα έριχνα ένα ένα στην τουαλέτα (απαίσιο;). Τέλοσπαντων, κάποτε αποδέχτηκα πως η μαμά μου καπνίζει κι επίσης άρχισε να πηγαίνει μόνη της για τσιγάρα.
Η μαμά μου ήταν πάντα εκεί, όπως και όσο μπορούσε, δυνατή σαν άνθρωπος και αδύναμη σαν άνθρωπος, υπομονετική και δραστήρια, έβρισκε κάθε μέρα τι να μαγειρέψει για πέντε άτομα, έβαζε τασάκια σε κάθε δωμάτιο του σπιτιού (ακόμα και στο μπάνιο έχουμε τασάκι), δε φώναζε, δε μάλωνε, δεν τη φοβόμουν, όταν έφτιαχνε κέικ, μου έδινε να γλείψω το μπολ που είχε χτυπήσει το μείγμα, η μαμά μου ντυνόταν πάντα σαν κυρία κι ας της γκρίνιαζα εγώ που δεν φορούσε τζιν σαν τη μαμά της Μαρίας.
Όταν ήμουν φοιτήτρια, η μαμά ήταν αυτή που γέμιζε τις κούτες με τάπερ με φαγητά και μπισκότα κι εγώ, όταν πήγαινα στο ΚΤΕΛ να τα πάρω, γυρνούσα κλαίγοντας. Κι όταν πήγαινα για διακοπές στη Λαμία και μετά ξανάφευγα, η μαμά μου έβγαινε πάντα στο μπαλκόνι για να με χαιρετήσει καθώς έμπαινα στο ταξί κι ακόμα και σήμερα, 31 χρονώ γαϊδούρα, της λέω, βγες στο μπαλκόνι, ε;
Τώρα πια είμαι πολύ μακριά από τη μαμά μου, αλλά η μαμά μου είναι πάντα κοντά μου και τις Κυριακές τα πρωινά ανάβει τσιγάρο και παίρνει τον καφέ της και με παίρνει τηλέφωνο να πούμε τα νέα της βδομάδας κι άμα καμιά φορά είναι νωρίς και με ξυπνήσει και της γκρινιάξω, το μετανιώνω αμέσως.
Δεν ξέρω να σας πω αν η μαμά μου έκανε λάθη, φαντάζομαι πως σίγουρα θα έκανε, όπως όλα τα ανθρώπινα όντα, ξέρω όμως σίγουρα πως έκανε ό, τι καλύτερο μπορούσε κι ό, τι είχε μάθει από τη δική της μαμά. Προσπάθησε να μου δώσει λίγη από τη σοφία που επιβιώνει μέσα από τις τρομακτικές αλλαγές των γενιών, των χρόνων και των συνηθειών και προσπάθησε όχι να μου δείξει τον κόσμο, αλλά να μου μάθει να τον βλέπω μόνη μου.
Κι αν έχω καταφέρει να την κάνω λίγο περήφανη για μένα, τη μαμά μου, νομίζω πως θα έχω καταφέρει πολλά πολλά πράγματα.

Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

Εφτά είναι πολλά και μάλλον με πείραξαν.

Πρώτη Μαΐου και στη Βαστίλη δεν ξέρω να σας πω τι γίνεται (φαντάζομαι, βέβαια, καθότι άτομο με ιστορική παιδεία), ξέρω όμως να σας πω τι γίνεται εδώ: ως συνήθως, χαμός.
Καταρχήν, σήμερα είναι η εργατική Πρωτομαγιά κι εγώ, ως εργάτις της ζωής ακατάβλητη, γιορτάζω κι επίσης γιορτάζω και διάφορα άλλα πράγματα που έχουν κρατήσει 7 χρόνια. Τα 7 χρόνια, εκτός του ότι είναι όσα χρόνια κράτησε η χούντα (η πολιτική χροιά δε λείπει ποτέ από τα γραπτά μου), είναι και όσα χρόνια κρατά η φαγούρα. Τι θα γίνει από δω και πέρα, δεν ξέρω να σας πω, ίσως πάρουμε ένα απ΄ αυτά τα ξύλινα χεράκια, μπας και μας περάσει η φαγούρα και ησυχάσουμε.
Παράλληλα, περιμένω να γίνω ευτυχής θεία, αλλά η αδελφή μου, που γεννά από μέρα σε μέρα, βρίσκεται στην Αθήνα, όπου και θα φέρει στον κόσμο τα δίδυμα, ω, ναι, δίδυμα και μάλιστα ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, ενώ εμείς οι υπόλοιποι της οικογενείας βρισκόμαστε σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Εγώ, για την ακρίβεια, βρίσκομαι στη Θεσσαλονίκη και αύριο θα βρίσκομαι στην Κέρκυρα, διότι, το έχουμε πει, πια αδυνατώ να μείνω μακριά από το βρωμονήσι πέραν των 10 ημερών. Καγχάστε, χαιρέκακοι Κορφιάτες.
Επιπλέον, περιμένω να μάθω πότε θα δώσω κάτι εξετάσεις στα ρώσικα, τις οποίες θα δώσω επίσης στην Αθήνα, οπότε, όπως φαντάζεστε, εάν δε θέλω να με απολύσουν μία και καλή από αυτή τη δουλειά με τόσες άδειες που θα ζητήσω κι επίσης αν δε θέλω να μου κάνουν χρυσό ανδριάντα στην Aegean, από τα εισιτήρια που θα πληρώσω, πρέπει οι εξετάσεις και η γέννα να συμπέσουν. Πόσο πιθανό είναι αυτό;
Επίσης, αυτές οι εξετάσεις στα ρώσικα είναι εξαιρετικό δείγμα του θράσους που με διακρίνει: που πάω ο Καραμήτρος, να δώσω εξετάσεις στα ρώσικα και μάλιστα προφορικά; Εμένα, τώρα, άμα με ρωτήσετε, ούτε καλημέρα δεν μπορώ να σας πω στα ρώσικα, όχι και για την Κέρκυρα. Εν πάση περιπτώσει, εγώ θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό. Στην καλύτερη περίπτωση, θα γίνω μια ρωσόφωνη ξεναγός, πράγμα το οποίο θα αποτελέσει αιτία πάρτι, και στη χειρότερη, θα γίνω το ανέκδοτο της ημέρας στη ρώσικη πρεσβεία στην Αθήνα, πράγμα το οποίο τελικά δεν είναι και μεγάλο πρόβλημα, αφού έτσι κι αλλιώς, είμαι ανέκδοτο από μόνη μου.
Τέλος, πέρασα την τελευταία εβδομάδα στη Θεσσαλονίκη, όπου εχάλασα ένα κάρο λεφτά, απλά έμπαινα στα μαγαζιά και έβγαζα λεφτά από το πορτοφόλι μου κι έβγαινα κρατώντας σακούλες, μιλάμε για ύβρη, αγαπημένοι μου φίλοι. Επίσης, διαπίστωσα σήμερα στο ταξί που με πήγαινε σπίτι, πως έχω κυριλέψει: στη Ναβαρίνου δεν πάτησα το πόδι μου, μόνο στην Αριστοτέλους και στη Μητροπόλεως περπατούσα, πολύ άσχημο, παιδιά, εγώ που κάποτε αν δεν έβλεπα την Καμάρα δυο φορές τη μέρα, αρρώσταινα.
Ευτυχώς, όμως, υπάρχουν μερικά πράγματα που δεν αλλάζουν ποτέ, όσα χρόνια κι αν περάσουν από την άγρια ναβαρίνεια νιότη μας κι όσο κι αν οι δρόμοι αλλάξουν και πια μετράμε Louis Vuitton κι όχι πανκιά. Πήγα το Σάββατο το βράδυ στη Γαζία, ένα από τα παλαιότερα μπαράκια της πόλης, όπου ένας φίλος μαθηματικός θα έπαιζε την κιθάρα του και η φίλη μου η Δώρα θα τον συνόδευε στα φωνητικά, όπως αρεσκόταν να κάνει όταν ήμασταν 20 χρονών και τραγουδούσε σε ένα μαγαζί που λεγόταν Πέτρινο ή Λίθινο ή κάτι τέτοιο ανάλογο γοτθικό. Εκεί, λοιπόν, στο live του Αποστόλη, όπως είναι ο επίσημος τίτλος της διοργάνωσης, ήταν κι ένας τύπος που φορούσε μια καμπαρντίνα ακαθορίστου χρώματος κι ένα σκουλαρίκι ακαθορίστου μήκους, ο οποίος αποφάσισε πως είναι ποιητής. Και καλά, αυτός το αποφάσισε, εμείς τι φταίμε, που άρχισε να μας απαγγέλει τα ποιήματά του, συνοδεία ενός άλλου τύπου που έπαιζε κιθάρα και νόμιζε ότι είναι ο Μπομπ Ντίλαν. Εγώ στην αρχή τρόμαξα, γιατί αυτός άρχισε να ουρλιάζει στο μικρόφωνο, μάλλον ήθελε να δώσει μια ντανταϊστική νότα. Μετά, εννοείται ότι ξεράθηκα στα γέλια, καθώς ξεκίνησε να μιλάει για το μεροδούλι του έρωτα και μετά να λέει κάτι για έναν επιθετικό δασάρχη και τη Δουλτσινέα, δεν ξέρω αν εννοούσε τη γνωστή του Δον Κιχώτη ή κάποια άλλη. Κι όλα αυτά, αν θέλετε με πιστεύετε, τα είχε βάλει σε ένα ποίημα. Τη συνέχεια την έχασα διότι βγήκα έξω να γελάσω, αλλά έμαθα ότι ο τύπος τα εκδίδει τα ποιήματά του, οπότε θα πληρώσω όσο όσο για ένα αντίτυπο και θα σας το μεταφέρω.
Μετά από όλα αυτά, που πρώτον αναρωτιέμαι αν συμβαίνουν μόνο σε μένα και δεύτερον ευτυχώς που συμβαίνουν για να γελάμε και λίγο, εγώ έκατσα να γράψω, αλλά η αδελφή μου κι ο Γιάννης που βλέπουν Dancing with the stars και σχολιάζουν ασταμάτητα και μιλάνε για τη βλαχοεσάνς που βγάζουν οι χορευτές του λάτιν, δε με έχουν αφήσει καθόλου να συγκεντρωθώ και γι αυτό συγχωρήστε με για την ακατανόητη λογοδιάρροια. Τώρα θα σας αφήσω, μήπως καταφέρω να χωρέσω στη βαλίτσα όλα αυτά τα ψώνια χωρίς να πληρώσω υπέρβαρο.