Σάββατο, 22 Αυγούστου 2015

Σάββατο πρωί.

Μόνο εγώ τα κάνω αυτά, σηκώθηκα, κυρία, η ώρα 6 το πρωί είδα το ξημέρωμα, πήγα για τρέξιμο, καταχαρούμενη που είμαι στην ώρα μου, μπανιαρίστηκα, έβαλα το φακιόλι και ξεκινάω να πάω στις τράπεζες, να κάνω τις δουλειές μου. Μιλάμε για οργάνωση, όμως, έτσι; Έχω μοιράσει τα λεφτά σε φακελάκια, έχω γράψει αριθμούς, σημειώσεις, τα έχω στη σειρά ανάλογα με το που θα πάω πρώτα, όλα, σας λέω, τυπική. Και μετά, μου στέλνει η Έφη τη λίστα με τα γλυκούλια για σήμερα και της λέω, φεύγω, πάω για τράπεζες κι εκεί, έρχεται η στιγμή της αποκάλυψης: σαββατιάτικα; μου γράφει η Έφη. Σαββατιάτικα.
Έτσι τρελαίνεσαι, να ξέρετε. Εδώ, η κάθε μέρα είναι ίδια. Το έχουμε πει, τείνουμε όμως να το ξεχάσουμε. Και κάπως έτσι, βρίσκεσαι να στέκεσαι απορημένος έξω από την κλειστή τράπεζα, Σάββατο πρωί, και τα παιδιά που γυρνάνε απ’ τα μπαρ και τα ξενύχτια, με τα γυαλιστερά τσαντάκια τους στα χέρια και τα υγρά τσιγάρα στα ταλαιπωρημένα στόματα να σε κοιτάνε απλανώς και νυσταγμένα, φωνάζοντας το ένα στο άλλο, γιατί τους έμεινε κουσούρι από τη μουσική στο μπαρ.
Γυρνάω στην Ούρσουλα, που ξαπλώνει αποκαμωμένη στα πλακάκια και της λέω, Ούρσουλα, που θα καταλήξουμε; Θα γίνουμε ποτέ αθρώποι ή θα παραμείνουμε γίββωνες με πετσετέ παντόφλα ξενοδοχείου, να περιφερόμαστε στα πλακόστρωτα, να περιμένουμε τις τράπεζες να ανοίξουν και τις τρίτες εκλογές για φέτος;
Η Ούρσουλα απαξίωσε να απαντήσει κι εγώ στράφηκα στην αρχαία συνταγή, άνοιξα εδώ, μια λευκή σελίδα κι είπα να σας πω τον πόνο μου.
Καλά,όχι ότι έχω και κάναν φοβερό πόνο, τα γνωστά: μολονότι ζω στη Σαντορίνη, πράγμα που στους περισσότερους φαντάζει το απαύγασμα της επιτυχίας (τις περισσότερες φορές και σε μένα), έχω βαρεθεί καλντέρες και τα συναφή, το μόνο που με νοιάζει πια είναι το frozen yoghurt που τρώμε καμιά φορά με την Ευγενία μπροστά στη μητρόπολη. Λέω καμιά φορά πότε θα τελειώσει η σεζό, να φύγω, και μετά λέω και να πάω που και ας μείνω καλύτερα εδώ για πάντα, στο αέναο αλισβερίσι με τους τουρίστες, να ανεβοκατεβαίνω στα λεωφορεία στο διηνεκές του χρόνου, ένας ιπτάμενος Ολλανδός με φακιόλι στο κεφάλι.
Κι επειδή στεναχωρέθηκα τώρα, θα σας πω για προχτές που είχα μια οικογένεια από μαχλαμπούχλες στο γκρουπ, ξέρω γω, Αιγύπτιοι ήταν, Λίβυοι, κάτι τέτοιο τελοσπάντων, κι είχαν 5 παιδιά, το ένα πιο φασαριόζικο, κακομαθημένο και κατασαρομάλλικο από το άλλο. Έλεγα εγώ τα αστειάκια μου, με κοιτούσαν τα παιδάκια ανέκφραστα. Λέω στο φίλο μου τον Παναγιώτη, που είχε έρθει στο τουρ «αυτά έχουν πάθει εγκεφαλικό σίγουρα» και γελάμε, όπως κάνουμε συνήθως με τον Παναγιώτη. Σταματάμε στο γραφικό Μεγαλοχώρι και μου ‘ρχονται τα μαχλαμπούχλικα με ένα παγωτό γρανίτα έκαστο. Δε μπορούμε να πάρουμε τη γρανίτα στο λεωφορείο, δηλώνω απερίφραστα. Και δως του, καταπίνουν τη γρανίτα γκλουπ, με τη μία, γουρλώνουν και τα μάτια και λες, τώρα θα πνιγούν. Πριν συνεχίσω, πρέπει να ξέρετε πως αυτή η σκηνή, με τον χ πελάτη να καταπίνει σούμπιτο αυτό που τρώει, από παγωτό μέχρι σουβλάκι, για να μην το πετάξει, είναι γνωστή σε όλους τους ξεναγούς ανά τον κόσμο. Επιστροφή στα μαχλαμπούχλικα. Λέει, το λοιπό, ο Παναγιώτης, τώρα να δεις εγκεφαλικό, αυτά θα πάθουν brain freeze από τη γρανίτα, θ’ απομείνουν μες στο λεωφορείο και τότε θα σε κοιτάνε ανέκφραστα κι αντί για σάλια, από το στόμα θα τρέχει γρανίτα. Η ξεναγός έφτυσε το μικρόφωνο από τα γέλια κι έτσι πέρασε η μέρα.
Είδατε; Πέρασε η ώρα. Πάω στην τράπεζα. Σας αγαπώ και μου λείπετε όλοι, κι εσέις και τα μωρα σας.



                                 

Κυριακή, 9 Αυγούστου 2015

Εμένα οι φίλες μου.

Πραγματικά, δεν είναι πως έχω κάτι φοβερό να σας πω, αλλά θέλω να σας περιγράψω πόσο αστείες είναι οι φίλες μου. Και για να μην παρεξηγηθώ, εννοώ μερικές από τις φίλες μου. Διότι είμαι πολύ τυχερή και έχω πάρα πολλές φίλες ανά τον κόσμο, που ακόμα κι αν δεν τις παίρνω τηλέφωνο, ξέρουν πόσο τις αγαπώ, πόσο μου λείπουν και πόσο μου κάνουνε τον κόσμο καλύτερο και τα βάρη ελαφρύτερα. Πόσο λιγοστεύει η μοναξιά όταν σκέφτομαι ότι υπάρχουν και πόσο γαληνεύει η τρικυμία όταν τις παίρνω τηλέφωνο. Εμένα οι φίλες μου δεν είναι μαύρα πουλιά, εμένα οι φίλες μου είναι τα πιο λευκά, ανάλαφρα σύννεφα στον ουρανό της ζωής μου, εμένα οι φίλες μου δεν είναι σύρματα τεντωμένα, είναι λυγερές, χρωματιστές, κυματιστές κορδέλες στο καρναβάλι των σχέσεων. Αυτές είναι οι φίλες μου.
Αλλά το βαρύναμε. Δεν είμαστε για βαριά.
Το λοιπό, η φίλη Ευγενία, την ξέρετε τώρα πια, είναι η Ευγενία που όλοι αγαπήσαμε, τρίζει η καλντέρα όταν περνάει η Ευγενία, έχει πέκα με τα ζώδια. Πέκα, όμως. Ξέρει τα πάντα. Το πρώτο πράγμα που ρωτάει είναι «τι ζώδιο είσαι». Στους πράκτορες, όταν πηγαίνει για δουλειά, τους ρωτάει «τι ζώδιο είσαι». Αν και τα ξέρει τα ζώδιά τους ολωνώνε, είμαι σίγουρη. 
Γενικώς, η Ευγενία συμπαθεί τους ανθρώπους. Εκτός από τους Αιγόκερους. Για την Ευγενία, οι Αιγόκεροι δεν είναι άνθρωποι. Είναι κάτι άλλο. Απροσδιόριστο. Θα καταλήξω κάπου, μην ανησυχείτε.
Χτες περπατούσαμε με την Ευγενία στο δρόμο και, ως συνήθως, αυτή έβριζε τους Αιγόκερους κι εγώ κοιτούσα τις βιτρίνες. Και ξεστομίζει η φίλη Ευγενία την ατάκα: «μην πας μακριά», μου λέει, «να, ο Τζίσους ο Κράιστ Αιγόκερως δεν ήταν; Και πήγε και σταυρώθηκε, για να πάρει στο λαιμό του όλα τα κρίματα. Ψυχασθενείς, σου λέω, παιδί μου, ψυ-χα-σθε-νείς!». Ο Τζίσους ο Κράιστ. Εγώ έχω πέσει στο πεζοδρόμιο και γελάω. Δεν υπερβάλλω ούτε παραποιώ τα λόγια της. Το είπε έτσι ακριβώς. Ο Τζίσους ο Κράιστ. Πιστεύω πως γέλασε κι ο ίδιος ο Θεός.
Όχι ότι η άλλη πάει πίσω, η Ελένη. Μιλάμε στο σκάιπ και της λέω, εγω θα φτιάξω ένα τοστ με μερέντα, ζηλεύω, λέει η Ελένη, θα παραγγείλω κρέπα. Παίρνει στην κρεπερί μία φορά για να ρωτήσει αν μπορεί να παραγγείλει μόνο μία κρέπα. Όχι, της λένε. Παίρνει δεύτερη φορά στην κρεπερί να ρωτήσει μήπως μπορεί να παραγγείλει και αναψυκτικό μαζί. Πείτε εσείς τώρα πως είστε η κρεπερί. Πόση υπομονή; Αφού, λοιπόν, της λέω εγώ να πάρει δύο κρέπες και να κρατήσει τη μία για το πρωί, παίρνει τρίτη φορά στην κρεπερί να παραγγείλει τις κρέπες. «Γεια σας, λέει, πήρα και πριν», σώπα, δε σε θυμόμαστε καθόλου, δε μας έχει σπάσει τα νεύρα όλο το βράδυ, «να παραγγείλω θέλω δύο κρέπες και θα κρατήσω τη μία για το πρωί», σκοτιστήκαμε, κοπελιά, πέτα την και στην καλντέρα τη γαμοκρέπα, «αλλά, να σας πω», συνεχίζει η νέμεση του κρεπατζή, που μάλλον κάποια βαριά αμαρτία κουβαλάει, «κοιτάξτε, την προηγούμενη φορά που είχα πάρει κρέπα, στη γωνία η κρούστα έσπαγε, ήταν δηλαδή ξερή. Προσέξτε, μην είναι πάλι το ίδιο, αλλά να μην είναι και νωπό.» Πείτε ξανά πως είστε η κρεπερί. Κενό.
Εγώ, στο μεταξύ, έχω λιώσει, έτσι; Κλείνει το τηλέφωνο και είναι και αγανακτισμένη, ρε, το άτομο αυτό που λέγεται Ελένη, μα, άσε με, μου λέει, την προηγούμενη φορά πέταξα ολόκληρη τη γωνίτσα επειδή ήταν ξερή. Τι λε ρε παιδί μου, πέταξες μια ολόκληρη γωνίτσα, πραγματικά, εκεί μας κατάντησαν. Τώρα σταμάτησα να γελάω. Πόνεσε η κοιλιά μου.
Είδατε, με τούτα και με κείνα, και με λίγη βοήθεια από τους φίλους μου, έβγαλα άρθρο γι’ αυτή την Κυριακή. Την επόμενη, θα σας γράψω για τους οδηγούς μου. Εκεί να δείτε γέλια. Πάω επιτέλους να κάνω μπάνιο.
Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε, κι εσείς και τα μωρά σας.


Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2015

Δυναμικό καμ μπακ, που λέμε και στο χωριό μου.

Να, το έλεγα στην Ελένη, μέχρι το λαιμό είμαι γεμάτη, κι αν έχω πράμα να γράψω, αλλά, το έχουμε πει και θα το ξαναπούμε, κι ας επαναλαμβανόμαστε, ένα μεγάλο βόδι μου πατάει τη γλώσσα κι η Ούρσουλα μου πατάει το χέρι και τα κουμπιά στο πληκτρολόγιο και πώς να γράψω κάτω από αυτές τις αντίξοες συνθήκες;
Γενικώς, αγαπημένοι μου, μακρινοί, γνωστοί και άγνωστοι φίλοι μου, οι συνθήκες είναι αντίξοες. Η ζέστη είναι πολλή. Ο ήλιος είναι καυτός. Τα κορμιά, επίσης. Τα μηχανάκια είναι αμέτρητα. Τα νεύρα είναι τεντωμένα. Οι τουρίστες είναι τρελαμένοι. Οι οδηγοί, επίσης. Η καρδιά είναι πονεμένη. Μες στη γκρίνια είσαι, αδερφέ μου, που λέει και το ανέκδοτο.
Η άσπρη σελίδα, όμως, σαν ασπιρίνη για τον ψυχικό πονοκέφαλο, με κοιτάει ελπιδοφόρα και αμείλικτη ταυτόχρονα και μου λέει, εγώ είμαι ο παράδεισος και η κόλασή σου, εγώ. Η Τάνια λέει ότι ο Χόρχε Μπουκάι λέει πως δεν πρέπει να προσπαθούμε να αποφύγουμε τον πόνο, ότι αυτή είναι μια κάλπικη συνήθεια της δυτικής κοινωνίας. Κι ότι ο πόνος είναι κομμάτι της συναισθηματικής μας ωρίμανσης κι ότι πρέπει να τον ζούμε και να τον κάνουμε μέρος μας. Εγώ λέω ότι ο Χόρχε Μπουκάι προφανώς δεν είχε ποτέ περίοδο, να έρθει τότε να μου πει να κάνω μέρος μου τον πόνο.
Ξέρετε, φυσικά, γιατί δε γράφω, έτσι; Γιατί φοβάμαι αυτά που θα βγουν από τον στόμα μου. Ναι, ναι, αρσενικό είναι ο στόμας, όπως λένε εδώ, στη Σαντορίνη, ο μπουφάς, ο φερμουάς, δεν έχει άλλα γένη, μόνο αρσενικά, σαν αυτά τα αυθεντικά, τα τριχωτά, με την αλυσίδα στο λαιμό να ξεπροβάλλει από το πουκάμισο και το λάγνο βλέμμα να σε ακολουθεί παντού. Παραληρώ, όμως. Σύνηθες το φαινόμενο. Χείμαρρος, σου λέει, η δικιά σου.
Στα πελατάκια να δείτε τι λέω. Το τι κοτσάνα πετάω, δεν περιγράφεται. Τώρα, τα έχω κόψει σχεδόν τελείως τα ιστορικά, τα αρχαιολογικά και τα τοιαύτα, λέω μόνο κάτι ανόητα αστεία και γελάω μόνη μου στο μικρόφωνο. Έτσι τρελαίνεσαι, να ξέρετε. Τελευταίως, έχω βρει ένα πολύ ωραίο, το είπα μια μέρα κατά τύχη και τους άρεσε και το λέω τώρα στάνταρ. Φυσικά, δε θα το γράψω εδώ, να έρθετε στη Σαντορίνη, να ακούσετε την καλύτερη ξεναγό του νησιού και τα αστεία της live!
Σε άλλα νέα, εδώ. Η Ευγενία προσπαθεί πάντα να πάει στη Ρώμη, η Τάνια διαβάζει Χόρχε Μπουκάι και προχτές πήγε να παίξει Scrabble η ώρα μία το πρωί, αυτά βλέπω και παρηγοριέμαι, ο κατάπτυστος πρώην έχει γίνει θέαμα στην κοινωνία γιατί φιλοξενεί συνέχεια διάφορους κι έρχονται οι οδηγοί και μου λένε για τις ξανθιές που πηγαινοφέρνει, οι συνεργάτες μου έχουν ανέβει όλοι στα κλαριά (προσφιλής έκφραση του κυρίου Νίκου, που είναι κάτι ανάλογο με το έχω πάθει κάτι άσχημο), η Ούρσουλα, η γάτα, κοιμάται πάνω στην κοιλιά μου και με ζεσταίνει, τα αγόρια μου που δουλεύουν στην παραλία που πηγαίνω καθημερνώς για φαγητό σταματάνε ό,τι κάνουν και παγώνουν σε στάση προσοχής μόλις περάσει καμία κοπέλα με τσουπωτό πωπό, παγώνουν όμως, δε φαντάζεστε, μένουν. Την άλλη φορά, ο άλλος παραλίγο να αδειάσει το ριζότο θαλασσινών στην ποδιά της κυρίας. Αχ, τ’ αγόρια μου, έχουν πλάκα, όμως, τα αγαπώ.
Αυτά, μόνο. Γιατί τα υπόλοιπα αγόρια έχω αρχίσει και τα απεχθάνομαι. Εντάξει, το παραδέχομαι, η κακή αρχή έγινε με τον κατάπτυστο που μου ράγισε την καρδιά, τώρα που πέρασε ο καιρός, ας το πούμε κι αυτό, κάποια πράγματα πρέπει να ειπωθούν, συνεχίζεται όμως το κακό. Συζητάμε με την Ελένη, ξανασυζητάμε, με την Τάνια, την Ευγενία, άκρη δε βγάζουμε, να πάρει.
Εγώ με την αγάπη μάλωσα, ας το πάρω απόφαση. Δεν είναι ότι δε βρίσκω να μου αρέσουν, βρίσκω, αλλά πάλι μου ραγίζουν την καρδιά, δεν είμαι εγώ μάλλον για σχέση, παιδιά, κι αυτή που είχα τόσα χρόνια, κατά τύχη την είχα, όλοι με θέλουν για φίλη, τι κακό κι αυτό, σου πιάνουν τα χέρια και τα πόδια και μετά είναι φίλοι σου, που έλεγε και η Αναστασία στο πανεπιστήμιο. Σε βλέπω, λέει, φιλικά, εντάξει, λέω εγώ, φιλικά, δεν τίθεται θέμα, δε βαριέσαι τώρα, θα μαλώσουμε; Καταρχάς, αυτό το φιλικά εγώ το βρίσκω εξαιρετικά χαζό. Κι εδώ επιβεβαιώνομαι που λέω ότι τα αγόρια είναι χαζά. Διότι, φίλε μου (αφού προχτές μου ζήταγες φιλιά και τώρα μου ζητάς φιλία), είπα εγώ να είμαστε εχθροί; Φίλοι! Αν είχες λίγο μυαλό στην κεφάλα σου, θα συνδύαζες βουνό και θάλασσα και θα ήμασταν όλοι ευχαριστημένοι. Τώρα, βέβαια, θα μου πείτε και θα έχετε και δίκιο, κοπελιά, μη χρυσώνεις το χάπι, δε σε θέλει, είναι ηλίου φαεινότερον. Βλέπετε τώρα γιατί δεν ήθελα να γράψω, έτσι;
Δεν πειράζει, όμως, θα ζήσουμε, εδώ δεν πεθάναμε για το ομορφότερο αγόρι του κόσμου, θα πεθάνουμε για κάποιο άλλο; Κι άλλωστε, γίνονται, Παναγία μου, τόσα πράγματα στον κόσμο, δεν προλαβαίνω να διαβάζω και να φρικάρω, κι εγώ ασχολούμαι με τα αγόρια.
Ξέρω ότι πια δε μου έχετε καμία εμπιστοσύνη, αλλά να, είμαι κι εγώ λίγο σαν τον Τσίπρα: αναλαμβάνω την ευθύνη για την έλλειψη σχεδίου και συνέχειας και επειδή μου έχετε αδυναμία, με συγχωράτε και με ξαναδιαβάζετε.
Φυσικά, όπως πάντα, σας αγαπώ όλους και μου λείπετε. Κι εσείς και τα μωρά σας.