Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

«Αυτό είναι η κόλαση, αφέντη: δύο άνθρωποι μαλωμένοι μες στο σκοτάδι. Το γράφουν τα βιβλία σου αυτό;»



Αχ, αγαπημένοι μου φίλοι, συναγωνιστές και αναγνώστες, εδώ είμαι, δε σας ξεχνώ ούτε κοιμήθηκε η μούσα μου, εμένα με πήρε ο ύπνος, με φάγανε οι συναναστροφές και τα ταξίδια (τα ‘χει πει ο κύριος Μάκης όλα, κάτοικος εθνικής οδού) και γι’ αυτό εξηφανίσθην. Κατοικοεδρεύω στην εξωτική και κοσμοπολίτικη Λαμία, με κάποια μικρά διαλείμματα στην κάπως λιγότερο εξωτική Αθήνα, όπου εγώ περνάω πολύ ωραία όταν πάω για διακοπές, διότι οι περισσότεροι φίλοι μου είναι εκεί, με όλα τους τα παιδιά, και νομίζω πως θα μετοικήσω μόνιμα στην Αθήνα, ω του θαύματος, ναι, εγώ, που έβριζα και καταριόμουν κάθε φορά που πήγαινα. Αλλά, τι να σας πω, αγαπημένοι μου, οι σταθερές είναι για να κουνιούνται και οι απόψεις για να αναθεωρούνται. Και η Αθήνα, άμα έχεις λεφτά, χρόνο, φίλους και αυτοκίνητο, είναι τέλεια. Κι επειδή είμαι πολύ άπλα, που λέει κι η φίλη Ευγενία, τα έχω όλα αυτά ή θα τα έχω του χρόνου το χειμώνα.
Ως τότε, όμως, θα μείνω εδώ, στη Λαμία, στην κάμαρά μου την παιδική, όπου η ζωή τσουλάει τρίζοντας δυνατά, γιατί εδώ είναι όλοι κουφοί και δεν ακούνε. Έχω βραχνιάσει από τις φωνές, αλλά τώρα το έχω μάθει και αρθρώνω μικρές, σύντομες, περιεκτικές φράσεις αρκούντως μεγαλοφώνως. Η δε τηλεόραση παίζει σε ντεσιμπέλ ασύλληπτα για το ανθρώπινο αυτί, πιστεύω πως όπου να ‘ναι, θ’ αρχίσουν να μαζεύονται φάλαινες και δελφίνια έξω από το σπίτι μας, υπακούοντας στο απόκοσμο κάλεσμα που ξεχύνεται από τα παράθυρά μας. Χτες, ακούγαμε το Θεοδωράκη σε dolby stereo surround, παραλίγο να παρεξηγηθούμε από τη γειτονιά, να μας σταμπάρουν ως φιλελεύθερους, όπως γινόταν παλιά με τον άλλον τον Θεοδωράκη-ξέρω, τώρα, βλασφημία θα πείτε, αλλά πότε ισχυρίστηκα εγώ ότι δεν είμαι βλάσφημη;
Κατά τα άλλα, η Λαμία είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα πόλη, έχει περίπου 14 εκ. καφετέριες, όλες ίδιες, έχει και κάνα δυο ουζερί, τα οποία τα μετρήσαμε με τις αδερφές μου, όλα. Είναι μια πολύ τυπική επαρχιακή πόλη, τόσο τυπική να φανταστείτε, που ένα ηλιόλουστο μεσημέρι, σε έναν από τους πεζόδρομους του κέντρου, είχε κινητοποιηθεί όλη η πυροσβεστική δύναμη για να σώσουν ένα γατάκι που είχε παγιδευτεί στα ρολά ενός καταστήματος, πιο γραφικός πεθαίνεις, σας λέω.
Πήγα κι άλλη μια βόλτα στη μεγάλη πολιτεία και τώρα που γύρισα, εκτός του ότι χαζεύω με τα ανίψια μου (-μαμά, δε θέλω να φύγει η θεία Κατερίνα, -ούτε εγώ, αγάπη μου, ποιος θα πλένει τα πιάτα μετά;), αποφάσισα να κάνω κι εγώ μια ανασκόπηση, αν κι εμένα αυτή η λέξη μου θύμιζε ανέκαθεν τη λέξη ανασκολοπισμό, αίσχος, και παράλληλα να κάνω μια ευχή για το νέο έτος.
Το 2014 εγώ προσωπικά πρώτον έβγαλα περισσότερα λεφτά, πράγμα που από μόνο του είναι μια μεγάλη πρόοδος, δεύτερον έκανα κι άλλους φίλους, if it is possible, τρίτον έφαγα έναν ηφαιστειακό μύδρο στο κεφάλι, που μου το άνοιξε με κάθε έννοια που μπορείτε να φανταστείτε και τέταρτον διάβασα μερικά πολύ ωραία βιβλία. Οπότε, το 2014 για μένα ήταν τουλάχιστον μια όχι βαρετή χρονιά. Για τα λεφτά δεν έχω τίποτε άλλο να σας πω πέραν του ότι τα ξοδεύω αναιδώς και θα χρειαστώ έρανο ή προκαταβολή από το αγαπημένο μου τουριστικό γραφείο για να πάω το Μάρτιο στο νησί και να πιάσω δουλειά, αλλά what the fuck, τα λεφτά είναι για να τα τρως. Για τους φίλους , αν σας πω, θα κλάψω και δεν το θέλω, οπότε δε θα σας πω, είναι παλιά κινεζική παράδοση, να μην κλαις την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, διότι φέρνει ατυχία. Για τον ηφαιστειακό μύδρο επίσης δε θα σας πω, και επειδή τα έχει πει όλα η Μποφίλιου: παρέα μόνο σας ζητώ, δε θέλω να το συζητώ, αν θέλεις να μιλήσεις, το κάνεις πριν κυλήσεις.
Οπότε θα σας πω για τα βιβλία, είναι γνωστό ότι εγώ μετράω τις μέρες με λέξεις και τα χιλιόμετρα με σελίδες. Φέτος, για μένα ήταν η χρονιά του Ισίδωρου Ζουργού, ο οποίος είναι ένας δάσκαλος που ζει στη Θεσσαλονίκη και στις καρδιές μας. Θυμάμαι χαρακτηριστικά την Τάνια και τη Θεοδώρα να διαβάζουν την Αηδηνόπιτα το καλοκαίρι στην καλντέρα και κάθε μέρα να ανακαλύπτουν το δυσνόητο και ταυτόχρονα λαγαρό σύμπαν του Ισίδωρου. Οπότε, το καλύτερο βιβλίο του 2014 για μένα, ήταν οι Σκηνές από το βίο του Ματίας Αλμοσίνο. Τι να λέμε τώρα, ο Ματίας Αλμοσίνο έγινε ο κολλητός φίλος όσων διάβασαν αυτό το βιβλίο, ταξίδεψαν μαζί του σε ολόκληρη τη μεσαιωνική και πολύχρωμη Ευρώπη, άκουσαν μαζί του όλες τις ιστορίες του κόσμου, έμαθαν όλα τα γιατροσόφια της γης, περπάτησαν στη Βενετία, τη Βασιλεία, το Σελανίκ, τη Ρωσία, αγάπησαν όλους τους ανθρώπους που αγάπησε αυτός. Ο Ματίας Αλμοσίνο, τι ωραίο βιβλίο, πολύχρωμο, πολυεθνικό, καταιγιστικό.
«Η δίψα του ταξιδευτή είναι άσβεστη, Λουντοβίκο, και οι κοίτες απ’ τις ιστορίες είναι ρηχές, δε φτάνουν, γιατί φλέγεται να συναντήσει το Θεό μέσα από τους δρόμους του κόσμου», είπε ο Ισίδωρος και μας έστειλε αδιάβαστους, που λένε.
Εκτός, όμως, από το Ματίας Αλμοσίνο, έχω για φέτος άλλα δύο βιβλία: Η καρδερίνα και, φυσικά, πως θα μπορούσα εγώ να ζήσω δίχως το Χαρούκι, Ο άχρωμος Τσουκούρου Ταζάκι και τα χρόνια του προσκυνήματός του.
Το πρώτο, της Ντόνα Ταρτ, που όταν εμείς (εγώ κι οι αδελφές μου, δηλαδή) διαβάζαμε Ντόνα Ταρτ, οι υπόλοιποι πηγαίνανε ακόμα είναι πραγματικά συγκλονιστικό, μιλάει για την ιστορία του Θίο, άλυτα δεμένη με την ιστορία ενός (υπαρκτού) ζωγραφικού πίνακα, που απεικονίζει μια καρδερίνα. Τεράστιο, αλλά διόλου βαρετό, συναρπαστικό και άνευ προηγουμένου. Κι ο Τσουκούρου Ταζάκι; Ε, τι να λέμε τώρα, Χαρούκι, τα βιβλία του θυμίζουν ήσυχα ρυάκια το φθινόπωρο σε έναν πράσινο, υγρό, σκοτεινό και φιλικό κήπο ζεν. Τι άλλο να ζητήσει κανείς από τη ζωή;
Μιλάμε για το άτομο που έχει γράψει τη φράση :«Η κουζίνα γέμισε από τη μυρωδιά του καφέ. Μυρωδιά που χωρίζει τη μέρα από τη νύχτα.» και σ’ αυτές τις λέξεις, πράγματι, χώρισε τη μέρα από τη νύχτα.
Αγαπώ τα βιβλία, όλα, έχω ζήσει χίλιες ζωές με τα βιβλία και θα ζήσω άλλες τόσες κι αυτό δεν αλλάζει με τίποτα. Εύχομαι, το λοιπό, για το 2015, να συνεχίσω έτσι και να διαβάσω ακόμα μερικά όμορφα βιβλία κι εύχομαι να έρθει σε όλων σας τις ζωές ένας έρωτας καταιγιστικός σαν τη ζωή του Ματίας, ήσυχος και ταυτόχρονα πολυεπίπεδος σαν τις ιστορίες του Χαρούκι και φωτεινός σαν τα κίτρινα φτερά της καρδερίνας. Επίσης, εύχομαι το 2015 να γελάσουμε όσο δε γελάσαμε όλες τις υπόλοιπες χρονιές, να πονέσουν οι κοιλιές μας από τα γέλια.
Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε-και να περάσετε όμορφα απόψε, να προσέχετε να μη θαφτείτε από τα χιόνια. Χαρούμενη, χρυσή Πρωτοχρονιά από τον Αη Βασίλη με το λαούτο.



Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

Ε, να, εδώ, τα λέμε.



Λοιπόν, έχω ανοίξει το βιντεάκι με τη γυμναστική να με περιμένει, διότι δε σας έχω πει, αλλά ξεκίνησα το φθινόπωρο (που φθίνουν οι οπώρες και αυξάνουν οι θλίψεις) ένα challenge, δηλαδή ένα πρόγραμμα γυμναστικής 90 ημερών, το οποίο έχω τηρήσει με ευλάβεια ως τώρα, αλλά σήμερα, που είναι, η Παναγιά μαζί μου, η 80η μέρα, εμένα με έχουν φάει οι συναναστροφές κι έχω ανοίξει, όπου λέτε, το βιντεάκι και προσπαθώ να σηκωθώ να το κάνω το ρημάδι κι η έρμη μάνα έρχεται κάθε τόσο και με ρωτάει «τελείωσες, παιδί μου, τη γυμναστική;» γιατί θέλει να πλύνει τη βεράντα αλλά δε μπορεί να πλύνει τη βεράντα χωρίς εγώ να έχω κάνει ντους, αντιλαμβάνεστε, οπότε τώρα της λέω, πλύνε, μανούλα, τη βεράντα, διότι μου ήρθε και όρεξη να γράψω και πάει η γυμναστική περίπατο. Ας πάρω μια ανάσα τώρα.
Καταρχάς, έχω σήμερα να δηλώσω πως είδα μια παλιά φωτογραφία στο facebook, όπου σχολίαζαν η Ρενάτα κι η Ελένη και ήθελα να κλαίω, γιατί μου λείπουνε και οι 2 πάρα πολύ, αλήθεια. Θυμήθηκα που καθομάστι (λαμιώτικη ντοπιολαλιά) στην κουζίνα μας στην Κέρκυρα και τρωγοπίναμε εμείς κι η Ελένη κάπνιζε αρειμανίως και γελούσαμε. Επίσης, θέλω να δηλώσω πως είμαι ευτυχής και ευλογημένη που τις έχω, κι αυτές και όλους τους άλλους.
Και μετά από αυτά τα δακρύβρεχτα, ευπειθώς αναφέρω πως αύριο βγαίνω στους δρόμους. Ξεκινάω μαθήματα οδήγησης. Πιάνω τιμόνι στα χέρια μου. Ελπίζω μόνο, που λέει κι η Βιβή, να μη σκοτώσω κάναν άνθρωπο. Υποψιάζομαι πως μετά από μένα, ο δάσκαλος θα συνταξιοδοτηθεί πρόωρα. Θα σας κρατώ ενήμερους για την πρόοδό μου. Το απώτερο και, για μερικούς, σατανικό σχέδιό μου είναι το Μάρτιο να πάω στη Σαντορίνη με αυτοκίνητο-βέβαια, έχω δύο βασικά άγχη: πως θα το βάλω στο καράβι χωρίς να βουλιάξει το ίδιο το καράβι και πως θα ανέβω τον Αθηνιό (όπου Αθηνιός είναι το λιμάνι της Σαντορίνης με έναν δρόμο που ομοιάζει με ειδική διαδρομή). Για το καράβι, μου είπανε πως έχει εκεί ανθρώπους του καραβιού που σε βοηθάνε-ε, και, τι; Θα πάω εγώ στο μούτσο και θα του πω, συγγνώμη, μου το βάζετε λίγο στο καράβι; Θα έχουμε πρόβλημα. Και για τον Αθηνιό, το έχω αποφασίσει, τόσοι οδηγοί εκεί πέρα, θα πάρω έναν τηλέφωνο, να έρθει να το ανεβάσει, μη σας πω, θα το αφήσω στο λιμάνι μέχρι τον Οκτώβριο που θα ξαναφύγω, α, ωραίο αυτό, τώρα το σκέφτηκα. Το σίγουρο είναι ότι θα γελάσουμε.
Ακόμα ένα θα σας πω και θα πάω επιτέλους να κάνω τη γυμναστική μου (ντους, βεράντα, κλπ), σήμερα, παιδιά μου, βρέθηκα μπροστά στο θησαυρό του Σολομώντα. Η αδελφή του νονού μου, ναι, ξαναδιαβάστε το, η αδελφή του νονού μου, έκλεισε τη μπουτίκ ρούχων που είχε και μας έστειλε μία απίθανη ποσότητα υφασμάτων, χειμωνιάτικα, καλοκαιρινά, πουά, ριγέ, λινά, παρδαλά, δαντέλες, κουμπιά, μιλάμε όμως για μια απίθανη ποσότητα, καταλαβαίνετε, εγώ έπαθα ντελίριουμ τρέμενς, άνοιγα τα υφάσματα, τα τυλιγόμουνα, οραματιζόμουνα φουστάνια και κολιέ, δε μπορώ να σας περιγράψω, μια πολύ ευχάριστη έκπληξη, θα ράβω μέχρι την άνοιξη. Ήθελα να βγάλω και μια φωτογραφία, να σας δείξω, αλλά θα τα δουν οι αδερφές μου και θα προλάβουν τα καλά, ενώ τώρα θα διαλέξω εγώ πρώτη.
Έτσι που λέτε. Τώρα, μόλις τελείωσε η βεράντα, οπότε θα διακόψω το παραλήρημά μου και θα πάω επιτέλους να κάνω γυμναστική. Να μην επαναλαμβάνομαι, σας αγαπώ όλους και μου λείπετε.

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Ένα μεγάλο βόδι μου πατάει τη γλώσσα...



… (που έλεγε κι εκείνος ο άλλος, φίλε μου) κι έτσι απολογούμαι διά την καθυστέρηση, η οποία βεβαίως βεβαίως, έγινε ιδιαιτέρως αισθητή, να, χτες, μια κοπέλα, που δεν την είχα ξαναδεί στη ζωή μου, με ρώτησε πότε θα ξαναγράψω, αυτό δε μου έχει ξανασυμβεί, ήτανε μια αποκάλυψη. Αλλά, είχα εκείνο το βόδι.
Τι να σας πω τώρα, να, εδώ, πήγα στη μεγάλη πολιτεία, γύρισα, ξοδεύω τα λεφτά μου, στενοχωριέμαι για το Ρωμανό και αναλογίζομαι το μέλλον μας.
Διάβασα τώρα μόλις αυτό που έγραψε ο Μαραβέγιας στο facebook, για τη βία των ημερών μας, και εκτός που ήθελα να κλαίω (όπως έλεγε και η Σοφία τους ανύποπτους εκείνους καιρούς της Σχολής Ξεναγών) και νευρίασα για τη χολή που φαίνεται να ξερνάνε όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι για όλους ανεξαιρέτως τους υπόλοιπους ανθρώπους, αποφάσισα πως ήρθε η ώρα να γράψω κι εγώ. Όχι ότι φτάνω το Μαραβέγια, αλλά, έτσι, για την ψυχανάλυσή μου.
Εδώ, στην Εγνατία 75, η ζωή συνεχίζεται όσο κανονικά μπορεί. Η αδερφή μου κι εμείς από κοντά, κοιμάται και ξυπνάει με την έννοια του Ρωμανού στο μυαλό της. Να, προχτές, είχε αϋπνίες και σηκώθηκε και ξάπλωσε στον καναπέ, ξυπνάω εγώ μες στ’ άγρια χαράματα, πάω να δω που είναι, μισοκοιμισμένη εγώ, μισοκοιμισμένη αυτή, μαύρα ξημερώματα έξω, και χωρίς καν να ανοίξει τα μάτια της μου λέει: «πέθανε ο Ρωμανός, άκουσα κάτι συνθήματα στο δρόμο τη νύχτα», αγριεύομαι εγώ, ακόμα το μάτι δεν είχε ανοίξει, σας λέω, μέχρι να πάρει μπροστά το μόντεμ και να ανοίξω το ίντερνετ, κόντεψα να μείνω από την τρομάρα. Πριν κοιμηθούμε και μόλις ξυπνήσουμε, αντί για καλημέρα-καληνύχτα, εμείς λέμε Ρωμανός. Ήμαρτον.
Και μη φανταστείτε που είμαστε τίποτε πορωμένοι, απλοί άνθρωποι είμαστε, λίγο ψυχοπονιάρηδες μόνο. Αυτή η ψυχοπονιά μας έχει φάει. Κι αυτό το παλικάρι, όμως αδερφέ, όπως έλεγε κι η γιαγιά μου, ο διάολος απ’ τα ποδάρι το ‘χει πιάσει, τόσο πείσμα πια ούτε ο Γιώργος, ο εξάχρονος γιος της Στέλλας δεν έχει, που ήταν ικανός να κρατάει στο στόμα του μία πατάτα 2 ώρες για να μη φάει μια μπουκιά σνίτσελ.
Για να μην επεκταθώ στο θέμα του Ρωμανού και μαλώσουμε, θα σας πω πώς πέρασα στη μεγάλη πολιτεία. Με δύο λέξεις θα σας το πω, πολύ συνοπτικά: πολύ γέλιο.
Τις μισές μέρες τις πέρασα στο σπίτι της Βίβιαν και του Στέφανου, μόνο που τώρα ήταν εκεί και το μωρό, που σα να μην ήταν, το γλυκούλι, τόσο ήσυχο και διακριτικό το μωρό αυτό, τι να σας πω! Τις άλλες μισές τις πέρασα στο σπίτι της Στέλλας, ώσπου ο προαναφερθείς Γιωργάκης αναφώνησε ρώτησε τη μαμά του αν «η Κατερίνα θα μείνει μαζί μας όλο το χρόνο». Μετά, ο καημένος έπαθε κοξάκι, μια εξανθηματική παιδική ασθένεια, την οποία η Στέλλα μυστηριωδώς θυμότανε από τα παιδικά μας χρόνια, κι έμεινε μέσα μια βδομάδα βλέποντας παιδικά στην τηλεόραση-το όνειρο κάθε παιδιού. Κάθε φορά που έβγαινα έξω, μου ζητούσε να του φέρω κάτι από τα μαγαζιά, εγώ του έφερνα παιχνίδια με χειροτεχνίες, τα οποία μου τα πετούσε στο κεφάλι και μετά πολύ σοβαρά μου δήλωνε «Κατερίνα, με απογοήτευσες πολύ σήμερα».
Όταν δεν έβλεπα παιδικά μαζί με το Γιώργο και τη μάνα ρέιβερ (τη μαμά της Στέλλας, δηλαδή, μία θεότητα απλά), περπατούσα άσκοπα στην Αθήνα, μπαινόβγαινα στα μετρό, συναντούσα παλιούς και καινούργιους φίλους, πήγα μια φορά και στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο για να μην ξεχνιόμαστε, αφού βέβαια πρώτα χάθηκα με την Αθανασία, αυτή περίμενε στην Ακρόπολη κι εγώ στο Εθνικό Αρχαιολογικό και για κάνα τέταρτο μιλούσαμε στο τηλέφωνο προσπαθώντας να ξεδιαλύνουμε το μυστήριο, ξεναγός, τώρα, έτσι; Να έχω γκρουπ και να μην ξέρω τη διαφορά ανάμεσα στο μουσείο της Ακρόπολης και το Εθνικό Αρχαιολογικό, τρομάρα μου.
Η Αθήνα είναι μια πόλη απερίγραπτη, πραγματικά, δε μπορώ να την περιγράψω, εκεί που πάω να βρίσω και να σιχτιρίσω και να πάω στη μικρή κι αγαπημένη επαρχία, εκεί αντικρίζω κάτι θαυμαστό και χάνομαι στο πλήθος και βλέπω έναν κίονα κι ένα πλακόστρωτο και χαίρομαι ξανά.
Τα βράδια βγαίναμε στην τροπική ζέστη (αυτό που τον Οκτώβριο στο νησί το δαγκώνουμε από το κρύο και το Δεκέμβρη στην ηπειρωτική Ελλάδα είμαστε με το κοντομάνικο, με έχει κουράσει) των δρόμων και οδηγούσε (βρίζοντας) η Στέλλα κι εγώ χάζευα τα φώτα να περνάνε και προσπαθούσα να καταλάβω που ήμαστε-ανεπιτυχώς. Κάναμε και το απαραίτητο reunion και ήμασταν έτοιμοι να φτιάξουμε βαλίτσες και να πάμε εκείνη τη στιγμή στο Ελ. Βενιζέλος και να πάρουμε το πρώτο αεροπλάνο για οπουδήποτε, από Ντουμπάι μέχρι Κωνσταντινούπολη, και να παρατήσουμε τα πάντα, παιδιά, δουλειές, σκυλιά, αλλά ευτυχώς δεν το κάναμε, μόνο κουτσομπολέψαμε παλιούς συμμαθητές, που εγώ δεν ήξερα καν ότι υπάρχουνε κι οι υπόλοιποι τους έχουν και φίλους στο facebook. Ο Βασίλης μας περιέγραψε την περιπέτεια που έχει με το κινητό του, το οποίο παίρνει πρωτοβουλίες κι έχει συγχωνεύσει τον αριθμό της Στέλλας (πολύ καλή φίλη) με τη φωτογραφία και τον αριθμό του-ας-τον-πούμε-Κίτσο Τζαβέλλα (προϊστάμενος). Καταλαβαίνετε. Στέλνει η Στέλλα μήνυμα «πάμε για κάνα καφέ το Σάββατο», αγχώνεται ο Βασίλης, αμάν, κάτι θέλει να μου προτείνει ο Κίτσος Τζαβέλλας. Τηλεφωνεί η Στέλλα, δεν το σηκώνει ο Βασίλης (κολλητιλίκια με τον προϊστάμενο δε θέλει), τον βρίζει η Στέλλα. Μιλάμε για πολύ γέλιο, μέχρι που βάλαμε τη Στέλλα να πάρει τηλέφωνο το Βασίλη εκείνη την ώρα μόνο και μόνο για να δούμε τη φωτογραφία του Κίτσου Τζαβέλλα να βγαίνει στην οθόνη. Κλαίγαμε.
Με τούτα και με κείνα, πέρασαν οι μέρες στη μεγάλη πολιτεία, φόρτωσα κι εγώ την καινούργια, χρυσαφιά, σκληρή βαλίτσα μου, πήρα ένα τρένο και γύρισα. Μετά που γύρισα, πήγα στον ΟΑΕΔ για να κάνω αίτηση για ταμείο ανεργίας κι όταν είπα ότι είμαι ξεναγός και θέλω να βγάλω κάρτα ανεργίας με κοιτούσανε σα να είπα ότι είμαι λεπρή. Για κάνα μισάωρο είχανε μαζευτεί 5-6 και συζητούσανε, μετά ένας στάθηκε στη μέση και φώναζε αν ξέρει κανείς τίποτα για τους ξεναγούς, μωρέ, τι επάγγελμα περίεργο είναι αυτό, μη δεν είναι επάγγελμα κι είναι αρρώστια και κολλάει κιόλας και πάθουμε και τίποτε. Με τα πολλά, την έβγαλα την κάρτα ανεργίας και τώρα περιμένω τα λεφτά, διότι αυτά της σεζόν, πάει, τελειώσανε.
Τελειώσανε τα λεφτά, αλλά καλή καρδιά, αυτή δεν τελειώνει. Κι άμα καμιά φορά κατεβαίνει η στάθμη, να, πάω στην Αθήνα, κι οι φίλοι μου είναι εκεί όλοι, παλιοί, νέοι, σταθεροί, όπως πάντα, σαν από πάντα, κυματοθραύστης και αλεξίπτωτο μαζί, το σκοινί που σε κρατάει δεμένο στο βράχο και οι αυγοθήκες στον τοίχο που ρουφάνε τις κραυγές. Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε. Και ο Κίτσος Τζαβέλλας.