Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2015

Το τραπέζι της κουζίνας.

Ήθελα να γράψω «έτσι είμαστε οι γυναίκες», αλλά θα θυμώσετε.
Έτσι είμαι εγώ, λοιπόν, τέτοια κάνω. Μαγειρεύω, φτιάχνω μελομακάρονα και κουλουράκια χριστουγεννιάτικα, ψωνίζω μικρά δωράκια σε σχήμα καρδιάς. Πλένω τα πιάτα, βάφω τα νύχια μου, ένα διαφορετικό, πάντα, το δάχτυλο με το δαχτυλίδι έχει άλλο χρώμα το νύχι, να ξεχωρίζει, λες και δεν είναι σημάδι ήδη, βαθύ, πικρό, κλαμένο, αυτό το δαχτυλίδι.
Και μετά, κάθομαι στο τραπέζι της κουζίνας, περιμένω να στεγνώσουν τα νύχια μου, διαβάζω, αυτά τα τραπέζια της κουζίνας, πόσα έχουν ακούσει, δει, υποφέρει, τα τραπέζια της κουζίνας να τα προσέχετε, είναι σημαντικά αντικείμενα, πάντα υπάρχει ένα τραπέζι της κουζίνας, να σε κρατήσει όταν πας να πέσεις, να χτυπήσεις το χέρι σου, να ακουμπήσεις τον πωπό σου όταν γελάς, να πετάξεις το κινητό όταν θυμώνεις, να ακουμπήσεις τον καφέ και τους αγκώνες, να σταυρώσεις τα χέρια όσο περιμένεις να στεγνώσουν τα νύχια σου.
Κάθομαι, που λέτε, στο τραπέζι της κουζίνας και περιμένω. Μου αρέσει να περιμένω. Έτσι, περιμένοντας, νιώθω καμιά φορά όλες τις γυναίκες όλων των εποχών όλου του κόσμου μέσα μου. Ξέρεις αν θα έρθει ή όχι, το ξέρεις, άσχετα που δεν το λες ποτέ στον εαυτό σου. Η αναμονή, όμως, έχει σημασία, μη τη βλέπετε βαρετή και ανούσια. Περιμένεις, στεγνώνουν τα νύχια, τα πιάτα στη σίτα, τα μάτια. Μου αρέσει να περιμένω. Το σπίτι, ήσυχο, καθαρό, τακτοποιημένο, το τραπέζι της κουζίνας γυαλισμένο, περιμένει μαζί μου υπομονετικό και καρτερικό, οι δρόμοι έξω σκοτεινοί και σιωπηλοί υποδέχονται τα βήματα, όταν έρχονται.
Γι’ αυτό ήθελα στην αρχή να γράψω «έτσι είμαστε οι γυναίκες». Γιατί πάντα, σε κάθε χώρα, σε κάθε ιστορία, σε κάθε επανάσταση, κάθε βράδυ, παντού, υπάρχει μια γυναίκα που περιμένει μέσα σε ένα σπίτι. Αυτή η αναμονή δεν είναι θλιβερή, είναι η ζωή η ίδια, κλείνει αντοχή και ανυπομονησία, είναι η ανάσα του κόσμου, μη σας πω το ροχαλητό του κόσμου. Περιμένεις, έτοιμη, γυναικεία, ζωντανή, στη μέση των πάντων. Περιμένω σα γυναίκα.
Μη μου πείτε ότι ποτέ δεν έχετε περιμένει έτσι, καθισμένη στο τραπέζι της κουζίνας.

Έτσι είμαστε οι γυναίκες.

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2015

Ο επιπλέων κόσμος.

Μάρτυς μου ο Θεός, προσπαθώ κάθε γαμημένη μέρα να γράψω. Excuse my language, αλλά δεν τα καταφέρνω. Πάντα κάτι γίνεται και δε γράφω ποτέ.
Αλλά, να, αυτή τη φορά, για άλλη μια φορά σ’ αυτή την, όχι, μωρέ, δε θα την πω άθλια, να την πω μάταιη, μπα, κι αυτό βαρύ είναι, θα την πω επιπλέουσα, σαν το floating world των Γιαπωνέζων αστών, σ’ αυτή λοιπόν τη ζωή που επιπλέει, γι’ άλλη μια φορά ένα βιβλίο ήρθε και βούλιαξε.
Βασικά, δεν ήταν ένα το βιβλίο, ήταν δύο, αλλά έτσι είναι με τα βιβλία: δε μπορείς να τα εμπιστευτείς ποτέ. Ή που θα είναι απλώς λέξεις τυπωμένες στο χαρτί ή που θα είναι καταιγισμός. Και ποτέ δεν είναι μόνο ένα. Ποτέ. Μην ακούτε που λένε, ένα βιβλίο μου άλλαξε τη ζωή και το αγαπημένο μου βιβλίο και τέτοια, τα βιβλία είναι σαν τις προτάσεις για έξω, ή δε θα υπάρχει κανένα ή θα υπάρχουν δύο τουλάχιστον.
Το ένα βιβλίο, φυσικά, αβίαστα και αβασάνιστα, ήταν ο Κάφκα, του Χαρούκι. Να με συμπαθάτε που αναφέρομαι στους συγγραφείς με τα μικρά τους ονόματα, αλλά δε μπορώ να το βοηθήσω (δεν ξέρω αν το πιάσατε, αν το πιάσατε, είστε φίλοι μου, αν όχι, σπεύστε να γίνετε), είναι σα να τους ξέρω. Το λοιπό, ο Κάφκα στην ακτή, θα κάνω εδώ ένα σπόιλερ, είναι ένας πίνακας. Που επιζεί, επιπλέει και ταξιδεύει στο χρόνο, παρασύροντας μαζί του τον ήρωα του βιβλίου. Βέβαια, να τα λέμε κι αυτά, σιγά μην υπάρχει σε βιβλίο του Χαρούκι μόνο ένας ήρωας, αλλά τελοσπάντων, χάριν ευκολίας, ας πούμε έτσι. Ο ήρωας είναι ο δεκαπενταετής Κάφκα Ταμούρα, που φεύγει από το σπίτι του για να αποφύγει την εκπλήρωση της προφητείας που του κοπανούσε ο πατέρας απ’ όταν ήταν μικρός (ο Κάφκα, όχι ο πατέρας): ότι θα σκοτώσει τον πατέρα του και θα κοιμηθεί με τη μητέρα του. Σας θυμίζει κάτι; Θα διαβάσετε πως το βιβλίο αποτελεί και καλά μια ερμηνεία του μύθου του Οιδίποδα. Δε συμφωνώ. Το βιβλίο μιλάει για την ενδυνάμωση και την ωρίμανση του Κάφκα και για το πως αφήνεις πίσω και συγχωρείς την οικογένειά σου. Για να το κάνεις αυτό, λέει ο Χαρούκι, πρέπει να ταξιδέψεις στο χρόνο. Ο Κάφκα το κάνει αυτό και πληρώνει το τίμημα, διότι όπως έχουμε όλοι πλειστάκις διαπιστώσει επιπλέοντας, τίποτα δεν είναι τζάμπα.
Το άλλο βιβλίο ήταν το 22/11/63, του Στίβεν Κινγκ, το οποίο επίσης περιγράφει, πιο εύληπτα, ας παραδεχτούμε, ένα ταξίδι στο χρόνο. Ένας θλιμμένος φιλόλογος (αυτό που υπάρχουν φιλόλογοι στην Αμερική, εμένα με ξεπερνάει, αλλά ας μη γίνομαι ελιτίστρια) ανακαλύπτει μια ρωγμή στο χρόνο, που οδηγεί στο 1958 και, για διάφορους λόγους, αποφασίζει να πάει εκεί και να μείνει μέχρι το 1963 και να εμποδίσει τη δολοφονία του Κένεντι. Στο παρελθόν, ωστόσο, στη Χώρα του Χτες, που λέει κι ο Στίβεν, όλα γίνονται όπως και στο παρόν και ο φιλόλογος ερωτεύεται τη Σέιντι. Δε θα σας πω τι γίνεται στο τέλος, πρέπει να το διαβάσετε, αλλά θα σας πω πως τα ταξίδια στο παρελθόν είναι όπως όλα τα άλλα ταξίδια. Συναρπαστικά, εύκολα και παντελώς αδύνατον να προβλέψεις τι θα σου κάνουνε στην ψυχή σου.
Σε περίπτωση που αναρωτιέστε πως διάτανο κατάφερα να συνδυάσω τον Στίβεν Κινγκ και το Χαρούκι Μουρακάμι και γιατί, θα σας πω, αυτή είμαι εγώ, διαβάζω όλα αυτά τα πράματα και μου καταστρέφουν το μυαλό. Και οι δύο μιλάνε για ταξίδια στο χρόνο. Με σκοπό να διορθώσεις κάτι. Και οι δύο καταλήγουν στο ότι αν το κάνεις αυτό, υπάρχει μεγάλο τίμημα.
Κι εγώ, δηλαδή, εκεί κατέληξα. Για σκέψου, να μπορούσες να πας πίσω στο χρόνο και να αλλάξεις κάτι, να κάνεις ή να μην κάνεις κάτι ή να εμποδίσεις ή να προτρέψεις, ή δεν ξέρω γω τι. Πόσες ιδέες σας έρχονται, ε; Και πόσο πιστεύετε πως θα βελτιώνατε τον κόσμο ή τη ζωή σας. Ναι, είναι πειρασμός μεγάλος. Αλλά, από την άλλη, έχετε ακούσει για το φαινόμενο της πεταλούδας, σωστά; Λοιπόν, τα βιβλία αυτά λένε πως ισχύει το φαινόμενο της πεταλούδας και πως αν αλλάξεις κάτι στο παρελθόν, έστω και κάτι μικρό, αλλάζεις κάτι πολύ μεγάλο στο παρόν σου, εν ολίγοις ζεις μια τελείως διαφορετική ζωή. Πολύ ενδιαφέρον, αλλά αντέχουμε στ’ αλήθεια μια τελείως διαφορετική ζωή; Και, διαφορετική προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο; Κι οι υπόλοιποι γύρω μας; Και, πως ξέρεις ότι αλλάζεις το σωστό πράμα;
Εγώ προσωπικά, συνεχίζω να επιπλέω στην πραγματικότητά μου, που δημιουργήθηκε εν μέρει από μένα, εν μέρει από σας, εν μέρει από το τζίμλα, την ακατανίκητη δύναμη του τυχαίου. 
Για άλλη μια φορά οι Ιάπωνες αποδεικνύονται σοφοί. Πρώτοι αυτοί μίλησαν για τον επιπλέοντα κόσμο, που τον έκρυψαν κάτω από την ερμηνεία της τρυφηλότητας, της καλοπέρασης και της ματαιότητας αλλά θαρρώ πως στην πραγματικότητα μιλούσαν για το αναπόδραστο της πορείας και το ακατανίκητο της συνέχειας και το γοητευτικό του δρόμου. Τραβάμε το κουπί μας, λοιπόν, επιπλέουμε στα ποτάμια των ζωών μας και αγναντεύουμε τις όχθες. Μην κοιτάτε πίσω, δε θα δείτε και πολλά, παρά την ομίχλη, κι αν γυρίσετε, με την ελπίδα πως θα πάρετε τη σωστή στροφή αυτή τη φορά, το πιθανότερο είναι πως θα χάσετε τελείως το δρόμο.
Ε, να, αυτά μου κάνουν τα βιβλία! Μη αναστρέψιμη βλάβη.
Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε, κι εσείς και τα μωρά σας.