Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

Ο ιπτάμενος ξεναγός και το μαγεμένο νησί

Μερικές φορές, ξέρετε, νιώθω πάρα πολύ τυχερός άνθρωπος, διότι, μολονότι η μοίρα μου με έχει ρίξει στην Κέρκυρα, η σχολή για την οποία ήρθα εδώ μας πηγαίνει διάφορες σχεδόν εκπαιδευτικές εκδρομές σε ολόκληρη την όμορφη χώρα μας, οι οποίες, εκτός από ευχάριστα ταξίδια αναψυχής και επιμόρφωσης, είναι και πηγή ασύλληπτου γέλιου. Βέβαια, η γράφουσα ευκαιρίες ασύλληπτου γέλιου βρίσκει, ως γνωστόν, παντού, πάντα και υπό οιεσδήποτε συνθήκες (ναι, ξέρω, αυτό είναι λίγο προβληματικό).
Από μία από αυτές τις εκδρομές, λοιπόν, πρόσφατα επέστρεψα και πολύ θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας τις αναμνήσεις μου, εσείς δεν ξέρω αν θέλετε, αλλά, είπαμε, αυτό είναι το καλό με το blog.
Ξεκινήσαμε ένα ωραίο (και πολύ) πρωί να πάμε στην Αθήνα για να πάρουμε το αεροπλανάκι για τη Σαντορίνη. Δεν ξέρω αν έχετε ταξιδέψει ποτέ με λεωφορείο από την Κέρκυρα στην Αθήνα, αν δεν το έχετε κάνει, μην παραλείψετε, είναι μοναδική εμπειρία. Επίσης, επιβάλλεται, κατά τις 12 να σταματήσετε στην Αμφιλοχία να φάτε ωραιότατες μπριζόλες ή γεμιστά, στην καλύτερη περίπτωση. Και το λέω αυτό, διότι εμείς, σε ΚΑΘΕ bloody εκδρομή σταματάμε στην Αμφιλοχία για μεσημεριανό, η οποία απέχει περί τις 2 ώρες από την Ηγουμενίτσα, όπου έχεις μόλις φάει την πρωινή σου τυρόπιτα. Και μετά, ως την Αθήνα, δεν τρως τίποτε και έχεις λιμοκτονήσει ώσπου να φτάσεις. Μα καλά, διαίρεση δεν ξέρει κανείς σ’ αυτή τη ρημαδοσχολή;
Εν πάση περιπτώσει, φτάνουμε στην Αθήνα, μπαίνουμε στο αεροπλανάκι και πατάμε το ταλαιπωρημένο ποδαράκι μας στο πιο όμορφο μέρος του κόσμου, αλήθεια λέω, παιδιά, η Σαντορίνη είναι το πιο όμορφο μέρος του κόσμου, με τα απόκοσμα βράχια της να μαυρολογούν μέσα σ’ αυτό το μπλε θαύμα και την καλντέρα να στέκει απέναντί σου και να σου θυμίζει ότι είσαι στο έλεος της φύσης, ότι και να κάνεις. Εκεί, πάμε στο ξενοδοχείο, όπου, με μεγάλη μας χαρά, η Μαριλένα, η Ελένη κι εγώ διαπιστώνουμε ότι έχουμε τρίκλινο-εντάξει, αυτό τώρα εσάς δεν σας λέει τίποτα, αλλά εμάς μας είπε πολλά. Στο οποίο τρίκλινο πληρώσαμε ακριβά τη χαρά μας, διότι, μόλις μπαίνει η Μαριλένα για μπάνιο εμφανίζεται μια κατσαρίδα σε μέγεθος δεινόσαυρου και με ικανότητες αμφίβιου, αφού επέπλεε με μεγάλη άνεση σε ένα στρώμα αφρού. Η Μαριλένα να σκούζει στα Αγγλικά (ποιος ξέρει γιατί, ίσως στην προηγούμενη ζωή της ήταν η Μαρία Στιούαρτ, εγώ πάντως δεν θυμάμαι πως είναι η κατσαρίδα στα Αγγλικά, αυτηνής πως της ήρθε με τη μία;), η Ελένη να έχει βουλώσει τα αυτιά της και να τραγουδάει δυνατά για να μην ακούσει το κρατς του φόνου κι εγώ, ο ήρωας της μάχης των κατσαρίδων, ατάραχη να φονεύω την κατσαρίδα.
Την επόμενη μέρα, δολοφόνοι και ληστές, πήγαμε στην Οία. Η Οία, δεν ξέρω αν ξέρετε, είναι ένα χωριουδάκι στη Σαντορίνη, πάρα πολύ γραφικό, με άσπρα σπιτάκια, στενά δρομάκια, φούξια βουκαμβίλιες κι ένα ηλιοβασίλεμα παγκοσμίως διάσημο. Εμείς είδαμε το ηλιοβασίλεμα, ακούσαμε τον ήλιο που τσιτσίρισε μόλις ακούμπησε τη θάλασσα και μετά χαθήκαμε στα στενά δρομάκια κι όταν έφτασε η ώρα να πάρουμε το λεωφορείο της επιστροφής, είχαν μαζευτεί όλες οι φυλές του Ισραήλ και περίμεναν το ίδιο λεωφορείο. Το οποίο, εννοείται, τίγκαρε μόλις έφτασε και κρεμιόμασταν σαν τα σταφύλια από τις πόρτες :της Νατάσας ο ποπός ήταν όλος έξω από το λεωφορείο. Να γίνεται χαμός, όλοι να προσπαθούν να μπουν στο λεωφορείο, ένας φώναζε “I’m coming, honey” τρώγοντας κάτι πατάτες, κάτι κοπέλες είχαν πιαστεί από τη μέση και κάνανε, λέει, το σκουλήκι, για να τα καταφέρουν να μπουν, σας λέω, πανικός γινόταν. Ώσπου, ο εισπράκτορας τα παίρνει κρανίο, κατεβαίνει και φωνάζει με στεντόρεια φωνή “Ten people down! Now!”. Έντρομοι, κατέβηκαν 5-6 κι ένας είχε πέσει κάτω με τα χέρια στο κεφάλι, νόμιζε ότι γινόταν τρομοκρατική επίθεση. Κατεβήκαμε κι εμείς και περιμέναμε στωικά το επόμενο λεωφορείο, συζητώντας με κάτι Αμερικάνους πως φτιάχνεται η taramosalata. Εγώ τους είπα ότι το μυστικό είναι the fish thing κι εκεί έληξε η συζήτηση: μάλλον δεν τους άρεσε το ψάρι.
Το επόμενο νησί που επισκεφτήκαμε ήταν η Νάξος. Να σας πω τώρα τι συμβαίνει με τα νησιά των Κυκλάδων: είναι πανέμορφα, γαλήνια και χρωματιστά, αλλά εγώ στο 48ο δρομάκι είχα συγχυστεί, δεν θυμόμουν πια σε ποιο νησί είμαι από όλα, σε όποιο στενό και να έμπαινα, νόμιζα ότι μου ήταν γνώριμο. Αυτή, βέβαια, η υπερέκθεση στις εικόνες και τις πληροφορίες μου συμβαίνει σε κάθε εκδρομή, οπότε το έχω συνηθίσει. Κάπως έτσι έπαθα και στη Νάξο. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι η Νάξος έχει, λέει, 620 εκκλησιές, τις οποίες νομίζω είδαμε όλες. Και πόσους αγίους πια να έχει η ορθόδοξη εκκλησία; Από ένα σημείο άρχισε η επανάληψη των ονομασιών, η Ελένη έχασε το μέτρημα κι εμείς χάσαμε το μυαλό μας. Ολόκληρη την ημέρα ήμασταν μέσα σε ένα λεωφορείο κι όταν πια είχε βραδιάσει κι εκ των πραγμάτων δεν έβλεπες μπροστά σου, εμείς σταματήσαμε, στο Θεό σας, σε ένα αρχαίο λατομείο για να δούμε έναν κολοσσιαίο κούρο-που να τον δούμε τον κούρο, παραλίγο να σκοντάψουμε πάνω του και να φάμε τα μούτρα μας. Είπαμε θα αφήσουμε τα κοκαλάκια μας σ’ εκείνο το λεωφορείο και θα το στοιχειώσουμε, αιώνια καταδικασμένοι να περιπλανιόμαστε στους αρχαιολογικούς χώρους, οι σκελετωμένοι ξεναγοί που βγαίνουν απειλητικοί και μαυλίζουν τους ανθρώπους για να ακούνε τους ατελείωτους μονολόγους τους. Ο ιπτάμενος ξεναγός. Και μετά ο κούρος θα σηκώνεται, σαν άλλο κράκεν, και θα τρώει τους ανυποψίαστους τουρίστες…
Ευτυχώς φύγαμε από τη Νάξο, δε μας έκανε καλό. Στη συνέχεια, επισκεφτήκαμε την Πάρο. Μαλαματένιο νησί η Πάρος, μια κούκλα ξαπλωμένη στη θάλασσα, λαμπερή και χαρούμενη, εντάξει, με τα γνωστά δρομάκια και τις βουκαμβίλιές της. Είδαμε, όμως, στην Πάρο, μια εκκλησιά πολύ διαφορετική από όσες είχαμε δει ως τώρα, την Εκατονταπυλιανή. Χτισμένη με χρωματιστά, χαρούμενα τουβλάκια, που μόνα αυτά διακοσμούσαν τους τοίχους της κι έλειπαν αυτοί οι βλοσυροί, κατσούφηδες άγιοι, στέκεται εκεί δροσερή και χαριτωμένη, όπως ολόκληρο το νησί, και μόνο τη χαρά της ζωής σε κάνει να σκέφτεσαι και καθόλου τη ματαιότητά της.
Από την Πάρο πήγαμε στη Μύκονο με ένα πλεούμενο πολύ ωραίο, αλλά τι να το κάνεις; Είχε κάτι μποφόρια, σύνηθες φαινόμενο στο Αιγαίο, και λίγο κουνούσε το πλεούμενο. Αντιλαμβάνεστε τι γινόταν: οι μισοί ήταν κάτασπροι, οι άλλοι μισοί πράσινοι, ένας ταλαίπωρος κύριος μοίραζε σακουλάκια (και μετά έπρεπε να τα ξαναμαζέψει…) κι εγώ με τη Βίβιαν ρωτούσαμε τι έχει για μεσημεριανό και παραλίγο να μας δείρουν.
Με τα πολλά φτάσαμε στη Μύκονο και στο ξενοδοχείο, το οποίο μάλλον ήταν το πρώτο που χτίστηκε ever στο νησί, έβριθε σκαλιών (έπρεπε να ανέβουμε 194 μετρημένα σκαλιά για να πάμε στα δωμάτιά μας) και κατσαρίδων (στο κρεβάτι της Βίβιαν είχε το σπίτι της μια κατσαριδοοικογένεια). Για τη Μύκονο δεν έχω και πολλά να σας πω, εμένα προσωπικά πολύ μου χάλασε την εντύπωση η εμπορευματοποίηση των πάντων, τα πανάκριβα μαγαζιά και τα λαμπερά φώτα, οι δήθεν φάτσες στο δρόμο κι όλη η ατμόσφαιρα του κοσμοπολίτικου, που τελικά καμία προσωπικότητα δεν δίνει στο μέρος.
Έχω, όμως, να σας πω για τη Δήλο, όπου φτάνεις από τη Μύκονο με ένα καραβάκι κι όπου ακόμα βασιλεύει ο Απόλλωνας. Αυτό το νησί είναι μαγεμένο, είμαι σίγουρη. Το φως που το κατακλύζει είναι μοναδικό, πλημμυρίζει την καρδιά σου και το πνεύμα σου, δε σ’ αφήνει να σκεφτείς σχεδόν. Περιπλανιέσαι ανάμεσα στα ερείπια της ελληνιστικής πόλης και ξαφνικά ξεπροβάλλουν μπροστά σου χρωματιστά ψηφιδωτά, ψηλές κολόνες και μαρμάρινα κατώφλια. Και μετά, ψηλά, κοντά στην κορφή του λόφου, κοντοστέκεσαι να πάρεις μια ανάσα κι αυτή σου ξανακόβεται, καθώς αντικρίζεις όλα τα χρυσά και τα θαλασσιά και τα άσπρα που φτιάχνουν τη Δήλο. Ο άνεμος τα παίρνει όλα μακριά και μόνο μένουν οι ναοί των ξένων θεών που έφτασαν από την Αίγυπτο και την Ανατολή και ρίζωσαν εδώ, γιατί τους άρεσε το φως, είμαι σίγουρη. Και τέλος, κοντά στο λιμάνι και στους ανθρώπους, για να τους προσέχει και να τους βοηθά, το ιερό του Απόλλωνα, το σπίτι του, τόσο όμορφο, ακόμα και γκρεμισμένο. Καθώς τριγύριζα και πάλευα να βγάλω άκρη από τα ερείπια και να γλιτώσω από τα φίδια που φώλιαζαν ανάμεσά τους, κάτω από τον ήλιο του μεσημεριού και μέσα στον αέρα του Αιγαίου, είμαι σίγουρη ότι κάπου εκεί τριγύρω ήταν κι ο θεός, που ποτέ δεν άφησε το αγαπημένο του μέρος, το μέρος που γεννήθηκε και πρωτοείδε αυτό το καταιγιστικό φως, που όλα τα δείχνει κι όλα τα κρύβει.
Μετά από όλα αυτά τα λυρικά και μαγεμένα, κατάκοποι επιστρέψαμε στην πεζή πραγματικότητα και στην πολύβουη Αθήνα κι από εκεί πήραμε τους πέντε δρόμους, καθένας και για άλλο μέρος, με άπειρες φωτογραφίες και άπειρα άπλυτα, ώσπου να έρθει η στιγμή να ξαναφύγουμε: αυτή είναι η μοίρα μας, εμάς των μαθητευόμενων ξεναγών κι ας μην υποκρινόμαστε ότι δεν μας αρέσει.

12 σχόλια:

IL TROVATORE είπε...

Αυτό με την κατσαρίδα στο μπάνιο θα έκανε ακόμα και τον Μπρούς Γουίλις να λυγίσει στο "ο στρατός των δώδεκα πιθήκων"

IL TROVATORE είπε...

Επίσης σε βάζω link και σε ευχαριστώ ποθ μου δίνεις σημασία.

Κατερινα είπε...

Εγώ, όμως, είμαι πιο δυνατή από τον Μπρους.
Κι εγώ σ' ευχαριστώ που με βάζεις link, κι ας υποψιάζομαι απλώς τι μπορεί να σημαίνει αυτό. Μην ευχαριστείς εμένα, αλλά το θανάση.

IL TROVATORE είπε...

Ποιό Θανάση;

Κατερινα είπε...

Το Θανάση το δάσκαλο. Πως λέμε το κοπή τη πίτα; Έτσι.

IL TROVATORE είπε...

Ναί!
Τώρα κατάλαβα.

Ανώνυμος είπε...

geia sou vre mpakakaki.....poliu gelasa......tora vevaia kouragio den mou edoses gia tin epomeni ekdromi (5 kai simera)alla den peirazei....sinexise na grafeis.....filia irini

trevellerlina είπε...

Καλά, έχεις πολύ πλάκα. Πρέπει να είσαι πολύ καλή ξεναγός! Ευγε κοριτσάρα μου, καλά ταξίδια να έχουμε!

trevellerlina είπε...

και τελος πάντων δεν χρειάζονται λεφτά (λέμε τώρα)! Δυο καλά λόγια αρκούν. Ευχαριστώ πολύ!

Ανώνυμος είπε...

Ελίνα, φχαριστώ! Και για το καλή ξεναγός!
Όσο για τα λεφτά, θα πείσω εγώ τους πλούσιους φίλους μου να σου στείλουν...

Calliope είπε...

Αθάνατε Λένο!

Κατερίνα είπε...

Χεχε! Ήξερα ότι εσύ θα καταλάβαινες την επιρροή του.