Σάββατο, 28 Αυγούστου 2010

... κι εγώ δεν έχω για νοίκι.

Σε περίπτωση που δεν το έχετε ήδη καταλάβει, προέρχομαι από πολυμελή οικογένεια: έχω, δόξα τω θεώ, 2 γονείς και 2 μεγαλύτερες αδερφές. Ως εκ τούτου, ζούσα πάντα με κάποιον στο σπίτι. Αλλά και μετά, που μεγάλωσα κι έφυγα απ’ το σπίτι (όπως είναι το κανονικό και φυσιολογικό κι όχι ως τα 42 σου να μένεις στους γονείς σου, με αποτέλεσμα να μην ξέρεις κατά που πέφτει η ΔΕΗ, διότι την επλήρωνε πάντα η μαμά), πάλι έμενα με άλλους στο σπίτι, συγκεκριμένα με τις βλαμμένες αδερφές μου, καλά, μιλάμε για πολύ γέλιο, θα σας το περιγράψω κάποια στιγμή. Έπειτα, όταν μεγάλωσαν και οι αδερφές μου και δε χρειαζόταν πια να τις προσέχω και πήγαν (ευχαριστώ, θεέ μου) σε δικά τους σπίτια, επιτέλους έμεινα λίγο μόνη μου. Πολύ λίγο, όμως, διότι ύστερα ήρθαν οι μέλισσες και μαζί τους ο Γιάννης, ο οποίος μολονότι είχε δικό του σπίτι, κατσικώθηκε στο δικό μου – λογικό: ήταν πιο καθαρό κι είχε πάντα φαγητό στο ψυγείο. Όταν πια και ο Γιάννης πήγε φαντάρος και πήρε όλα τα πράγματά του από το σπίτι μου και τον υπολογιστή από το τραπέζι (όπου εγώ έκλαιγα για 3 μέρες, επειδή έφυγε ο υπολογιστής και μαζί του ο Γιάννης και μετά έβαζα πάνω στα τραπέζι άπειρα πράγματα για να μη το βλέπω άδειο, ενώ ως τότε γκρίνιαζα γιατί δεν είχε χώρο στο τραπέζι, μη τα ρωτάτε, μια τραγωδία), εμένα δε μου έφταναν τα λεφτά, οπότε μετακόμισα στο ίδιο σπίτι με μια φίλη μου, που έγινε έτσι συγκάτοικός μου. Στη συνέχεια, πήγαμε μεν η καθεμία στο δικό της σπίτι, αλλά τι να κάνεις που είχε γυρίσει ο Γιάννης από φαντάρος, οπότε επανακατσικώθηκε, εκτός του ότι δεν είχε πια δικό του σπίτι. Τέλος, εγώ έφυγα για την άκρη του πολιτισμένου (εντάξει;) κόσμου, όπου με έριξε η μοίρα σε ένα σπίτι που είχε ήδη μία κάτοικο, της οποίας έγινα συγκάτοικος. Μπερδεμένο; Που να δείτε στην πράξη.
Εν πάση περιπτώσει, το θέμα είναι ότι εγώ μονίμως είχα έναν έως δύο συγκατοίκους. Ως εκ τούτου, μπορώ να εκφέρω τεκμηριωμένη και εμπεριστατωμένη γνώμη για το πώς είναι να συγκατοικείς με κάποιον: είναι τουλάχιστον εκπαιδευτικό, αναμφίβολα συναρπαστικό και σίγουρα όχι τόσο δύσκολο όσο πιστεύετε. Οι φίλοι μου απορούν πως μπορώ και μένω με κάποιον άλλον, αυτοί, λένε, δε θα μπορούσαν ποτέ. Εγώ απαντώ ότι, πρώτον, ανάγκα και οι θεοί πείθονται, άμα το ενοίκιο έχει πάρει τη μορφή Ορκ και σε κυνηγάει στον ύπνο σου, μια χαρά μπορείς, και δεύτερον, εμένα διόλου δε μου αρέσει να μένω μόνη μου, αγριεύομαι.
Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι η πρώτη μου εμπειρία από τη συγκατοίκηση ίσως θα έπρεπε να με αποθαρρύνει από το να την ξαναδοκιμάσω, αλλά, όχι, εγώ εκεί, επέμενα (και τελικά δικαιώθηκα!). Εντάξει, οι αδερφές δεν πιάνονται για συγκάτοικοι, διότι όπως και να το κάνεις, είναι αδερφές και τις αγαπάς με όλα τα στραβά που έχουν (η μία, σας έχω πει που θέλει 3 διαφορετικές σφουγγαρίστρες κι η άλλη είναι το αντίθετο: δεν θέλει καμία, υποκρίνεται ότι δεν ξέρει τι είναι η σφουγγαρίστρα), αν και όταν δε μένεις μαζί τους είναι πιο εύκολο να τις αγαπάς. Η πρώτη μου συγκάτοικος, όμως, πιάνεται και παραπιάνεται: αυτή νομίζω ότι θεωρούσε τη σφουγγαρίστρα έργο του Σατανά, όχι απλώς δεν την έπιανε, την απέφευγε συστηματικά, ίσως είχε φοβηθεί ότι θα ζωντανέψει, ήταν και τα μαλλιά μου, βλέπετε, στη μέση, που λίγο μοιάζουν με σφουγγαρίστρα, οπότε είχε πάθει μια σύγχυση. Αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, πως αν δεν ήμουν εγώ, το σπίτι μας θα χρειαζόταν αυτές τις κυριούλες από το Σκάι, τις έχετε δει; Που πάνε και καθαρίζουν κάτι σπίτια-κοτέτσια με κάτι φτερωτά γάντια; Ε, αυτές, και μάλιστα θα ήταν επετειακό το επεισόδιο με το δικό μας σπίτι. Ευτυχώς, το αποφύγαμε.
Το καλό (και το κακό ταυτόχρονα) με τη συγκατοίκηση είναι ότι μοιράζεσαι τα πάντα: τους λογαριασμούς, τις δουλειές του σπιτιού, το απορρυπαντικό για το πλυντήριο (πληγή, έτσι;), τους καβγάδες με τη μαμά σου, τον καναπέ, τους προβληματισμούς σου, απίστευτο γέλιο. Είναι ωραία να μπαίνεις στο σπίτι και να έχεις κάποιον να του γκρινιάξεις για τη βροχή που σε έπιασε ή, όταν έχεις ωραία νέα (λέμε τώρα), να ορμήσεις στο δωμάτιό το και να αρχίσεις να τα ουρλιάζεις. Επίσης, τη νύχτα νιώθεις μια ασφάλεια: ότι, ας πούμε, αν τα καταφέρει και μπει ο κλέφτης, (διότι σας έχω αναλύσει το καλοριφέρ πίσω από την πόρτα, έτσι;) θα έχει δύο να αντιμετωπίσει, εκ των οποίων η μία πρώην πυγμάχος. Αν και αυτή η ιστορία με την ασφάλεια έχει αρχίσει και μου δίνει στα νεύρα, από όταν βρήκα ένα βιβλίο με οδηγίες για την παροχή πρώτων βοηθειών διακριτικά αφημένο στο τραπεζάκι του σαλονιού- η συγκάτοικός μου είναι πεπεισμένη ότι θα πεθάνει στον ύπνο της ή θα πάθει αλλεργικό σοκ ή εγκεφαλικό ή ανεύρυσμα ή όλα μαζί κι εγώ πρέπει να είμαι η Μέρεντιθ Γκρέυ για να τα αντιμετωπίσω αυτά όλα.
Γενικά, όταν μένεις με κάποιον άλλον, ο οποίος δεν είναι το αγόρι σου ή ο άντρας σου, διότι εκεί ανακύπτουν άλλα ζητήματα, τα οποία θα αναλύσουμε σε άλλο άρθρο, ωριμάζεις, μαθαίνεις τον κόσμο και τον εαυτό σου (μαθαίνεις και τον άλλον, ίσως καλύτερα απ’ ότι θα ήθελες!), αποκτάς υπομονή, κατανόηση και χιούμορ, αποκτάς καινούργιους φίλους, αυτούς του συγκατοίκου, ίσως, αν είσαι τυχερή, να αποκτήσεις και αγόρι, άμα έχει κάναν αδερφό ή φίλο η συγκάτοικος. Το βασικότερο, όμως, που αποκτάς είναι ο σεβασμός. Σκέφτεσαι τον άλλον άνθρωπο και δεν θεωρείς ότι ο κόσμος φτιάχτηκε με αποκλειστικό σκοπό την ευχαρίστησή σου.
Η ιδιωτικότητα είναι πολύ σημαντικό πράγμα (κι εγώ, όταν λείπει η Ρενάτα, πίνω γάλα από το μπουκάλι, κάνω μπάνιο με ανοιχτή την πόρτα και άλλα τέτοια αηδιαστικά), αλλά είναι και λίγο βαρετή η ιδιωτικότητα, ρε παιδί μου, πώς να το κάνουμε! Άσε που, όταν μένεις συνέχεια μόνος σου και κάνεις όλα αυτά τα αηδιαστικά μονίμως, σου μένουν κουσούρια κι άντε μετά να τα ξεφορτωθείς και να μάθεις επιτέλους να χρησιμοποιείς ποτήρια, ενώ όταν μένεις με άλλον, ε, λίγο συγκρατείσαι.
Για όλα αυτά, λοιπόν, και για πολλά περισσότερα, που αν τα γράψω θα εκτεθούμε και η Κέρκυρα είναι και μικρή, σε ξέρουν όλοι, εγώ χαίρομαι πολύ που δε μένω μόνη μου και χαίρομαι που με ανέχεται η συγκάτοικός μου και χαίρομαι που έχω μάθει να συμβιώνω με διάφορους τύπους ανθρώπων, διότι, ας μην το ξεχνάμε, όλα πρέπει να τα δοκιμάζει κανείς στη ζωή.

2 σχόλια:

Ρενάτα είπε...

Κατερινάκι, συμφωνώ απόλυτα με όλα όσα έγραψες με τόσο ωραίο και χιουμοριστικό τρόπο. Πριν συγκατοικήσουμε ένιωθα τρόμο και μόνο στην ιδέα. Μετά πήγα στο Δουβλίνο, όπου γνώρισα ακόμα καλύτερα τη συγκατοίκηση (έμενα με πέντε παντελώς άγνωστα μου άτομα εκ των οποίων το ένα μού έτρωγε επανειλημμένα τις μπανάνες)και ήρθε και έδεσε το γλυκό. Πλέον δε θέλω καν να σκέφτομαι τη στιγμή που θα φύγεις! Εντάξει, είναι φυσικά και τα έξοδα (αν το ξερε η μάνα μου πως δούλευα στην Τράτα), αλλά είναι κυρίως η συντροφικότητα και το αίσθημα του μοιράζομαι τη μοναξιά μου που δε θέλω να χάσω με τίποτα. Καλή και η ιδιωτικότητα, σίγουρα, αλλά η συντροφικότητα έχει πολλά περισσότερα καλά. Και δεν καταλαβαίνω...Εγώ πίνω γάλα από το μπουκάλι και κάνω μπάνιο με ανοιχτή την πόρτα όταν είσαι και εσύ στο σπίτι!
Πέρα, όμως, από το όλο γενικό περίβλημα το πιο σημαντικό περιεχόμενο είσαι εσύ, καθότι δεν είναι όλες οι συγκάτοικοι τόσο καλές και καθαρές και τακτικές και πλέον μία από τις καλύτερες μου φίλες. Κατερινάκι, σε ευχαριστώ που μού σύστησες έναν ολόκληρο καινούργιο κόσμο δοτικότητας, ανεκτικότητας και ευγένειας. Ήταν μάθημα ζωής για εμένα!

Υ.Γ. Ο κλέφτης θα αντιμετωπίσει μόνο μία (πρώην πυγμάχο, αλλά νυν μπαλαρίνα, οπότε τα άγρια μου ένστικτα όσο να πεις έχουν καταλαγιάσει), επειδη η άλλη θα κοιμάται τον ύπνο του δικαίου και δε θα πάρει χαμπάρ! Εξού και το καλοριφέρ!

Κατερίνα είπε...

Καλε, θα κλαψω σαββατιατικα! Ευχαριστω για τα καλα σου λογια, και κανονισε τωρα ν'αρχισεις να γυριζεις και τσιτσιδη, ε;