Πέμπτη 9 Απριλίου 2020

Που πάει ο καιρός που φεύγει κι όταν φτάνει ξαναφεύγει;


Αν κάτι έμαθα όταν έγινα μάνα, είναι πόσο δύσκολο γίνεται να κρατήσεις τις υποσχέσεις σου. Είχα υποσχεθεί να γράφω κάθε εβδομάδα, τρίχες, εδώ ούτε τα δόντια μου δεν πλένω κάθε βράδυ, κι έχω κι εύκολο παιδί, έτσι; Δηλαδή, άλλοι που ζορίζονται αλήθεια, που έχουν ξέρω γω δύο παιδιά ή δίδυμα ή παιδιά που δεν κοιμούνται, τι κάνουν, μεγάλη απορία το έχω.
Τελοσπάντων, ας μην υποτιμώ το παιδάκι μου, τραβάει κι αυτό τα ζόρια του, κι εμείς τα δικά μας, εδώ, καραντίνα κι άγιος ο Θεός, οι 3 μας και το νέτφλιξ, το παιδί θα γίνει αντικοινωνικό, βλέπει μόνο εμένα και τον πατέρα του, θα έρθει η ώρα να βγει στον έξω κόσμο και θα κλαίει συνέχεια με τα άγνωστα πρόσωπα. Βλέπει κάτι λίγα στις βιντεοκλήσεις, τι να το κάνεις, η μαμά μου ξέρει μεν να κάνει βιντεοκλήση και να δέχεται, αλλά δεν έχει συμφιλιωθεί με τη χρήση της κάμερας και όταν μιλάμε βλέπουμε το φωτιστικό της κουζίνας, η μικρή θα λέει γιαγιά το φωτιστικό κι άντε να εξηγήσεις.
Και ξαναλέω εδώ, αυτοί που έχουν μεγαλύτερα παιδιά, τι κάνουν; Ήρωες. Ήρωες. Εμείς εδώ με το 6 μηνών και για να μην κάνει κανένας από τους δύο μεγαλύτερη βάρδια στο μπειμπι σίτινγκ, χρησιμοποιούμε χρονόμετρο, ένα όργανο που παλιά το χρησιμοποιούσαμε για να μετράμε χρόνους στις διαλειμματικές προπονήσεις (αυτά είναι κάτι αρχαία έθιμα που έχουν εκλείψει, μόνο κάτι αιωνόβιοι γέροι τα θυμούνται). Ευτυχώς του παιδιού μας του αρέσει ο χορός, ο μπαμπάς της τη χορεύει όρθια, κάνει ώμους, εγώ τη χορεύω καθιστή, κάνω τετρακέφαλο. Το καλύτερο, όμως, είναι όταν χορεύει ο ίδιος ο μπαμπάς για να διασκεδάσει το θείον βρέφος. Αχ, δεν ξέρω, πώς να το περιγράψω τώρα αυτό; Έχετε δει καγκουρό σε εποχή αναπαραγωγής ενώ ταυτόχρονα το κυνηγά ύαινα; Βάλτε και μουσικό χαλί, και το ’χετε.
Τα δε παιδικά τραγουδάκια, παιδιά, εντάξει, είναι μνημεία ματαιότητας, στερεοτύπων και πίκρας. Δε θα ασχοληθώ με Ζουζούνια και λοιπά υποείδη παιδικών τραγουδιών, που επειδή ως τώρα έχουμε δικτατορία σε αυτό το σπίτι και η μανούλα αποφασίζει τι θα ακούσουμε, τα έχουμε αποφύγει, θα σας πω για κλασικά, δοκιμασμένα και αγαπημένα τραγουδάκια, να, η Ωραία Πεταλούδα, για παράδειγμα. Το ξέρατε εσείς ότι η πεταλούδα, σε μια φάση του τραγουδιού πέφτει κάτω και ψοφά; Επί λέξει, φίλε, στο παιδικό τραγουδάκι, η ωραία πεταλούδα πέφτει κάτω και ψοφά, έτσι, στεγνά, χωρίς ωραιοποιήσεις, δεν πα να είναι ωραία, με κόκκινες πιτσίλες και λοιπά, η πεταλούδα ψοφά, όλα πεθαίνουν κάποτε, παιδάκι, η ζωή δεν έχει νόημα και η ομορφιά ακόμα λιγότερο, κανόνισε την πορεία σου και τα ψυχικά σου αποθέματα, θα έρθει ο χειμώνας και η πεταλούδα θα ψοφήσει, μην ελπίζεις, παιδάκι, γίνε νιχιλιστής από τους 6 μήνες, να τελειώνεις.
Κι αν τυχόν γλιτώσει η πεταλούδα και η ψυχή σου, υπάρχει πάντα ο γάλος του Μπάρμπα Μπρίλιου, που σε μια παράξενη ένδειξη ευγνωμοσύνης προς αυτόν που τον τάιζε αγόγγυστα επί σειρά μηνών, τον έφαγε, φίλε, τον έφαγε! Και μάλιστα, μια μέρα με δίχως ήλιο. Δηλαδή είσαι τώρα ένα παιδάκι ανέμελο, αγνό, αθώο και ακούς ένα τραγουδάκι και ξαφνικά έρχεται η πραγματικότητα και σε χτυπάει σαν ηφαιστειακός μύδρος: ο γάλος έφαγε τον Μπάρμπα Μπρίλιο, δεν υπάρχει ευγνωμοσύνη, παιδάκι, δεν υπάρχει τίποτα καλό σε αυτόν τον κόσμο. Ας μη μιλήσω για το τρομακτικό της σκηνής, ένα τεράστιο πουλί να τρώει έναν άνθρωπο, ποιος τα σκέφτηκε αυτά για παιδικό τραγούδι, ποιος Στίβεν Κινγκ της παιδικής μουσικής;
Έχω κι άλλα, υπάρχει ένα τραγουδάκι στο δίσκο «Τα Μυστικά του Κήπου», του Κυπουργού, που μιλάει για ένα κοριτσάκι που κλαίει επειδή το έκλεισαν σε μοναστήρι κι έχει μια φίλη πολύ μακριά που δεν θα την ξαναδεί πια. Αλήθεια τώρα; Την πρώτη φορά που το άκουσα μου σηκώθηκε η τρίχα, το αμέρικαν χόρορ στόρι πέρασε μπροστά μου σαν φλασάκι, και από τότε το προσπερνάω.
Δε θέλω, επίσης, τώρα να αρχίσω κουβέντα για όλα τα παιδικά τραγουδάκια που μιλούν για γάμους, παντρειές και προίκες, έχω και μια ευαισθησία στα φεμινιστικά ζητήματα.
Το μόνο που θα πω και θα κλείσω εδώ αυτό το μίνι παραλήρημα είναι πως για μένα, τα μοναδικά παιδικά τραγουδάκια που έχω ακούσει και που τα θεωρώ αξεπέραστα, σε μουσική, σε στίχο, σε νοήματα, σε αισθητική και εκπαιδευτική αξία, είναι τα τραγούδια της Λιλλιπούπολης. Ένα προς ένα, μοναδικά, χωρίς να επαναλαμβάνεται ούτε ένα μουσικό μοτίβο, με στίχους πλούσιους σε λεξιλόγιο, ευφάνταστους, δίχως προσβολές, χοντροκομμένα αστεία, στερεότυπα φύλων ή κοινωνικά, που μιλάνε για έννοιες όπως η τέχνη, ο χρόνος, η πολιτική με τρόπο εύληπτο, με τρόπο που το παιδικό μυαλουδάκι μπορεί να συλλάβει. Μνημείο πραγματικό της σύνθεσης και της στιχουργίας τα τραγουδάκια της Λιλλιπούπολης και ευτύχημα που τα έχουμε και τα ακούμε με το μικράκι, μπας και γλιτώσουμε τίποτα. Το προαναφερθέν καγκουρό σε εποχή αναπαραγωγής αγαπά ιδιαίτερα να χορεύει τον άγριο, παράξενο χορό του με την Καφέ Αρκούδα από τη Λιλλιπούπολη.
Εμάς, λοιπόν, αγαπημένοι μας, έτσι περνά η καραντίνα, όχι ότι και πριν κάναμε κάτι διαφορετικό, νταντεύουμε το μικράκι, ακούμε τραγουδάκια, τρώμε κι ελπίζουμε να τη βγάλουμε και φέτος. Να προσέχετε και να ακούτε Λιλλιπούπολη.

Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2020

Είκοσι εβδομάδες και μια αιωνιότητα.


Πριν από 20 εβδομάδες, δηλαδή περίπου 5 μήνες, ο Kόσμος μεγάλωσε. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, ο κόσμος είναι ήδη 6,3 κιλά και 63 εκατοστά. Φτύνει σάλια προσπαθώντας να φάει ένα υφασμάτινο καραβάκι.
Έτσι, λοιπόν, αγαπημένοι μου, βρεθήκαμε εκείνος κι εγώ με ένα φουσκωτό μωρό στο σπίτι, ολίγον έκπληκτοι και αρκούντως αγχωμένοι. Έτσι, λοιπόν, αγαπημένοι μου, αποφάσισα να ξαναρχίσω να γράφω μήπως καταφέρω να διατηρήσω σώας τας φρένας μου και ενεργό το ενήλικο λεξιλόγιό μου, διότι προς το παρόν εξαντλείται σε φούσκες με τα σάλια μου ως απάντηση στο φουσκωτό μωρό.
Εντελώς τετριμμένα και αφελώς, δεν το περιμέναμε, δηλαδή το περιμέναμε, πάντα το περιμένεις όταν εγκαταλείπεις τους φίλους σου (ένας παιδικός μου φίλος, πριν αποκτήσει με τη σειρά του δύο παιδιά, έλεγε τα προφυλακτικά φίλους του – κι αυτό το άτομο έκανε παιδιά, δεν ξέρω που πάει αυτή η χώρα), αλλά δεν το περιμέναμε τόσο γρήγορα; Τόσο εύκολα; Δεν ξέρω, δε θέλω να λέω και πολλά γιατί σε κοιτάνε και σαν εξωτικό πουλί πια άμα λες ότι έκανες εύκολα παιδί, και νιώθω και καμιά τύψη πότε πότε, που βλέπω τόση παιδεμάρα γύρω μου, κι εμείς πέσαμε από τα σύννεφα ξέρωγω.
Σε κάθε περίπτωση, ένα ηλιόλουστο απόγευμα, βγήκαμε από το μικροβιολογικό κρατώντας τα αποτελέσματα της β-χωριακής (όλα θα τα μάθετε εδώ μαζί μου, β-χωριακή είναι μια ουσία στο αίμα που ανεβαίνει στο θεό όταν είσαι έγκυος και είναι ο πιο ασφαλής τρόπος να μάθεις αν είσαι έγκυος) και δεν ξέραμε τι να κάνουμε, να κλάψουμε, να γελάσουμε, να αγκαλιαστούμε. Μείναμε να κοιταζόμαστε και πήγαμε στην Ειρήνη και τον Αργύρη να φάμε πίτσα. Η πίτσα είναι πάντα η ενδεδειγμένη αντίδραση.
Σαράντα εβδομάδες μετά, συνεχίζαμε να μην ξέρουμε τι να κάνουμε. Ωστόσο, θα ομολογήσω εδώ ότι στην εγκυμοσύνη τα κάναμε όλα όπως έπρεπε. Φωτογραφίζαμε με θρησκευτική ευλάβεια την πρόοδο της κοιλίτσας, μαλώναμε μία φορά την εβδομάδα, μετακομίσαμε με την κοιλιά στο στόμα – κάθε έγκυος που σέβεται τον εαυτό της μετακομίζει αλλιώς δεν έχει πλάκα - , αγχωθήκαμε αρκετά και μερικοί από εμάς έγιναν σαν το θωρηκτό Ποτέμκιν (παραμένουν, αν έχετε απορία).
Παράλληλα, εγώ δούλευα, δεν ξέρω αν θυμάστε τι δουλειά κάνω, κυνηγάω τουρίστες, ε, συνέχισα να τους κυνηγάω, μόνο που ήμουν έγκυος. Το παιδί αυτό έχει ήδη λάβει ευχές και χάδια από όλες τις χώρες του κόσμου. Το καλύτερο ήταν που δίχως τύψεις κοιμόμουν μακαρίως στα λεωφορεία, μια φορά μάλιστα με έπιασε τέτοια υπνηλία, που τους ξαμόλησα ελεύθερο χρόνο και πήγα να κοιμηθώ στο πάρκινγκ στις Μυκήνες. Μεγάλη επιτυχία. Το χειρότερο ήταν μια φορά μέσα σε ένα σαπιοκάραβο από τη Σαντορίνη στην Πάρο με 8 μποφόρ, όπου φτάσαμε στην Πάρο κι εγώ δεν ήξερα ποια είμαι, ποιοι είναι αυτοί γύρω μου και τι χρονιά έχουμε.
Μετά, όταν πια σταμάτησα να δουλεύω, και το σπίτι στο οποίο είχαμε μετακομίσει έμοιαζε λίγο λιγότερο με κοντέινερ και λίγο περισσότερο με σπίτι, σταμάτησα να κοιμάμαι.
Γενικά, αγαπημένοι μου, υπάρχουν ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΑ πράγματα που ΚΑΝΕΙΣ ΠΟΤΕ δε σου λέει για την εγκυμοσύνη, κι εδώ θα ήθελα ευθαρσώς να δηλώσω ότι αυτά τα περί καλύτερης στιγμής της γυναίκας και μεγαλύτερης ευτυχίας και γαλήνης και ομορφιάς και λάμψης στην εγκυμοσύνη είναι μπούρδες ολκής, και είμαι σίγουρη ότι τα έχουν πει άντρες. Πρήζεσαι, πονάς παντού, δεν μπορείς να φας όσο κι αν θες, και βασικά, δεν μπορείς να κοιμηθείς. Κοιμόμουν μεταξύ 10 και 2 το βράδυ, μετά τέλος, αυτό ήταν, στριφογύριζα ως τις 5, ευτυχώς ήταν καλοκαίρι και χάραζε, σηκωνόμουν από το κρεβάτι (με βίντζι ή κυλώντας, γιατί άλλος τρόπος δεν υπήρχε) και καθόμουν στο μπαλκόνι κάνα τρίωρο μέχρι να πιάσει η ζέστη και να σηκωθεί κι εκείνος.
Και βέβαια, μέσα στην αϋπνία σου, έχεις κι όλους τους άλλους να σου λένε, κοιμήσου τώρα που μπορείς. Ντάξει, άκουσα πολλά άχρηστα όσο ήμουν έγκυος, αλλά, φίλε, δεν υπάρχει πιο άχρηστη συμβουλή από αυτή. Δηλαδή, τι είναι ο ύπνος, αποθηκεύεται κάπου και τον χρησιμοποιείς μετά, είναι σαν την υδατανθράκωση που κάνεις πριν το μαραθώνιο;
Εγκυμοσύνη: δεν έχω καταλήξει ακόμα. Εκ των υστέρων, το μόνο που σίγουρα μπορώ να σκεφτώ είναι ότι θα ήθελα να μην είχα σταματήσει το τρέξιμο και τη γυμναστική. Αλλά, όταν είσαι έγκυος και μάλιστα για πρώτη φορά και μάλιστα στα 39 σου, φοβάσαι και αποφεύγεις ό,τι μπορεί να βλάψει το μωρό. Οπότε, δεν έχω άλλη συμβουλή να δώσω.
Γενικώς, δεν έχω πολλές συμβουλές να δώσω για την εγκυμοσύνη, και γενικώς εγώ είμαι και γκρινιάρα, δεν αποτελώ μέτρο σύγκρισης. Πάντως, την έβγαλα, έφτασα στις 40 εβδομάδες, με την αμέριστη υποστήριξη εκείνου.
Την άλλη βδομάδα θα σας πω τι έγινε μετά.
Πάω, γιατί η μικρή δυνάστρια ξύπνησε και απαιτεί το μεγάλο της μερίδιο στη ζωή μου, το χρόνο μου, την ενέργεια και τα συναισθήματά μου.