Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

(ακόμα ένα) Γράμμα στον Άγιο Βασίλη.

Στο καπάκι από το προηγούμενο άρθρο, αλλά είναι η τελευταία μέρα του χρόνου: η σημειολογία της ημέρας επιβάλλει να γράψω κάτι, δε συμφωνείτε;
Σκέφτηκα, λοιπόν, διόλου να μην πρωτοτυπήσω και να γράψω ένα γράμμα στον Άγιο Βασίλη, ο Άγιος, ως τέτοιος, θα βρει τρόπο να το λάβει και να το διαβάσει, ακόμα κι αυτή την τελευταία στιγμή. Παρεμπιπτόντως, εγώ δεν θυμάμαι πότε σταμάτησα να πιστεύω στον Άγιο Βασίλη, οπότε δύο τα τινά: ή δεν πίστευα ποτέ ή πιστεύω ακόμα. Εσείς πως με κόβετε;
Όπως κι αν έχει, Άγιε μου, εγώ θέλω να σε ευχαριστήσω για τα δώρα που μου έφερες πέρσι.
Ευχαριστώ που μου έφερες όλους τους αγαπημένους μου γερούς και δυνατούς, ευχαριστώ για κάτι πολύ όμορφα εσώρουχα, ευχαριστώ για τα ωραία Χριστούγεννα στο βρωμονήσι, ευχαριστώ που έκανες καλά τον αδελφό της φίλης μου, ευχαριστώ και για την ίδια μου τη φίλη.
Κι όχι μόνο γι' αυτή. Ευχαριστώ για όλους μου τους φίλους, για τους παλιούς που κάνεις και δε με ξεχνάνε και για τους καινούργιους που έκανες και με αγαπήσανε. Ευχαριστώ που μεταμόρφωσες την Κέρκυρα και μπορώ να την υποφέρω πια, ευχαριστώ για το παλάτι που έστειλες στο δρόμο μου και που με έχει κάνει για λίγο μια μικρή πριγκίπισσα.
Ευχαριστώ, Άγιε, και για το Τόκυο, που έκανες και πήγα πέρσι, πάρα πολύ ωραίο δώρο, μπορώ να έχω το ίδιο φέτος;
Ευχαριστώ και για όλα τα ευτελή υλικά αγαθά, που, ξέρεις, εμένα δε με νοιάζουν και πολύ, αλλά, άμα τα έχω, μωρέ, καλά είναι!
Ευχαριστώ, προπάντων, για όλα τα τέλεια ταξίδια που έκανα αυτή τη χρονιά, Άγιε, και τίποτε άλλο να μην είχα, αυτά φτάνανε.
Ευχαριστώ και για τα ανιψάκια που περιμένω, Άγιε Βασίλη, κι αν μπορείς, να τους φέρνεις κάθε χρόνο δώρα, γιατί στάθηκες πολύ γενναιόδωρος κι έστειλες δύο από δαύτα ταυτόχρονα, που να βγω πέρα, Άγιέ μου;
Ευχαριστώ για όλα αυτά τα δώρα, Άγιε Βασίλη, που μου έφερες τη χρονιά που πέρασε κι άμα μπορείς φέτος, ένα δεύτερο σινεμά στην Κέρκυρα πολύ θα το εκτιμούσα. (Επίσης, ξέρεις εσύ, κάτι περιπτώσεις που έχουμε υγείας, πολύ ωραίο θα ήταν να μην τις είχαμε, ε, φανταστικέ Άγιε;)

Επιστροφή στο Χάουαρντς Εντ.

Μετά από 3 ώρες μελέτης της ρωσικής γλώσσας και μετά από την τραγική διαπίστωση ότι δε μου χωράει κανένα από τα ρούχα που έχω φέρει μαζί μου, καθώς ολημερίς κι ολονυχτίς τρώω ωσάν το γουρούνι κι όταν δεν τρώω κοιμάμαι (τι να σου κάνει κι αυτός ο μεταβολισμός, τα' χει παίξει, πόσο να λειτουργήσει πια), αντί να κόψω τις φλέβες μου από ανία, είπα να μοιραστώ τις σκέψεις μου και τα συναισθήματά μου και μετά να πάω να πιω μια μπίρα με τη Μαρίνα (η Μαρίνα είναι η παιδική μου φίλη, μια αχτίδα ελπίδας σ' αυτή την πόλη).
Πάρα πολύ ωραίες οι γιορτές, που λέτε: βλέπεις τους αγαπημένους σου, ξεκουράζεσαι, δεν έχεις να βρεις τι να μαγειρέψεις κάθε μέρα, όμορφα όλα, αλλά, εγώ, δεν σας το κρύβω, έχω ψιλοβαρεθεί. Βέβαια, φταίω κι εγώ, φταίω. Καταρχήν, έπρεπε, η ανόητη, να πάω στην Αυστρία που είχα μια πρόσκληση, αλλά τέτοιος γκάγκας είμαι, ήρθα στη Λαμία. Τέλοσπαντων, κομμάτια να γίνει, αυτή η έρμη μάνα είχε ξεχάσει τη φάτσα μου, τόσον καιρό που είχε να με δει. Αλλά που κάθομαι κάθε βράδυ και πήζω βλέποντας Ράδιο Αρβύλα με τη μαμά και το μπαμπά, που το πάτε; Πόση κατάντια και πόση μιζέρια αντέχει ένας άνθρωπος; Αλλά, έτσι είναι, παιδιά μου, κάποιος που ως συνήθως δε θυμάμαι ποιός, πολύ σοφά το είχε θέσει: αν βγεις έξω, κάτι βρίσκεις και τρως, αν μείνεις μέσα κάτι βγαίνει και σε τρώει. Βέβαια, στην περίπτωση μου, κάτι βρίσκω και τρώω έτσι κι αλλιώς, χεχε.
Πάντως, όσο και να βαριέμαι, γελάω και λίγο, είναι η αλήθεια, σιγά που δε θα 'βρισκα εγώ να γελάσω. Μα, ξέρετε τι πλάκα έχει στο σπίτι μου; Καταρχήν, επειδή εγώ έτσι έχω συνηθίσει κιόλας, μένω κι εδώ, όχι σε ένα, αλλά σε δύο σπίτια. Το αποτέλεσμα είναι να έχω στο ένα σπίτι τα πυτζαμάκια μου και στο άλλο την οδοντόβουρτσά μου και χτες δεν ξέρω πως βρέθηκε η αριστερή μπότα στο σπίτι της αδελφής μου κι η δεξιά στης μαμάς μου. Τραγική η κατάστασή μου. Το καλύτερο, όμως, είναι που η μαμά μου δεν έχει πιστολάκι μαλλιών, οπότε εγώ κάθε φορά που θέλω να λουστώ, πρέπει να πάω στην αδελφή μου, που μένει στην κορυφή μιας από αυτές τις ασύλληπτες λαμιώτικες ανηφόρες, που σας ανέλυσα στην προηγούμενη ανάρτηση. Τώρα δε που ήρθε και η άλλη αδελφή μου, η οποία έφερε μεν το δικό της πιστολάκι αλλά δε μένει στη μαμά μου, έχουμε δύο πιστολάκια στο ένα σπίτι, αλλά κανένα στο άλλο: παράλογο; Δεν απαντά, άρα λογικό. 
Επίσης, πρέπει να ξέρετε, αν δεν το έχετε ήδη μάθει εξ ιδίας πείρας, πως οι γονείς, όσο μεγαλώνουν, παθαίνουν μετάλλαξη. Μεταλλάσονται καταρχήν σε κουφά όντα. Η τηλεόραση στο σπίτι μας παίζει σε εντάσεις που ακούγονται, είμαι σίγουρη, ως το Άλφα του Κενταύρου. Με δεδομένο ότι έχουμε δύο τηλεοράσεις στο σπίτι, διότι η μαμά μου θέλει να βλέπει τα Μυστικά της Εδέμ, ενώ ο μπαμπάς μου, όπως φαντάζεστε, δεν θέλει, αντιλαμβάνεστε τι γίνεται. Αφήστε που για να με ακούσουν πρέπει να φωνάζω λες και με σφάζουν, σας λέω, εξουθενωτικό. Άγιε Βασίλη, αν διαβάζεις, φέρε ένα ίαρ γουίσπερερ στο μπαμπά μου, σε παρακαλώ.
Μια άλλη μετάλλαξη που παθαίνουν οι γονείς είναι της φλυαρίας: εκεί που είχα συνηθίσει να τρώμε σε απόλυτη ησυχία (και ησύχαζε λίγο το κεφάλι μου), τώρα η μαμά ρωτάει τα πάντα και, ω του θαύματος, ο μπαμπάς της απαντάει! Να φανταστείτε, μιλάνε μέχρι και για τα ποδοσφαιρικά της Λαμίας, το οποίο βεβαίως και υφίσταται ως θέμα, διότι προσφάτως ένα μεγάλο σκάνδαλο ταρακούνησε την τοπική κοινωνία. Πήγε, λέει, η ομάδα της Λαμίας να παίξει με μια πόλη της Γερμανίας, δεν ξέρω ποιά, δεν το συγκράτησα αυτό, κι έφαγε 14 γκολ. Προφανώς, οι ποδοσφαιριστές καθόντουσαν οκλαδόν στο γήπεδο κατά τη διάρκεια του αγώνα, αλλιώς δε γίνεται να μπουν 14 γκολ σε ένα ποδοσφαιρικό αγώνα, λέω εγώ με το φτωχό μου το μυαλό. Τώρα, λοιπόν, έχει γίνει ο κακός χαμός στη Λαμία και απαιτούν όλοι να παραιτηθεί ο πρόεδρος της ομάδας και ο μπαμπάς μου, ως πρώην ποδοσφαιριστής της ομάδας και νυν παράγων, ανακατώνεται παντού και έρχεται το μεσημέρι να ενημερώσει τη μαμά μου. Τι να πω κι εγώ. 
Προτιμώ να μη μιλήσω διόλου και να τελειώσω ήσυχα ήσυχα το φαγητό μου και μετά να φέρω τα χάπια του μπαμπά, τα οποία επιμελώς χωρίζει σε μεσημεριανά και απογευματινά και μετά καταπίνει αδιαμαρτύρητα, ο γλυκός μου. Φυσικά, μετά τα χάπια, μαλώνει για κάνα εικοσάλεπτο με τη μαμά για το πόσο μεγάλο θα είναι το κομμάτι από το γαλακτομπούρεκο που θα φάει. Βλέπετε, ο πατέρας έχει ζάχαρο και πρέπει να τρώει λίγα έως καθόλου γλυκά, αλλά αυτή είναι η τρίτη μετάλλαξη που παθαίνουν οι γονείς όταν μεγαλώσουν: κάνουν λίγο όπως έκανες εσύ με την κόκα-κόλα. Ντε και καλά να πιεις τουλάχιστον 4 ποτήρια, αλλιώς θα κρατούσες την αναπνοή σου μέχρι να πάθεις κάτι.
Τέλοσπαντων, τα υπομένω όλα αυτά με μεγάλη κατανόηση και αγάπη, που κάθε τέκνο οφείλει να δείχνει στους γεννήτορές του, αλλά ταυτόχρονα νασταλγώ το (όποιο εν πάση περιπτώσει) σπίτι μου κι όταν φεύγω λίγο λυπάμαι και λίγο χαίρομαι και μη με πείτε αναίσθητη, γιατί φωτιά θα πέσει να σας πλακώσει, ξέρω ότι όλοι το ίδιο κάνετε!

Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

Νομίζατε ότι γλιτώσατε;

Αγαπημένοι μου αναγνώστες, ναι, το ξέρω πόσο σας έλειψα και με πόση αγωνία περιμένατε το επόμενο άρθρο μου, το οποίο δραματικά καθυστερούσε και σας γέμιζε αγωνία για την τύχη ενός καταπληκτικού ανθρώπου και ευρηματικού συγγραφέα.
Όχι, όμως πια, μην αγωνιάτε άλλο: είμαι εδώ και πάντα θα είμαι εδώ, να γεμίζω τις οθόνες και τις καρδιές σας κι όσα κακεντρεχή σχόλια κι αν υπάρξουν, ειδικά από αυτόν τον ανώνυμο, που τον ξέρω πολύ καλά ποιος είναι, αλλά ας έχει χάρη που περιμένει παιδάκια, εγώ θα συνεχίσω, εδώ, στις επάλξεις του μπλόγκινγκ κι ας έχουν μείνει μόνο 26 αυτοί οι ρημαδοαναγνώστες και δε λένε να πάνε παραπάνω. Θα το καταπιώ κι αυτό.
Λοιπόν, εχάθην, διότι για άλλη μια φορά, όπως φαντάζεστε, έφυγα. Είπαμε, on the road again. Μην περιμένετε, όμως, τίποτε μαγευτικές περιγραφές και τα γνωστά, διότι αυτή τη φορά έφυγα για τη γενέτειρα πόλη μου, δια να εορτάσω οικογενειακώς τις άγιες ημέρες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Δεδομένου, δε, ότι σε 5 μήνες περίπου θα γίνω ευτυχής και χαζή θεία, καθώς η αδελφή περιμένει δίδυμα παρακαλώ, έπρεπε να είμαι εδώ, να δω τις σχετικές φωτογραφίες, να ακούσω τη σχετική γκρίνια και να προσφέρω τη σχετική βοήθεια. Άφησα, λοιπόν, το αγαπημένο μου νησί και τις αγαπημένες μου φίλες στο νησί και αφού γύρισα τη μισή Ελλάδα, κατέληξα στην πόλη που με γέννησε.
Μα τι πόλη είναι αυτή, δεν μπορείτε να φανταστείτε. Ειδικά αυτές τις μέρες, τις εορταστικές, κλπ, ξεπερνά τον εαυτό της. Καταρχήν, υπάρχει περίπτωση να είναι η μοναδική πόλη στη χώρα η οποία διατηρεί τη (χουντική, αν δεν απατώμαι) συνήθεια να μεταδίδει από ηχεία καρφωμένα στις κολόνες του δημόσιου φωτισμού χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Και καλά να ήταν μόνο τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Που μεταδίδει και διαφημίσεις των τοπικών επιχειρήσεων; Η αγαπημένη μας (εμένα και των αδερφών) είναι η διαφήμιση ενός καταστήματος κινητής τηλεφωνίας με το τουλάχιστον ατυχές όνομα Χαλιμούρδας. Κι εκεί που ακούς το ευχάριστο τραγουδάκι για τον γνωστό τάρανδο παύλα ελαφάκι, αρχίζει το εγκώμιο του Χαλιμούρδα, με αποτέλεσμα η γράφουσα πάνω από μία φορές να έχει γονατίσει από τα γέλια στη μέση της πιο κεντρικής πλατείας της πόλης.
Η οποία πόλη, παρεμπιπτόντως, αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από πλατείες και ανηφόρες: τουλάχιστον εφιαλτικό. Ωστόσο, έχουμε μερικές πολύ γραφικές ανηφόρες, οι οποίες, όπως έχω αναφέρει σε προηγούμενο άρθρο, μας κατατάσσουν επιτυχώς στην κατηγορία της γραφικής πολίχνης. Το θέμα είναι πώς να τις ανέβεις τις ανηφόρες και πώς να κατέβεις τις αντίστοιχες κατηφόρες, ειδικά εάν φοράς τακούνια, κάτι το οποίο συνήθιζε η αδελφή (πριν μείνει έγκυος, τώρα τα τακούνια τα φορά στον ύπνο της), η οποία, έχοντας απηυδήσει και ούσα παράγων της πόλης απαίτησε και απέκτησε κυλιόμενες σκάλες στις απότομες ανηφόρες. Ναι, κυλιόμενες σκάλες. Φουτουριστικό; Είμαστε πολύ μπροστά. (Οι τελευταίες πληροφορίες μου, βέβαια, λένε πως ο δήμαρχος αφαίρεσε τις σκάλες τελικά, διότι οι αδαείς επαρχιώτες πήγαιναν με τα πόδια έτσι κι αλλιώς.)
Το καλύτερο με αυτές τις πόλεις, όμως, είναι που επειδή έρχεσαι μόνο τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, οπότε όλοι είναι χαλαροί και άνετοι και κάνουν διακοπές, σου φαίνεται πως δεν δουλεύει κανείς και πως όλοι μονίμως πίνουν καφέ και χαζολογάνε στις πλατείες. Ή μπορεί, στην περί ης ο λόγος πόλη να μη σου φαίνεται και να είναι έτσι ακριβώς, δεν ξέρω, δεν το έχω διαπιστώσει ακόμα.
Επίσης, πρόσφατα ή και όχι τόσο πρόσφατα, η μικρή μας πόλη απέκτησε το δικό της κατάστημα Zara, που όσοι από τους ευγενείς αναγνώστες μου δεν κατέχετε τι είναι ετούτο, είναι ένα πολυκατάστημα ρούχων, εξαιρετικά τρέντι, σικ και πολυαγαπημένο. Το γεγονός αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να κυκλοφορούν πανομοιότυπα ντυμένες απαξάπασες οι νεαρές και οι όχι και τόσο νεαρές κυρίες, σε σημείο που να σκιάζεσαι και να νομίζεις ότι έχεις βρεθεί μέσα σ’ αυτήν την ταινία, The Stepford wives νομίζω τη λέγανε, όπου ήταν όλες ίδιες και τελικά ήταν εξωγήινες.
Λέτε; Λέτε η γενέτειρά μου να έχει καταληφθεί από εξωγήινους εισβολείς και να την κυβερνά μια μοχθηρή ιδιοφυής οντότητα, που έχει στήσει εδώ το αρχηγείο της, με σκοπό να κυριαρχήσει σε ολόκληρο τον πλανήτη; Λέτε γι’ αυτό όλη η Ευρώπη να συζητά για τη μικρή μας πόλη; (Αυτό το είπε σήμερα ο μπαμπάς μου, αλλά θα σας εξηγήσω στο άλλο άρθρο τι εννοούσε, γιατί τώρα θα επιστρέψει η έγκυος αδελφή στης οποίας το σπίτι έχω καταλύσει κι έχω να χαϊδέψω την κοιλίτσα της).
Επίσης, έχω να σας πω πολλά για το τι παθαίνουν οι γονείς όταν μεγαλώσουν και γιατί εγώ δεν πρόκειται ποτέ να κάνω παιδιά και για τους συμμαθητές που συναντάς μετά από 15 χρόνια κι ένα σωρό! Χα, I’ m back!

Δευτέρα, 6 Δεκεμβρίου 2010

Επανάληψις μήτηρ πάσης παθήσεως.

Εν τω μέσω εξεταστικής περιόδου και τρελού άγχους κι ενώ έχεις μπερδέψει την επανάσταση στο Γουδί με τη Νεολιθική Επανάσταση, το σταυροειδή εγγεγραμμένο με τον ιωνικό ρυθμό και τη στάση του Νίκα με τις στάσεις των μορφών του Πικάσο, εγώ κάθομαι η ώρα 7.37 το πρωί (μα, τι ανώμαλες ώρες είναι αυτές που με πιάνει η έμπνευση;) να γράψω ένα άρθρο και να χαλαρώσω.
Διότι, ναι, είμαι τόσο βλαμμένη: χαλαρώνω γράφοντας. Άλλοι χαλαρώνουν τρώγοντας, άλλοι πίνοντας, κάποιοι κάνουν σεξ, πολλοί βλέπουν τηλεόραση. Εγώ, επειδή κάνω δίαιτα από τότε που γεννήθηκα, είμαι μονίμως άφραγκη και το ποτό, ως γνωστόν, κοστίζει, το σεξ μου πέφτει κομματάκι απομακρυσμένο και τέλος βαριέμαι φριχτά την τηλεόραση (εκτός αν πρόκειται για Παπακαλιάτη, βεβαίως βεβαίως), χαλαρώνω γράφοντας.
Πριν, λοιπόν, κάνω τη φοβερή μου επανάληψη (πράγμα που προϋποθέτει ότι έχεις διαβάσει όλη την ύλη τουλάχιστον μία φορά, χαχα, ωραίο αστείο) και πάω να γράψω Βυζαντινή Αρχαιολογία, με την οποία έχω μια σχέση παθιασμένη καθώς την είχα και τελευταίο μάθημα πριν το πτυχίο στο πανεπιστήμιο, θα σας γράψω, αγαπημένοι μου αναγνώστες, ένα παραλήρημα για τις εξετάσεις γενικώς.
(Παρεμπιπτόντως, αγαπημένοι μου αναγνώστες, αφού, το ξέρω, είστε περισσότεροι που διαβάζετε, γιατί, βρε, δεν πατάτε εκεί και μια παρακολούθηση, να παίρνει λίγο θάρρος κι η γράφουσα;)
Οι εξετάσεις κάθε είδους είναι ένα πρώτης τάξεως ψυχογράφημα για τον εξεταζόμενο και όχι μόνο. Έχω εντρυφήσει στο θέμα κι έχω εμπεριστατωμένη άποψη, καθότι, αν και στην τρυφερή ηλικία των 30 χρόνων, έχω δώσει διαφόρων ειδών εξετάσεις 35 φορές. Εξετάσεις για το σχολείο, για το πανεπιστήμιο, στο πανεπιστήμιο, για ξένες γλώσσες, για προπτυχιακά, μεταπτυχιακά και δεύτερες σχολές και γενικώς δε συμμαζεύεται.
Όταν έχεις εξετάσεις, πρέπει να τρως καλά και να κοιμάσαι καλύτερα για να μπορείς να αποδώσεις, καλή εξωγηπεδική ζωή το λένε αυτό. Οι περισσότεροι, βέβαια, τρώνε αηδίες και κοιμούνται σαν τις νυχτερίδες: κρεμασμένοι ανάποδα στο μπράτσο του καναπέ, από τις 3 ως τις 5. (Και μετά περιμένουν να γράψουν καλά, που είναι σαν τον Κόμη Δράκουλα και το Γκόλουμ ταυτόχρονα.)
Επίσης, πρέπει να παίρνεις βιταμίνες, όπου βιταμίνες είναι τα πορτοκάλια και τα μαρούλια, όχι αυτά τα χρωματιστά χάπια, αυτά είναι αμφεταμίνες, άλλη γνωστή σύγχυση των εξεταζόμενων ανά το χρόνο και το χώρο.
Εγώ, βέβαια, με το φαγητό και τον ύπνο δεν είχα ποτέ πρόβλημα, το πρόβλημά μου ήταν το εξής: πάντα θέλω να πάω μια βόλτα μετά το διάβασμα, να με φυσήξει λίγο ο αέρας, να δω έναν άνθρωπο, κάτι. Όπου το λέω στους φίλους μου, οι οποίοι συνήθως δίνουν τις ίδιες εξετάσεις με μένα, όμως, με κοιτούν με το μάτι του τρελού και τα μαλλιά του Άραγκορν, οπότε εγώ οπισθοχωρώ και πάω μόνη μου τη βόλτα. Μέχρι κι η Βίβιαν με απαρνήθηκε χτες.
Το καλύτερο, όμως, με τις εξετάσεις, είναι τα όνειρα που κάνεις για όταν θα έχουν τελειώσει αυτές: τι μουσική θα ακούς στη διαπασών, τι θα φορέσεις στο πάρτι που θα πας, πως θα κουρευτείς, τι αλλαγές θα κάνεις στα έπιπλα, πόσο καθάρισμα θέλει το σπίτι, που θα πλύνεις και θα σιδερώσεις ακόμα και τις κουρτίνες(τις οποίες, σε κ. σ., δε σε νοιάζει να τις πλύνεις ακόμα κι όταν κατεβούν μόνες τους από τα κουρτινόξυλα και μπουν οικειοθελώς στο πλυντήριο) κι άλλα τέτοια πάρα πολύ σημαντικά πράγματα. Χτες, με τη Μαριλένα, μιλούσαμε για καμιά ώρα για την ταβέρνα που θα πάμε όταν τελειώσουμε με τις εξετάσεις(με είχε πάρει να ξεκαθαρίσουμε τους οκταγωνικούς, μη με ρωτήσετε τι είναι, τελικά δεν τους ξεκαθαρίσαμε, βρήκαμε ωστόσο την ταβέρνα).
Επίσης, εμένα, όταν διαβάζω, με ενοχλεί πάρα πολύ να είναι τα φρύδια μου άβγαλτα και να πιάνω αυτές τις χαζές τριχούλες που τσιμπάνε και φαίνονται, οπότε, παρατάω τα βιβλία και πάω να βγάλω τα φρύδια μου. Το κάνω, όμως, κάθε μέρα, προκειμένου να αποφύγω να διαβάσω, με αποτέλεσμα, στο τέλος της εξεταστικής να μη μου έχει μείνει φρύδι. Τραγικό. Άσε πια αυτή την ψαλίδα στις άκρες των μαλλιών. Μια φορά, στο πανεπιστήμιο, κατά τη διάρκεια εξεταστικής, είχα κουρευτεί μόνη μου, διότι με νευρίασε η ψαλίδα: ούτε φρύδια ούτε μαλλιά, λες κι είχα πάθει τριχοφάγο ήμουν.
Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι τώρα πια, μετά από τόσες εξετάσεις, εγώ προσωπικά κανένα άγχος δεν έχω και καμία στέρηση εξόδου δεν υφίσταμαι, απλά περιμένω να περάσει και να επανέλθουν όλοι στα φυσιολογικά τους. Ως τότε, βγάζω τα φρύδια μου κι ελπίζω να είναι, Θεέ μου, η τελευταία φορά που δίνω εξετάσεις, που δεν θα είναι, το ψυχανεμίζομαι, έχω εθιστεί, αλλά η ελπίδα πεθαίνει τελευταία (δίχως κλισεδάκι δεν ανεβαίνει άρθρο) κι επίσης η ώρα έχει πάει 8.30, οπότε, ας πάω να κάνω τη ρημαδοεπανάληψη και πείτε μου καλή επιτυχία.