Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

Το βασίλειό μου για μια ραπτομηχανή.

Καλημέρα! Εδώ είμαι, δεν τα παράτησα, μολονότι είχα πολλές ευκαιρίες την εβδομάδα που πέρασε. Αποδεικνύοντας, όμως, για άλλη μια φορά το απύθμενο θάρρος μου και την ακατάβλητη γενναιότητά μου, συνεχίζω ακάθεκτη, εν μέσω απεργιών, καταστροφών, λιμών και λοιμών, γενεθλίων στα οποία δεν ήμουν, ψυχοπλακωτικών ταινιών και ρωσικών βιβλίων.
Αυτό που πάνω απ’ όλα μου δίνει θάρρος, αγαπημένοι μου και υπομονετικοί αναγνώστες, είστε εσείς, που με μαθηματική ακρίβεια αυξάνεστε (αν και, σημειώνω, έχουμε μείνει ψιλοστάσιμοι στο 41, σαν το έπος) κι έτσι μεγαλώνει αυτή η παρέα. Εμένα, τώρα, πολύ περίεργο μου φαίνεται που νιώθω έτσι κοντά μου (άντε βρε, μη συγκινείστε) όλους αυτούς τους ανθρώπους που δεν έχω δει ποτέ μου κι όμως είμαστε λίγο φίλοι και περιμένω να δω και να διαβάσω τα νέα τους κι ελπίζω κι αυτοί τα δικά μου.
Εμένα τα νέα μου, βέβαια, ποτέ δεν είναι ιδιαίτερα συγκλονιστικά, όπως έλεγα και στην Ελένη προχτές, η οποία, θα καταγγείλω εδώ, μας έχει σπάσει τα νεύρα τις δύο τελευταίες εβδομάδες με κάποιο αισθηματικό της ζήτημα, το οποίο κατά τα άλλα δεν την ενδιαφέρει καθόλου, αλλά ολημερίς κι ολονυχτίς περί αυτού ο λόγος. Κοντεύω εγώ η ίδια μου να τον πάρω τηλέφωνο αυτόν τον άνθρωπο και να του πω αποφάσισε, χρυσέ μου, να ησυχάσουμε. Γιατί δυσκολεύουν έτσι τις ζωές τους οι άνθρωποι;
Σε ένα από τα διαλείμματα, λοιπόν, του αισθηματικού ζητήματος, της έλεγα ότι είμαι λίγο σαν μια ρομαντική κομεντί: όλοι περνάνε πολύ ευχάριστα τις δυο ώρες της ταινίας, αλλά μετά κανείς δε θυμάται τι ακριβώς έγινε.
Εν πάση περιπτώσει, επειδή πρώτα θα καταστραφεί ο κόσμος και μετά θα σταματήσουν να γυρίζονται ρομαντικές κομεντί (τις οποίες, παρεμπιπτόντως, εγώ σιχαίνομαι μέχρι αυτοκτονίας και έχω ορκιστεί να μην ξαναδώ ποτέ μου, εγώ ζω για σπλατεριές κι αυτές τις ταινίες όπου όλοι έχουν πεθάνει από κάποιον ιό κι έχει ερημώσει ο κόσμος), θα συνεχίσω κι εγώ να υπάρχω ώσπου να καταστραφεί ο κόσμος τουλάχιστον.
Ο οποίος κόσμος, δε νομίζω και να αργήσει πολύ να καταστραφεί, οπότε απολαύστε με όσο έχετε καιρό: είδαμε προχτές με τη Ρενάτα μια ταινία του Χάνεκε (αυτός είναι ένας σκηνοθέτης ημίτρελος και σίγουρα πολύ φίλος με τον άλλον ημίτρελο, τον Φον Τρίερ), η οποία αφενός ήταν στα Γαλλικά κι εγώ δεν κατάλαβα λέξη και θέλω να κάνω και ξενάγηση στα Γαλλικά, τρομάρα να μου ‘ρθει, και αφετέρου έδειχνε τον κόσμο μετά το πετρέλαιο. Πολύ τρομακτικός ήταν αυτός ο κόσμος, παιδιά μου, και η ταινία σε έκανε να αναρωτηθείς πόσο εξαρτημένοι είμαστε από αυτό το πράγμα, το καύσιμο, και πόσο εύκολα μπορούν να καταλυθούν όλα και πρώτα πρώτα η ανθρωπιά μας αν λείψει. Μήπως να πάρουμε μια ξυλόσομπα; Κάνει και ωραία σούπα.
Μετά από αυτή την ευχάριστη ταινία, που μας άνοιξε τα μάτια και τις καρδιές, εγώ αποσύρθηκα στα ιδιαίτερά μου και αποφάσισα να μη βγω από το σπίτι όλο το Σαββατοκύριακο (και καλά, λόγω της ταινίας, όχι που δεν έχω ούτε σέντσι) και να αφοσιωθώ στο ράψιμό μου. Αλήθεια, σας το είπα; Έχω ανακαλύψει άλλο ένα ταλέντο μου, το ράψιμο, το οποίο συμβαίνει και να μου αρέσει πολύ: δε μου αρέσουν όλα μου τα ταλέντα, βαριέμαι, ας πούμε, να με λένε όλοι έξυπνη και να με ρωτάνε τα πάντα.
Νομίζω πως αν είχα μια ραπτομηχανή, δεν θα έκανα τίποτε άλλο, μόνο θα έραβα, θα παρατούσα και τα ρώσικα και τα γαλλικά και τις ξεναγήσεις και τα μουσεία και τα ιστολόγια και θα έραβα. Ευτυχώς, δηλαδή, που δεν έχω ραπτομηχανή. Ωστόσο, και δίχως ραπτομηχανή, τα καταφέρνω να τρώω όλο το χρόνο μου και να έχει έρθει Κυριακή βράδυ κι εγώ και να μην έχω διαβάσει τίποτα για τα ρώσικα και να μην έχω γράψει λέξη. Δεν πτοήθηκα, ωστόσο, και είδα άλλη μια ταινία, ένα ιαπωνικό θρίλερ, διότι πρέπει να ξέρετε πως τα ιαπωνικά θρίλερ είναι κλάσεις ανώτερα από οποιασδήποτε άλλης εθνικότητας θρίλερ, οπότε, αν είναι να δείτε θρίλερ, προτιμήστε ένα ιαπωνικό.
Στη συνέχεια, εγώ, και παρά το θρίλερ, είχα πέσει σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, γιατί σκεφτόμουν τη φίλη μου τη Δώρα που είχε γενέθλια κι εγώ δεν πήγα στο πάρτι της, όπου συζητήσανε, μεταξύ άλλων, για τη ρεφορμιστική αριστερά και ξέρετε πόσο τρελαίνομαι εγώ να συζητάω για τη ρεφορμιστική και τις υπόλοιπες αριστερές. Επίσης, σκεφτόμουν πότε θα ξαναδώ τον καλό μου κι αν ως τότε θα συνεχίσει να είναι ο καλός μου ή θα με έχει παρατήσει να σαπίσω στο νησί, όπως τον έχω κι εγώ παρατημένο και τρέχω από ‘δω κι από ‘κει. Οπότε, σκεφτόμενη όλα αυτά, δεν άντεξα να συνεχίσω κι έπεσα να κοιμηθώ με την ελπίδα ότι την επόμενη μέρα θα ήταν όλα καλύτερα.
Φρούδες και μη σας πω και φλούδες οι ελπίδες: την επόμενη μέρα δεν είχα ρεύμα στη δουλειά και πέρασα 3 ώρες διαβάζοντας στο φυσικό και άπλετο κερκυραϊκό φως για την ιαπωνική κεραμική. Μετά ήρθε το ρεύμα και μαζί του ήρθε και η αναπόδραστη βεβαιότητα πως όλα πάντα, αργά ή γρήγορα, γίνονται καλύτερα, εκτός κι αν τελειώσει το πετρέλαιο. Τότε, είμαστε για φούντο, που λέει κι ο μπαμπάς μου.

Κυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011

Τα είδα όλα

Την εβδομάδα που πέρασε, φίλοι μου αγαπημένοι και πιστοί μου αναγνώστες και υποστηρικτές στον αδηφάγο κόσμο του διαδικτύου, ανακάλυψα κάτι, το οποίο πάραυτα θα μοιραστώ μαζί σας, ακολουθώντας τη θεάρεστη συνήθειά μου να μοιράζομαι πάντα τις πολύτιμες εμπειρίες μου από τη ζωή.
Ανακάλυψα, λοιπόν, ότι η εβδομάδα περνάει πολύ γρήγορα κι εύκολα και φτάνει το πολυπόθητο Σαββατοκύριακο με έναν απλό και ευφάνταστο τρόπο: αν έχεις μόνο 2 ευρώ στο πορτοφόλι σου, δεν ξέρετε τι ωραία περνάνε οι μέρες.
Διότι απλά πηγαίνεις και γυρνάς από τη δουλειά και τα μαθήματα, δε σε απασχολεί να προλάβεις το σουπερμάρκετ ανοιχτό, δεν ανησυχείς να βρεις παρέα για καφέ, δε σε πειράζει που ο κινηματογράφος δεν έχει φέρει ακόμα το Μαύρο Κύκνο, επιτέλους αδειάζει το ψυγείο, που δε χωρούσε ούτε μια φέτα από κασέρι, και τα ντουλάπια από όλα τα μισά σακουλάκια φακές και ρύζι κι επιπλέον έχεις να περηφανεύεσαι που έβγαλες μια βδομάδα με 2 ευρώ. Τώρα, μπορείς κι εσύ να πάρεις τον τίτλο του πιο οικονόμου πολίτη, μη σας πω και το κλειδί της πόλης από το δήμαρχο, άσε που μπορεί και να σε αγγίξει και ο κοινωνικός αποκλεισμός, μεγάλο πράγμα στις μέρες μας, που πας αν δε σε έχει αγγίξει ο κοινωνικός αποκλεισμός τη σήμερον ημέρα.
Αφού, λοιπόν, κι εγώ είχα λυμένο το οικονομικό μου πρόβλημα αυτή τη βδομάδα , περπατούσα και κοιτούσα τον κόσμο, η αγαπημένη μου συνήθεια, και θέλω να σας πω τι είδα.
Είδα μια λεμονιά φορτωμένη με λεμόνια στο δρόμο για τα ρώσικα, πολύ όμορφο θέαμα, τυχερός ο που την έχει στον κήπο του.
Είδα μια όμορφη κοπέλα να κάθεται σταυροπόδι σ’ ένα σκαμπό, μέσα σε μια καφετέρια και να χαριεντίζεται μ’ ένα νεαρό, εξαιρετικά χαριτωμένο ενσταντανέ.
Είδα και κάτι ωραία αγόρια να περνάνε έξω από το παράθυρό μου και έπεσα από την καρέκλα, προσπαθώντας να συνεχίσω να τα βλέπω. Φυσικά, με είδανε κι αυτά που έπεσα και γελάνε ακόμα, νομίζω.
Είδα ένα πουά καλσόν, ένα φούξια σουτιέν και μια κόκκινη καμπαρντίνα, όχι στην ίδια βιτρίνα, μην τρελαίνεστε, που μου άρεσαν πολύ.
Είδα, σε μια κοπή πίτας, την κοινότητα των μελλοντικών μου συναδέλφων (ελαφρώς) συγκεντρωμένη και σε (πολύ μεγάλη) φόρμα κι άρχισα να τραγουδάω I wish I was special, you are so fucking special, but I’m a creep, I’ m a weirdo, what the hell am I doing here, I don’t belong here και μετά είδα την ανασφάλειά μου να έρχεται σαν νοτιοανατολικοασιατικό τσουνάμι και πήρα των ομματιών μου κι έφυγα.
Είδα κάτι φωτογραφίες και ντράπηκα που δίπλα ήταν οι δικές μου, μετά είδα και κάτι άλλες και αναθάρρησα.
Είδα μια κυρία με φούξια παλτό και μαύρα ψηλοτάκουνα, τα οποία είχαν αρπάξει κι έσερναν μια σερπαντίνα μήκους περίπου 2 μέτρων. Η σερπαντίνα ήταν του ιδίου χρώματος με το παλτό.
Είδα κάτι κοπέλες που έστελναν φιλάκια στον καλό μου (στο facebook) και πολύ νευρίασα.
Είδα 3 πανέμορφες ανατολές, διότι τις υπόλοιπες μέρες έβρεχε τον κατακλυσμό του Νώε, πράγμα που έκανε ακόμα πιο σπαστικό το γεγονός ότι το χερούλι της ομπρέλας κοπανούσε στο φιόγκο που φορούσα στο κεφάλι μου και μου έκανε σημάδι.
Είδα, στο απέναντι μπαλκόνι, ένα ξανθό σκυλάκι να παίζει με δυο γατάκια κι ήταν τόσο ταιριαστά, τα γλυκά μου!
Είδα χρωματιστά πυροτεχνήματα να σκάνε δίπλα στην πανσέληνο κι έτσι, με τούτα και με κείνα, πέρασε κι αυτή η εβδομάδα, που μπορεί για σας να ήταν λίγο βαρετή, αλλά αν βλέπατε όλα αυτά που είδα εγώ, πιστέψτε με, θα ήταν λίγο καλύτερη.

Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

Τα Μπισκότα της ντροπής

Θεμελιώδης απορία: γιατί πρέπει να φας ΠΑΝΤΑ 2 μπισκότα; Δεν μπορείς δηλαδή να σταματήσεις στο ένα; Είναι λες και κάποια μυστηριώδης και ακατανίκητη δύναμη, ακατανίκητη όσο και ο Γκάνταλφ, που επέζησε της πτώσης μέσα σ’ εκείνο το λάκκο με τη φωτιά, σου τραβάει το χέρι προς το πακέτο με τα μπισκότα και δε γίνεται να μη φας κι άλλο μπισκότο, δε γίνεται, αν δε φας κι άλλο μπισκότο, ο Σάουρον και το ατέρμονο σκοτάδι θα επικρατήσει στον κόσμο.
Έτσι, προκειμένου να σώσω τον κόσμο, έφαγα κι άλλο μπισκότο. Καλά δεν έκανα;
Έπειτα, έχοντας πάρει δύναμη και θάρρος να αντιμετωπίσω αυτόν τον κόσμο που βλακωδώς μάλλον έσωσα κι όλους τους Σάουρόν του μαζί, άνοιξα τον υπολογιστή μου και το λογαριασμό μου του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (τρελαίνομαι να χρησιμοποιώ ελληνικές λέξεις που αφορούν το διαδίκτυο, έχουν πολλή πλάκα και επιπλέον ακριβολογούν-επίσης, γιατί μερικοί γράφουν το διαδίκτυο με κεφαλαίο; Είναι κύριο όνομα ή κάτι τέτοιο;).
Κι εκεί, μέσα στον προαναφερθέντα λογαριασμό, βρήκα ένα ηλεκτρονικό μήνυμα που αναφερόταν σε 34 ή κάποιον ανάλογο αριθμό, δεν το συγκράτησα ακριβώς, λόγους για τους οποίους, λέει, γουστάρω που είμαι Έλληνας. Σίγουρα, έχετε λάβει κι εσείς κάποιο αντίστοιχο μήνυμα κι αν όχι, θα το λάβετε κάποια στιγμή στη ζωή σας. Να είστε προετοιμασμένοι.
Εγώ, πάντως, αφού γέλασα πολύ, διότι, όπως έχουμε πει, με διακρίνει αβάσταχτη ελαφρότης, μετά παραξενεύτηκα, γιατί εγώ για τους ίδιους ακριβώς λόγους λίγο ντρέπομαι που είμαι Ελληνίδα.
Λέει, για παράδειγμα, ο συντάκτης του κειμένου, ο οποίος σίγουρα ζει σε άλλη χώρα από αυτή που ζω εγώ, πως γουστάρει που είναι Έλληνας γιατί "καμάκι" και "σουβλάκι" ειναι το πρώτο ποίημα που μαθαίνουμε . Αυτό, τώρα, είναι καλό, δηλαδή; Τρίζουν τα κόκκαλα του Καβάφη. Κι ας μη σχολιάσω το παρωχημένο του επιχειρήματος: καμάκι τώρα πια κάνουν μόνο οι ψαροντουφεκάδες κι αυτοί στα χταπόδια, όχι στα κορίτσια.
Άλλο τρανό επιχείρημα είναι πως γουστάρουμε που είμαστε Έλληνες γιατί όλοι γκρινιάζουμε για το Δημόσιο αλλά όλοι ψάχνουμε μια μόνιμη θέση σ' αυτό. Καθόλου δε γουστάρω, το δημόσιο (φτάνει πια μ’ αυτά τα κεφαλαία) είναι η βασικότερη αιτία καταστροφής αυτής της χώρας. Κι ίσως όχι τόσο το δημόσιο, όσο η ιδέα του μέσου (και του κάτω και του άνω, μπορώ να σας πω) Έλληνα ότι το δημόσιο είναι η σωτηρία. Όχι, φίλοι μου. Το δημόσιο ανοίγει το στόμα του, σε τρώει, σε μασάει, σε κάνει πουρέ και σε καταπίνει και μη σας πω και τι άλλο σε κάνει μετά, διότι δε μου το επιτρέπει η ανατροφή μου. Κι όσο για τη μόνιμη θέση, πρώτον, χάρισμά σας και δεύτερον, τώρα πάει, τέλειωσε το πανηγύρι, πως λέγαμε κάποτε σύντομο ανέκδοτο Αλβανός τουρίστας; Τώρα θα λέμε μονιμοποίηση στο δημόσιο.
Γιατί ανακαλύψαμε το θέατρο και τη Δημοκρατία, συνεχίζει η επιχειρηματολογία. Ναι, κι απ’ όταν τα ανακαλύψαμε, τόσο το θέατρο όσο κι η δημοκρατία (μπα με τα κεφαλαία σήμερα) το έχουν μετανιώσει οικτρά κι εύχονται να μην είχαν ανακαλυφθεί ποτέ, διότι έχουν υποστεί τόσες κακοποιήσεις και παραμορφώσεις και παρανοήσεις που σιχαίνονται τον εαυτό τους.
Και με χτυπάει στο ευαίσθητο σημείο μου η απαρίθμηση των λόγων. Γουστάρουμε που είμαστε Έλληνες γιατί οι γονείς μας δεν ξεχνούν ότι υπάρχουμε όταν κλείνουμε τα 18, παρά μας τρέφουν, μας συντηρούν, μας πλένουν, μας μαγειρεύουν, μας νταντεύουν, μας πληρώνουν νοίκια, λογαριασμούς, αυτοκίνητα, μας μασάνε το φαγητό και μας φτύνουν μη μας ματιάξουν ως τα 45. Και μετά, αναρωτιόμαστε γιατί δεν μπορούμε να επιβιώσουμε. Αυταπόδεικτο.
Επίσης, πρέπει να ξέρετε πως ο περήφανος Έλληνας γουστάρει γιατί έχουμε νοοτροπία "και αύριο μέρα είναι" και η γράφουσα βγαίνει από τα ρούχα της κι εξανίσταται και γενικώς παθαίνει υστερικό παραλήρημα με αυτή τη νοοτροπία, η κυριαρχία της οποίας από καταβολής κράτους έχει φέρει τη χώρα στην κατάσταση που βρίσκεται. Όχι, αγάπη μου, αύριο μπορεί να μην είναι μέρα, αύριο μπορεί να μην είναι τίποτα κι εσύ να μην έχεις τίποτα, παρά την αναβλητικότητά σου και την τεμπελιά σου και να σε δω τι θα κάνεις.
Όσο για το κορυφαίο: γουστάρω γιατί δε το παίζουμε "ψευτοπουριτανοί" τις λαδιές μας τις κάνουμε με θράσος, δεν έχω να πω και πολλά, γιατί θ’ αρχίσω να βρίζω και δεν αρμόζει σε δεσποινίδες αυτό. Άκου, λέει, τις λαδιές μας τις κάνουμε με θράσος. Και είδαμε που μας έχουν φτάσει αυτές οι θρασείες λαδιές, να δω τώρα, θα έχουμε το ίδιο θράσος να τις καθαρίσουμε; Σιγά.
Κι αυτά, φυσικά, είναι μόνο λίγα από τα επιχειρήματα περί εθνικής υπερηφάνειας, όπως φαντάζεστε. Κάποια άλλα, λίγο ευτελή, όπως ότι το ραβανί (ως ελληνικότατο βεβαίως βεβαίως γλυκό και όχι καταφανώς τουρκικό) υπερτερεί του μιλφέιγ ή ότι όταν εμείς είχαμε τον Περικλή και τον Αριστοτέλη, οι άλλοι κρεμιόντουσαν στα δέντρα (αυτό με τα δέντρα, αν το ξανακούσω θα τσιρίξω, θα πίστευε κανείς πως ζούμε στον πλανήτη των πιθήκων, εμείς, το ανώτερο έθνος των Ελλήνων), δεν καταδέχομαι να τα θίξω.
Τι να πω, ρε παιδιά, ίσως είμαι λίγο εμπαθής, αλλά, δεν μπορώ, συγχύζομαι με κάτι τέτοια, γιατί δεν το πιστεύω ότι η Ελλάδα είναι μόνο αυτά τα πράγματα, θράσος, κουτοπονηριά και βόλεμα. Επιτέλους, λίγη αυτοεκτίμηση δεν θα έκανε κακό σ’ αυτόν τον τόπο. Και λίγο λιγότερα κεφαλαία, επίσης.

Σάββατο, 5 Φεβρουαρίου 2011

Κλέβοντας φαγητά

Έχω γυρίσει την πλάτη σε μια θεόρατη στοίβα από ρούχα για σίδερο, τα οποία με φωνάζουν μαυλιστικά για να καταφέρουν να με κάνουν να γυρίσω και να αρχίσω να τους δίνω σημασία και ίσως, σε ένα ιδανικό κόσμο, να τα σιδερώσω, αλλά εγώ τα αγνοώ και κάθομαι να γράψω.
Προηγουμένως, ανέβηκα στην ταράτσα να μαζέψω τα προαναφερθέντα ρούχα (την ταράτσα, μολονότι μένω εδώ κοντά τρία χρόνια, πολύ πρόσφατα την ανακαλύψαμε κι είμαι πολύ χαρούμενη γι’ αυτό, διότι είναι μια πολύ αξιοπρεπής ταράτσα, με υπέροχη θέα και καθαρό αέρα και πολλές κεραίες) κι αφού τα μάζεψα, καθόμουν και χάζευα μια φέτα από φεγγάρι που έλαμπε στον πορτοκαλί ουρανό. Πολύ μ’ αρέσουν οι φέτες από φεγγάρι, περισσότερο κι από τα ολόκληρα φεγγάρια, τα ολόκληρα φεγγάρια είναι λίγο απόλυτα και σκληρά, ενώ οι φέτες κρύβουν και μια υπόσχεση ολοκλήρωσης, είναι πιο υπαινικτικές και απαλές, μοιάζουν λίγο με χαμόγελα αρχαϊκά στον ουρανό.
Έχω μια λυρική τάση σήμερα, καλά πάντα την έχω, μην κοιτάτε που την κρύβω επιμελώς κάτω από το χειμαρρώδη λόγο μου, στην πραγματικότητα είμαι θιασώτις της λιγόλογης και μεστής ποίησης. Επίσης, είμαι και πολύ χαρούμενη σήμερα, διότι ήρθε στο νησί η αγαπημένη μου φιλενάδα που είχα πολύ καιρό να τη δω και ξαναείδα τον αριθμό της στην οθόνη του τηλεφώνου, και γι’ αυτό έχω πάθει λογοδιάρροια.
Ήρθε, λοιπόν, το Μαριλενάκι και ξαναβγήκαμε για καφέ το Σάββατο το πρωί στο Μπρίστολ. Τι να σας πω, παιδιά, είναι συνήθεια παλιά το Σάββατο στην πόλη να βγαίνουν απαξάπαντες έξω, μικροί και μεγάλοι, αναρχοαυτόνομοι (που, παρεμπιπτόντως, τον τελευταίο καιρό έχουν κατακλύσει το μέχρι πρότινος πιο απολιτίκ μέρος του κόσμου, μαύρισε το μάτι μας από ράστα και υφαντά ταγάρια, όλοι πια έχουν εκσυγχρονιστεί, μόνο οι αναρχοαυτόνομοι κρατούν ακόμα υφαντά ταγάρια, έλεος) και τρέντι, φτωχοί και πλούσιοι, είναι όλοι έξω.
Βγήκαμε κι εμείς, να θυμηθούμε τα παλιά και να μάθουμε τα νεότερα. Καθήσαμε σ’ ένα ωραίο τραπεζάκι πρώτη μούρη στο καβούρι και μπήκαμε στον πειρασμό να κλέψουμε τα λεφτά που είχαν αφήσει οι προηγούμενοι, καθώς εμείς δεν έχουμε καθόλου, μονίμως, πως τα καταφέρνουμε, δεν ξέρω. Είχαμε, όμως, μαζί μας την Ελένη, η οποία καθόλου δεν μπορεί να κρυφτεί: μια φορά, σε μια καφετέρια, μας έφεραν τα μπισκοτάκια πριν τους καφέδες. Η Βίβιαν κι εγώ τα φάγαμε όλα, κρύψαμε το πιατάκι κι όταν μας έφεραν τους καφέδες, παραπονεθήκαμε ότι δεν είχαμε μπισκοτάκια και μας έφεραν καινούργια. Η Ελένη μας έδωσε στεγνά στη σερβιτόρα και μας έκανε ρεζίλι. Τι πείραζε, δηλαδή, που θα τρώγαμε διπλή δόση μπισκοτάκια; Αφού μερικοί δεν τα τρώνε καθόλου.
Από τότε, δε μπορούμε να κάνουμε καμία παρανομία όταν είναι η Ελένη μαζί μας κι έτσι δεν κλέψαμε τα λεφτά, παρά παραγγείλαμε τους καφέδες-για κακή μας τύχη, σ’ αυτή την καφετέρια δε φέρνουν καθόλου μπισκοτάκια, πράγμα το οποίο καταγγέλλω εδώ. Γιατί, κύριέ μου, δε φέρνεις καθόλου μπισκοτάκια; Ξεροσφύρι θα τον πιούμε τον καφέ που τον χρυσοπληρώνουμε κιόλας; Τι ψυχή έχει ένα μπισκοτάκι;
Τώρα που λέμε για κλεψιές από τους προηγούμενους, θυμήθηκα και κάτι άλλο που είχαμε κάνει με μια παρέα κι είχαμε γελάσει πάρα πολύ. Ήταν 25 Μαρτίου κι είχαμε πάει σε μια ταβέρνα στην Κατερίνη για φαγητό (τότε ζούσα στη Θεσσαλονίκη, μη φανταστείτε ότι ξεκινήσαμε από την Κέρκυρα να πάμε για φαγητό στην Κατερίνη), μόνο που γινόταν της κακομοίρας και περιμέναμε πολλή ώρα κι ακόμα δεν είχαν έρθει ούτε παραγγελία να μας πάρουν. Εν τω μεταξύ, είχαμε ψωμολυσσάξει, καθώς εψάχναμε για τραπέζι καμιά ώρα πριν βρούμε εκεί. Παράλληλα, το διπλανό τραπέζι μόλις είχε αδειάσει και δεν είχαν μαζέψει ακόμα. Ανάμεσα στα πιάτα, λοιπόν, βρισκόταν και μια πιατέλα με τηγανητά κολοκυθάκια άθικτη, αλήθεια σας λέω, ούτε ένα δεν είχαν φάει. Εμάς γουργούριζαν οι κοιλιές μας και σερβιτόρος στον ορίζοντα δε φαινόταν, καθόμασταν κι έξω, δε μας έβλεπε και κανείς, οπότε αρπάζουμε την πιατέλα, μοιράζουμε τα κολοκυθάκια, τα καταβροχθίζουμε κι ούτε γάτα ούτε ζημιά. Σκουπίσαμε μετά και τα πιάτα και τα πιρούνια να μη φαίνονται λερωμένα και μας καταλάβουν, επιστρέψαμε και την άδεια πιατέλα στο διπλανό τραπέζι και μετά από λίγο ήρθε ο σερβιτόρος και παραγγείλαμε και φάγαμε τα πάντα, εκτός φυσικά από τηγανητά κολοκυθάκια, δεν υπήρχε λόγος.
Έχω κι άλλο περιστατικό με κλεμμένο φαγητό, διότι άρθρο σήμερα δε βλέπω να ανεβαίνει, έτσι, με φλυαρία θα τη βγάλουμε. Παλιά, στη Θεσσαλονίκη, δούλευα σε ένα μαγαζί με είδη δώρων, τη Ρεζέρβα, αν έχετε ακουστά, θα σας μιλήσω κάποτε για εκείνη την περίοδο της ζωής μου, μεγάλη πίκρα, όλη τη μέρα ήμουν εκεί, όλη όμως. Μία των ημερών, λοιπόν, μπαίνει στο μαγαζί μια κοπέλα που κουβαλούσε μια σακούλα, την οποία με παρακάλεσε να αφήσει στο ταμείο για να περιδιαβάσει με την ησυχία της. Βεβαίως, απαντώ εγώ, με την ευγένεια και την προσήνεια που με διακρίνει. Περνοδιαβαίνει η κοπέλα, αγοράζει το ψιλοπραγματάκι της και φεύγει, δίχως τη σακούλα. Κάποια στιγμή μέσα στη μέρα, αντιλαμβανόμαστε με το συνάδελφο Κυριάκο την ξεχασμένη σακούλα και φυσικά, μετά από μία μικρή πάλη με τη συνείδησή μας, την ανοίγουμε και ανακαλύπτουμε ένα τάπερ με λαχανοντολμάδες. Εγώ εκείνη την ώρα πεινούσα φριχτά, ο Κυριάκος το ίδιο. Τρώμε, λοιπόν, από ένα λαχανοντολμά έκαστος και τακτοποιούμε τους υπόλοιπους, ώστε να μη φαίνεται η απώλεια. Πάνω στην ώρα, τηλεφωνεί η κοπέλα και μας ενημερώνει πως είναι εκτός Θεσσαλονίκης και να πετάξουμε, λέει, τη σακούλα, διότι έχει φαγητό και θα χαλάσει. Α, κάνουμε εμείς τους ανήξερους, έτσι, ε; Κι ούτε που πήραμε χαμπάρι τη σακούλα. Εννοείται πως πήρα τους λαχανοντολμάδες στο σπίτι κι έγινε χαμός το βράδυ, το δε τάπερ το έχω ακόμα.
Λοιπόν, φίλοι μου, όπως βλέπετε σήμερα τρίχες, δεν είχα όρεξη να γράψω κανονικό άρθρο, αλλά και πάλι μοιράστηκα μαζί σας την πείρα μου από τη ζωή και σας δίδαξα τρόπους να επιβιώνετε στις δύσκολες μέρες που διανύουμε. Τώρα θα σας αφήσω να πάω να πιω μια μπίρα, θα σας συμβουλέψω να κάμετε το ίδιο και με ανυπομονησία περιμένω να σας ξανασυναντήσω.

Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

Πόσα να αντέξει ένα στομάχι;

Αγαπημένοι μου αναγνώστες, ναι, το ξέρω ότι άργησα να γράψω, αλλά ΔΕΝ ΠΡΟΛΑΒΑΙΝΩ.
Σας το είπα και στην προηγούμενη ανάρτηση, η ζωή μου είναι ένας μικρός πόλεμος και, όπως φαντάζεστε, οι πόλεμοι είναι χρονοβόρες δραστηριότητες, όσο μικροί κι αν είναι. Αφήστε που επέρασα των παθών μου τον τάραχο το σαββατοκύριακο που πέρασε κι ήθελα λίγο χρόνο να συνέλθω.
Ήξερα, φίλοι μου, ότι με φθονούν όλοι για την πνευματική μου καλλιέργεια και την ανεπανάληπτη ομορφιά μου, αλλά όχι κι έτσι, που κόντεψα αυτό το σαββατοκύριακο να πεθάνω από το μάτι, κι εγώ κι όλοι οι κοντινοί μου. Προλαβαίνω τα κακεντρεχή σχόλια περί ύπαρξης της βασκανίας και σας διαβεβαιώ πως η βασκανία ζει και βασιλεύει, άλλωστε το επιβεβαιώνει και η εκκλησία μας και δε φαντάζομαι να υπάρχει κανείς που δεν πιστεύει την εκκλησία μας, ε;
Θα σας περιγράψω λοιπόν όλα αυτά που συνέβησαν το σαββατοκύριακο, συγκεκριμένα το Σάββατο δηλαδή, κι επίσης μια εξαιρετικά σουρεαλιστική σκηνή που διαδραματίστηκε στο σπίτι μας, το οποίο, ως γνωστόν, είναι ένα πολύ φιλήσυχο σπίτι, αλλά πως γίνεται και πάντα κάτι περίεργο συμβαίνει εδώ, δεν ξέρω.
Επιπλέον, θα καταθέσω ένα παράπονο που έχω, το οποίο, ως συνήθως, έχει να κάνει με τον καλό μου και μια ηλεκτρονική συσκευή. Καταρχήν, ο άνθρωπος αυτός (είναι ο άλλος σου εαυτός) έψαχνε να αγοράσει μια επαγγελματική φωτογραφική μηχανή και από όλον τον κόσμο και όλο το διαδίκτυο βρήκε να αγοράσει μηχανή από έναν κυριούλη εδώ, στην Κέρκυρα. Ως εκ τούτου και εφόσον τελικά συμφώνησαν για τη μηχανή, ο δικός μου έσπασε όλους τους κουμπαράδες του σπιτιού του για να μαζέψει τα λεφτά να έρθει στο νησί να πάρει τη μηχανή, διότι αδυνατούσε να περιμένει μια βδομάδα και να έρθει, ας πούμε, όταν θα είχε λεφτά. Θα μπορούσα τώρα εγώ να ρίξω λίγο φαρμάκι και να γκρινιάξω, αλλά είμαι ανώτερος άνθρωπος και διόλου κατίνα και δεν θα το κάνω.
Ήρθε, λοιπόν, και πήρε τη μηχανή κι από τότε, παιδιά μου, από τα χέρια του δεν την έχει αφήσει: εβάλαμε και τρίτο μαξιλάρι στο κρεβάτι για να ακουμπάμε τη φωτογραφική μηχανή. Χώρια που το (περιορισμένης ούτως ή άλλως χωρητικότητας) δωμάτιό μου έχει γεμίσει με καλώδια και φορτιστές συν έναν τερατώδες φακό, σαν αυτούς που έχει αυτός ο τρελαμένος παπαράτσι στο Dirt. Τραγική κατάσταση. Σας εξορκίζω, μην τα φτιάξετε ποτέ με gadget maniac. Αυτή τη στιγμή που σας μιλάω, είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι με τη φωτογραφική αγκαλιά, πόσο φυσιολογικό είναι αυτό;
Εν πάση περιπτώσει, το καταπίνω κι αυτό (αν κάποιος από εσάς ήταν σιχαμένος τύπος θα με ρωτούσε τι άλλο καταπίνω, αλλά είμαι σίγουρη πως κανείς δεν είναι) και συνεχίζω την εξιστόρηση των βασάνων μου: το Σάββατο το μεσημέρι, μετά την αγορά της μηχανής και μετά από διαδρομές χιλιομέτρων, όπου φωτογραφήθηκαν γατιά, σκυλιά, καντούνια, φρούρια, άνθρωποι, κάθε μικρό συννεφάκι στον ουρανό και κάθε ελάχιστο φύλλο χλόης, γυρίσαμε στο σπίτι και ένα κοτόπουλο είχε μπει στο τηγάνι να ψηθεί, παρέα με λίγο λάδι.
Το άτιμο το τηγάνι! Ξέχασε ότι ήταν αντικολλητικό: πήρε φωτιά.
Βέβαια, αυτό είναι νόμος της φυσικής (ή της χημείας, δεν είμαι και πάρα πολύ σίγουρη, είμαι όμως όμορφη κι αυτό τα διορθώνει όλα) και ως τέτοιος, είναι θεμελιώδης και απαράβατος. Το λάδι στη φωτιά καίγεται. Και παράγει μαύρα και πυκνά και οσμηρά σύννεφα καπνού. Και φλερτάρει και με τις κόκκινες καρό κουρτίνες. Ευτυχώς, όπως αντιλαμβάνεστε, εφόσον είμαι εδώ και γράφω, δεν ευοδώθηκε το φλερτ. Είπαμε, να είναι θερμό το σαββατοκύριακο (ένεκα και της έλευσης του καλού) αλλά όχι κι έτσι.
Στην πορεία, κι αφού ανοίξαμε τα παράθυρα, πετάξαμε το τηγάνι και φάγαμε τα κάρβουνα, έπεσα να κοιμηθώ, διότι με είχε πιάσει κι ένας μικρός στομαχόπονος, τον οποίο αντιμετώπισα με ένα παλιό, γνωστό και αποτελεσματικό φάρμακο: μακαρόνια με κιμά. Όταν ξύπνησα, αγνόησα τον συνεχιζόμενο πόνο και αποφάσισα ότι ήθελα να φτιάξω το γλυκό που είχε κάνει η αδελφή μου τα Χριστούγεννα και ήταν θεϊκό.
Αντ’ αυτού, έφτιαξα το χάος: η κρέμα γάλακτος δεν έπηζε με τίποτα, τα πουράκια που βουτούσαμε στη σοκολάτα έσπαγαν και παράλληλα, το στομάχι μου πονούσε φριχτά. Στο μεταξύ, ήρθανε κι η Σοφία με το Γιάννη στο σπίτι για να διαλέξουνε στέφανα, διότι παντρεύονται (μπερδεμένο τώρα αυτό, αλλά το θέμα είναι ότι έχουμε στο σπίτι έναν σχεδιαστή κοσμημάτων, κάτι που κάθε σπίτι πρέπει να έχει, οπότε τώρα εξηγείται), ήρθε κι η Ελένη να πει τη γνώμη της, εγώ παράτησα την κρέμα γάλακτος στη Ρενάτα και κατέρρευσα στο μπάνιο αγκαλιά με μια λεκάνη και βογκούσα.
Οπότε, φανταστείτε το: στο σαλόνι είναι 4 και συζητάνε για στέφανα και βέρες. Στο δωμάτιο είναι ένας και εξεμεί (είπαμε, έχουμε και επίπεδο και διευρυμένο λεξιλόγιο). Στην κουζίνα είναι άλλος ένας και πλένει τα πιάτα και μετά σπάει και ένα από αυτά. Στην κατάψυξη είναι μια νερουλή σούπα σοκολάτας και προσπαθεί να πήξει. Σουρεαλιστικό; Τουλάχιστον.
Μετά από αυτή την καταστροφή, η επόμενη μέρα μας βρήκε όλους πιο σοφούς και πιο δυνατούς: η σούπα έπηξε τόσο πολύ, που την έσπασα με ένα σφυράκι. Αγοράσαμε καινούργιο τηγάνι. Η Σοφία διάλεξε τελικά στέφανα. Ο Γιάννης έμαθε να κάνει λαπά κι εγώ κοιμήθηκα για δέκα ώρες συνεχόμενα.
Άμα σας λέω μικρός πόλεμος…