Ε, να, εδώ, στο νησί, ξέρετε τώρα, θάλασσα μπλε φονσέ, ηλιοβασιλέματα, ήλιος, παπαρούνες στο ηφαίστειο, όλο τα ίδια και τα ίδια, απαπα, μην έρθετε ποτέ στη Σαντορίνη, χάλια είναι. Ήρθα στο νετ καφέ, ακόμα ίντερνετ στο σπίτι δεν έχουμε, βέβαια, δεν παραπονιόμαστε διότι τουλάχιστον έχουμε σπίτι, διάβασα διάφορα στο protagon, πόλεμος θα γίνει και δε θα το μάθουμε, εδώ είναι άλλος κόσμος, αγγελικά πλασμένος.
Ήρθε κι ο Γιάννης μαζί μου, να κάνουμε την αίτηση για το κοινωνικό μέρισμα, πολύ γέλιο κι αυτό το κοινωνικό μέρισμα; Ο Γιάννης λέει ότι κάποιο λάκκο έχει η φάβα, κάτι θα μας ζητήσουνε στο τέλος, δεν παίζει να μοιράζουν έτσι τα πεντακοσάρικα κι εγώ του λέω, βρε κακόπιστε, κανε εσύ την αίτηση κι ότι γίνει. Μπαίνουμε, το λοιπό, στη σελίδα, πατάμε κωδικούς, κλπ, όλα καλά. Και ξαφνικά, εκεί στην ηλεκτρονική φόρμα που πρέπει να συμπληρώσεις, ο γλυκούλης εμφανίζεται έγγαμος. Χωρίς να του δίνει την επιλογή να το άλλαξει. Τι έγγαμος, του λέω, αγάπη μου, πότε παντρεύτηκες και ποιά; Δεν ξέρω, μου λέει. Μας άκουσαν τα Φηρά. Τώρα, έχει μείνει εκεί το ζήτημα, είναι έγγαμος. Κι όσο σκέφτομαι πως πάει κοντά δεκαετία που παλεύω να τον πείσω να με παντρευτεί... Τώρα, βέβαια, το έχω πάρει απόφαση: με το πι θα πάμε στην εκκλησία εμείς, θα το στολίσουμε με λουλούδια και κούτσα κούτσα θα πάμε. Ελπίζω ως τότε να έχει αποδημήσει η ετέρα συμβία του, γιατί θα είναι δίγαμος κι είναι παράνομο.
Κατά τα άλλα, εγώ δεν παρακολουθώ πολύ στενά το θέμα, διότι οι υποχρεώσεις μου με καλούν να βρίσκομαι εκτός, αλλά ο Γιάννης πάει στη ΔΕΗ σε καθημερινή βάση, πήγε προχτές, του Αγίου Γεωργίου, κι έφυγε άπραγος, διότι ο αρμόδιος λεγόταν Γιώργος κι είχε άδεια, σου λέει, έλειπε, κι άντε, αυτός είχε άδεια, άλλος δεν υπήρχε; Όχι, αν τυχόν πεθάνει (χτύπα ξύλο ο άνθρωπος) ή συνταξιοδοτηθεί ο περί ου ο λόγος Γιώργος, πάει, τελείωσε, όσοι πήρατε ρεύμα στο νησί, πήρατε, μετά τέρμα.
Αυτά ζούμε εδώ στο νησί, αλλά, ξαναλέω, δεν παραπονιόμαστε, το διασκεδάζουμε, γιατί, όπως έχω πολλάκις αναφέρει, μας διακρίνει απαράμιλλο θάρρος και αξιοθαύμαστη ψυχική δύναμη. Πήγαμε και το Πάσχα σ' ένα μοναστήρι πάνω στο βουνό, κόσμος του σκοτωμού μέχρι να πει το Χριστός Ανέστη, μετά εξαφανίστηκαν άπαντες, εκτός από τους συνήθεις υπόπτους, τα λιμάρια, δηλαδής του νησιού, που έμειναν ως τις 3.30 το πρωί-κι εμείς ανάμεσα-, άκουσαν ολόκληρη την αναστάσιμη λειτουργία μόνο και μόνο για να γευθούν την παραδοσιακή μεγειρίτσα που προσφέρουν οι μοναχοί στο τέλος και το κόκκινο αυγό. Μα, δεν ξέρετε τι ωραία ήταν: πτώματα από την ορθοστασία, νυσταγμένοι, η μαγειρίτσα ήτο βάλσαμο. Και φτιαγμένη, παρακαλώ, με τόνο, διότι οι μοναχοί, σου λέει, δεν τρώνε κρέας ποτέ. Όπως είπε κι ο Γιάννης (αν κι εντάξει, θα μπορούσα κι εγώ να το πω αυτό το αστείο, αλλά του άφησα τη δόξα), Πάσχα με ψαρόσουπα πρώτη φορά κάναμε.
Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας, εγώ, δεν το κρύβω, πρώτον βαρέθηκα ελαφρώς και λίγο αποκοιμήθηκα, εκεί, σ' ένα στασίδι, δίπλα σε μια κυρία που ροχάλιζε μακαρίως. Βέβαια, ήταν ενδιαφέρουσα η λειτουργία, είχε και happenings: έσειαν τους πολυελαίους πέρα δώθε, όπως κάνουν με τις λάμπες πάνω από τα μπαρ, και κάποια στιγμή βγήκε κι ένας μοναχός μ' ένα ντέφι κι έδινε το ρυθμό.
Την άλλη μέρα, πήραμε μια ταπεινή και καταφρονεμένη πατατοσαλάτα και πήγαμε σ' ένα κτήμα-γιαπί που ήμασταν καλεσμένοι κι όπου η γράφουσα βρέθηκε στη φωλιά των συνοδών, θανάσιμων ανταγωνιστών των ξεναγών, τι να κάνω, η κακομοίρα, δεν ήξερα. Περάσαμε, πάντως, εξαιρετικά, είχε κατσίκι, χοιρινό, εφτά εκατομμύρια διαφορετικά φαγητά, τρελούς που χόρευαν, παιδάκια που έτρεχαν, μια γιαγιά που λαγοκοιμόταν σε μια καρέκλα, όλα όσα πρέπει να έχει ένα Πάσχα που σέβεται τον εαυτό του.
Και για να μην κλείσω έτσι, άδοξα, δίχως μια βαθυστόχαστη σκέψη, έχω να σας πω ότι μετά τη λειτουργία εγώ μετάλαβα κιόλας, που είχα καμιά εικοσαριά χρόνια να μεταλάβω και κατέληξα πως άθρησκος μπορεί να είσαι, άθεος όμως είναι πολύ βαρύ κι ο καθείς καλό είναι να έχει το Θεό του (τροφή για συζήτηση).
Παρασκευή 25 Απριλίου 2014
Δευτέρα 14 Απριλίου 2014
Ανοιξιάτικη ευφορία.
Το κοινό μου με ζητάει, το ξέρω, κι ας έχετε μείνει, σκουλήκια, στους 113, 4 χρόνια κοντεύει το ιστολόγιο, σε λίγο θα ψηφίζει (εννοείται το Ποτάμι, τι ερωτήσεις είναι αυτές) κι έχουμε πομείνει στους 113 αναγνώστες, που θα πάει αυτή η κατάσταση; Θα επεκταθώ τώρα και στη νησιωτική Ελλάδα, μπας και δούμε άσπρη μέρα.
Λοιπόν, ρεύμα ακόμα δεν έχουμε, για να σας φύγει η αγωνία. Ούτε ίντερνετ-προφανώς. Με το ρεύμα κάτι θα κάνουμε, κάποια μαμουνιά έχει κάνει εκεί ο Λευτέρης ο ηλεκτρολόγος και θα κλέβουμε από έναν διπλανό. Με το ίντερνετ επίσης κάτι θα κάνουμε, διότι κι αυτό το πράμα με το ίντερνετ καφέ δε μπορεί να συνεχιστεί. Εκτός του ότι τα παιδιά εδώ δεν πάνε ποτέ στο σχολείο, είναι όλη τη μέρα εκεί και παίζουν παιχνίδια και βρίζονται μεταξύ τους, ο Γιάννης πάει κρυφά και μου τρώει όλα τα λεφτά που έχω βάλει στο λογαριασμό και μετά πάω εγώ και γίνομαι ρεζίλι, γιατί δεν έχω λεφτά πάνω μου να βάλω και με περνάνε για ηλίθια και δεν κάνω και τη δουλειά μου.
Συνεχίζω την εξιστόρηση των περιπετειών που θα αντιμετωπίσετε αν ποτέ αποφασίσετε να ανοίξετε επιχείρηση. Μία λέξη θα σας πω μόνο. Εφορία. Τίποτε άλλο.
Ο Γιάννης τη βλέπει στον ύπνο του, η Εφορία είναι ο εφιάλτης του, η νέμεσή του, ο διώκτης του. Θαρρεί πως όλο το ΣΔΟΕ και όλοι οι έφοροι περιμένουν, ξαγρυπνούν και καραδοκούν πότε θα ανοίξει ο Γιάννης για να έρθουν να του βάλουν κάποιο πρόστιμο και ίσως να τον βάλουν και στη φυλακή. Επήγαμε προχτές στο λογιστή-αχ, ο λογιστής μας είναι μια εμπειρία από μόνος του καταρχάς. Είναι τζόβενο. Ξέρετε, κάποιας ηλικίας, απροσδιόριστης ή και ορισμένης, κάποιας κοιλιάς, καθόλου απροσδιόριστης, γκριζομάλλης μεν αλλά με τρέντι ημιξυρισμένο κούρεμα, χέβι μέταλ μπλουζάκια και καρό πουκάμισα από πάνω και δαχτυλίδι στο μικρό δάχτυλο. Πεθαίνω. Αλλά είναι θεός: κυριλέ γραφείο, σε χάι περιοχή, με τα απαραίτητα φυτά, την απαραίτητη κίτρινη τεχνοτροπία στις κολόνες και την απαραίτητη γραμματέα, σας λέω λογιστής, όχι αστεία. Πήγαμε, το λοιπό, εκεί, στο λογιστή. Ξεκινάμε να συζητάμε για την έναρξη, τα βιβλία, τα τιμολόγια και όλα αυτά που ξαφνικά έχουνε μπει στην καθημερινότητά μας, το μωρό μας πια θα είναι αυτή η Εφορία, θα την ταχταρίζουμε, θα την καλοπιάνουμε, θα την αλλάζουμε συχνά, θα της κάνουμε τα χατίρια, κλπ. Κάποια στιγμή, λέει ο λογιστής «ωραία, να τελειώσουμε για σήμερα», να πάμε να φάμε εννοούσε προφανώς ο χριστιανός, διότι είχε πάει και 3 η ώρα. Αμ δε. Να τον αρχίσει ο Γιάννης στις ερωτήσεις, και άμα γίνει αυτό, εγώ τι κάνω, και με το άλλο τι θα κάνουμε και σε κείνη την περίπτωση τι γίνεται και τον είχε μία ώρα και κοντέψαμε να πάρουμε πτυχίο φεύγοντας. Αφού του είπε ο άνθρωπος στο τέλος, άμα δεν πιάσεις σα χρυσοχόος, να έρθεις εδώ, θα σε πάρω εγώ υπάλληλο. Είχε δε την ιδέα (ο λογιστής) να πάει ο Γιάννης στην Αμβέρσα, να πουλάει διαμάντια, επειδή το είδε, λέει, στην τηλεόραση προχτές και πολύ του άρεσε. Ευτυχώς που δεν είδε το Γεννημένοι Δολοφόνοι.
Εν πάση περιπτώσει, κι ας μην είμαστε στην Αμβέρσα, ο λογιστής υποσχέθηκε ότι θα πάει αύριο στην Εφορία, να προωθήσει την περίπτωσή μας και να την κάνουμε αυτή τη ρημάδα την έναρξη. Τι να σας πω, εκεί θα γελάσουμε πολύ, υποπτεύομαι.
Τι άλλο; Το νησί εδώ είναι μαγευτικό, σας το λέω, η ομορφιά είναι πραγματικά ασύλληπτη, πράσινη Σαντορίνη, μαργαρίτες απλώνονται σα χαλί στο ηφαίστειο, οι αμπελιές πρασινίζουν και φουντώνουν, η θάλασσα έχει ένα μπλε που σε χτυπάει στην καρδιά, τα σύννεφα τρέχουνε στη γραμμή του ορίζοντα, ο ουρανός βγαίνει από πίνακα του Τισιανού, οι τοίχοι, φρεσκοασβεστωμένοι, σου θαμπώνουν τη μιλιά και το φως, αυτό το φως, νομίζεις ότι και τη νύχτα ακόμα αυτό το μέρος λάμπει. Τώρα να έρθετε στη Σαντορίνη, τώρα και δε θα ξαναφύγετε ποτέ. Πήγαμε σήμερα στο Ακρωτήρι, να δούμε αν βρήκανε τίποτε καινούργιο (όχι, εντάξει, όλα είναι όπως πέρσι) και κοντέψαμε να κλάψουμε από την ομορφιά. Έτσι αποζημιώνεσαι για τις εφορίες και τα υπόλοιπα.
Αυτά, εν ολίγοις. Θα σας κρατώ ενήμερους διά την υπόθεσίν μας, θα βγάλωμε και καμιά φωτογραφία να σας δείξουμε και θα τα πούμε. Πάω τώρα να δω από το μπαλκόνι μου το φεγγάρι να λούζει τη θάλασσα.
Λοιπόν, ρεύμα ακόμα δεν έχουμε, για να σας φύγει η αγωνία. Ούτε ίντερνετ-προφανώς. Με το ρεύμα κάτι θα κάνουμε, κάποια μαμουνιά έχει κάνει εκεί ο Λευτέρης ο ηλεκτρολόγος και θα κλέβουμε από έναν διπλανό. Με το ίντερνετ επίσης κάτι θα κάνουμε, διότι κι αυτό το πράμα με το ίντερνετ καφέ δε μπορεί να συνεχιστεί. Εκτός του ότι τα παιδιά εδώ δεν πάνε ποτέ στο σχολείο, είναι όλη τη μέρα εκεί και παίζουν παιχνίδια και βρίζονται μεταξύ τους, ο Γιάννης πάει κρυφά και μου τρώει όλα τα λεφτά που έχω βάλει στο λογαριασμό και μετά πάω εγώ και γίνομαι ρεζίλι, γιατί δεν έχω λεφτά πάνω μου να βάλω και με περνάνε για ηλίθια και δεν κάνω και τη δουλειά μου.
Συνεχίζω την εξιστόρηση των περιπετειών που θα αντιμετωπίσετε αν ποτέ αποφασίσετε να ανοίξετε επιχείρηση. Μία λέξη θα σας πω μόνο. Εφορία. Τίποτε άλλο.
Ο Γιάννης τη βλέπει στον ύπνο του, η Εφορία είναι ο εφιάλτης του, η νέμεσή του, ο διώκτης του. Θαρρεί πως όλο το ΣΔΟΕ και όλοι οι έφοροι περιμένουν, ξαγρυπνούν και καραδοκούν πότε θα ανοίξει ο Γιάννης για να έρθουν να του βάλουν κάποιο πρόστιμο και ίσως να τον βάλουν και στη φυλακή. Επήγαμε προχτές στο λογιστή-αχ, ο λογιστής μας είναι μια εμπειρία από μόνος του καταρχάς. Είναι τζόβενο. Ξέρετε, κάποιας ηλικίας, απροσδιόριστης ή και ορισμένης, κάποιας κοιλιάς, καθόλου απροσδιόριστης, γκριζομάλλης μεν αλλά με τρέντι ημιξυρισμένο κούρεμα, χέβι μέταλ μπλουζάκια και καρό πουκάμισα από πάνω και δαχτυλίδι στο μικρό δάχτυλο. Πεθαίνω. Αλλά είναι θεός: κυριλέ γραφείο, σε χάι περιοχή, με τα απαραίτητα φυτά, την απαραίτητη κίτρινη τεχνοτροπία στις κολόνες και την απαραίτητη γραμματέα, σας λέω λογιστής, όχι αστεία. Πήγαμε, το λοιπό, εκεί, στο λογιστή. Ξεκινάμε να συζητάμε για την έναρξη, τα βιβλία, τα τιμολόγια και όλα αυτά που ξαφνικά έχουνε μπει στην καθημερινότητά μας, το μωρό μας πια θα είναι αυτή η Εφορία, θα την ταχταρίζουμε, θα την καλοπιάνουμε, θα την αλλάζουμε συχνά, θα της κάνουμε τα χατίρια, κλπ. Κάποια στιγμή, λέει ο λογιστής «ωραία, να τελειώσουμε για σήμερα», να πάμε να φάμε εννοούσε προφανώς ο χριστιανός, διότι είχε πάει και 3 η ώρα. Αμ δε. Να τον αρχίσει ο Γιάννης στις ερωτήσεις, και άμα γίνει αυτό, εγώ τι κάνω, και με το άλλο τι θα κάνουμε και σε κείνη την περίπτωση τι γίνεται και τον είχε μία ώρα και κοντέψαμε να πάρουμε πτυχίο φεύγοντας. Αφού του είπε ο άνθρωπος στο τέλος, άμα δεν πιάσεις σα χρυσοχόος, να έρθεις εδώ, θα σε πάρω εγώ υπάλληλο. Είχε δε την ιδέα (ο λογιστής) να πάει ο Γιάννης στην Αμβέρσα, να πουλάει διαμάντια, επειδή το είδε, λέει, στην τηλεόραση προχτές και πολύ του άρεσε. Ευτυχώς που δεν είδε το Γεννημένοι Δολοφόνοι.
Εν πάση περιπτώσει, κι ας μην είμαστε στην Αμβέρσα, ο λογιστής υποσχέθηκε ότι θα πάει αύριο στην Εφορία, να προωθήσει την περίπτωσή μας και να την κάνουμε αυτή τη ρημάδα την έναρξη. Τι να σας πω, εκεί θα γελάσουμε πολύ, υποπτεύομαι.
Τι άλλο; Το νησί εδώ είναι μαγευτικό, σας το λέω, η ομορφιά είναι πραγματικά ασύλληπτη, πράσινη Σαντορίνη, μαργαρίτες απλώνονται σα χαλί στο ηφαίστειο, οι αμπελιές πρασινίζουν και φουντώνουν, η θάλασσα έχει ένα μπλε που σε χτυπάει στην καρδιά, τα σύννεφα τρέχουνε στη γραμμή του ορίζοντα, ο ουρανός βγαίνει από πίνακα του Τισιανού, οι τοίχοι, φρεσκοασβεστωμένοι, σου θαμπώνουν τη μιλιά και το φως, αυτό το φως, νομίζεις ότι και τη νύχτα ακόμα αυτό το μέρος λάμπει. Τώρα να έρθετε στη Σαντορίνη, τώρα και δε θα ξαναφύγετε ποτέ. Πήγαμε σήμερα στο Ακρωτήρι, να δούμε αν βρήκανε τίποτε καινούργιο (όχι, εντάξει, όλα είναι όπως πέρσι) και κοντέψαμε να κλάψουμε από την ομορφιά. Έτσι αποζημιώνεσαι για τις εφορίες και τα υπόλοιπα.
Αυτά, εν ολίγοις. Θα σας κρατώ ενήμερους διά την υπόθεσίν μας, θα βγάλωμε και καμιά φωτογραφία να σας δείξουμε και θα τα πούμε. Πάω τώρα να δω από το μπαλκόνι μου το φεγγάρι να λούζει τη θάλασσα.
Τετάρτη 9 Απριλίου 2014
Δώσε ρεύμα.
Εντάξει, όταν λείπεις καιρό από το facebook και μια μερά ξαναγυρνάς, ανύποπτος, καταλαβαίνεις μεμιάς πόσο μεγάλη ανοησία κουβαλάει ο κόσμος. Παρόλαυτα, βέβαια, ξαναγυρνάς και ξαναγυρνάς και ξαναγυρνάς. Εγώ σήμερα, μετά από καμιά δεκαριά μέρες, είδα το γνωστό βίντεο με τις αγελάδες που χοροπηδάνε πασιχαρείς επειδή δε θα τις σφάξουνε-μα, καλά, πόσο μικρός έχει γίνει αυτός ο κόσμος;-, επίσης, είδα ανακαλύψεις αρχαίων μίξερ (;), είδα, φυσικά, και τα γνωστά άρθρα για τα 5-7-398 φαγητά (ποικίλλει το νούμερο ανάλογα με τον αρθρογράφο και το βαθμό εναλλακτικότητας, όσο πιο εναλλακτικός τόσο περισσότερα τα απαγορευμένα φαγητά) που οι ειδικοί δε θα έτρωγαν ποτέ ή που δεν πρέπει να φάτε ποτέ γιατί θα πάθετε καρκίνο αδιαμφισβήτητα και ησύχασα, εντάξει, όλα είναι όπως τα άφησα, αφού υπάρχουν ακόμα τα άρθρα για τα απαγορευμένα φαγητά, όλα είναι εντάξει.
Βέβαια, ο στόχος μου σήμερα, εδώ, στο γνωστό ίντερνετ καφέ των Φηρών, που όλοι έχουμε αγαπήσει, με τους φίλους μου να παίζουν παιχνίδια τριγύρω μου, ήταν να σας περιγράψω για άλλη μια φορά τις περιπέτειές μας στο ηφαιστειακό νησί. Καταρχάς, πρέπει να σας περιγράψω την κατάσταση που επικρατεί εκεί τριγύρω από το wannabe-αλλά-δεν-το-βλέπω εργαστήριο του Γιάννη, όπου υφίσταται μία στοά, η οποία ανακαινίζεται αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή, χτίζεται, βάφεται και γενικώς βρίθει από μαστόρια, ηλεκτρολόγους, χτίστες, τον κύριο Γιώργο τον εργολάβο, μεγάλη μορφή, τον κύριο Μιχάλη το φούρναρη και την κυρία Μαργαρίτα γενικών καθηκόντων. Αυτοί όλοι, το λοιπό, δουλεύουν, φωνάζουν και ενίοτε βρίζονται με ευφάνταστους τρόπους και σε διάφορες γλώσσες. Αλλά ένα περίεργο πράμα: σε όποια γλώσσα, ρε φίλε, και να μιλάνε, η σαντορινιά προφορά είναι ξεκάθαρη. Είναι, τώρα, ο ηλεκτρολόγος ανεβασμένος σε κάτι δυσθεώρητα ύψη και παλεύει με κάτι καλώδια. Έρχεται ένας άλλος από κάτω και διαμοίβεται (αρκούντως μεγαλοφώνως) ο εξής διάλογος:
Από κάτω: Άρη, θέλεις τίποτα από μένα ή να φύγω;
Από πάνω: Άμα σου πω ότι θέλω να σε πηδήξω, θα κάτσεις;
Από κάτω: Ε, θα κάτσω, θα σου χαλάσω εγώ χατίρι;
Καταλαβαίνετε ότι εμείς έχουμε γονατίσει.
Σήμερα, που λέτε, με μεγάλη απροθυμία, αφήσαμε αυτή την ωραία ατμόσφαιρα για να πάμε στη ΔΕΗ να κάνουμε αίτηση ηλεκτροδότησης για το εργαστήριο. Μπαίνουμε στη ΔΕΗ. Καθόμαστε μπροστά σε έναν κυριούλη. Μας κοιτάει. Τον κοιτάμε. Του λέμε γιατί ήρθαμε. Πολλαπλά εγκεφαλικά. Δύσκολο, μας λέει. Του λέμε και που είναι το ακίνητο-στοά, ανακαίνιση, κλπ. Κρατάει το κεφάλι του και τρίβει το μέτωπό του. Κοιταζόμαστε. Άδεια, απαιτεί. Εννοεί την οικοδομική άδεια, θεωρημένη από την Πολεοδομία. Περήφανοι εμείς, διότι έχουμε ΚΑΙ φωτοτυπία, την πετάμε πάνω στο γραφείο. Στο μεταξύ, ο κυριούλης προσπαθεί να συνέλθει από το σοκ κι έχει κατεβάσει όλα τα ντοσιέ της ΔΕΗ. Μελετάει την άδεια, μας κοιτάει (με συμπόνια, πρέπει να ομολογήσω) και εξηγεί ότι χρειάζεται μια συγκεκριμένη σφραγίδα από την Πολεοδομία, συγκεκριμένη για ηλεκτροδότηση. Πάμε στην Πολεοδομία. Κυρία με Louis Vuitton στο γραφείο. Προσπαθούμε να της εξηγήσουμε. Αδύνατον. Με τα πολλά, η κυρία μας λέει πως για να πάρετε αυτή τη συγκεκριμένη σφραγίδα πρέπει να φτιάξετε καινούργια άδεια, διότι αυτή είναι από το 78.
Τώρα, αυτό το δωματιάκι που έχουμε νοικιάσει εμείς ανήκει σε ένα ευρύτερο συγκρότημα (τη στοά) και υπάρχει ΜΙΑ άδεια για ΟΛΑ τα καταστήματα εκεί (και τα 35). Επίσης, για να γίνει καινούργια οικοδομική άδεια πρέπει να γίνει καινούργιο σχέδιο, κατόψεις, φωτογραφίες και φυσικά, να είναι όλα νόμιμα, τοίχοι, επεκτάσεις, στέγες, κλπ. Και στα 35 καταστήματα. Πόσο πιθανό είναι αυτό; Προσπαθούμε να το εξηγήσουμε στην κυρία. Αδύνατον-άλλη μία φορά. Όχι, μας λέει, για να πάρετε σφραγίδα καινούρια άδεια. Εμείς, με την ιδέα και μόνο ότι θα πούμε σε όλους ότι θα έρθει η Πολεοδομία να κάνει αυτοψία στη στοά, βάζουμε τα κλάματα. Γυρνάμε στη ΔΕΗ. Άπραγοι σαν τα κρινάκια του αγρού. Ακόμα, δεν έχουμε βγάλει άκρη. Υποθέτω πως κατά τον Αύγουστο, μπορεί και να έχουμε ρεύμα. Ως τότε, θα παίξει φυσερό στο εργαστήριο αργυροχρυσοχοΐας.
Σε γενικές γραμμές, αγαπημένοι μου φίλοι, να ξέρετε πως αν προσπαθήσετε ποτέ να ανοίξετε μία μικρούλα επιχειρησούλα σε αυτή τη χώρα, όχι μόνο δε θα σας υποστηρίξει κανείς, παρά θα έρθει κάποιος (η ΔΕΗ, η Εφορία, η Πολεοδομία, δεν έχει σημασία ποιός, κάποιος θα βρεθεί) και θα σας πει: σκουλήκι της κολάσεως, τολμάς να κάνεις κάτι; Και νομίζεις ότι θα τη γλιτώσεις; Τώρα θα δεις.
Μιλάμε για καφκικό σύμπαν.
Λοιπόν, αυτά τα ολίγα είχα να σας διηγηθώ σήμερα. Την άλλη φορά, που θα πάμε στην Εφορία, θα έχω να σας πω κι άλλα. Σας φιλώ τώρα και πάω κάνα κερί στον καλό μου.
Βέβαια, ο στόχος μου σήμερα, εδώ, στο γνωστό ίντερνετ καφέ των Φηρών, που όλοι έχουμε αγαπήσει, με τους φίλους μου να παίζουν παιχνίδια τριγύρω μου, ήταν να σας περιγράψω για άλλη μια φορά τις περιπέτειές μας στο ηφαιστειακό νησί. Καταρχάς, πρέπει να σας περιγράψω την κατάσταση που επικρατεί εκεί τριγύρω από το wannabe-αλλά-δεν-το-βλέπω εργαστήριο του Γιάννη, όπου υφίσταται μία στοά, η οποία ανακαινίζεται αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή, χτίζεται, βάφεται και γενικώς βρίθει από μαστόρια, ηλεκτρολόγους, χτίστες, τον κύριο Γιώργο τον εργολάβο, μεγάλη μορφή, τον κύριο Μιχάλη το φούρναρη και την κυρία Μαργαρίτα γενικών καθηκόντων. Αυτοί όλοι, το λοιπό, δουλεύουν, φωνάζουν και ενίοτε βρίζονται με ευφάνταστους τρόπους και σε διάφορες γλώσσες. Αλλά ένα περίεργο πράμα: σε όποια γλώσσα, ρε φίλε, και να μιλάνε, η σαντορινιά προφορά είναι ξεκάθαρη. Είναι, τώρα, ο ηλεκτρολόγος ανεβασμένος σε κάτι δυσθεώρητα ύψη και παλεύει με κάτι καλώδια. Έρχεται ένας άλλος από κάτω και διαμοίβεται (αρκούντως μεγαλοφώνως) ο εξής διάλογος:
Από κάτω: Άρη, θέλεις τίποτα από μένα ή να φύγω;
Από πάνω: Άμα σου πω ότι θέλω να σε πηδήξω, θα κάτσεις;
Από κάτω: Ε, θα κάτσω, θα σου χαλάσω εγώ χατίρι;
Καταλαβαίνετε ότι εμείς έχουμε γονατίσει.
Σήμερα, που λέτε, με μεγάλη απροθυμία, αφήσαμε αυτή την ωραία ατμόσφαιρα για να πάμε στη ΔΕΗ να κάνουμε αίτηση ηλεκτροδότησης για το εργαστήριο. Μπαίνουμε στη ΔΕΗ. Καθόμαστε μπροστά σε έναν κυριούλη. Μας κοιτάει. Τον κοιτάμε. Του λέμε γιατί ήρθαμε. Πολλαπλά εγκεφαλικά. Δύσκολο, μας λέει. Του λέμε και που είναι το ακίνητο-στοά, ανακαίνιση, κλπ. Κρατάει το κεφάλι του και τρίβει το μέτωπό του. Κοιταζόμαστε. Άδεια, απαιτεί. Εννοεί την οικοδομική άδεια, θεωρημένη από την Πολεοδομία. Περήφανοι εμείς, διότι έχουμε ΚΑΙ φωτοτυπία, την πετάμε πάνω στο γραφείο. Στο μεταξύ, ο κυριούλης προσπαθεί να συνέλθει από το σοκ κι έχει κατεβάσει όλα τα ντοσιέ της ΔΕΗ. Μελετάει την άδεια, μας κοιτάει (με συμπόνια, πρέπει να ομολογήσω) και εξηγεί ότι χρειάζεται μια συγκεκριμένη σφραγίδα από την Πολεοδομία, συγκεκριμένη για ηλεκτροδότηση. Πάμε στην Πολεοδομία. Κυρία με Louis Vuitton στο γραφείο. Προσπαθούμε να της εξηγήσουμε. Αδύνατον. Με τα πολλά, η κυρία μας λέει πως για να πάρετε αυτή τη συγκεκριμένη σφραγίδα πρέπει να φτιάξετε καινούργια άδεια, διότι αυτή είναι από το 78.
Τώρα, αυτό το δωματιάκι που έχουμε νοικιάσει εμείς ανήκει σε ένα ευρύτερο συγκρότημα (τη στοά) και υπάρχει ΜΙΑ άδεια για ΟΛΑ τα καταστήματα εκεί (και τα 35). Επίσης, για να γίνει καινούργια οικοδομική άδεια πρέπει να γίνει καινούργιο σχέδιο, κατόψεις, φωτογραφίες και φυσικά, να είναι όλα νόμιμα, τοίχοι, επεκτάσεις, στέγες, κλπ. Και στα 35 καταστήματα. Πόσο πιθανό είναι αυτό; Προσπαθούμε να το εξηγήσουμε στην κυρία. Αδύνατον-άλλη μία φορά. Όχι, μας λέει, για να πάρετε σφραγίδα καινούρια άδεια. Εμείς, με την ιδέα και μόνο ότι θα πούμε σε όλους ότι θα έρθει η Πολεοδομία να κάνει αυτοψία στη στοά, βάζουμε τα κλάματα. Γυρνάμε στη ΔΕΗ. Άπραγοι σαν τα κρινάκια του αγρού. Ακόμα, δεν έχουμε βγάλει άκρη. Υποθέτω πως κατά τον Αύγουστο, μπορεί και να έχουμε ρεύμα. Ως τότε, θα παίξει φυσερό στο εργαστήριο αργυροχρυσοχοΐας.
Σε γενικές γραμμές, αγαπημένοι μου φίλοι, να ξέρετε πως αν προσπαθήσετε ποτέ να ανοίξετε μία μικρούλα επιχειρησούλα σε αυτή τη χώρα, όχι μόνο δε θα σας υποστηρίξει κανείς, παρά θα έρθει κάποιος (η ΔΕΗ, η Εφορία, η Πολεοδομία, δεν έχει σημασία ποιός, κάποιος θα βρεθεί) και θα σας πει: σκουλήκι της κολάσεως, τολμάς να κάνεις κάτι; Και νομίζεις ότι θα τη γλιτώσεις; Τώρα θα δεις.
Μιλάμε για καφκικό σύμπαν.
Λοιπόν, αυτά τα ολίγα είχα να σας διηγηθώ σήμερα. Την άλλη φορά, που θα πάμε στην Εφορία, θα έχω να σας πω κι άλλα. Σας φιλώ τώρα και πάω κάνα κερί στον καλό μου.
Τρίτη 1 Απριλίου 2014
Η εβδομάδα των βαφών.
752 (στην κυριολεξία) χιλιόμετρα, 3 μέρες, 1 καράβι, 4 παλέτες και μία σιδερώστρα μετά, είμαστε επιτέλους στο νησί. Το νησί είναι ακριβώς όπως το άφησα: έχει μόνο Κινέζους και φυσάει. Εμείς, πάλι, δεν είμαστε ακριβώς όπως μας αφήσατε: είμαστε πολύ πιο έμπειροι και σίγουρα πολύ πιο ξενυχτισμένοι.
Λοιπόν, η οδύσσεια των ξενιτεμένων ξεκίνησε ένα ωραίο πρωί, όπου όλα έδειχναν γαλήνια. Τίποτα δεν έδειχνε πως δε θα ήταν μια μέρα λιγότερο συνηθισμένη από τις άλλες: ο Γιάννης βγήκε για 10 λεπτά να χαιρετήσει κάτι φίλους του και γύρισε σε δύο ώρες. Ο κ. Μάκης, μπαμπάς του Γιάννη, έσκαβε τις τελευταίες βραγιές στον μπαξέ, διότι είχε ήδη αποφασίσει να έρθει μαζί μας ως τη Σαντορίνη, για να βοηθήσει την κατάσταση. Ο μεγάλος φόβος όλων μας ήταν πως μάλλον θα αποφάσιζε να μείνει για πάντα στη Σαντορίνη, αίσθημα το οποίο ήταν από μόνο του ένα προειδοποιητικό σημάδι, αλλά εμείς, γνήσιοι τυχοδιώκτες, το αγνοήσαμε. Ξεκινάμε, λοιπόν, φορτωμένοι μέχρι τα δόντια στην κυριολεξία, με ένα φορτηγάκι και ένα αυτοκίνητο. Τελευταία στιγμή πέταξα μέσα στο φορτηγάκι τη σιδερώστρα, που ήθελαν να αφήσουν πίσω με τη δικαιολογία ότι δε χωρούσε. Εδώ χώρεσαν τον κύλινδρο (όπου κύλινδρος είναι ένα μηχάνημα χρυσοχοΐας ασήκωτο και τεράστιο και απροσδιορίστου χρήσεως, όπως όλα τα μηχανήματα χρυσοχοΐας για έναν φυσιολογικό άνθρωπο) και μυριάδες κούτες με πενσάκια, μια σιδερώστρα ήταν το πρόβλημα; Στο αυτοκίνητο είχαμε, μεταξύ άλλων, τη ραπτομηχανή και μια σακούλα με χυμούς μήλο. Φυσικά, οι χυμοί μήλο άνοιξαν ή εξερράγησαν από τη ζέστη, με αποτέλεσμα να μυρίζει όλο το αυτοκίνητο μήλο και να κολλήσουν όλα τα υπόλοιπα πράγματα μεταξύ τους. Ήταν πολύ ωραία.
Στο δρόμο για την Αθήνα, πληρώναμε διόδια κάθε 2 μέτρα περίπου, μέχρι που αποφασίσαμε να αφήσουμε τη Σαντορίνη και τις αηδίες και να ανοίξουμε διόδια, είναι πολύ προσοδοφόρο επάγγελμα. Σταματήσαμε για μεσημεριανό φαγητό στη Λαμία, για να δούμε και τα δίδυμα ανίψια, εκ των οποίων το ένα κράδαινε απειλητικά μια σφραγίδα με έναν κόκκινο σκύλο, με την οποία στο τέλος σφράγισε τη μύτη του οδηγού του φορτηγού, και το άλλο πετούσε ότι δεν του άρεσε από το πιάτο (δηλαδή όλα) κάτω από το τραπέζι, αφού στο τέλος σκεφτήκαμε με το Γιάννη να τα μαζέψουμε για κολατσιό.
Στη συνέχεια, φτάσαμε στην Αθήνα περιχαρείς και κατευθυνθήκαμε προς το λιμάνι, όπου ωστόσο θα κάναμε μια στάση για να βάλουμε στο έρμο φορτηγάκι ακόμα ένα κτηνώδες και ασήκωτο εργαλείο, που το είχανε φέρει από το Ναύπλιο και που ήθελε ένα φορτηγάκι μόνο του.
Φυσικά, δεν έμπαινε.
Οπότε, φανταστείτε το: η ώρα 8 το βράδυ, Σάββατο, στο λιμάνι του Πειραιά, εγώ κι ο Γιάννης (και η Αγνή του λιμανιού μαζί μας) να ψάχνουμε πανικόβλητοι μια αποθήκη ή μια μεταφορική ή κάτι για να βάλουμε τα πράγματα μέχρι το επόμενο πρωινό, που θα τα βάζαμε στο καράβι (ή έτσι πιστεύαμε). Με τα πολλά, αφήσαμε το μπαμπά του Γιάννη να φυλάει σκοπιά στην προβλήτα, μαζί με κάτι ύποπτες φάτσες του λιμανιού, όπου είχαμε απιθώσει κυλίνδρους, χυτήρια και την απαραίτητη σιδερώστρα κι εμείς ξεραθήκαμε για συνολικά 4 ώρες, αφού φυσικά βριστήκαμε για κάνα δίωρο.
Ξημερώνει ο Θεός τη μέρα, το πλοίο πλησιάζει σα θηρίο κι εμείς πάμε να ζυγίσουμε το φορτηγό. Εκεί αφήσαμε το μύθο. Έναν τόνο υπέρβαροι ήμασταν, έλεος, δηλαδή, και στο καράβι υπέρβαροι, πουθενά εμείς δε μπορούμε να είμαστε αδύνατοι; Παντού υπέρβαροι; Υπάρχει Θεός; Οι λιμενικοί ακόμα γελάνε με τους μαλάκες που θέλανε να μπούνε στο καράβι με έναν τόνο υπέρβαρο. Οι μαλάκες, ωστόσο, για άλλη μια φορά σε αδιέξοδο. Βλέπαμε το καράβι να φεύγει και μαζί του τις ελπίδες μας.
Εδώ μπαίνει ο Χαν, όπου Χαν είναι ένας Πακιστανός που δουλεύει στα αθηναϊκά γραφεία μιας σαντορινιάς μεταφορικής και λύνει και δένει στον Πειραιά (σας λέω, του λιμανιού τα καλντερίμια αν δεν τα ζήσεις) και που μας έδωσε τη λύση: πήγαμε στη μεταφορική, στο Ρέντη, φορτώσαμε τα πάντα εκτός από τη ραπτομηχανή (για άλλη μια φορά η σιδερώστρα μου κινδύνεψε να μείνει εκτός) σε 4 παλέτες και τα απαρατήσαμε εκεί, για να φύγουν την επόμενη μέρα. Μετά, διώξαμε το φορτηγό και το μπαμπά του Γιάννη και καταλύσαμε, πτώματα, νηστικοί, άυπνοι, βρωμεροί, ελεεινοί και τρισάθλιοι, στη Βίβιαν και το Στέφανο.
Τελικά, φύγαμε την επόμενη μέρα, μαζί με τις παλέτες μας και τους απαραίτητους Κινέζους, και φτάσαμε στη Σαντορίνη, με τις ελπίδες μας αναπτερωμένες και ζήσαμε την ιστορική στιγμή της Κοκκινοσκουφίτσας (το δύστυχο αυτοκινητάκι μας) να ανηφορίζει αγκομαχώντας τον Αθηνιό (τον κάθετο δρόμο του λιμανιού της Σαντορίνης). Φυσικά, επειδή τίποτα δεν έχει τελειώσει ακόμα, οι παλέτες άρα και οι βαλίτσες ξεφορτώθηκαν 2 μέρες μετά, με αποτέλεσμα να μας τελειώσουν τα βρακιά (που να φανταστώ ότι θα ξεμέναμε 2 μέρες στην Αθήνα κι άλλες τόσες στη Σαντορίνη;) κι επειδή ήταν και 25η Μαρτίου και κλειστά τα πάντα, τα έπλυνα, στο Θεό σας, με σαμπουάν.
Μέχρι να έρθουν οι παλέτες, ο κύλινδρος και τα άλλα παιδιά, εμείς πήγαμε στο εργαστήριο που δεν έχουμε νοικιάσει ακόμα, αλλά που θα μας πάει, για να δούμε σε τι κατάσταση είναι. Αλλά δεν είδαμε, για τον απλό λόγο ότι δεν έχει ρεύμα, ρολόι, παροχή γενικώς. Ο προηγούμενος είχε λάμπα πετρελαίου, το μέρος είχε να νοικιαστεί από πριν την ανακάλυψη του ηλεκτρικού ρεύματος. Με τα πολλά βρίσκουμε μια μπαλαντέζα, την κοτσέρνουμε κι αρχίζουμε να αδειάζουμε τη σαβούρα και να βάφουμε, να τρίβουμε και να καθαρίζουμε. Για άλλη μια φορά βρώμικοι, ελεεινοί και τρισάθλιοι, ενώ στον από πάνω δρόμο περνούσε η παρέλαση. Η μόνη μας παρηγοριά ήταν πως δεν ήμασταν οι μόνοι: οργασμός δραστηριότητας, σου λέει, στη Σαντορίνη, παντού χτίζουν, ανακαινίζουν, βάφουν, παντού βλέπεις εργάτες (έχω ένα πολιτικοκοινωνικό σχόλιο επ’ αυτού, αλλά δεν είναι της παρούσης), καλώδια, σωλήνες, μπάζα, χαμός. Η εβδομάδα των βαφών, σας λέω.
Τώρα, εγώ είμαι πανευτυχής αφού έχω τη σιδερώστρα μου και τη ραπτομηχανή μου, ο Γιάννης είναι εξίσου πανευτυχής αφού έχει τον κύλινδρό του, η Τάνια είναι (σχεδόν) πανευτυχής που ήρθαμε και γενικά όλα είναι έτοιμα στο μικρό γαλατικό χωριό.
Καλή σεζό είπαμε;
Λοιπόν, η οδύσσεια των ξενιτεμένων ξεκίνησε ένα ωραίο πρωί, όπου όλα έδειχναν γαλήνια. Τίποτα δεν έδειχνε πως δε θα ήταν μια μέρα λιγότερο συνηθισμένη από τις άλλες: ο Γιάννης βγήκε για 10 λεπτά να χαιρετήσει κάτι φίλους του και γύρισε σε δύο ώρες. Ο κ. Μάκης, μπαμπάς του Γιάννη, έσκαβε τις τελευταίες βραγιές στον μπαξέ, διότι είχε ήδη αποφασίσει να έρθει μαζί μας ως τη Σαντορίνη, για να βοηθήσει την κατάσταση. Ο μεγάλος φόβος όλων μας ήταν πως μάλλον θα αποφάσιζε να μείνει για πάντα στη Σαντορίνη, αίσθημα το οποίο ήταν από μόνο του ένα προειδοποιητικό σημάδι, αλλά εμείς, γνήσιοι τυχοδιώκτες, το αγνοήσαμε. Ξεκινάμε, λοιπόν, φορτωμένοι μέχρι τα δόντια στην κυριολεξία, με ένα φορτηγάκι και ένα αυτοκίνητο. Τελευταία στιγμή πέταξα μέσα στο φορτηγάκι τη σιδερώστρα, που ήθελαν να αφήσουν πίσω με τη δικαιολογία ότι δε χωρούσε. Εδώ χώρεσαν τον κύλινδρο (όπου κύλινδρος είναι ένα μηχάνημα χρυσοχοΐας ασήκωτο και τεράστιο και απροσδιορίστου χρήσεως, όπως όλα τα μηχανήματα χρυσοχοΐας για έναν φυσιολογικό άνθρωπο) και μυριάδες κούτες με πενσάκια, μια σιδερώστρα ήταν το πρόβλημα; Στο αυτοκίνητο είχαμε, μεταξύ άλλων, τη ραπτομηχανή και μια σακούλα με χυμούς μήλο. Φυσικά, οι χυμοί μήλο άνοιξαν ή εξερράγησαν από τη ζέστη, με αποτέλεσμα να μυρίζει όλο το αυτοκίνητο μήλο και να κολλήσουν όλα τα υπόλοιπα πράγματα μεταξύ τους. Ήταν πολύ ωραία.
Στο δρόμο για την Αθήνα, πληρώναμε διόδια κάθε 2 μέτρα περίπου, μέχρι που αποφασίσαμε να αφήσουμε τη Σαντορίνη και τις αηδίες και να ανοίξουμε διόδια, είναι πολύ προσοδοφόρο επάγγελμα. Σταματήσαμε για μεσημεριανό φαγητό στη Λαμία, για να δούμε και τα δίδυμα ανίψια, εκ των οποίων το ένα κράδαινε απειλητικά μια σφραγίδα με έναν κόκκινο σκύλο, με την οποία στο τέλος σφράγισε τη μύτη του οδηγού του φορτηγού, και το άλλο πετούσε ότι δεν του άρεσε από το πιάτο (δηλαδή όλα) κάτω από το τραπέζι, αφού στο τέλος σκεφτήκαμε με το Γιάννη να τα μαζέψουμε για κολατσιό.
Στη συνέχεια, φτάσαμε στην Αθήνα περιχαρείς και κατευθυνθήκαμε προς το λιμάνι, όπου ωστόσο θα κάναμε μια στάση για να βάλουμε στο έρμο φορτηγάκι ακόμα ένα κτηνώδες και ασήκωτο εργαλείο, που το είχανε φέρει από το Ναύπλιο και που ήθελε ένα φορτηγάκι μόνο του.
Φυσικά, δεν έμπαινε.
Οπότε, φανταστείτε το: η ώρα 8 το βράδυ, Σάββατο, στο λιμάνι του Πειραιά, εγώ κι ο Γιάννης (και η Αγνή του λιμανιού μαζί μας) να ψάχνουμε πανικόβλητοι μια αποθήκη ή μια μεταφορική ή κάτι για να βάλουμε τα πράγματα μέχρι το επόμενο πρωινό, που θα τα βάζαμε στο καράβι (ή έτσι πιστεύαμε). Με τα πολλά, αφήσαμε το μπαμπά του Γιάννη να φυλάει σκοπιά στην προβλήτα, μαζί με κάτι ύποπτες φάτσες του λιμανιού, όπου είχαμε απιθώσει κυλίνδρους, χυτήρια και την απαραίτητη σιδερώστρα κι εμείς ξεραθήκαμε για συνολικά 4 ώρες, αφού φυσικά βριστήκαμε για κάνα δίωρο.
Ξημερώνει ο Θεός τη μέρα, το πλοίο πλησιάζει σα θηρίο κι εμείς πάμε να ζυγίσουμε το φορτηγό. Εκεί αφήσαμε το μύθο. Έναν τόνο υπέρβαροι ήμασταν, έλεος, δηλαδή, και στο καράβι υπέρβαροι, πουθενά εμείς δε μπορούμε να είμαστε αδύνατοι; Παντού υπέρβαροι; Υπάρχει Θεός; Οι λιμενικοί ακόμα γελάνε με τους μαλάκες που θέλανε να μπούνε στο καράβι με έναν τόνο υπέρβαρο. Οι μαλάκες, ωστόσο, για άλλη μια φορά σε αδιέξοδο. Βλέπαμε το καράβι να φεύγει και μαζί του τις ελπίδες μας.
Εδώ μπαίνει ο Χαν, όπου Χαν είναι ένας Πακιστανός που δουλεύει στα αθηναϊκά γραφεία μιας σαντορινιάς μεταφορικής και λύνει και δένει στον Πειραιά (σας λέω, του λιμανιού τα καλντερίμια αν δεν τα ζήσεις) και που μας έδωσε τη λύση: πήγαμε στη μεταφορική, στο Ρέντη, φορτώσαμε τα πάντα εκτός από τη ραπτομηχανή (για άλλη μια φορά η σιδερώστρα μου κινδύνεψε να μείνει εκτός) σε 4 παλέτες και τα απαρατήσαμε εκεί, για να φύγουν την επόμενη μέρα. Μετά, διώξαμε το φορτηγό και το μπαμπά του Γιάννη και καταλύσαμε, πτώματα, νηστικοί, άυπνοι, βρωμεροί, ελεεινοί και τρισάθλιοι, στη Βίβιαν και το Στέφανο.
Τελικά, φύγαμε την επόμενη μέρα, μαζί με τις παλέτες μας και τους απαραίτητους Κινέζους, και φτάσαμε στη Σαντορίνη, με τις ελπίδες μας αναπτερωμένες και ζήσαμε την ιστορική στιγμή της Κοκκινοσκουφίτσας (το δύστυχο αυτοκινητάκι μας) να ανηφορίζει αγκομαχώντας τον Αθηνιό (τον κάθετο δρόμο του λιμανιού της Σαντορίνης). Φυσικά, επειδή τίποτα δεν έχει τελειώσει ακόμα, οι παλέτες άρα και οι βαλίτσες ξεφορτώθηκαν 2 μέρες μετά, με αποτέλεσμα να μας τελειώσουν τα βρακιά (που να φανταστώ ότι θα ξεμέναμε 2 μέρες στην Αθήνα κι άλλες τόσες στη Σαντορίνη;) κι επειδή ήταν και 25η Μαρτίου και κλειστά τα πάντα, τα έπλυνα, στο Θεό σας, με σαμπουάν.
Μέχρι να έρθουν οι παλέτες, ο κύλινδρος και τα άλλα παιδιά, εμείς πήγαμε στο εργαστήριο που δεν έχουμε νοικιάσει ακόμα, αλλά που θα μας πάει, για να δούμε σε τι κατάσταση είναι. Αλλά δεν είδαμε, για τον απλό λόγο ότι δεν έχει ρεύμα, ρολόι, παροχή γενικώς. Ο προηγούμενος είχε λάμπα πετρελαίου, το μέρος είχε να νοικιαστεί από πριν την ανακάλυψη του ηλεκτρικού ρεύματος. Με τα πολλά βρίσκουμε μια μπαλαντέζα, την κοτσέρνουμε κι αρχίζουμε να αδειάζουμε τη σαβούρα και να βάφουμε, να τρίβουμε και να καθαρίζουμε. Για άλλη μια φορά βρώμικοι, ελεεινοί και τρισάθλιοι, ενώ στον από πάνω δρόμο περνούσε η παρέλαση. Η μόνη μας παρηγοριά ήταν πως δεν ήμασταν οι μόνοι: οργασμός δραστηριότητας, σου λέει, στη Σαντορίνη, παντού χτίζουν, ανακαινίζουν, βάφουν, παντού βλέπεις εργάτες (έχω ένα πολιτικοκοινωνικό σχόλιο επ’ αυτού, αλλά δεν είναι της παρούσης), καλώδια, σωλήνες, μπάζα, χαμός. Η εβδομάδα των βαφών, σας λέω.
Τώρα, εγώ είμαι πανευτυχής αφού έχω τη σιδερώστρα μου και τη ραπτομηχανή μου, ο Γιάννης είναι εξίσου πανευτυχής αφού έχει τον κύλινδρό του, η Τάνια είναι (σχεδόν) πανευτυχής που ήρθαμε και γενικά όλα είναι έτοιμα στο μικρό γαλατικό χωριό.
Καλή σεζό είπαμε;
Τρίτη 18 Μαρτίου 2014
Κάτοικος εθνικής οδού, που με λέει κι ο κ. Μάκης.
Εντάξει,
το λοιπό, άλλη μία μετακόμιση, νομίζω είναι η δέκατη που κάνω στη ζωή μου,
οπότε θα περίμενε κανείς να έχω συνηθίσει, μάθει, κλπ. Ε, ναι, όντως έχω συνηθίσει
και όντως έχω μάθει τι και πώς να πάρω.
Αλλά.
Χωρίς την ατλακόλ μου εγώ δε φεύγω, κι επειδή ατλακόλ χωρίς χαρτοπετσέτες είναι
ομελέτα χωρίς αυγά, πήρα κι ένα πάκο από τις αγαπημένες μου, αλλά επειδή δε
μπορούσα να αποφασίσω ποιες είναι οι αγαπημένες μου, πήρα μία απ’ όλα τα σχέδια
που έχω. Και πριν βιαστείτε, άμυαλοι, να ρωτήσετε, όχι, στη Σαντορίνη δεν έχει
χαρτοπετσέτες, σίγουρα πάντως δεν έχει αυτές τις ωραίες με τα κόκκινα πουά και τις
γκέισες που έχω εγώ και δε δέχομαι αντίρρηση. Επίσης, έδωσα πόλεμο για τη ραπτομηχανή
μου, ήθελε να με καταδικάσει στην εξορία του Αδάμ 6 μήνες χωρίς τη ραπτομηχανή
μου. Τον κέρδισα τον πόλεμο, πήρα και μερικά υφάσματα, γιατί ξέρω εγώ εκεί στη
Σαντορίνη άμα ράβουνε; Κι αν δε ράβουνε, τι θα κάνω εγώ;
Η
μετακόμιση είναι ένα σχολείο της ζωής, φίλοι μου, σε μαθαίνει να επιλέγεις, να
διώχνεις, να κρατάς, να ιεραρχείς, να υπολογίζεις. Πόσες τάξεις έχει αυτό το
σχολείο δεν ξέρω ακόμα, ελπίζω όχι πάνω από 10, εγώ πάντως θα το παρατήσω το
σχολείο αν συνεχίσει έτσι.
Βέβαια,
έχει και τα καλά του: φέτος δε θα σηκώσω μοκέτες, θα μείνουν εκεί, ξαπλωμένες
στο πάτωμα, να μας περιμένουν υπομονετικές και βουβές να γυρίσουμε το φθινόπωρο
και να μας υποδεχτούνε. Τέρμα και το ανέβαζε-κατέβαζε καλοκαιρινά και χειμωνιάτικα,
μόνο τα demi-saison θα πηγαινοφέρνω και τις τσάντες
μου. Ναι, τις πήρα όλες τις τσάντες μου, δηλαδή εσείς ποια θα αφήνατε πίσω;
Αλλά,
καλά, μιλάω κι εγώ, εδώ το πιο όμορφο αγόρι του κόσμου έχει να ξεκουβαλήσει
κοτζάμ εργαστήριο, από τόρνο μέχρι πενσάκι, θα γίνει χαμός, τι χάντρα έχει να
κουδουνίσει στον Αθηνιό (το λιμάνι της Σαντορίνης) δεν περιγράφεται. Και κάτι
κτήνη εργαλεία, μη σας πω καλύτερα, ω, Θεέ μου, πως θα τα πάμε όλα αυτά στην
άκρη του κόσμου;
Γενικά,
καμιά φορά, τα πρωινά συνήθως, που ξυπνάω από την άγρια νύχτα, σήμερα ξύπνησα
6.32, με πιάνει έτσι, μια αναρώτηση και μια αμφιβολία και μια αγωνία, αλλά τώρα
είναι αργά να κάνουμε πίσω, θα πάμε κι όπου βγει, άλλωστε, «Να φεύγεις είναι
γιορτή, ίσως η μοναδική, με χίλιες μορφές, κρυμμένη πίσω από χίλια κρέπια και
πένθη. Οι άνθρωποι, αιώνια όμηροι του ορίζοντα, ύμνησαν ποτέ κάτι άλλο εκτός
από τη φυγή;» έχει γράψει ο Αμίν Μααλούφ και ποια είμαι εγώ που θα αμφισβητήσω
τον Αμίν;
Όταν και
αν φτάσουμε σώοι, χάντρες, πενσάκια, τσάντες και άνθρωποι στη Σαντορίνη, θα σας
περιγράψω πως περάσαμε στο ταξίδι και θα γελάσουμε πολύ. Ως τότε, χαρείτε την
άνοιξη.
Σάββατο 8 Μαρτίου 2014
Α, και δε μ' αρέσει να λέω γυναίκες και άντρες, εγώ λέω κορίτσια και αγόρια.
Καταρχάς,
θα εξηγηθώ από την αρχή, όπως κάνω πάντα άλλωστε, διά την αποφυγήν παρεξηγήσεων,
που βέβαια ουδέποτε αποφεύγονται, αλλά τελοσπάντων, κάνουμε ότι μπορούμε: γενικώς,
μου τη σπάνε οι παγκόσμιες ημέρες, διότι, τι σημαίνει, κύριέ μου, παγκόσμια
ημέρα; Κάνω κάτι έμπρακτο για το θέμα της παγκόσμιας ημέρας; Τρίχες. Απλά λέω
ότι σήμερα είναι η παγκόσμια ημέρα του τάδε και συνήθως αυτό το τάδε έχει
τέτοια μαύρα χάλια που σκοτίστηκε για την παγκόσμια ημέρα του κι επίσης,
καλύτερα δως του τίποτε λεφτά αυτού του τάδε μπας και δει μια άσπρη μέρα, παρά
που γιορτάζει μια μέρα και κάτι τρέχει στα γύφτικα. Αυτά είχα να πω για τις παγκόσμιες
ημέρες, σήμερα, που είναι η μέρα της γυναίκας κι επίσης τα γενέθλια μιας παλιάς
φίλης που δε φέρθηκε και πολύ σωστά κι έκτοτε κάθε χρόνο τέτοια μέρα εγώ τη
θυμάμαι κι εκνευρίζομαι (ίσως γι’ αυτό μου τη σπάνε κι οι παγκόσμιες ημέρες).
Όσο για τις
γυναίκες, εγώ δεν υπήρξα ποτέ άντρας, δεν ξέρω πως είναι να είσαι άντρας,
υποθέτω ότι είναι καταρχάς απλούστερο από το να είσαι γυναίκα, αλλά θα
εξομολογηθώ εδώ και τώρα πως όταν ήμουν 12 χρονών ήθελα να είμαι αγόρι-από
περιέργεια, να δω πως είναι κι αυτό. Μετά, βέβαια, άρχισα να κάνω παρέα με τον
παιδικό μου φίλο τον Κλεάνθη και κάτι άλλους μαντραχαλέους και είδα πως το να είσαι
αγόρι είναι βρωμερό και τριχωτό, οπότε αποφάσισα πως τελικά ήμουν τυχερή που
ήμουν κορίτσι. Γενικώς, μου αρέσει πολύ που είμαι γυναίκα, γιατί μπορώ να φοράω
πολλά διαφορετικά χρώματα ταυτόχρονα κι αυτό, ξέρετε, είναι πολύ σημαντικό για
μένα, νομίζω πως θα ήταν σημαντικό ανεξαρτήτως φύλου. Επίσης, κάτι άλλο που
θέλω να πω είναι πως ναι, οι διαφορές των φύλων υπάρχουν από την πρώτη στιγμή
που γεννιόμαστε και σας διαβεβαιώνω γι’ αυτό, το βλέπω στα δίδυμα ανιψάκια μου,
που πριν βγάλουν μαλλιά καταλάβαινες αμέσως ποιο είναι το κορίτσι και ποιο είναι
το αγόρι. Τώρα, δε, που έχουν και μαλλιά, είναι ακόμα πιο εύκολο να το
καταλάβεις: η Εμμανουέλλα μιλάει με φράσεις και λέξεις, ο Τριαντάφυλλος με
γρυλίσματα. Αυτό άσχετο ήταν με το θέμα των γυναικών, αλλά ήθελα να το πω κι
επειδή το ιστολόγιο είναι δικό μου, μπορώ να λέω ότι θέλω.
Το
τελευταίο που θέλω να πω για το θέμα της γυναίκας, και θα κλείσω εδώ γιατί έχω
κι άλλα να κάνω, είναι πως η γυναίκα, αγαπητοί μου, μην το παλεύετε, δεν είναι
φτιαγμένη για να είναι ορμητική σαν ποτάμι(τσακ, το πιάσατε το υπονοούμενο,
έτσι;), η γυναίκα είναι μαλακή, ήρεμη, σκοτεινή, απαλή, η γυναίκα είναι ένα
καταφύγιο, ένα ζεστό στρώμα από φύλλα, είναι το γιν, δε μπορεί να ζητάς από
μια γυναίκα να είναι ορμητική, σκληρή, φωτεινή, δε μπορεί να της ζητάς να είναι
το κοντάρι που αναπαύεται στα φύλλα, τα έχουνε πει όλα οι Κινέζοι, δεν τα λέω
εγώ. Η γυναίκα είναι μια αγκαλιά, ένα δέξιμο, σοφία, αντοχή, απαντοχή και
καρτερικότητα, η γυναίκα αναστενάζει και συνεχίζει, συνετίζει και προχωράει.
Δεν είναι αντιφεμινιστικά όλα αυτά, αν διαβάσετε κάποιο από το βιβλία της Ιζαμπέλ
Αλιέντε, θα αντιληφθείτε τι εννοώ: οι ηρωίδες της είναι πραγματικές γυναίκες,
που κυρίως και πάνω απ’ όλα έχουν κατανοήσει βαθιά μέσα τους τι σημαίνει να
είσαι γυναίκα.
Λοιπόν,
εντάξει, πρόσφερα τον εαυτό μου στην ανθρωπότητα και σήμερα και τώρα πάω να
κλείσω καμιά κούτα, διότι είχα πολύ καιρό να κάνω μετακόμιση κι έπαθα
στερητικό, οπότε ήρθα να βοηθήσω το αδέρφι που επιτέλους μετακομίζει Σάββατο
βράδυ στο κέντρο της πόλης κι έτσι θα σταματήσουμε να αυτοβασανιζόμαστε με το
23 (που πάει στην Άνω Πόλη), όπου άκουσα χτες έναν κυριούλη να φωνάζει «καλέ,
με πάτησε στο πόδι» και παραξενεμένη του είπα «μα, που θα σας πάταγε, στο χέρι;»
κι αυτός θύμωσε. Γιατί; Λέτε να μη χωνεύει τις γυναίκες;
Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2014
Ε, να μην πω κι εγώ το μακρύ μου;
Καλέ, ο
Σταύρος Θεοδωράκης έκανε κόμμα. Πολιτικό κόμμα, το ονόμασε, λέει, το Ποτάμι.
Από χτες, να έχει γίνει ένας χαμός στο Διαδίκτυο.
Εγώ τον
συμπαθώ το Σταύρο Θεοδωράκη, μου έχει κάνει πλύση εγκεφάλου κι η Ρενάτα 4
χρόνια στην Κέρκυρα, που είναι ο μεγάλος της έρωτας. Μιλάει καλά, είναι
εμπεριστατωμένος, αν και μονόπλευρος, ενίοτε. Το protagon το παρακολουθώ ανελλιπώς, μου
αρέσει που έχει πολλές γνώμες και διάφορα θέματα, όχι μόνο πολιτική ή μόνο
αθλητικά ή μόνο μαγειρική, έχει πολλά, μου αρέσει το στήσιμο και μερικοί από
αυτούς που γράφουνε αγγίζουν την καρδιά μου και το νου μου. Μερικοί άλλοι,
βέβαια, αγγίζουν τη μαλακία. Αλλά, έλα, δεν μπορείς να τα έχεις όλα.
Επίσης,
συμπαθώ γενικώς τις αλλαγές. Και ο Σταύρος Θεοδωράκης με το Ποτάμι του, ο
Τζήμερος με τη Δημιουργία του, οι 58 και διάφορα άλλα που δεν έχουν πέσει στην
αντίληψή μου, διότι δεν είμαι και ο έγκυρος πολιτικός αναλυτής, είναι κάτι σε
αλλαγή, νομίζω. Δεν είναι το τέλειο ούτε αυτό που σίγουρα αξίζει ή σίγουρα θα
επιζήσει. Είναι, όμως, μια πρόταση ή δύο ή μισή.
Όταν
βγήκε ο Τζήμερος, κι αυτός μου άρεσε και συμφωνούσα με πολλά που έλεγε,
συμφωνούσα με την τακτοποίηση του δημοσίου, με την παραγωγικότητα και με τη
διευκόλυνση της επιχειρηματικότητας, όχι των επιχειρηματιών, της
επιχειρηματικότητας. Όταν έφτιαξε τη Δημιουργία, έκατσα, φίλε, και διάβασα ότι
είχε γράψει στη σελίδα. Και τα κατάφερα, τα διάβασα ως το τέλος. Μετά
προσπάθησα να κάνω το ίδιο στις σελίδες των άλλων κομμάτων, ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, Σύριζα,
ΔΗΜΑΡ, Καμένος (ναι, διάβασα και τον Καμένο!), ΚΚΕ. Δε μπόρεσα να φτάσω στο
τέλος, δυστυχώς. Ο Τζήμερος, όμως, έγραφε σαν άνθρωπος.
Αργότερα,
μου τα χάλασε λίγο ο Τζήμερος, είπε κάτι κοτσάνες και κάτι ασυμμάζευτα. Ωστόσο,
ακόμα συμφωνώ με μερικά που λέει κι ακόμα θεωρώ πως μιλάει σαν άνθρωπος. Η
πολιτική είναι αδηφάγο και ύπουλο πράμα και είναι πολύ δύσκολο έως ακατόρθωτο
να αντέξεις, νομίζω αυτό έπαθε ο Τζήμερος. Αυτό, και του προσκολλήθηκε και αυλή
κι η αυλή είναι ηθικός θάνατος για τον πολιτικό.
Τελοσπάντων,
ο Τζήμερος βγήκε και έκανε ότι έκανε, είπε ότι είπε, πήρε όσους πήρε. Το θέμα,
όμως, είναι πως ήταν κάτι καινούργιο, κάτι που δεν το ήξερα, πιο πολύ αυτό με
τράβηξε να τον μελετήσω (εντάξει, είμαι και ένα νεοφιλελεύθερο γουρούνι, το
παραδέχομαι), ένα καινούργιο πρόσωπο-πόσο ανόητη ακούγεται, Θεέ μου, αυτή η
φράση, αλλά και πως αλλιώς να το πεις, ναι, ρε παιδί μου, ένα καινούργιο
πρόσωπο. Επίσης, για μένα, το θέμα είναι πως μια μερίδα απέρριψε το Τζήμερο
(και θα απέρριπτε οποιονδήποτε, όπως απορρίπτει τώρα και το Θεοδωράκη)
συλλήβδην, δίχως να ακούσει τι έχει να πει, δίχως να του δώσει μια ευκαιρία,
όπως στις ξανθιές.
Αυτή η
μερίδα δεν έχει εμπιστοσύνη καμία στην προσπάθεια, στη δοκιμή, στο «πάμε και
βλέπουμε», δικαίωμά της της μερίδας, απλά εγώ εκνευρίζομαι όταν το καινούργιο πετιέται
στα σκουπίδια με δικαιολογίες ηλίθιες, παρωχημένες και χωρίς άλλο επιχείρημα
πέραν του παρελθόντος.
Το ίδιο
τώρα έγινε και με το Θεοδωράκη. Έκανε κόμμα ο Θεοδωράκης, έκανε κόμμα το Mega, διάβασα. Και διάφορα άλλα, παιδί του συναφιού,
πουλημένος, δεν ξέρω γω τι. Και μόνο που το ανακοίνωσε, έτσι, δεν είπε απολύτως
τίποτε. Εντάξει, μπορεί και να είναι. Κάτσε, ρε φίλε, όμως, να δεις, ΔΙΑΒΑΣΕ τι
έχει να πει, γενικώς, διάβασε, ξεστραβώσου, ασχολήσου, άκου, και μετά
συμπέρανε. Τα δικά σου συμπεράσματα, όμως. Αυτό νομίζω είναι το πιο δύσκολο και
το ζητούμενο, αλλά ταυτόχρονα αυτό που μπορεί και να καταφέρουν αυτά τα νέα
κόμματα. Να βάλουν τον κόσμο να διαβάσει, να ασχοληθεί, να σκεφτεί.
Σηματοδοτούν μια αλλαγή στο πολιτικό σκηνικό, όσο κι αν αποτυγχάνουν στην αρχή
ή κατρακυλούν ή αφομοιώνονται.
Σιγά
σιγά, σταδιακά, θα γίνει κι ένα τρίτο ή ένα τέταρτο ή ένα εκατοστό κόμμα κι
αυτό θα πετύχει ή θα ωριμάσει. Κι έτσι έρχεται η πολυπόθητη αλλαγή. Δε γίνεται
σε μία μέρα να καθαρθεί η ελληνική κοινωνία ή το ελληνικό δημόσιο, θα πάρει
πολλά χρόνια και πολλά κόμματα. Αλλά ας μην την πνίξουμε στην αρχή της. Εμένα,
πρώτα και πάνω απ’ όλα, αυτό μου λένε αυτά τα καινούργια κόμματα.
Όσο για
το Θεοδωράκη, περιμένω. Θέλω να δω τι θα πει και τι θα κάνει. Το αρχικό κείμενο
που έγραψε μονορούφι το διάβασα και συμφώνησα. Για να δούμε και παρακάτω.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)