Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Ένα μεγάλο βόδι μου πατάει τη γλώσσα...



… (που έλεγε κι εκείνος ο άλλος, φίλε μου) κι έτσι απολογούμαι διά την καθυστέρηση, η οποία βεβαίως βεβαίως, έγινε ιδιαιτέρως αισθητή, να, χτες, μια κοπέλα, που δεν την είχα ξαναδεί στη ζωή μου, με ρώτησε πότε θα ξαναγράψω, αυτό δε μου έχει ξανασυμβεί, ήτανε μια αποκάλυψη. Αλλά, είχα εκείνο το βόδι.
Τι να σας πω τώρα, να, εδώ, πήγα στη μεγάλη πολιτεία, γύρισα, ξοδεύω τα λεφτά μου, στενοχωριέμαι για το Ρωμανό και αναλογίζομαι το μέλλον μας.
Διάβασα τώρα μόλις αυτό που έγραψε ο Μαραβέγιας στο facebook, για τη βία των ημερών μας, και εκτός που ήθελα να κλαίω (όπως έλεγε και η Σοφία τους ανύποπτους εκείνους καιρούς της Σχολής Ξεναγών) και νευρίασα για τη χολή που φαίνεται να ξερνάνε όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι για όλους ανεξαιρέτως τους υπόλοιπους ανθρώπους, αποφάσισα πως ήρθε η ώρα να γράψω κι εγώ. Όχι ότι φτάνω το Μαραβέγια, αλλά, έτσι, για την ψυχανάλυσή μου.
Εδώ, στην Εγνατία 75, η ζωή συνεχίζεται όσο κανονικά μπορεί. Η αδερφή μου κι εμείς από κοντά, κοιμάται και ξυπνάει με την έννοια του Ρωμανού στο μυαλό της. Να, προχτές, είχε αϋπνίες και σηκώθηκε και ξάπλωσε στον καναπέ, ξυπνάω εγώ μες στ’ άγρια χαράματα, πάω να δω που είναι, μισοκοιμισμένη εγώ, μισοκοιμισμένη αυτή, μαύρα ξημερώματα έξω, και χωρίς καν να ανοίξει τα μάτια της μου λέει: «πέθανε ο Ρωμανός, άκουσα κάτι συνθήματα στο δρόμο τη νύχτα», αγριεύομαι εγώ, ακόμα το μάτι δεν είχε ανοίξει, σας λέω, μέχρι να πάρει μπροστά το μόντεμ και να ανοίξω το ίντερνετ, κόντεψα να μείνω από την τρομάρα. Πριν κοιμηθούμε και μόλις ξυπνήσουμε, αντί για καλημέρα-καληνύχτα, εμείς λέμε Ρωμανός. Ήμαρτον.
Και μη φανταστείτε που είμαστε τίποτε πορωμένοι, απλοί άνθρωποι είμαστε, λίγο ψυχοπονιάρηδες μόνο. Αυτή η ψυχοπονιά μας έχει φάει. Κι αυτό το παλικάρι, όμως αδερφέ, όπως έλεγε κι η γιαγιά μου, ο διάολος απ’ τα ποδάρι το ‘χει πιάσει, τόσο πείσμα πια ούτε ο Γιώργος, ο εξάχρονος γιος της Στέλλας δεν έχει, που ήταν ικανός να κρατάει στο στόμα του μία πατάτα 2 ώρες για να μη φάει μια μπουκιά σνίτσελ.
Για να μην επεκταθώ στο θέμα του Ρωμανού και μαλώσουμε, θα σας πω πώς πέρασα στη μεγάλη πολιτεία. Με δύο λέξεις θα σας το πω, πολύ συνοπτικά: πολύ γέλιο.
Τις μισές μέρες τις πέρασα στο σπίτι της Βίβιαν και του Στέφανου, μόνο που τώρα ήταν εκεί και το μωρό, που σα να μην ήταν, το γλυκούλι, τόσο ήσυχο και διακριτικό το μωρό αυτό, τι να σας πω! Τις άλλες μισές τις πέρασα στο σπίτι της Στέλλας, ώσπου ο προαναφερθείς Γιωργάκης αναφώνησε ρώτησε τη μαμά του αν «η Κατερίνα θα μείνει μαζί μας όλο το χρόνο». Μετά, ο καημένος έπαθε κοξάκι, μια εξανθηματική παιδική ασθένεια, την οποία η Στέλλα μυστηριωδώς θυμότανε από τα παιδικά μας χρόνια, κι έμεινε μέσα μια βδομάδα βλέποντας παιδικά στην τηλεόραση-το όνειρο κάθε παιδιού. Κάθε φορά που έβγαινα έξω, μου ζητούσε να του φέρω κάτι από τα μαγαζιά, εγώ του έφερνα παιχνίδια με χειροτεχνίες, τα οποία μου τα πετούσε στο κεφάλι και μετά πολύ σοβαρά μου δήλωνε «Κατερίνα, με απογοήτευσες πολύ σήμερα».
Όταν δεν έβλεπα παιδικά μαζί με το Γιώργο και τη μάνα ρέιβερ (τη μαμά της Στέλλας, δηλαδή, μία θεότητα απλά), περπατούσα άσκοπα στην Αθήνα, μπαινόβγαινα στα μετρό, συναντούσα παλιούς και καινούργιους φίλους, πήγα μια φορά και στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο για να μην ξεχνιόμαστε, αφού βέβαια πρώτα χάθηκα με την Αθανασία, αυτή περίμενε στην Ακρόπολη κι εγώ στο Εθνικό Αρχαιολογικό και για κάνα τέταρτο μιλούσαμε στο τηλέφωνο προσπαθώντας να ξεδιαλύνουμε το μυστήριο, ξεναγός, τώρα, έτσι; Να έχω γκρουπ και να μην ξέρω τη διαφορά ανάμεσα στο μουσείο της Ακρόπολης και το Εθνικό Αρχαιολογικό, τρομάρα μου.
Η Αθήνα είναι μια πόλη απερίγραπτη, πραγματικά, δε μπορώ να την περιγράψω, εκεί που πάω να βρίσω και να σιχτιρίσω και να πάω στη μικρή κι αγαπημένη επαρχία, εκεί αντικρίζω κάτι θαυμαστό και χάνομαι στο πλήθος και βλέπω έναν κίονα κι ένα πλακόστρωτο και χαίρομαι ξανά.
Τα βράδια βγαίναμε στην τροπική ζέστη (αυτό που τον Οκτώβριο στο νησί το δαγκώνουμε από το κρύο και το Δεκέμβρη στην ηπειρωτική Ελλάδα είμαστε με το κοντομάνικο, με έχει κουράσει) των δρόμων και οδηγούσε (βρίζοντας) η Στέλλα κι εγώ χάζευα τα φώτα να περνάνε και προσπαθούσα να καταλάβω που ήμαστε-ανεπιτυχώς. Κάναμε και το απαραίτητο reunion και ήμασταν έτοιμοι να φτιάξουμε βαλίτσες και να πάμε εκείνη τη στιγμή στο Ελ. Βενιζέλος και να πάρουμε το πρώτο αεροπλάνο για οπουδήποτε, από Ντουμπάι μέχρι Κωνσταντινούπολη, και να παρατήσουμε τα πάντα, παιδιά, δουλειές, σκυλιά, αλλά ευτυχώς δεν το κάναμε, μόνο κουτσομπολέψαμε παλιούς συμμαθητές, που εγώ δεν ήξερα καν ότι υπάρχουνε κι οι υπόλοιποι τους έχουν και φίλους στο facebook. Ο Βασίλης μας περιέγραψε την περιπέτεια που έχει με το κινητό του, το οποίο παίρνει πρωτοβουλίες κι έχει συγχωνεύσει τον αριθμό της Στέλλας (πολύ καλή φίλη) με τη φωτογραφία και τον αριθμό του-ας-τον-πούμε-Κίτσο Τζαβέλλα (προϊστάμενος). Καταλαβαίνετε. Στέλνει η Στέλλα μήνυμα «πάμε για κάνα καφέ το Σάββατο», αγχώνεται ο Βασίλης, αμάν, κάτι θέλει να μου προτείνει ο Κίτσος Τζαβέλλας. Τηλεφωνεί η Στέλλα, δεν το σηκώνει ο Βασίλης (κολλητιλίκια με τον προϊστάμενο δε θέλει), τον βρίζει η Στέλλα. Μιλάμε για πολύ γέλιο, μέχρι που βάλαμε τη Στέλλα να πάρει τηλέφωνο το Βασίλη εκείνη την ώρα μόνο και μόνο για να δούμε τη φωτογραφία του Κίτσου Τζαβέλλα να βγαίνει στην οθόνη. Κλαίγαμε.
Με τούτα και με κείνα, πέρασαν οι μέρες στη μεγάλη πολιτεία, φόρτωσα κι εγώ την καινούργια, χρυσαφιά, σκληρή βαλίτσα μου, πήρα ένα τρένο και γύρισα. Μετά που γύρισα, πήγα στον ΟΑΕΔ για να κάνω αίτηση για ταμείο ανεργίας κι όταν είπα ότι είμαι ξεναγός και θέλω να βγάλω κάρτα ανεργίας με κοιτούσανε σα να είπα ότι είμαι λεπρή. Για κάνα μισάωρο είχανε μαζευτεί 5-6 και συζητούσανε, μετά ένας στάθηκε στη μέση και φώναζε αν ξέρει κανείς τίποτα για τους ξεναγούς, μωρέ, τι επάγγελμα περίεργο είναι αυτό, μη δεν είναι επάγγελμα κι είναι αρρώστια και κολλάει κιόλας και πάθουμε και τίποτε. Με τα πολλά, την έβγαλα την κάρτα ανεργίας και τώρα περιμένω τα λεφτά, διότι αυτά της σεζόν, πάει, τελειώσανε.
Τελειώσανε τα λεφτά, αλλά καλή καρδιά, αυτή δεν τελειώνει. Κι άμα καμιά φορά κατεβαίνει η στάθμη, να, πάω στην Αθήνα, κι οι φίλοι μου είναι εκεί όλοι, παλιοί, νέοι, σταθεροί, όπως πάντα, σαν από πάντα, κυματοθραύστης και αλεξίπτωτο μαζί, το σκοινί που σε κρατάει δεμένο στο βράχο και οι αυγοθήκες στον τοίχο που ρουφάνε τις κραυγές. Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε. Και ο Κίτσος Τζαβέλλας.

1 σχόλιο:

irini είπε...

Και τωρα περιμενω εγω πως κ πως να σε δω....το που κ το ποτε ειναι μια μεγαλη ιστοριαααα...και αν το μικρο της βιβιαν ειναι ησυχο θα γνωρισεις το αλλο ακρο...το δικο μου μωρο...χιχιχι