Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Ανοιχτό σπίτι.



Έτσι είμαι εγώ, ή θα γράφω κάθε 6 μήνες ή κάθε 6 ώρες. Λοιπόν, τώρα αποφάσισα να γράψω τόσο σύντομα (μύλο το ‘χω κάνει το ιστολόγιο, το πρόγραμμα πάει κατά διαόλου) διότι πρώτον βαρέθηκα να διαβάζω ασυναρτησίες στο facebook κι είπα να γράψω κάτι που μπορεί να έχει και κάποιο νόημα, δεύτερον βαριέμαι γενικώς και τρίτον θέλω να σας πω για το Open House Thessaloniki, με το οποίο εγώ ενθουσιάστηκα και το οποίο είναι ένα πράμα-θεσμός ίσως θα ήταν μια πιο δόκιμη λέξη, αλλά μου φαίνεται και λίγο βαρύγδουπη-όπου, μία φορά το χρόνο, κτίρια, παλιά και καινούργια, διάσημα ή μη, της πόλης ανοίγονται για το κοινό και μπορείς να μπεις μέσα, να τα δεις και παράλληλα να σου κάνουνε και μία ξενάγηση.
Ξεκίνησε το 1992 στο Λονδίνο κι έχει εξαπλωθεί σε ολόκληρο τον κόσμο. Διοργανώνεται, απ’ ότι έχω καταλάβει, κυρίως από ιδιώτες, η χρηματοδότηση έρχεται από χορηγίες και το προσωπικό είναι όλοι εθελοντές. Στη Θεσσαλονίκη ξεκίνησε το 2012 και στην Αθήνα το 2013. Για φέτος, στην Αθήνα νομίζω θα γίνει το Μάρτιο ή τον Απρίλιο. Προφανώς, τα κτίρια που θα ανοιχτούν επιλέγονται από επιτροπή αρχιτεκτόνων, καθώς η προσέγγιση είναι κυρίως αρχιτεκτονική και όχι ιστορική. Και πάλι, όμως, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον.
Εγώ, σας λέω, ενθουσιάστηκα. Εδώ, στη Θεσσαλονίκη, η διάρκεια ήταν 2 μέρες και υπήρχαν 63 κτίρια-μουσεία, εκκλησίες, διατηρητέα, αλλά και πιο σύγχρονα. Με μεγάλη προσοχή και εμβρίθεια, υπολόγισα αποστάσεις και χρόνους κι έβγαλα ένα πρόγραμμα, διότι αντιλαμβάνεστε ότι 63 κτίρια είναι αδύνατον να τα δεις σε 2 μέρες.
Το πρόγραμμα της πρώτης μέρας, χτες δηλαδή, πήγε περίπατο, καθώς προτίμησα να πάω στη λαϊκή της Μαρτίου με την αδελφή μου και να αγοράσω 4 καλσόν παρά να δω το Μουσείο Ύδρευσης και το κτίριο των Σφαγείων. Πήγα, όμως, το απόγευμα σε ένα μέγαρο πολύ όμορφο (όπου είδα, βέβαια, στο ισόγειο του μεγάρου ένα εξίσου όμορφο ζευγάρι παπούτσια) και πήγα και στην κατακόμβη του Αγίου Ιωάννη, που είναι αυτό που λέει, μια κατακόμβη καταμεσής του κέντρου της πόλης. Εκεί, γινόταν της τρελής, θα ήταν και 50 άτομα να περιμένουν στη σειρά να μπουν στην κατακόμβη.
Σήμερα, όμως, σήμερα έγινε χαμός, αγαπημένοι μου φίλοι, πήγα σε όλα τα κτίρια που είχα στο πρόγραμμα. Εντάξει, οι ξεναγήσεις δε λένε και πολλά (δεν είμεθα και τυχαίοι, άλλωστε), αλλά και μόνο που μπαίνεις σε αυτά τα κτίρια είναι συναρπαστικό. Κι επίσης, το άλλο συναρπαστικό είναι πως αυτά τα οικοδομήματα που μπορεί να τα αντικρίζεις κάθε μέρα, έτσι, να περνάς δίπλα τους και να τα αγνοείς γιατί είναι εκεί από πάντα, όταν τα επισκέπτεσαι στα πλαίσια ενός τέτοιου προγράμματος, τα βλέπεις λίγο πιο ήρεμα, τα παρατηρείς, τα αγγίζεις, μαθαίνεις πράματα για την ιστορία τους. Και το άλλο που μου άρεσε ήταν που περπάτησα σε όλη την πόλη, από μνημείο σε μνημείο κι έτσι λίγο τα συνέδεσα και λίγο πήρα μια μικρούλα ιδέα πως μπορεί να ήταν το παρελθόν αυτής της πόλης.
Αυτό που μου άρεσε πιο πολύ ήταν η έπαυλη Πετρίδη, που είναι και στη (πραγματικά καταπληκτική) φωτογραφία. Αυτό το ροζ και πράσινο διαμαντάκι βρίσκεται στη δυτική άκρη του κέντρου, εν μέσω γκρίζων πολυκατοικιών και υποβαθμισμένων σοκακίων και το θυμάμαι, χρόνια πολλά, να το βλέπω ερχόμενη από το ΚΤΕΛ ή το σταθμό των τρένων και να το θαυμάζω από τη μια και να το λυπάμαι από την άλλη, παρατημένο και λεηλατημένο. Τώρα, όμως, γυαλισμένο, ανακαινισμένο, βαμμένο, του κουτιού, στέκεται εκεί, περήφανο χωρίς να παραδίδει τα όπλα. Ήταν το σπίτι ενός πλούσιου Βούλγαρου, που έφυγε από τη Θεσσαλονίκη, όταν η πόλη απελευθερώθηκε από τους Τούρκους. 
Όταν μπαίνω σ’ αυτά τα παλιά κτίρια, όχι μόνο σπίτια, αλλά και εμπορικές στοές ή εκκλησίες, καμιά φορά αναλογίζομαι πόσοι άνθρωποι έζησαν, περπάτησαν, έκλαψαν, γέλασαν, πέθαναν εκεί μέσα και πως έχουν αφήσει τα σημάδια τους στα ντουβάρια και τις ανάσες τους στην ατμόσφαιρα.
Βγαίνεις στα μπαλκόνια και δε μπορείς να μη φανταστείς πόσες νεαρές κυρίες με μακριά φουστάνια ακούμπησαν σκεφτικές στα καμπύλα στηθαία, ανεβαίνεις τα σκαλιά κι είναι σα να ακούς τα βιαστικά τρεχαλητά ανθρώπων που έτρεχαν να σωθούν από κάποιο πόλεμο μεταναστεύοντας, κοιτάς τα γύψινα διακοσμητικά και τα μαρμάρινα κιονόκρανα και σχεδόν πιάνεις την απόγνωση του πρόσφυγα που φιλοξενήθηκε.
Οκ, το παράκανα. Κι όλ’ αυτά επειδή παρακολούθησα το Open House Thessaloniki, που να είχα δει και καμιά ταινία. Σας λέω, ενθουσιάστηκα και δε μπορούσα να μη το μοιραστώ μαζί σας, αγαπημένοι μου φίλοι. Πάω τώρα να απλώσω τα ρούχα και να κοιμηθώ, αφήνοντας κι εγώ τις ανάσες μου στα ντουβάρια.

Δεν υπάρχουν σχόλια: