Κυριακή 22 Ιουνίου 2014

Οι απορίες της ημέρας.



Μη σας κουράσω με τα γνωστά, αγαπημένοι μου, μακρινοί φίλοι, βράχια, ήλιος, ζεστάρα, λεωφορεία, Ακρωτήρι, έχω βαρεθεί ήδη και δεν έρχεται και κανείς, να πούμε καμιά μαλακία να γελάσουμε.
Για να μη σαλτάρω, αποφάσισα να βάψω τα κάγκελα στο σπίτι, κάτι ξύλινα κάγκελα της κακιάς ώρας, καμιά δεκαριά, μη φανταστείτε. Πήρα ένα μπλε, «αιγαιοπελαγίτικο» που μου το είπε κι ο χρωματοπώλης, πήρα και αστάρι. 
Και βάφω περίπου μισό κάγκελο τη μέρα. Μέχρι το Σεπτέμβρη, που θα πάει, θα τελειώσουν. Η κυρία από κάτω με ρώτησε ευλόγως γιατί βάφω τα κάγκελα, της φάνηκε πολύ περίεργο, αφού το σπίτι δεν είναι δικό μου κι εγώ της είπα ότι τα βάφω για ομορφιά κι εξεπλάγη σφόδρα (εκτός κι αν δεν κατάλαβε τι εννοούσα, διότι τα ελληνικά της δεν είναι πολύ δυνατά).
Οι τουρίστες, όσο πάνε και χαζεύουν. Προχτές, ένας, μέσα στο Ακρωτήρι, όπου απαγορεύεται διά ροπάλου να αγγίξεις τους τοίχους ή οτιδήποτε άλλο, έπεσε στα γόνατα κι άρχισε να μαζεύει το χώμα με τις χούφτες. Εμένα με πιάσανε γέλια, τους φύλακες τους έπιασε νευρική κρίση κι αυτόν η μέση του. Μετά ήρθε και μου είπε πως ήθελε να ανασκάψει μήπως βρει τίποτε καινούργιο, αλλά δεν τα κατάφερε. Εγώ θυμήθηκα την Ελένη, που μια φορά ένας απ’ το γκρουπ της άρχισε να ξύνει με το νύχι τον κούρο για να δει αν όντως ήταν από ασβεστόλιθο. Μία άλλη, μετά από ολόκληρη τη μέρα, όπου τους έχω πρήξει τα συκώτια με το ηφαίστειο και τα ηφαιστειακά νησιά στη μέση της καλντέρας, την ώρα που μακαρίως θαυμάζω τη θέα, έρχεται εμπιστευτικά, για να μην ακούσουν οι άλλοι και γίνω ρεζίλι, ότι και καλά δεν έχω πει το πιο σημαντικό, και μου ψιθυρίζει «αυτά τα νησιά εδώ, τι είναι;». Σκατά δεινόσαυρου, της απαντάω. 
Ή με ρωτάνε ποια νησιά βλέπουμε γύρω από τη Σαντορίνη. Στην αρχή τους έλεγα, Φολέγανδρος, Ίος, Ανάφη, κλπ, αλλά τώρα έχω νευριάσει και τους λέω, τη Χαβάη. Ε, μα, ρε φίλε μου από τη Νέα Ζηλανδία, δηλαδή άμα σου πω βλέπουμε την ωραία Φολέγανδρο, θα καταλάβεις; Τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα με ρωτάνε αν η Σαντορίνη ανήκει στην Ελλάδα ή είναι ανεξάρτητο κράτος. Σήμερα, ένας με ρώτησε, μετά από ολόκληρη την ιστορία με το ηφαίστειο και τις τεκτονικές πλάκες και την καλντέρα, αν το ηφαίστειο είναι υποθαλάσσιο. Επίσης, σήμερα μια κυρία αγχώθηκε γιατί εκεί που εγώ τους έλεγα για τους πειρατές και τι πληγή ήτανε για το νησί, αυτή νόμιζε ότι υπάρχουν και σήμερα πειρατές και δεν ήθελε να κάνει το sailing tour, αλλά με τα πολλά την πείσαμε.
Τι να σας πω, εγώ καμιά φορά απορώ πως στον κόρακα καταφέρνουνε κι έρχονται εδώ από την άλλη άκρη του κόσμου. Άσε αυτοί οι Κινέζοι, που δε μιλάνε και γρυ αγγλικά ούτε καμιά άλλη γλώσσα, μόνο κινέζικα, και παίρνουνε και αυτοκίνητα και βγαίνουνε στο δρόμο, πάνε στη μέση του δρόμου, αργά αργά, μη σου τύχει Κινέζος μπροστά, θα φτάσεις στην Οία για την ανατολή, όχι για το ηλιοβασίλεμα. Μετά αγχώνονται και σταματάνε, κοκαλώνουν όμως, εκεί, στη μέση του δρόμου, κατεβαίνουν, ρίχνουν μια γυροβολιά, ακούγεται στο φόντο «θα κάνω στάση στη διπλή γραμμή του δρόμου» και μετά συνεχίζει, το κονβόι των 30 χιλιομέτρων που έχει σχηματιστεί, κανονικά το δρόμο του.
Το πιο όμορφο αγόρι του κόσμου χώνεται εκεί, στην τρύπα του, στο εργαστήριο των θαυμάτων, παλεύει με τα χρυσά του και με τη βλακεία κι αυτός του κόσμου κι όλο και τον τριγυρίζουν γκομενάκια, κάθε φορά που πάω είναι και διαφορετική μέσα και «τι είναι αυτό, Γιάννη;» και «μ’ αυτό τι κάνεις, Γιάννη;» και «πωπω, Γιάννη, είσαι καταπληκτικός», άει μαρή. Τώρα, θα του πάω εγώ ένα πόστερ να κρεμάσει στον τοίχο, με τη φωτογραφία μας, μη σας πω θα κατουρήσω στο αυλιδάκι, να μαρκάρω, διότι πολλά τα θάρρητα.
Λοιπόν, αυτά, σε γενικές γραμμές. Πάω τώρα να βάψω το μισό κάγκελο της ημέρας. Σας αγαπώ και μου λείπετε όλοι.

Κυριακή 15 Ιουνίου 2014

Την καρδιά μου κυριακάτικα τη χάλασα.



Κυριακή, γιορτή και σχόλη για όλο τον υπόλοιπο κόσμο πλην ημών, εδώ στο βράχο της υπομονής, στη Σαντορίνη, όπου ζούμε τη μέρα της μαρμότας, όλα είναι πάντα ίδια, βράχια, ζέστη, λεωφορεία, ηλιοβασιλέματα, Κινέζοι.
Για να καταλάβω, το λοιπό, ότι είναι Κυριακή, έβαλα η δικιά σου να ακούσω τη Γύφτισσα μέρα του Πουλόπουλου, τι το ‘θελα, με πήρανε τα κλάματα πρωί πρωί.
Θυμήθηκα που ήμουνα 14, 15, εκεί γύρω, και άκουγα το ίδιο τραγούδι στο Φανό, το μέρος που περνούσα τα παιδικά μου καλοκαίρια και περίμενα να έρθει η ώρα να πάω να ανταμώσω τους παιδικούς μου φίλους, που τώρα έχω να τους δω 17 χιλιάδες χρόνια κι αν δεν ήταν το facebook, δε θα ήξερα αν ζουν ή πέθαναν.
Θυμήθηκα τα άσπρα βράχια εκείνης της παραλίας, στο Φανό, δεν είναι και καμιά σπουδαία παραλία, αλλά για μένα ήταν ο παράδεισος, είχε άσπρα και γκρι βράχια, τώρα έχει μαυρίσει το μάτι μου, κι είχε κι έναν φαρδύ, σκονισμένο, ζεστό χωματόδρομο, με ελιές δεξιά κι αριστερά, που οδηγούσε στην παραλία και για μένα πάντα είναι το αρχέτυπο του δρόμου, εκείνος ο χωματόδρομος είναι σαν τατουάζ στη μνήμη μου, ανεξίτηλος και τόσο αγαπημένος. Ξυπόλητη ανέβαινα να γυρίσω σπίτι τα μεσημέρια και πηδούσα από σκιά σε σκιά γιατί καιγόντουσαν οι πατούσες.
Θυμήθηκα και το σπίτι μας στο Φανό, ένα ταπεινό και καταφρονεμένο σπιτάκι, που τώρα οι αδερφές μου το περιφρονούν και ούτε να το δουν δε θέλουν κι εγώ το βλέπω στον ύπνο μου και είναι σα να ξαπλώνω ξανά τα μεσημέρια στο βρεγμένο τσιμέντο της αυλής για να δροσιστώ και να ξαναβάφω τα κάγκελα. Είχαμε κι ένα δωμάτιο με χτιστά κρεβάτια κι ένα μεγάλο παράθυρο με μια μπλε κουρτίνα κι η κουρτίνα ανέμιζε τα μεσημέρια και σε δρόσιζε, που ήθελες και σεντόνι.
Τα θυμήθηκα όλα αυτά και το μπαμπά μου που έφερνε σύκα μέσα στο καπέλο του και σκέφτηκα, πότε θα ξαναδώ το Φανό και το σπίτι μας και το χωματόδρομο; Ποτέ, μάλλον. Μόνο χειμώνα, αλλά ο χειμώνας δεν είναι το ίδιο. Και σκέφτηκα και πόσο πολύτιμες χάντρες είναι για μένα αυτά τα καλοκαίρια, στο κολιέ της ευτυχίας μου, και τις μετράω πότε πότε, σα μάντρα και σαν προσευχή, για να συνεχίσω να υπάρχω.

Τρίτη 3 Ιουνίου 2014

Μια φορά, θυμάμαι, μ' αγαπούσες. Τώρα, βροχή.



Κάποτε, εδώ, στο νησί, είχαμε καλοκαίρι, τα παλιά χρόνια, τον Ιούνιο βραδιαζόμασταν στην παραλία και η δροσιά ήταν καλοδεχούμενη, τα πρωινά ο ήλιος μας έκαιγε την πλάτη και ανατριχιάζαμε από την ευχαρίστηση. Τώρα, ανατριχιάζουμε από το μαύρο ψόφο κι έτσι και σε πιάσει το βράδυ στην παραλία, την έβαψες, διπλή περιπνευμονία έχεις αρπάξει. Τα καημενούλια μου έρχονται με τα σανδαλάκια και τα φουστάκια τους και μετά στην Οία το δαγκώνουνε κι αφήνουν τα λεφτά τους στα πουλόβερ, αντί να τα αφήσουνε στην ξεναγό, αίσχος, το καταγγέλλω.
Χτες, προφανώς από το κρύο και την υγρασία, είχα έναν υφέρποντα πονοκέφαλο, ο οποίος κάποια στιγμή εσήκωσε κεφάλι, έδειξε ιμπεριαλιστικές τάσεις ώσπου κατέλαβε ολόκληρη τη δεξιά πλευρά του κεφαλιού μου και με κατέστρεψε. Σε συνδυασμό με ένα μάτι ως τον ουρανό που είχα και που μου το είχε ρίξει ένας από το γκρουπ, τον είδα εγώ και μη γελάτε κι αν δεν πιστεύετε εσείς στο μάτι, πιστεύει αυτό σε σας κι αυτό είναι αρκετό, ξύπνησα σήμερα το πρωί σα ζόμπι. Το ομορφότερο αγόρι του κόσμου να ροχαλίζει μακαρίως, τυλιγμένος σαν τον Τουταγχαμών κι εγώ υπέφερα σιωπηλά μέχρι τις 7.15 που ξύπνησα την έρμη μάνα να με ξεματιάσει για να πάω στη δουλειά, όπου τους απείλησα ότι θα λιποθυμήσω στο Ακρωτήρι, αλλά επειδή είμαι η καλύτερη ξεναγός και σοβαρή επαγγελματίας, την πάλεψα περήφανα ολόκληρη την ημέρα.
Χτες, που λέτε, είχα ένα γκρουπ, 14 άτομα, που έκαναν για 54. Μία οικογένεια ήταν όλοι, δε σας λέω από πού γιατί όλο και κάποιος ψυχάκιας θα βρεθεί να με πει ρατσίστρια, αλλά εγώ θα του πω να έρθει αυτός να τους ξεναγήσει αυτούς και μετά τα λέμε. Αφού ξεκινήσαμε με καθυστέρηση 45 λεπτών, πήγαμε γύρω γύρω στο νησί, βγάλαμε καμιά 200 φωτογραφίες έκαστος και πήγαμε για φαγητό,όπου οι-δε-σας-λέω-από-που αφήσανε το μύθο. Εγώ για να αντέξω τα χτυπημάτα ήπια ένα μοχίτο, που μου έφτιαξε εκεί ο Θανάσης (πολύ ωραίο μοχίτο), και μετά είχα μισομεθύσει. Ετούτοι, το λοιπό, παραγγέλνουνε εκεί διάφορα φαγιά και συνολικά 350 γραμμάρια μπούκοβο. Το φάγανε όλο. Το απλώνανε πάνω στο ψωμί σαν πάστα ελιάς και το καταπίνανε σούμπιτο. Έχετε φάει μπούκοβο; Εγώ, που το μυρίζω, τρέχουν δάκρυα, όχι να το φάω κιόλας. Μιλάμε για πολύ καυτερό πράμα. Εγώ να ρουφάω το μοχίτο κι ο Θανάσης να ‘ρχεται και να μου λέει, πάει, μας έχουν τελειώσει ότι μπούκοβο είχαμε παραγγείλει για τη σεζόν.
Μετά, αφού φάγανε, με τα χέρια, έτσι, ένα πιρούνι δε λέρωσε στο τραπέζι, αφήσανε το τραπέζι λες κι είχανε περάσει όλες οι ορδές του Game of Thrones. Κρασιά χυμένα παντού, το μπούκοβο πασαλειμμένο και στις καρέκλες, κρέατα, ρύζια πεταμένα τριγύρω και πήγανε σε ένα άλλο τραπέζι. Εγώ, στο μεταξύ, μετά το μοχίτο, είχα χαλαρώσει αρκούντως κι είχα αρχίσει να γελάω σαν ηλίθια, παιδιά, έκλαιγα από τα γέλια, τα παιδιά εκεί στο εστιατόριο να μαλώνουνε ποιος θα μαζέψει το χαμό κι οι άλλοι παραγγείλανε ένα μπακλαβά με μία μπάλα παγωτό στα 14, γιατί ένας είχε γενέθλια και να κόβουνε το μπακλαβά όλοι μαζί με τα χέρια και πάνω που να λέμε «τι αηδία, Θεέ μου», έρχεται ένας και μου προσφέρει ένα κομμάτι μπακλαβά, έλα, μου λέει, κέρασμα! Τα άλλα τα σκουλήκια φύγανε γελώντας σε άλλη κατεύθυνση ο καθένας κι εγώ απόμεινα με το μπακλαβά στο χέρι και να τρέχουνε τα δάκρυα από τα γέλια, δε μπορούσα να σταματήσω. Ο άλλος είχε παρατήσει παπούτσια και κάλτσες στη μέση του εστιατορίου, μία είχε βουτήξει ως τα γόνατα στη θάλασσα με το παντελόνι και τα παιδάκια περιχαρή να τσαλαβουτάνε στην άμμο, σας λέω χαμός. Άντε να μπούνε μετά αυτοί όλοι στο λεωφορείο.
Με τα πολλά μπήκαμε και πάμε στο οινοποιείο να πιούμε κρασιά κι αυτοί παραγγέλνανε τσάι και ρίχνανε το κρασί μες στο τσάι, στο θεό σας. Άλλο γέλιο εκεί, κρατούσε ακόμα το μοχίτο. Οι κοπέλες μου λένε, παρ’ τους και φύγε. Παιδιά μου, τι περάσαμε χτες, πώς να μη με πιάσει εμένα πονοκέφαλος. Τους ξαπόστειλα και ησύχασα, αν και δεν είμαι σίγουρη ότι φύγανε, γιατί η πτήση τους ήταν στις 7 και σιγά μην ήταν αυτοί στην ώρα τους για το pick up.
Τελοσπάντων, στην ευχή του Θεού και της Παναγίας.
Εμείς συνεχίζουμε να ζούμε στη χώρα του Οζ, όπου σίγουρα μας έχει πάει ο διαολεμένος αέρας που φυσάει, ευτυχώς έχουμε και κάνα μπουφά (στα σαντορινιά είναι ο μπουφάς, να ξέρετε) μαζί μας, γιατί κάνει και κρύο. Λοιπόν, πάω να πιω ένα τσιπουράκι να ζεσταθώ και τα ξαναλέμε.
Σας αγαπώ και μου λείπετε όλοι.

Δευτέρα 26 Μαΐου 2014

Αχ, οι εμπειρίες της ζωής...

Τι να σας πω τώρα, αγαπημένοι μου φίλοι, να σας πω ότι έχω ίντερνετ στο σπίτι, το οποίο είναι ένα φαντασμαγορικό θέαμα, μια υπερπαραγωγή για όλη την οικογένεια, να σας πω ότι παρά το ίντερνετ, ο υπολογιστής που έχω είναι αυτός που είχε ο Νώε στην κιβωτό και έφτιαχνε το excel με τα ζώα, με αποτέλεσμα να σέρνονται όλα, αλλά εγώ δεν πτοούμαι και περιμένω υπομονετικά να φορτώσει το ρinterest ενώ ισιώνω τα μαλλιά μου, να σας πω ότι δεν ξαναμπαίνω στο facebook: ή θα διαβάζω βλακείες ή θα στενοχωριέμαι που δε βλέπω πια τους φίλους μου και που θα με ξεχάσουν;
Να σας πω πως περνάει αυτή η ζωή και όλοι γεννοβολάνε και είμαστε σκόνη στον άνεμο, να σας μιλήσω για το σφίξιμο στην καρδιά όταν σκέφτομαι πως θα ξαναδώ όλον τον αγαπημένο κόσμο σε 7 μήνες, εκτός αν αρχίσετε να έρχεστε σιγά σιγά, να σας πω ότι εδώ ζούμε σε ρυθμούς κιρκαδιανούς και δεν καταλαβαίνουμε από γιορτές, αργίες, εκλογές, πολέμους και όλα τα υπόλοιπα που απασχολούν την ανθρωπότητα;
Μπα, ας μη σας μαυρίσω την καρδιά πρωινιάτικα.
Θα σας πω καλύτερα για προχτές, που ανεβήκαμε περιχαρείς, εγώ και τα Γαλλάκια μου (γλου γλου), στο βουνό εδώ του νησιού, μιλάμε για βουνό, όχι αστεία. Εγώ, το λοιπό, επειδή πρώτον είμαι γνωστός αστιάτορας και δεύτερον βαριέμαι να μιλάω συνέχεια για ιστορικά γεγονότα και αρχαιολογικά τεκμήρια, τους λέω ότι θα κατεβούμε με τα πόδια, για άσκηση. Τι ήταν να το πω; Χάλασε το λεωφορειάκι της χαράς και ξεμείναμε στον Προφήτη (έτσι λέγεται το βουνό) εγώ, 26 Γάλλοι κι ο οδηγός. Τα Γαλλάκια λύσσαξαν να γελάνε: cest vrai, c’était pas une blague, και τέτοια, έτοιμοι ήτανε να αρχίζουν να κατηφορίζουν. Ένας από αυτούς δε, έβγαλε τη μπλούζα του, ανασκουμπώθηκε κι άρχισε να μαστορεύει το λεωφορείο μαζί με τον οδηγό, διότι ήτο μηχανικός. Κι η γυναίκα του να τον βγάζει φωτογραφίες, για να τις δείξει μετά στους φίλους τους. Στιγμές απείρου κάλλους κι η ξεναγός να στέκεται ανήμπορη παραδίπλα και να σταυροκοπιέται.
Ή, καλύτερα, θα σας πω και για χτες, όπου κάθομαι αμέριμνη με την Τάνια και κουτσομπολεύουμε τους τουρίστες, αν κι εγώ ενίσταμαι και δεν το θεωρώ κουτσομπολιό αυτό, διότι κουτσομπολιό κάνεις για κάποιον που ξέρεις, όχι για τον άγνωστο Κινέζο που κυκλοφορεί με καρό κοκκινορόζ βερμούδα, τιρκουάζ μοκασίνι, πράσινο πουκάμισο και λινό γκρι σακκάκι-τελοσπάντων, καθόμαστε κι έρχεται ένα ζεύγος και μας χώνει στη μούρη ένα ασημένιο μενταγιόν, που του λείπει ένα κρεματζούλι και σε άπταιστα ρωσικά μας ρωτάει αν έχουμε το ίδιο. Σε άπταιστα αγγλικά η Τάνια απαντά πως όχι, αλλά εγώ, πάντα ετοιμοπόλεμη και εφευρετική, τους οδηγώ μέσα από το λαβύρινθο των Φηρών στο μαγικό εργαστηριάκι και ο Ήφαιστος (το καλλιτεχνικό του Γιάννη) τους κατασκευάζει το κρεματζούλι, ατάκα κι επί τόπου, κι αυτοί φεύγουν ευγνώμονες, ευχαριστώντας μας, πάντα σε άπταιστα ρωσικά.  Αλλά έπρεπε να δείτε το Γιάννη, που τους έλεγε να καθίσουν να δουν πως το φτιάχνει κι ότι αυτό θα τους εντυπωσίαζε, αλλά αυτοί οι καημένοι δεν καταλάβαιναν γρι, ο Γιάννης εκεί, να επιμένει, οι άνθρωποι είχαν αρχίσει να τρομάζουν ώσπου επενέβη η ειρηνευτική δύναμη και δυναμικά τους λέω one hour και έληξε το θέμα.
Λοιπόν, αυτά θα σας πω. Και τώρα, καλημέρα, πάω να μαζέψω τα γλυκούλια για σήμερα και να θαυμάσουμε το πιο διάσημο νησί της Ελλάδας. Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε.

Πέμπτη 15 Μαΐου 2014

Εσείς τον βρήκατε;

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευτυχία: ήλιος, επιτέλους, που μόλις ανατέλλει, άστρο θαμπό του πρωινού, η Ανάφη να μπλαβίζει στο βάθος, καφές και ο Χαρούκι. Κάθομαι, εδώ, στο νησί, μόνη σαν το λεμόνι (πολύ μου αρέσει να ξυπνάω το πρωί νωρίς και να νιώθω πως είμαι ο μόνος ξύπνιος άνθρωπος πάνω στη γη) και διαβάζω το καινούργιο βιβλίο του Χαρούκι Μουρακάμι και ευχαριστώ κάθε είδους θεό που υπάρχουν τέτοια βιβλία.
Εκτός από την ομορφιά των λέξεων, την υπόγεια ομορφιά που μπαίνει στην ψυχή σου ανύποπτα και σου απαλύνει τις γωνίες χωρίς να το καταλάβεις, εκτός από τους παράξενους και κοντινούς ανθρώπους που ζουν σε μία χώρα τόσο μακρινή, αλλά είναι σα να τους βλέπεις, εκτός από την καθόλου ανόητη, αντίθετα, πλήρη νοήματος ελαφράδα που έχουν τα βιβλία του, εκτός από τις συναρπαστικές του ιστορίες, ο άνθρωπος αυτός παρομοιάζει τις σκηνές που περιγράφει με πίνακες του Έντουαρντ Χόπερ. Δε θέλω εγώ τίποτε άλλο. Μη με περάσετε για καμιά ξιπασμένη τεχνόφιλη, απλά μου αρέσουνε πολύ, εκτός από τα βιβλία του Χραούκι Μουρακάμι, και οι πίνακες του Έντουαρντ Χόπερ, οπότε όταν τα βρίσκω μαζί αυτά, είναι κάτι σαν σουφλέ σοκολάτα με παγωτό βανίλια.
Πρώτη φορά είχα δει πίνακα του Χόπερ σε ένα κατάστημα με υφάσματα, στο θεό σας, στη Λαμία. Κρεμόταν στον τοίχο δίπλα στη σκάλα, ειλικρινά δε μπορώ να θυμηθώ ποιος πίνακας ήταν, έχω προσπαθήσει πολύ, αλλά είναι αδύνατον. Θυμάμαι, όμως, πως μου είχε κάνει φοβερή εντύπωση, φανταστείτε, δεν κοίταζα τα υφάσματα, κοίταζα τον πίνακα. Μετά, τον ξέχασα, αλλά έπειτα από πολλά χρόνια, έπεσα πάνω σε έναν άλλον πίνακα, θυμήθηκα εκείνο το κατάστημα υφασμάτων και βρήκα το ζωγράφο κι έτσι έγινε η ιστορία. Και τώρα ο Χαρούκι μιλάει για τον Χόπερ, τι άλλο να ζητήσω από τη ζωή;
Και μια που έπιασα τα βιβλία κι είναι μάλλον η βιβλιοκριτική της εβδομάδας, θα σας εξομολογηθώ: άρχισα και τον Προυστ, την Αναζήτηση του Χαμένου Χρόνου, που είναι, σου λέει, η Ιθάκη των αναγνωστών, βιβλίο-θρύλος, το απαύγασμα της λογοτεχνίας. Το μεγάλο έργο του περίφημου Γάλλου συγγραφέα, που το αποτελείωσε κυριολεκτικά ημιθανής, υπαγορεύοντας τις τελευταίες φράσεις στο γραμματέα του, λίγο πριν πεθάνει. Η ελληνική μετάφραση, που την έκανε ο Παύλος Ζάννας, που εγώ δεν τον ήξερα πριν, έχει 4 τόμους.
Μάρτυρές μου ο Θεός κι η Κερασία, από τη βιβλιοθήκη της Σαντορίνης, έκανα φιλότιμες προσπάθειες, διάβασα 2 τόμους από τους 4 της μετάφρασης του Παύλου Ζάννα: διάβασα την περίφημη μαντλέν, διάβασα σχοινοτενείς περιγραφές καναπέδων, διάβασα ατέρμονες αναδιφήσεις στα αριστοκρατικά τζάκια της Γαλλίας, διάβασα τα παράπονα του Προυστ για τη μαμά του, διάβασα πολλά.
Αλλά, το χαμένο χρόνο εγώ δεν τον βρήκα, λυπάμαι. Μάλλον είμαι ελαφρώς ανώριμη αναγνώστις, διότι ποια είμαι εγώ που θα κρίνω τον Προυστ, αλλά δυστυχώς, δε με γοήτευσε. Σειρές λέξεων, πολλές φορές εξεζητημένων, έλλειψη ουσιαστικής ιστορίας, οι προσωπικές αναζητήσεις και οι παιδικές αναμνήσεις ενός, όπως μου φάνηκε εμένα, άτολμου νεαρού, δεν αποτελούν και πολύ ενδιαφέρον θέμα, εκατομμύρια υποσημειώσεις (στο τέλος, σημειωτεόν, του βιβλίου, κάτι που το σιχαίνομαι), εξαιρετικά κουραστικές, και εν γένει, άσκοπο. Πραγματικά, με το βιβλίο αυτό αναζητάς το χρόνο σου, διότι προφανώς δεν έχεις τίποτε να κάνεις για να κάτσεις να το διαβάσεις. Λυπάμαι που δεν το τελείωσα, ίσως δεν του έδωσα αρκετές ευκαιρίες, αλλά έβλεπα εκεί τις Μικρές Ώρες του Μουρακάμι και δεν άντεχα.
Δεν ξέρω, συνήθως όταν διαβάζω κάποιο βιβλίο που θεωρείται κλασικό και παγκοσμίως αναγνωρισμένο, πράγματι καταλαβαίνω γιατί συμβαίνει αυτό και ναι, κάποια βιβλία δικαίως θεωρούνται αξεπέραστα. Καταλαβαίνω και η Αναζήτηση γιατί θεωρείται κλασικό, αλλά αξεπέραστο διόλου δεν το βρήκα.
Λοιπόν, αυτά. Να με συμπαθάτε, που λένε κι οι Σαντορινιοί, αν σας εζάλισα, απλά, έτσι, να μην ξεχάσω και να μιλάω εδώ που ήρθα. Τώρα, θα βάλω επιτέλους, καλοκαιρινά παπούτσια και θα πάω να περιγράψω how Santorini has obtained this unique landscape.
Όπως πάντα, σας αγαπώ και μου λείπετε.

Κυριακή 4 Μαΐου 2014

Αγάπη στο Αιγαίο.

Είπα ν’ ακούσω μια Ανδρομέδα, να χαλαρώσω, που σιδέρωσα 3 πλυντήρια η ξεναγός, με Αλκίνοο τα έβγαλα και τα 3, διότι, ξέρετε, τηλεόραση δεν υπάρχει, ίντερνετ μήτε, οπότε βάζεις εκεί ένα αρχείο να παίζει κι όπου σε βγάλει. Πολύ με αρέσει η Ανδρομέδα, λέω μήπως τη βάζω και στα πελατάκια να την ακούνε, αλλά ο Γιάννης με έβρισε, σιγά μου είπε, μην τους βάλεις και την Αγρύπνια. Γέλασα, όμως, πολύ, όσο σιδέρωνα με τον Αλκίνοο, διότι θυμήθηκα τα νιάτα μου και τη Μαρίνα που τον έλεγε Λίνι από το Αλκινοουλίνι και τη Στέλλα που σ’ ένα τραγούδι που το λένε Ησυχία, κάπου έλεγε το Λίνι «μα ένα σας βήμα μου αρκεί για να πισωπατήσω» κι η Στέλλα άκουγε «για να τη σοβατίσω» κι όταν μας το είπε και τη ρωτήσαμε «μα, ποια να σοβατίσει», με φυσικότητα μας απάντησε «μα, την ησυχία». Ακόμα γελάμε.
Ε, έτσι είναι, άμα γερνάει ο άνθρωπος, θυμάται τα περασμένα…
Κατά τα άλλα, εδώ καταρχάς έχει χειμώνα, μας έχει ψοφήσει στον αέρα και τη βροχή, και κατά δεύτερον καμία άλλη αλλαγή: Κινέζοι, σανδάλια, λεωφορεία και Ακρωτήρι. Προχτές, επροχτές, που λένε κι οι Σαντορινιοί, εκάμανε εδώ 16 ταυτόχρονους γάμους κάτι τρελοί από τη Σανγκάη, bridal tour, σου λέει το λένε, έρχονται εδώ μαζεμένοι, με συγγενείς και φίλους και παντρεύονται ταυτοχρόνως, μούρλα σας λέω. Και να ‘χει το νησί γεμίσει με νύφες και γαμπρούς, Κινέζους όμως. Και να γίνουν οι ταυτόχρονοι γάμοι στο οινοποιείο που πάω κι εγώ τα πελατάκια και να τύχει εκείνη τη μέρα να ‘χω κι εγώ Κινέζους, στο θεό σας, Κινέζες για την ακρίβεια, και να χαθούνε μέσα στο πλήθος, που να τις ξεχωρίσω εγώ από τις καλεσμένες; Ένας χαμός. Οι ανθοδέσμες να ίπτανται, οι Κινέζες να μπλαβιάζουν από το κρύο, διότι ήθελαν να φωτογραφηθούν με τα έξωμα νυφικά, αλλά έλα που έκανε ψόφο, οι κοπέλες στο οινοποιείο να τρέχουν αλλοπαρμένες, μόνη μου τα σέρβιρα τα κρασιά, της τρελής. Μπορεί να το είδατε στην τηλεόραση, διότι ήρθανε τα κανάλια, έμαθα. Και ξέρετε γιατί το νησί μας είναι τόσο δημοφιλές chez les Chinois, που λέω και στα Γαλλάκια μου, έτσι; Διότι υπάρχει στην κινεζική τηλεόραση μια καθημερινή και πολυετούς διάρκειας και τεραστίου θεαματικότητος σαπουνόπερα, που έχει τον εμπνευσμένο τίτλο “Love in the Aegean Sea”, στα Κινέζικα, βέβαια, όχι στα Αγγλικά. Καταλαβαίνετε τι γίνεται, το όνειρο ζωής του μέσου Κινέζου είναι να έρθει να δει που γυρίζεται η σειρά και να παντρευτεί εκεί που παντρεύτηκε και ο Ρουβάς της Κίνας, όπως έχει χαρακτηριστεί ο πρωταγωνιστής, από έγκυρους τηλεοπτικούς αναλυτές της καλντέρας.
Κι ακόμα η σεζό δεν έχει αρχίσει, έτσι;
Όταν δεν κυνηγάω Κινέζες, κουτσομπολεύω με την Τάνια και τρώω τα φαγητά που μαγειρεύει η Αθανασία, που τη φιλοξενούμε, ομολογουμένως, με μεγάλη μας ευχαρίστηση, λόγω του ότι πλένει τα πιάτα, σκουπίζει, μαγειρεύει και πάει στο σούπερ μάρκετ σε καθημερινή βάση, πράγματα τα οποία πολύ μας έχουν εξεπερετήσει, ειδικά το μικρό Κθούλου, που είναι σαν πασάς στα Γιάννενα. Σας λέω, περνάμε πολύ ωραία εδώ στην εξοχή, κι αν δεν ήταν και μια οικονομική στενότης να μας πιέζει, διότι έχουμε ξοδέψει ότι είχαμε και μερικά που δεν είχαμε, θα ήμασταν οι καλύτεροι του χωριού. Δεν πειράζει, όμως, θα κρατήσουμε εδώ την Αθανασία μέχρι να πληρωθούμε και κάτι θα γίνει και για μας τα πετεινά.
Τι άλλο, τίποτα, ησυχία κατά τα άλλα, ρεύμα ακόμα εννοείται δεν έχουμε, προχτές στρώσανε τσιμεντογωνία, που λένε κι οι εργάτες, όχι τσιμεντοκονία, τσιμεντογωνία, σε κάτι σκαλιά απέξω από το εργαστήριο, αλλά έλα που μετρήσανε λάθος και τους βγήκανε τα σκαλιά περισσότερα από όσο θέλανε και δως του πάλι από την αρχή η τσιμεντογωνία. Πολύ γέλιο, ακόμα μία φορά στη στοά των θαυμάτων. Τώρα είναι η ώρα να μαλώσουνε για τα χρώματα, λαδί θέλει ο ένας, όχι, ροζ βατομουρί το έβαψε η άλλη, εμένα μου αρέσει το μπλε κι ο Γιάννης αναρωτιέται πότε θα πηδήξει από την καλντέρα.
Επίσης, εορτάσαμε την 10η, παρακαλώ, επέτειο με το πιο όμορφο αγόρι του κόσμου, 10 χρόνια σας λέγω, πιο εύκολο είναι να μεγαλώσεις ένα παιδί για δέκα χρόνια (λέω εγώ τώρα, όχι ότι ξέρω πως είναι να μεγαλώνεις παιδί) παρά να κρατήσεις μια σχέση, αλλά ως τώρα τα καταφέραμε, από δω κι έπειτα δεν ξέρω τι γίνεται. Βέβαια, εορτάσαμε, τώρα, μη φανταστείτε, λόγω της οικονομικής στενότητος που προανέφερα, οι εορτασμοί δεν ήταν ανάλογοι της περιστάσεως. Βασικά ήρθαν η Τάνια κι η Αθανασία στο σπίτι (καλά, η Αθανασία είναι έτσι κι αλλιώς στο σπίτι, ως η υπηρεσία μας, το έχουμε πει, ή μάλλον θα τη λέω ψυχοκόρη, πιο ευήκοο) και τρώγαμε αυγά που μόλις είχα βράσει, πολύ ορεκτικό πράμα, σας λέω, και φρυγανιές με βούτυρο. Αφού λίγο ένιωθα ότι ήμασταν στη Ρωσία του Στάλιν: ένα αυγό στα 4. Πάντως, γελάσαμε αρκούντως κι αυτό έχει σημασία και ήπιαμε κι ένα κρασί που μου είχε δώσει ο Πέτρος, ένας από τους οδηγούς μου, και το οποίο εγώ θεωρούσα δηλητηριώδες, αλλά τελικά ήταν μια χαρά και συνόδεψε επιτυχώς το σοβιετικό μας δείπνο.
Τέλος, βλέπουμε ωραία ηλιοβασιλέματα, να έρθετε να τα δούμε όλοι μαζί. Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε.