Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

Εσείς τον βρήκατε;

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευτυχία: ήλιος, επιτέλους, που μόλις ανατέλλει, άστρο θαμπό του πρωινού, η Ανάφη να μπλαβίζει στο βάθος, καφές και ο Χαρούκι. Κάθομαι, εδώ, στο νησί, μόνη σαν το λεμόνι (πολύ μου αρέσει να ξυπνάω το πρωί νωρίς και να νιώθω πως είμαι ο μόνος ξύπνιος άνθρωπος πάνω στη γη) και διαβάζω το καινούργιο βιβλίο του Χαρούκι Μουρακάμι και ευχαριστώ κάθε είδους θεό που υπάρχουν τέτοια βιβλία.
Εκτός από την ομορφιά των λέξεων, την υπόγεια ομορφιά που μπαίνει στην ψυχή σου ανύποπτα και σου απαλύνει τις γωνίες χωρίς να το καταλάβεις, εκτός από τους παράξενους και κοντινούς ανθρώπους που ζουν σε μία χώρα τόσο μακρινή, αλλά είναι σα να τους βλέπεις, εκτός από την καθόλου ανόητη, αντίθετα, πλήρη νοήματος ελαφράδα που έχουν τα βιβλία του, εκτός από τις συναρπαστικές του ιστορίες, ο άνθρωπος αυτός παρομοιάζει τις σκηνές που περιγράφει με πίνακες του Έντουαρντ Χόπερ. Δε θέλω εγώ τίποτε άλλο. Μη με περάσετε για καμιά ξιπασμένη τεχνόφιλη, απλά μου αρέσουνε πολύ, εκτός από τα βιβλία του Χραούκι Μουρακάμι, και οι πίνακες του Έντουαρντ Χόπερ, οπότε όταν τα βρίσκω μαζί αυτά, είναι κάτι σαν σουφλέ σοκολάτα με παγωτό βανίλια.
Πρώτη φορά είχα δει πίνακα του Χόπερ σε ένα κατάστημα με υφάσματα, στο θεό σας, στη Λαμία. Κρεμόταν στον τοίχο δίπλα στη σκάλα, ειλικρινά δε μπορώ να θυμηθώ ποιος πίνακας ήταν, έχω προσπαθήσει πολύ, αλλά είναι αδύνατον. Θυμάμαι, όμως, πως μου είχε κάνει φοβερή εντύπωση, φανταστείτε, δεν κοίταζα τα υφάσματα, κοίταζα τον πίνακα. Μετά, τον ξέχασα, αλλά έπειτα από πολλά χρόνια, έπεσα πάνω σε έναν άλλον πίνακα, θυμήθηκα εκείνο το κατάστημα υφασμάτων και βρήκα το ζωγράφο κι έτσι έγινε η ιστορία. Και τώρα ο Χαρούκι μιλάει για τον Χόπερ, τι άλλο να ζητήσω από τη ζωή;
Και μια που έπιασα τα βιβλία κι είναι μάλλον η βιβλιοκριτική της εβδομάδας, θα σας εξομολογηθώ: άρχισα και τον Προυστ, την Αναζήτηση του Χαμένου Χρόνου, που είναι, σου λέει, η Ιθάκη των αναγνωστών, βιβλίο-θρύλος, το απαύγασμα της λογοτεχνίας. Το μεγάλο έργο του περίφημου Γάλλου συγγραφέα, που το αποτελείωσε κυριολεκτικά ημιθανής, υπαγορεύοντας τις τελευταίες φράσεις στο γραμματέα του, λίγο πριν πεθάνει. Η ελληνική μετάφραση, που την έκανε ο Παύλος Ζάννας, που εγώ δεν τον ήξερα πριν, έχει 4 τόμους.
Μάρτυρές μου ο Θεός κι η Κερασία, από τη βιβλιοθήκη της Σαντορίνης, έκανα φιλότιμες προσπάθειες, διάβασα 2 τόμους από τους 4 της μετάφρασης του Παύλου Ζάννα: διάβασα την περίφημη μαντλέν, διάβασα σχοινοτενείς περιγραφές καναπέδων, διάβασα ατέρμονες αναδιφήσεις στα αριστοκρατικά τζάκια της Γαλλίας, διάβασα τα παράπονα του Προυστ για τη μαμά του, διάβασα πολλά.
Αλλά, το χαμένο χρόνο εγώ δεν τον βρήκα, λυπάμαι. Μάλλον είμαι ελαφρώς ανώριμη αναγνώστις, διότι ποια είμαι εγώ που θα κρίνω τον Προυστ, αλλά δυστυχώς, δε με γοήτευσε. Σειρές λέξεων, πολλές φορές εξεζητημένων, έλλειψη ουσιαστικής ιστορίας, οι προσωπικές αναζητήσεις και οι παιδικές αναμνήσεις ενός, όπως μου φάνηκε εμένα, άτολμου νεαρού, δεν αποτελούν και πολύ ενδιαφέρον θέμα, εκατομμύρια υποσημειώσεις (στο τέλος, σημειωτεόν, του βιβλίου, κάτι που το σιχαίνομαι), εξαιρετικά κουραστικές, και εν γένει, άσκοπο. Πραγματικά, με το βιβλίο αυτό αναζητάς το χρόνο σου, διότι προφανώς δεν έχεις τίποτε να κάνεις για να κάτσεις να το διαβάσεις. Λυπάμαι που δεν το τελείωσα, ίσως δεν του έδωσα αρκετές ευκαιρίες, αλλά έβλεπα εκεί τις Μικρές Ώρες του Μουρακάμι και δεν άντεχα.
Δεν ξέρω, συνήθως όταν διαβάζω κάποιο βιβλίο που θεωρείται κλασικό και παγκοσμίως αναγνωρισμένο, πράγματι καταλαβαίνω γιατί συμβαίνει αυτό και ναι, κάποια βιβλία δικαίως θεωρούνται αξεπέραστα. Καταλαβαίνω και η Αναζήτηση γιατί θεωρείται κλασικό, αλλά αξεπέραστο διόλου δεν το βρήκα.
Λοιπόν, αυτά. Να με συμπαθάτε, που λένε κι οι Σαντορινιοί, αν σας εζάλισα, απλά, έτσι, να μην ξεχάσω και να μιλάω εδώ που ήρθα. Τώρα, θα βάλω επιτέλους, καλοκαιρινά παπούτσια και θα πάω να περιγράψω how Santorini has obtained this unique landscape.
Όπως πάντα, σας αγαπώ και μου λείπετε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: