Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

Φτάσαμε, φτάσαμε, τα αγόρια βράσαμε.



Αχα, να, είδατε, ξαναγράφω μετά από μία εβδομάδα. Τουλάχιστον, μπόρεσα να κρατήσω αυτή την υπόσχεση. Δεν ξέρω ακόμα αν θα μπορέσω να κρατήσω την άλλη, δηλαδή, να βρω ένα στυλ γι’ αυτό το έρμο ιστολόγιο, αλλά το να ξεκινάς κρατώντας μία υπόσχεση είναι καλό σημάδι και μια καλή αρχή και, όπως έλεγαν οι αρχαίοι υμών, η αρχή είναι το ήμισυ του παντός. Το άλλο ήμισυ, βέβαια, είναι η συνέχεια, κι αυτό ποτέ κανείς δε μας το είπε, γενικώς, ποτέ δε σου το λένε και σε αφήνουν να παραδέρνεις στην αρχή, νομίζοντας ότι κοντεύεις στο τέλος, ακριβώς όπως συμβαίνει με τις προτάσεις που φτιάχνω-κι έρχομαι εδώ να επισημάνω για άλλη μια φορά την αδυναμία μου στο μακροπερίοδο λόγο, που αντιλαμβάνομαι ότι είναι απαιτητικός και δύσκολος, αλλά έτσι είναι, αγαπητοί, όταν συναγελάζεσαι με έναν λογοτέχνη: ακονίζεις την αναγνωστική σου ικανότητα.
Το λοιπό, να, εδώ, στο νησί. Επιστρέψαμε. Και, όπως σοφά παρατήρησε η Ευγενία, αυτό εδώ το μέρος έχει μια φοβερή ιδιότητα: όταν φεύγεις, είναι σα να μην είχες έρθει ποτέ, τα ξεχνάς, όλα, τα σβήνεις, κι όταν έρχεσαι, είναι σα να μην είχες φύγει ποτέ, είναι όλα ίδια, σα να μην πέρασε μια μέρα. Η καλντέρα μαυρολογάει, τα βράχια υψώνονται, οι Κινέζοι φωτογραφίζονται, οι δρόμοι σκάβονται. Ο κύριος Νίκος είναι πάντα ψηλός και μιλάει στο τηλέφωνο (μια μέρα θα αφιερώσω ένα ολόκληρο άρθρο στον κύριο Νίκο, είναι ένας απίθανος άνθρωπος, σκέφτομαι φέτος να τον εντάξουμε στην εκδρομή, ως ατραξιόν του νησιού), η Τάνια πάντα τρέχει να προλάβει κάτι, η Ευγενία πάντα θέλει να μαυρίσει κι εγώ πάντα τεμπελιάζω σε βαθμό αυτοκτονίας, αγναντεύοντας την Ανάφη.
Φτάσαμε στη Σαντορίνη ένα βροχερό απόγευμα και ήταν ακριβώς τόσο θλιβερό όσο ακούγεται.
Δεν υπάρχει χειρότερη στιγμή να φτάσεις κάπου, απ’ ότι ένα βροχερό απόγευμα, εκτός κι αν αυτό το κάπου είναι ένα ζεστό, στεγνό, φιλόξενο σπίτι, του γκόμενού σου, κατά προτίμηση, όπου σε περιμένει ένας μεγάλος ωραίος καφές (δεν ξέρω τι νομίζατε ότι θα γράψω). Στην περίπτωσή μας, ωστόσο, αυτό δεν ίσχυε. Αντιθέτως, φτάσαμε στα κρύα, υγρά, άδεια σπίτια μας, όπου μας περίμενε μια ωραία μεγάλη βρώμα, τα οποία σπίτια κάποιοι βάλθηκαν πάραυτα να καθαρίσουν και κάποιοι άλλοι απλά τα αγνόησαν και πήγαν για φαγητό. Μαντέψτε ανάμεσα σε ποιους κάποιους ήμουν εγώ. 
Με τα πολλά, καθάρισα κι εγώ, πανευτυχής διότι, ως προνοητικός Ταύρος, είχα αφήσει όλα τα καθαριστικά και τα χαρτικά ανέγγιχτα: με πόση χαρά θυμήθηκα τη μαθητεία μου δίπλα στην αξεπέραστη νοικοκυρά, τη μητέρα, η οποία, κάθε φορά που φεύγαμε από το εξοχικό, με υποχρέωνε να τακτοποιήσω σχολαστικά και να καθαρίσω, σκεπάσω, αποθηκεύσω τα πάντα, ώστε όταν ξαναπηγαίναμε, τα βρίσκαμε όλα στη θέση τους, απλά με αράχνες. Έτσι, λοιπόν, χάρη σε όλα αυτά τα τελευταία φθινοπωρινά απογεύματα στο Φανό, που εγώ φυσικά θα προτιμούσα να τα περάσω αποχαιρετώντας την παραλία ως γνήσια έφηβη, κοιτώντας στοχαστικά και κενά τη θάλασσα, αλλά τα περνούσα συμμαζεύοντας το σπίτι, το σπίτι μου στη Σαντορίνη με περίμενε ήσυχο, καθαρό και τακτοποιημένο. Το μόνο πρόβλημα που αντιμετώπισα είναι πως τα μισά παράθυρα έχουν σκεβρώσει και δεν ανοίγουν κι επίσης η πόρτα έχει σκεβρώσει και ανοιγοκλείνει με κλωτσιές. Δεν κλειδώνω, διότι ο επίδοξος κλέφτης δεν παίζει να μπορέσει να ανοίξει τη σκεβρωμένη πόρτα με τίποτα.
Τώρα πια, σε ένα καθαρό, ασφαλές σπίτι, τεμπελιάζω και κόβω φρουτάκια με την ησυχία μου.
Να σκεφτείτε, τόσο γρήγορα προσαρμόστηκα, που χτες πήγα και στον κινηματογράφο, βέβαια! Έχει εδώ μια κινηματογραφική λέσχη, σε ένα οινοποιείο στη μέση του πουθενά, όπου κάνει μαύρο ψόφο-καλά, παντού στη Σαντορίνη κάνει μαύρο ψόφο. Σ’ αυτή την κινηματογραφική λέσχη, όπως σε κάθε κινηματογραφική λέσχη που σέβεται τον εαυτό της συχνάζουν οι κουλτουριάρηδες του νησιού και οι ελάχιστοι, πλην υπαρκτοί, αναρχοαυτόνομοί του, κι εγώ κι η Τάνια. Με μεγάλη επιτυχία, παρακολουθήσαμε την ταινία «Η ζωή της Αντέλ». Σήμερα, κατόπιν ωρίμου σκέψεως, κατέληξα πως η ταινία μου άρεσε, αν και ήταν λίγο αργόσυρτη. Αλλά, ήταν μια γαλλική ταινία και οι γαλλικές ταινίες συνήθως είναι αργόσυρτες. Κατά τη γνώμη μου, η ταινία θα έπρεπε να λέγεται «Η σεξουαλική ζωή της Αντέλ» διότι, δεν ξέρω αν ξέρετε, αυτό πραγματεύεται. Είδαμε πολλά πράγματα, μερικά εκ των οποίων δύνανται να φέρουν κάποιους σε αμηχανία. Μην τη δείτε με τη μαμά σας, για παράδειγμα. Επίσης, η ταινία έδειχνε συνέχεια δείπνα, γεύματα και γενικώς φαγοπότια, ως επί το πλείστον με μακαρονάδες. Ως εκ τούτου, όταν τελείωσε η ταινία, στη 1 το πρωί, όλο το σινεμά έψαχνε να βρει μια μακαρονάδα να φάει. Πουθενά. Είχαν κλείσει όλα, ακόμη και το Yogi Gyros, αξεπέραστη αξία στην πλατεία των Φηρών.
Με τούτα και με κείνα, πέρασε η πρώτη δύσκολη στιγμή στη Σαντορίνη. Οι επιστροφές έχουν δύσκολες και εύκολες στιγμές, όπως και τα φευγιά. Επειδή, όμως, η ζωή μου εμένα, όπως και οι δικές σας, φαντάζομαι, είναι γεμάτη από φευγιά κι επιστροφές, πρέπει να μάθω να αντιμετωπίζω τις δύσκολες και να χαίρομαι τις εύκολες. Όσο ζω, μαθαίνω, που έλεγε κι εκείνος ο άλλος. Τώρα πάω να δω σάνσετ με την Ευγενία. Σας αγαπώ όλους. Και μου λείπετε. Ήδη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: