Κυριακή, 3 Μαΐου 2015

Καμιά φορά, γίνεται το μιράκολο και σηκώνεται ο Θόλος.



Εδώ. Όσο και να σας απογοητεύω, όσο και να απογοητεύω τον εαυτό μου, εδώ, είμαι, ανοίγω ένα έγγραφο του Word και κάθομαι και το κοιτάω απλανώς (όπως με κοιτάνε οι Σιγκαπουριανοί όταν τους μιλώ για το Ακρωτήρι) μέχρι τα ριγέ νύχια μου να ακουμπήσουν τα γράμματα. Κάποιος Ρώσος συγγραφέας, μου διαφεύγει τώρα ποιος, έλεγε πως πρέπει κάθε μέρα λίγο να γράφεις, λίγο να διαβάζεις και λίγο να ακούς. Κανένας συγγραφέας ποτέ δεν είπε ότι πρέπει κάθε μέρα συνέχεια να μιλάς. Εμένα όμως η μοίρα που μου έλαχε ήταν αυτή. Πιστά, το λοιπό, και μοιρολατρικά την ακολουθώ και την υπηρετώ.
Χτες, η φίλη Ευγενία, που δε θέλει να χάσει το γκλίτερ που κυλάει στις φλέβες της και της το εύχομαι ολόψυχα, είναι καλό να έχεις κάτι που δε θέλεις να χάσεις, είπε μια μεγάλη κουβέντα και αποφάσισα να τη χρησιμοποιήσω για να γράψω κάτι το οποίο να μπορεί να χαϊδέψει τα αυστηρά μάτια των αναγνωστών μου (που πανηγυρικά έγιναν 117, ποιος είναι απόψε ο τυχερός, υποψιάζομαι, αλλά δε θα το ερευνήσω περαιτέρω, μεγαλώνοντας, αποφάσισα ότι δε θέλω να τα ξέρω όλα-ξέρω ήδη περισσότερα απ’ όσα μπορώ να αντέξω). Διότι, όσο και να μην το πιστεύετε, ναι, κάθε μέρα, λίγο γράφω, λίγο διαβάζω και λίγο ακούω. Λίγο, όμως, μην κακομαθαίνουμε κιόλας. Απλά, δεν είναι τίποτε της προκοπής. Οπότε, σκέφτηκα, όπως λέει κι ο Αλκίνοος, να πιάσω πάλι την αρχαία συνταγή, διότι το καιρώ εκείνω που ζούσα στην Κέρκυρα και αποφάσισα να ξεκινήσω το ιστολόγιο, κάθε βδομάδα, ορμώμενη από κάτι που άκουσα ή είδα, έγραφα κι ένα σχετικό κειμενάκι. Βέβαια, στη Κέρκυρα, αυτό ήταν εύκολο, διότι αντικειμενικά, και να με συμπαθάτε, η Κέρκυρα είναι πιο μεγάλο, πιο πράσινο, πιο καλλιεργημένο και πιο ευρύ νησί από τη Σαντορίνη, οπότε, κάθε βδομάδα όλο και κάτι έβλεπες ή άκουγες διαφορετικό.
Εδώ, ζούμε τη μέρα της μαρμότας. Το έχω ξαναπεί, όμως, αυτό.
Αχα, να, με τούτα και με κείνα, χαζογέμισε το έγγραφο. Αυτή η αίσθηση, που βγαίνουν οι λέξεις από τα δάχτυλά μου και ξαπλώνουν στο άσπρο της οθόνης και γεμίζουν οι σελίδες, είναι μια πραγματικά θεσπέσια αίσθηση. Προσοχή, δε λέω για σας, μιλάω για μένα, οι λέξεις είναι τα φιλαράκια μου, τις αραδιάζω και τις θαυμάζω, λέξεις κοινές, ανόητες, πολυχρησιμοποιημένες, αγαπημένες, παλιές, καινούργιες, κάθονται εκεί στη σειρά και ζωγραφίζουν κάθε φορά μια μοναδική εικόνα, δεν μπορώ να καταλάβω τους ανθρώπους που δε διαβάζουν, πως ζει κανείς χωρίς όλες αυτές τις εικόνες. Τελοσπάντων, θα κλάψουμε σε λίγο.
Είπε, λοιπόν, η φίλη Ευγενία χτες, πως είναι φοβερό το πόσο είμαστε χαμένοι εδώ στη Σαντορίνη στο μικρόκοσμό μας. Έξω, στον πραγματικό κόσμο, γίνεται της κακομοίρας, σεισμοί, λιμοί και καταποντισμοί (στην κυριολεξία), υπουργοί, πρωθυπουργοί και περιφερειάρχες, ο Σάκης τραγούδησε Θεοδωράκη, κάθε πρωί οι υπόλοιποι άνθρωποι ξυπνάνε κι αναρωτιούνται «είμαστε, καλέ, ακόμα στην ευρωζώνη;» κι εμείς εδώ κάθε πρωί ξυπνάμε κι αναρωτιόμαστε «είμαστε, καλέ, ακόμα ξεναγοί;».
Μεγάλη κουβέντα αυτή, αγαπημένοι μου. Συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες. Σε κάθε μέρος, σε κάθε ομάδα οιουδήποτε είδους, σε κάθε σπίτι, σε κάθε παρέα. Απλά, νομίζω πως εδώ είναι λίγο πιο έντονο. Θα μου πεις, στην Κέρκυρα δε γινότανε, δεν ήτανε μόνο τα ξεναγικά που σας απασχολούσανε; Ε, λοιπόν, όχι, στην Κέρκυρα όλο και κάτι από τον έξω κόσμο μας επηρέαζε. Εδώ, πραγματικά, η γη γυρίζει γύρω από μια λάντζα, το κέντρο του σύμπαντος είναι ένα κρουαζιερόπλοιο, οι πλανήτες μας είναι οι πράκτορες και οι δορυφόροι οι συνοδοί, εμείς είμαστε απλά τα συμπαντικά σκουπίδια, στην καλύτερη περίπτωση μετεωρίτες, και στη γη μας, το νησί, καμιά φορά νιώθεις ότι μπορεί και να μην ξημερώσει, αν δε βγάλει τόσα λεωφορεία όσα ήτανε γραφτό. Μιλάς με τους άλλους ανθρώπους στο τηλέφωνο και είναι λες και ζούνε όχι απλά σε άλλο τόπο, σε άλλη εποχή.
Το καταλαβαίνω πόσο άσχημο είναι, αλλά είναι αναπόφευκτο. Κι έχω την αίσθηση ότι όλοι μας, όλοι, όλοι ζούμε σε έναν τέτοιο μικρόκοσμο, ο κόσμος είναι φτιαγμένος από πολλούς μικρούς Θόλους, που περικλείουν τις προσωπικές κωμοπόλεις του καθενός, που κατεβαίνουν απότομα από τον ουρανό και κόβουν διάφορα πράγματα στη μέση, που καμιά φορά μας κόβουν και τον αέρα. Κολλάμε ο ένας πάνω στο Θόλο του άλλου και επικοινωνούμε κουτσά στραβά, με χειρονομίες και βλέμματα, γιατί ο ήχος δεν περνάει, κι έτσι πορευόμαστε. Εμείς εδώ έχουμε πολύ βαρύ και παχύ Θόλο, δεν ξέρω πως καταφέρνουμε κάθε Νοέμβρη και τον διαπερνάμε.
Εντάξει, δε σας είπα και καμιά μεγάλη πρωτοτυπία, εκτός από τον Στίβεν Κινγκ, το έχουν πει και οι Κατσιμιχαίοι, ζούμε τις μικρές μας ιστορίες, στο δρόμο και τις συνοικίες, αλλά ξέρετε πως είναι, μέσα στο Θόλο, νιώθεις καμιά φορά ότι έχεις ανακαλύψει την Αμερική και θέλεις αυτό να το μοιραστείς με τους άλλους.
Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε, κι εσείς και τα μωρά σας.

4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Αν αυτο δεν ειναι ποιηση τι ειναι... χαραμιζεσαι... γραφε ρε παραπανω...γραφε...

Κατερίνα είπε...

Ρε ανώνυμε, φχαριστω, ρε! Θα προσπαθήσω, ονεστλι.

Κατερίνα είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Κατερίνα είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.