Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2015

Οι 50 αποχρώσεις του μπρι (είναι εντελώς άσχετο, μην ψάχνετε τη σύνδεση, αλλά μου άρεσε το ηλίθιο λογοπαίγνιο).



Να, εδώ, τα λέμε με τον Τριαντάφυλλο και την Εμμανουέλα, μαθαίνουμε να οδηγούμε, πεθαίνουμε στη Λαμία και περιμένουμε να φύγουμε για το νησί.
Γύρισα από την Κέρκυρα και ήδη ψάχνω τρόπους να ξαναπάω. Δε θα το κάνω, όμως, γιατί, όπως λέει και μια παλιά κινέζικη παροιμία, μην ξοδεύεις λεφτά που δεν έχεις. Επισήμως, officially, που έλεγε κι η γιαγιά μου, τα λεφτά τελειώσανε. Βαθύτατα συγκινημένη, δηλώνω ευθαρσώς ότι πέτυχα το στόχο που είχα βάλει για το χειμώνα: να φάω όλα τα λεφτά της σεζόν σε ταβέρνες και σε καφέδες. Πολύ μου άρεσε. Είναι ωραίο να πετυχαίνεις τους στόχους σου, σου δίνει δύναμη να θέσεις κι άλλους, την άλλη σεζόν, ας πούμε, θα τα φάω σε ρούχα.
Τώρα, περιμένω να περάσει ο τελευταίος μήνας, που είναι κι ο πιο βασανιστικός, να πάρω μια ψαρόβαρκα, το μωρό μου, διότι λεφτά για το καράβι δεν θα έχω και να πάω στη Σαντορίνη, όπου με περιμένει ένα μακρύ, ζεστό, εργατικό, βασανιστικό καλοκαίρι. Ευτυχώς, έχω τα μαθήματα οδήγησης να με κρατάνε ζωντανή. Έδωσα δεύτερη φορά για σήματα και πάλι δεν πέρασα. Το μόνο που με πειράζει είναι η αδελφή μου, που λέει ότι ακόμα και οι γύφτοι το περνάνε με την πρώτη. Με πειράζει, γιατί είναι άσχημο να έχεις έναν ρατσιστή στην οικογένεια (με πειράζει και που τραγουδάνε την Πριγκιπέσσα για ζεϊμπέκικο, άσχετο, αλλά το ακούω τώρα στην τηλεόραση, πολύ με πειράζει, διότι όταν εμείς ακούγαμε την Πριγκιπέσσα, μας κορόιδευε η γειτονιά-τώρα ο κάθε πικραμένος, φέρε, λέει, δυο γυροβολιές, τζάμπα κρατάς λογαριασμό, άστε, ρε, γατάκια, που μάθατε κι ότι έξω φυσάει αέρας), αλλά συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες. Όσο για τα σήματα, εγώ δεν πιστεύω κανέναν που λέει ότι τα πέρασε με την πρώτη, διότι εμένα μου έπεσε η ερώτηση «όταν σκορτσάρει ο κινητήρας, περνάτε στην 2η ή στην 4η ταχύτητα;» κι άμα υπάρχει κανείς που να ξέρει τι παθαίνει ο κινητήρας όταν σκορτσάρει, εγώ θα τρυπήσω και το άλλο ρουθούνι.
Το βασικό είναι πως μου αρέσει πολύ να οδηγώ και περνάμε πολύ ωραία με τον κ. Σπύρο, μαλακά το γκάζι, Κατερίνα, λέει, μην πατήσεις το μωρό, και μου δείχνει μια θεια σαν τη θεία μου τη Μαρία, χασκογελάω εγώ, πατάω γκάζι, πάει η θεια. Βάζουμε Πάριο και ακούμε, τραγουδάμε και ανάμεσα στα κουπλέ, βάλε τη δευτέρα σου, λέει ο κ. Σπύρος, το ξέρω πια δε μ’ αγαπάς, τραγουδάω εγώ, μουγκρίζει το αυτοκίνητο. Χτες, όμως, η δικιά σου, σταματημένη σε φανάρι και ανηφόρα και χειρόφρενο και πρώτη ταχύτητα και να στρίψω έπρεπε κατευθείαν μετά το φανάρι-το κατάφερα χωρίς να μου σβήσει, γκάζι-συμπλέκτη-λύσε το χειρόφρενο-στρίψε-γκάζι-συμπλέκτη-δευτέρα, θεά! Με θαύμασα.
Γενικώς με θαυμάζω, γνωστό αυτό, είμαι περήφανη για μένα που ακόμα ζω, που κάνω τη γυμναστική μου κάθε μέρα, δεν έχω βέβαια τον κριτή μου εδώ στη Λαμία, διότι στην Κέρκυρα είχα την Ελένη, η οποία καθότανε αραχτή στο τραπέζι, κάπνιζε σαν την τσιμινιέρα, έπινε το νερομπλέτσι που έφτιαχνε κάθε μέρα για καφέ και ήταν όλο παρατηρήσεις: έλα, Κατερίνα, πιο γρήγορα, τέντωσε το πόδι, Κατερίνα, αυτή την άσκηση δεν την κάνεις καλά. WTF.
Επίσης, είμαι περήφανη που δεν έχω διαβάσει τις 50 αποχρώσεις του γκρι, λυπηθείτε με πια μ’ αυτό το βιβλίο, πόσο ντεκαντάνς; Πολύ, πολύ με προβληματίζει το γεγονός ότι υπάρχει το βιβλίο αυτό καθαυτό και οι άνθρωποι που θα το διαβάσουν και θα δώσουν λεφτά να δούνε την ταινία κι ότι εγώ ζω στη χώρα που κατοικείται από αυτούς τους ανθρώπους. Νομίζω πως θα πάρω ένα κασκόλ Burberry και θα πάω να ζήσω στις Βρυξέλλες, τέλος. Δεν έχω πουκάμισα πολλά, βέβαια, αλλά θα αγοράσω κάνα δυο.
Τι άλλο έχω να σχολιάσω από την επικαιρότητα; Τίποτα, θα σας πω τώρα για τα ανίψια μου, που βγήκαμε σήμερα βόλτα και ο Τριαντάφυλλος χαιρετούσε όλο τον κόσμο κι έλεγε «γεια σας, τι κάνετε;» και χαιρέτησε κι ένα ωραίο αγόρι με μούσι κι εγώ του μάθαινα να χαιρετάει όλα τα αγόρια με μούσια κι η αδερφή μου του έμαθε να λέει «γεια σας, τι κάνετε; Πως το έχετε το μούσι σας;» και γελούσαμε σαν ηλίθιες και, όπως καταλαβαίνετε, το αγόρι με το μούσι ακόμα τρέχει. Μετά, γυρίσαμε στο σπίτι, αφού αγοράσαμε ένα μπαλόνι-αεροπλάνο, ένα με την πριγκίπισσα Σοφία, ένα μπε σπασί (μπλε σπαθί), τον κύριο Ανόητο και ένα κουτί με μπισκότα. Γυρίσαμε με τα πόδια, γιατί δεν είχαν μείνει λεφτά για ταξί. Το βράδυ, κάναμε μπάνιο, εμείς και μια πολυμελής οικογένεια παπιών και κάτι αμφίβια Playmobil και ανακάλυψα πως η αδερφή μου τρομοκρατεί τα παιδιά της με την ιστορία του μικρού Νικήτα, ο οποίος δεν άκουγε τη μαμά του που του έλεγε να μην κάνει νερά στο μπάνιο και έτσι η μαμά του τον έστειλε κάτω (απροσδιόριστο),όπως ήταν από το μπάνιο, με το τσουτσούνι του έξω, και μετά βγήκαν κάτι κίτρινες πεταλούδες και του τσιμπούσανε το τσουτσούνι. Και αυτό το σκέφτηκε, λέει, μόνη της. Να της φέρω την Πρόνοια; Τι να κάνω;
Αυτά τα ωραία συμβαίνουν εδώ, κι άλλα έχω να σας πω, αλλά λέω να διακόψω το παραλήρημα και να πάω για ύπνο, να φτιάξουν κάπως εδώ οι αποχρώσεις του γκρι, γιατί όταν κοιμάσαι, οι αποχρώσεις φτιάχνουν, γίνονται, έτσι, πιο προς το άσπρο, λίγο σπάει η γκριζάδα. Σας αγαπώ και μου λείπετε όλοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: