Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

Η ζωή συνεχίζεται πάντα και πάντα μου προκαλεί απορίες, που έλεγε κι εκείνος ο άλλος, φίλε μου.



Ε, λοιπόν, όχι, ρε φίλε, εδώ, ακόμα προσπαθώ και για το πείσμα σας, γουρούνια, θα αντέχω.
Διάβασα την προηγούμενη βδομάδα ένα άρθρο στο protagon, που κατά τα άλλα ήταν μια βλακεία, αλλά τελείωνε με μια ωραία κατακλείδα (να μια κατακλείδα σαν το κεφάλι μου) που, να πάρει, δε θυμάμαι ακριβώς τι έλεγε, έφαγα τον τόπο να ξαναβρώ το άρθρο, αλλά δεν το βρίσκω. Τελοσπάντων, η κατακλείδα ήτανε πως με το διάβασμα και τη γραφή πολεμάμε τους δαίμονες και το παράπονό μας, εντάξει, αυτός εκεί το έλεγε πιο γλυκά, αλλά αυτό ήτανε το ρεζουμέ. Λοιπόν, κι εγώ με το διάβασμα και τη γραφή θα πολεμήσω τον ηφαιστειακό μύδρο του 1620 π. Χ. που εξαπελύθη στην κεφάλα μου. Και με τα τραγούδια, θα προσθέσω. Η Ευγενία θα με κοροϊδεύει, αλλά άκουσα τώρα το πρωί το Άστρο του πρωινού από το Θανάση κι έτσι κάθισα στο πιάνο μου, να φτιάξω πάλι την αρχαία συνταγή, μ’ ένα τραγούδι να γλυκάνω την ψυχή.
Όσο για το διάβασμα, κατέφυγα, με μυαλό και σκέψη πληγωμένα από τις ανοησίες που πέσανε στα χέρια μου τον τελευταίο καιρό, στο Στίβεν: εγγύηση. Διαβάζω, το λοιπό, Το Κοράκι, The stand αγγλιστί, που σύντομα, μαθαίνω, θα γίνει και ταινία, με τον Μάθιου Μακ Κόναχι να παίζει τον κακό κι είναι ιδανικός κι ήθελα να το ξαναθυμηθώ, γιατί, όπως μου συμβαίνει συνήθως, την πρώτη φορά που το διάβασα αυτό το βιβλίο, ήταν μια πυρετική εβδομάδα, χαμένη στις σελίδες κι απλά το ρούφηξα δίχως να συγκρατήσω και πολλά.
Πριν από αυτό, διάβασα και την Ελευθερία του Τζόναθαν  Φράνζεν. Πολύ ωραίο βιβλίο, αλλά λυπητερό και επικίνδυνα ανάλογο με την πραγματικότητα.
Όταν δε διαβάζω, πηγαίνω στη δουλειά, όπου συνεχίζει να γίνεται της τρελής: Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι, όλοι μαζί στο ίδιο μαγαζί, αλλά έχουν πλάκα κι αυτή την εποχή έρχονται και λίγο πιο classy άνθρωποι. Χτες, ένας στο Ακρωτήρι, εκεί που τους βλέπουμε κάτι τραπέζια προϊστορικά και τους ρωτώ εγώ τι είναι αυτό και μαντεύουν και χαίρονται, ένας μου είπε ότι είναι φέρετρα. Παναγία μου.
Επίσης, ανεβαίνω καμιά φορά στην καλντέρα να δω sunset με τα Κινεζάκια, μιλάω εκεί με την Τάνια και τη Θεοδώρα, τρώμε πότε πότε κάνα φαγητάκι, γελάμε με την Ευγενία και το διεθνισμό της, προχτές βγήκαμε με συναδέλφους (Παναγία μου δις) και γυρίσαμε η ώρα 4.30 το πρωί, αφότου επισκεφτήκαμε όποιο παρακμιακό και τελειωμένο σκυλάδικο υπάρχει στο νησί-το έζησα κι αυτό, τραγωδία, Σαντορίνη, σου λέει μετά, επίπεδο, πολιτισμός και κορυφαίος προορισμός, ο Θεός να σε φυλάει.
Βέβαια, πριν από αυτό, πήγαμε και να αποχαιρετήσουμε το Θανάση, που είναι από τους πιο αγαπημένους μου φίλους εδώ στη βραχονησίδα (ναι, ξέρω, παντού υπάρχει ένας τέτοιος) και τώρα έφυγε, έχει κι αυτός ένα διεθνές ζήτημα να λύσει, και πως θα την παλέψουμε μια βδομάδα δίχως αυτόν; Κάποτε, θα σας μιλήσω για το Θανάση.
Τι άλλο; Τίποτε, μετράμε μέρες, 10 και σήμερα. Πάω να ντυθώ, ήθελα να πλύνω και τα πιάτα, με φάγανε οι γραφές και τα διαβάσματα. Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε.

2 σχόλια:

ΣΚΥΛΟΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ είπε...

Παντού υπάρχει ένας Θανάσης λυτρωτικός!!

Κατερίνα είπε...

Εννοείται, αγαπητέ! Σε κάθε νησί! Σε φιλώ.