Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2013

Και που λες-ευτυχία.

Δευτέρα σήμερα, ε; Shoe repairer’s Monday, που λέγαμε με τη Μαρίνα κάποτε και γελούσαμε. Μια χαζή, καταναγκαστική μέρα για όλους. Για όλους; Όχι για όλους! Μια μικρή, ανυπότακτη ξεναγός, κάπου, σε μια κουκκίδα στο Αιγαίο, αντιστέκεται και θα αντιστέκεται για πάντα στους εισβολείς της αρχής της εβδομάδας. Με πιο λίγα, απλά και κατανοητά λόγια (αλλά πότε υποστήριξα εγώ το μινιμαλισμό; Ποτέ.), εγώ σήμερα έχω ρεπό, διότι ο αρχαιολογικός χώρος του Ακρωτηρίου, όπως κάθε αρχαιολογικός χώρος και κάθε μουσείο σε αυτή τη χώρα, από καταβολής κόσμου, είναι κλειστός. Είμαι σίγουρη πως και στα χρόνια του Περικλή η Ακρόπολη ήταν κλειστή τις Δευτέρες. Ο δε Μινώταυρος, στάνταρ, τις Δευτέρες σφουγγάριζε τα αίματα.
Τέλοσπαντων, ξύπνησα την ίδια ώρα όπως κάθε μέρα, δηλαδή 7.15, γιατί ότι και να κάνεις, αν κάθε μέρα ξυπνάς μια συγκεκριμένη ώρα, δε γίνεται ξαφνικά ένα πρωί να ξυπνήσεις 4 ώρες αργότερα και μη το αρνηθεί κανείς-το έλεγα από το σχολείο ακόμα, δηλαδή εσείς ξαφνικά στις 16 Ιουνίου ξυπνούσατε 12 το μεσημέρι; Όχι, δεν το πιστεύω.
Εν πάση περιπτώσει, ξύπνησα, φόρεσα τις χρυσές πλατφόρμες που πήρα για το γάμο, για να τις συνηθίσω και να χαλαρώσουν λίγο τα λουριά, που είναι ο αστράγαλος σα ρολό κοτόπουλο κι έτσι, μία κυρία, κάθισα να κάνω σήμερα ότι κάνει ο κόσμος τις Κυριακές: να πιω καφέ με την ησυχία μου και να διαβάσω εφημερίδα, την οποία έχω αγοράσει από χτες και την περιφέρω μαζί μου σε όλη την εκδρομή που κάνω με τα πελατάκια κι οι οδηγοί με κοιτάνε λες και αγόρασα γούνα-τόσο άχρηστο αντικείμενο τους φαίνεται η εφημερίδα, ένας την προηγούμενη Κυριακή μου είπε ότι έχει να διαβάσει από το Δημοτικό.
Παίρνω το Βήμα τώρα, γιατί έχει μια ωραία σειρά με την Ελληνική Μυθολογία σε κόμικς και με κείμενα του Τσιφόρου, έχετε υπόψη Τσιφόρο; Τα σπάει, μιλάμε για πολύ γέλιο.
Να, και τώρα διάβαζα ένα άρθρο για την ευτυχία, τι είναι, πως τη βρίσκεις, πως τη χάνεις και τέτοιες ανοησίες, λες και την ευτυχία μπορείς να τη δεις, να την πιάσεις, να τη μετρήσεις.  Οκ, δεν ήθελα να ακουστεί ακριβώς έτσι, αλλά καταλαβαίνετε. Κι η αλήθεια είναι πως προχτές το απόγευμα, που γύριζα από το Καμάρι (the most popular beach on the island) όπου είχα πάει για μπάνιο, σκεφτόμουνα πως ήμουν ευτυχισμένη κι ας νιώθω τύψεις γι’ αυτό-αλλά αυτό είναι εντελώς ξεχωριστό ζήτημα και θέμα άλλου άρθρου και αρρώστια επίσης και εν γένει όχι της παρούσης.
Διότι είχα επάνω μου όλο το αλάτι του Αιγαίου και γύρω μου όλο τον ήλιο κι όλες τις φυλές του Ισραήλ, επίσης, και στην τσάντα μου ένα πολύ ωραίο βιβλίο και στο ψυγείο σταφύλια σαντορινιά, που είναι το μόνο φρούτο σε αφθονία εδώ, στον κρανίου τόπο, κι ας ήμουν μόνη σαν το λεμόνι, με το πιο ωραίο αγόρι του κόσμου χίλια μίλια μακριά και τους φίλους μου σκορπισμένους σε όλα τα νησιά τση γης, είμαι ζωντανή, στη Σαντορίνη, και κάνω τη δουλειά των ονείρων μου και γελάω κι ό,τι έχω ονειρευτεί, φανταστεί, σχεδιάσει έχει γίνει πραγματικότητα έστω και με καθυστέρηση.
Βλασφημία; I can’t help it (συγγνώμη για τις αγγλικούρες, μη με περάστε για βλαμμένη, αλλά είναι αλήθεια: άμα όλη μέρα από το στόμα σου βγαίνουν Αγγλικά, Αγγλικά θα βγουν κι απ’ τα’ ακροδάχτυλά σου). Οι περισσότερες στιγμές που θυμάμαι από τη ζωή μου είναι ευτυχισμένες, δεν ξέρω πως το κάνω, όχι ότι δεν έχω να θυμάμαι και μαύρες Δευτέρες, Τρίτες, Παρασκευές και άλλες μέρες της εβδομάδας, αλλά τα πιο πολλά που θυμάμαι είναι πράγματα λαμπερά, χρωματιστά, γλυκά, όμορφα και κυρίως αστεία. Τι να πω, δεν ξέρω αν έχω περισσότερη σεροτονίνη, ντοπαμίνη ή όποια άλλη ορμόνη είναι υπεύθυνη για το αίσθημα της ευτυχίας, αυτό που έχω να πω είναι πως η ευτυχία είναι μικρές μικρές χαντρούλες χαράς, που πρέπει ευλαβικά, προσεκτικά, αφοσιωμένα να τις μαζεύεις μία μία σε μια κλωστή και να τις κάνεις βραχιόλι κι αργότερα, που θα γίνουν πιο πολλές, να τις κάνεις κολιέ (άλλαξ’ ο κολιές κι έγινε βραχιόλι, όλα βγαλμένα από τη ζωή είναι, τελικά) και να το φοράς πάντα, σα φυλαχτό και σα μάντρα, να το προσέχεις, να μη σπάσει, και να το ξεκουκίζεις πότε πότε σαν κομπολόι και να προσεύχεσαι. Κι άμα τύχει και σπάσει και χυθεί η ευτυχία σου στα σκαλιά, δεν πειράζει, μάζεψε από το πάτωμα και το χώμα όποια χάντρα μπορέσεις να σώσεις, οι πιο μεγάλες και λαμπερές και χρωματιστές φαίνονται, δε θα τις χάσεις, και ξεκίνα να μαζεύεις άλλες και θα το ξαναφτιάξεις το κολιέ σου.
Το δικό μου, πάντως, είναι ήδη πολύ μεγάλο, 3 φορές το φέρνω βόλτα στο λαιμό μου.
Πολύ καλημέρα σας.

3 σχόλια:

Vasia είπε...

Happy go lucky!!!

Κ. † είπε...

Έτσι μπράβο,πες τα.

Φιλιά :*

Ανώνυμος είπε...


Ανώνυμος is back!!!

αναφορά για το προηγούμενο κείμενο:

δεν είναι: ωχ το βουνό που 'ρχεται καταπάνω μου να με φάει αλλά: οχ, οχ το βουνό, από το βουνό θέλει να πει ο εθνικός ποιητής, ο οποίος βεβαίως αναφέρεται σε ξανθούλα και όχι σε μαυρογκάγκανο...

θα εντοπίσω κι άλλα.
I' ll be back που λένε,
πάντως πολύ γέλιο