Παρασκευή, 16 Αυγούστου 2013

Εγώ, πάντως, διασκεδάζω.

Το νησί είναι ειδυλλιακό. Μην ακούτε και μη διαβάζετε τις φήμες περί φρίκης στη Σαντορίνη. Τα άστρα λάμπουν πάνω από το κεφάλι σου, η φεγγαράδα σου δείχνει το δρόμο για τα Φηρά, η ζωή έχει αποκτήσει ένα νόημα: περιμένεις τις επόμενες δύο ώρες που θα έχεις νερό και ρεύμα, δίχως αυτή την αναμονή, τι θα ήταν η ευτυχία; Τίποτα.
Δεν ξέρετε τι ωραία περνάμε. Στη γειτονιά όλοι γυρνούν με τα κεριά στο χέρι και περιμένεις από στιγμή σε στιγμή να φανεί ο Επιτάφιος. Κι είναι και κάτι μεγάλα καφετιά κεριά (όλοι αγοράζουν από το ίδιο μίνι μάρκετ), εντελώς Επιτάφιος, σας λέω. Με τους γειτόνους έρχεσαι πιο κοντά, όλοι κάθονται έξω, διότι μέσα πρώτον δε βλέπουν, δεύτερον σκάνε και τρίτον βρωμάνε, όλοι άπλυτοι 2 μέρες. Μόλις έρθει το ρεύμα, εξαφανίζονται, η γειτονιά μπαίνει στην πρίζα, άλλος πλένει, άλλος πλένεται, άλλος ξυρίζεται, ο τρίτος σιδερώνει, χαμός, οργασμός δραστηριότητας. Χτες, μόλις έκλεισα το ρουμπινέ στη βρύση, έπεσε το απόλυτο σκοτάδι, ήμουν κολόφαρδη, αλλά μετά βρέθηκα να παλεύω να βγω από το γλιστερό μπάνιο μες στη μαύρη νύχτα, στάζοντας νερά και να προσπαθώ να βρω τον αναπτήρα, να στάζει το μαλλί πάνω στο κερί, σκηνές απείρου κάλλους.
Διότι πρέπει να ξέρετε πως στη Σαντορίνη, η διακοπή ρεύματος σημαίνει και διακοπή νερού για κάποιον απροσδιόριστο λόγο και μη βρεθεί κάνας εξυπνάκιας να μου εξηγήσει ότι τα πιεστικά λειτουργούν με ρεύμα. Το πρωί ξυπνάς και η πρώτη κίνηση δεν είναι να ξύσεις το κεφάλι σου ή κάτι άλλο που δεν αρμόζει εδώ να το αναφέρουμε, αλλά να ανάψεις το φως για να δεις αν θα πλύνεις τα δόντια σου. Παράλογο; Όχι. Σαντορινιό. Μετά πας στη δουλειά και τα τουριστάκια έρχονται φρικαρισμένα και άπλυτα. Γυρνάς από τη δουλειά με την αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο. Θα έχω νερό ή θα κάνω μπάνιο με τα μπουκάλια; Δύο φορές, αγαπητοί, το έχω κάνει και περήφανα ανακοινώνω πως χάλασα μόνο 2 μπουκάλια τη φορά. 
Τι άλλο; Προχτές βαρέθηκα τη συσκότιση και κατέβηκα στα Φηρά, αφού βάφτηκα με το κερί και βγήκα σαν το ρακούν, άσε που φοβόμουνα ότι θα εμφανιστεί ο Σατανάς εκεί που είχα το κερί μπροστά στο καθρέφτη. Κατεβαίνοντας, ήταν σα να πέρασα τη λεπτή κόκκινη γραμμή, ξαφνικά όλα πλημμύρισαν φως και να κατεβαίνουν από την Οία τα λεωφορεία, οι γουρούνες, τα μηχανάκια και τα αυτοκίνητα μιλιούνια, να γίνεται της κακομοίρας, να κορνάρουν, να βρίζουν, να ουρλιάζουν όλοι μαζί, παράλληλα σύμπαντα, σας λέω.
Χτες πήγα στην Τάνια, η Τάνια είναι η καινούργια μου φίλη εδώ, στο νησί, μαζί της βρίζω άνετα τους ντόπιους, γιατί δεν είναι ντόπια, και δουλεύει σ' έμα ναγαζί στα Φηρά, πάω, το λοιπό, να τη δω καμιά φορά και μου βγάζει ένα καρεκλάκι να καθίσω, το οποίο είναι ιστορικό και ετοιμόρροπο και της υποσχέθηκα να το βάλω στο ιστολόγιο. Την ώρα που κατεβαίνω ασπροντυμένη ωχ το βουνό ξαναματακόβεται το ρεύμα και μέσα στο ημίφως, ως συνήθως, εγώ στο καρεκλάκι, οι τουρίστες να σκουντουφλάνε μεταξύ τους στα στενά, οι φήμες να οργιάζουν και μια μεθυσμένη Γερμανίδα να προσπαθεί να ξεχωρίσει τα ροζ σκουλαρίκια από τα κόκκινα. Αντιλαμβάνεστε. 
Με τα πολλά, ξανάρθε το ρεύμα, πήγα να κάνω μπάνιο, μολονότι είχα κάνει και νωρίτερα, αλλά τώρα δεν έχει τέτοια, κάνεις μπάνιο όποτε σου δίνεται η ευκαιρία, γιατί δεν ξέρεις πότε θα ξαναέχεις νερό. Την Τετάρτη λούστηκα  3 φορές, έτσι, για να είμαι σίγουρη. 
Παραλλήλως, έχω μάθει όλη την ορολογία της παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος σε Αγγλικά και Γαλλικά για να εξηγω στα φρικαρισμένα πελατάκια τι συμβαίνει, σήμερα ήρθε κι η Κεφαλογιάννη στο νησί, αναρωτιέμαι αν θα έχει νερό εκεί που πήγε να μείνει, έχω κι εγώ κάτι απορίες. 
Κι επίσης, πήρα και φουστάνι και παπούτσια για το γάμο της χρονιάς, α, όχι, μη ρωτάτε ποιό γάμο, ένας είναι ο γάμος, παριανός, με μπάλο νυφιάτικο, την πιο όμορφη νύφη, την πιο χρωματιστή κουμπάρα, γαμπρό το Στέφανο και κουμπάρο τον Κωνσταντίνο, τα μεγαλύτερα ταλέντα της παραδοσιακής χορευτικής σκηνής στην Ελλάδα. Για να σας δώσω ένα μικρό δείγμα της παράνοιας, την προηγούμενη βδομάδα συζητούσαμε εγώ, ο Γιάννης, η Βίβιαν κι ο Στέφανος τι θα γράφουν μέσα οι βέρες, μέσω Skype, εγώ εδώ, ο Γιάννης στην Κατερίνη και τα παιδιά στην Αθήνα. Επειδή δε συμφωνούσαμε, διότι οι μισοί θέλανε μικρά γράμματα κι οι άλλοι μισοί μεγάλα, δε συμφωνούσαμε ούτε στα ονόματα, ο Στέφανος ήθελε να γράφουν και οι 2 βέρες Στέφανος, εγώ έλεγα να γράψουμε Βαγγέλης και Παναγής, τελικά αποφασίσαμε να γράψουμε βόηθα Παναγιά.
Λοιπόν, αυτά τα ολίγα, πάω να βρω το δρόμο μου κάτω από το φεγγαρόφως, να αποφύγω τις καπνίζουσες γεννήτριες και προσευχηθείτε να έχω νερό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: