Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2012

Τα λεφτά μου όλα δίνω για ένα τανγκό.


Είμαι φριχτά κουρασμένη: όλη τη μέρα βολόδερνα σαν την άδικη κατάρα στη Θεσσαλονίκη, περιμένοντας να ξεκινήσει η συνέλευση των ξεναγών, η οποία τελικά αναβλήθηκε κι εγώ ψιλοτζάμπα κουβαλήθηκα, αν εξαιρέσεις ότι είδα το αδέρφι και τη φίλη μου, και τις ξεναγίνες μου βεβαίως βεβαίως, οι οποίες παρεμπιπτόντως είναι ακριβώς σαν τις ξεναγίνες μου στο νησί, μισότρελες και οπωσδήποτε αδύνατον να συνεννοηθούν μεταξύ τους.
Ωστόσο, αν και κουρασμένη, πρέπει να σας γράψω τις περιπέτειες του σαββατοκύριακου. Επίσης, εξομολογούμαι εδώ πως θέλω κολασμένα να κάνω κι εγώ ένα ιστολόγιο με χειροτεχνίες, όπως όλες οι αμερικανίδες μαμάδες που διαβάζω (οι οποίες αφενός γεννοβολάνε σαν κουνέλες κι αφετέρου ράβουν και δεν ξέρω γω τι άλλο όλη μέρα, πως διάολο τα προλαβαίνουν) αλλά δεν προφταίνω με τίποτα ούτε να τις φτιάξω τις χειροτεχνίες, πόσω μάλλον να τις φωτογραφίσω και να φτιάξω κι άλλο ιστολόγιο. Κάποτε, όμως, θα γίνει κι αυτό. Όπως όλα τα άλλα.
Το σαββατοκύριακο, που λέτε, πήγαμε με μια ομάδα τάνγκο σε ένα θέρετρο εδώ κοντά-διότι, μη νομίζετε πως Ελλάδα είναι μόνο η Κέρκυρα και ομορφιές υπάρχουν μόνο εκεί, έχει κι εδώ μέρη ονειρεμένα. Πήγαμε σε ένα χωριό σκαρφαλωμένο στο βουνό, με απέραντη θέα, πλακόστρωτα δρομάκια και ξύλινα σπιτάκια, τον Παλιό Παντελεήμονα. Υπάρχει κι ο καινούργιος, αλλά, ως γνωστόν, ο παλιός είναι αλλιώς. Εκεί, αφού εγκατασταθήκαμε στον απαραίτητο απ’ την-κορφή-ως-τα-νύχια-ξυλόγλυπτο ξενώνα (περίμενα πως και το καζανάκι θα ήταν ξυλόγλυπτο, αλλά γελάστηκα, ήταν ένα απλό πορσελάνινο καζανάκι), ο οποίος, πέρα από την πλάκα (και την Αφρική, χαχα, πολύ μου αρέσει αυτό, που είσαι, Ρενάτα!), ήταν πανέμορφος και με εξαιρετική εξυπηρέτηση και τον λέγανε «Αγνάντι», τα στοιχεία στη διάθεση των αναγνωστών, πήγαμε για χορό. Και ξαναγυρίσαμε μετά από 48 ώρες. Αλήθεια σας λέω, κόντεψα να το σιχαθώ το τάνγκο, ευτυχώς που ήταν εκεί κάτι συγχορευτές του Γιάννη και πιάναμε καμιά κουβέντα για την Αρχαία Ελλάδα κι έβγαζα τα άχτια μου. Εντάξει, δεν παραπονιέμαι, πέρασα ωραία, αλλά όλοι αυτοί οι τανκέροι, ρε παιδί μου, πολύ σοβαροί είναι, κοντέψανε να πιαστούνε στα χέρια για το tango classicο και το tango nuevo, σου λέει, φοβερές διαφορές. Εγώ δεν καταλαβαίνω και πολύ καλά αυτές τις διαφορές και, κατά την προσφιλή μου συνήθεια, έλεγα ηλίθια αστεία και γελούσα μόνη μου, με αποτέλεσμα να με περάσουν όλοι για χαζή. Αλλά αυτό το έχω συνηθίσει κι άλλωστε, όπως έχω ξαναπεί, μου τη δίνει η σοβαροφάνεια κι η αμετροέπεια, η αλαζονεία κι η εναλλακτικότητα (κανείς πια να μην τρώει κρέας εκεί μέσα, ήμαρτον, ένιωθα σαν λυκάνθρωπος), οπότε έκανα και λίγο τον καραγκιόζη επίτηδες, ώσπου μπήκα στο πετσί του ρόλου.
Στη συνέχεια, κι αφού κουτρουβαλήσαμε από το χωριό του τάνγκο με την υπόσχεση την επόμενη φορά να χορέψουμε ζούμπα, εγώ πήγα για μια ξενάγηση κι ο Γιάννης κοιμήθηκε μέσα στο αυτοκίνητο, έξω από το μουσείο του Δίου, ο γλυκός μου, με πάει, με φέρνει, κουράζεται, αλλά τι να τον κάνω, δεν ήθελε να δει το μουσείο για 86η φορά, βαρέθηκε, λέει. Μετά την ξενάγηση, όπου εγώ αντί για Αλεξάνδρεια είπα Αλεξανδρούπολη, αλλά καθώς έχω το ύφος της αυθεντίας, όλοι το πίστεψαν ότι ο Κτησίβιος ήταν από την Αλεξανδρούπολη (σιγά μην ήταν κι από τα Φιλιατρά), πήγαμε σ’ ένα παραδιπλανό μοναστήρι, αφιερωμένο στην Αγία Κόρη. Τώρα εμένα γιατί μου μπήκε στο μυαλό πως αυτή η Αγία Κόρη είναι η ίδια με την Κόρη, δηλαδή την Περσεφόνη, που λατρευόταν εκεί κοντά και πως αυτή η αγία δεν είναι παρά επιβίωση στο συλλογικό ασυνείδητο της αρχαίας λατρείας; Με δεδομένο πως και την Περσεφόνη την κυνηγούσε ο Πλούτων και την Αγία Κόρη ένας Τούρκος ηγεμόνας, πόσο πιθανό είναι; Ή έχει ξυπνήσει ο Λιακόπουλος μέσα μου και να το προσέξω;
Όπως κι αν έχει, εμείς κατεβήκαμε τα 165 σκαλιά που οδηγούσαν στη σπηλιά και το ναό της Αγίας Κόρης (και, ναι, σωστά μαντέψατε, μετά τα ανεβήκαμε κιόλας), όπου φωτογραφίσαμε τα νερά και τα κεριά, καθώς και μια ομάδα από Ρομ-τσιγγάνους-γύφτους, που προφανώς θεωρούν προσωπική τους προστάτιδα τη συγκεκριμένη αγία. Είχαν κάνει κατάληψη στη σπηλιά-προσκύνημα της αγίας κι έχουν κι ένα περίεργο έθιμο: αφήνουν στα κλαδιά την δέντρων που περιτριγυρίζουν την εκκλησιά κομμάτια από τα ρούχα τους, τσιμπιδάκια, εσώρουχα και μαντίλια, ως τάματα, με αποτέλεσμα το μονοπάτι να μοιάζει με πάγκο λαϊκής στην καλύτερη περίπτωση και με σημείο μαζικής επίθεσης ζόμπι στη χειρότερη. Οι κοπέλες με τα φανταχτερά ρούχα και τα τεράστια μάτια και τ’ αγόρια με τα τατουάζ και τα γυαλιστερά πουκάμισα ενθουσιάστηκαν που ο «μπαλαμός» τους έβγαλε φωτογραφία κι επέμεναν να ανταλλάξουμε κινητά για να τους δώσουμε τις φωτογραφίες. Περίμενα, από στιγμή σε στιγμή, και το Γκλέτσο να βγει να κυνηγήσει την Ερατώ. Αφού κάναμε καινούργιους φίλους και καινούργιους κώλους από τα 165 σκαλιά, γυρίσαμε, φτωχότεροι στην τσέπη, αλλά πλουσιότεροι σε εικόνες. Πάω τώρα να κοιμηθώ και την άλλη φορά, υπόσχομαι, θα σας δείξω χειροτεχνίες.

3 σχόλια:

travellerlina είπε...

θέλουμε χειροτεχίες. period. να βρεις χρόνο. period. <3

zizugataki είπε...

Να σου πω και εγώ που είμαι ισπανομαθής με τα τάνγκο δεν τα πάω και πολύ καλά ούτε με το φλαμένγκο. το τάνγκο δε, μου φαίνεται επιθετικός χορός.
Όσο για τις χειροτεχνίες άφησέ τες για όταν θα μεγαλώσεις και θα πάρεις σύνταξη.
Καλό σου ξημέρωμα.

Calliope είπε...

Οι βραδιές τάνγκο είναι πράγματι από τις χειρότερες που μπορεί να περάσει ένας άταγκος άνθρωπος. Αλλά αυτοί νομίζουν ότι περνάς καλά που τους βλέπεις να δείχνουν τι μάθανε στο μάθημα... Φοράνε ωραία παπούτσια πάντως!