Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

Συγκέντρωση μετοίκων.


Έχω χάσει το μπούσουλα με τα ηλεκτρονικά, κάτι ο ιστολόγος που άλλαξε τα συστήματα του και δεν ξέρω ούτε την ανάρτηση που ανεβάζω, μόλις το έμαθα κι ήθελα να βάλω και ετικέτες, τρίχες, άντε ξανά από την αρχή, κάτι οι καινούργιες ανοησίες του facebook, δουλειά δεν είχε ο διάολος, τη μισή μέρα την πέρασα ψάχνοντας τα κουμπάκια. Τι χαρά είναι αυτή να τα αλλάζουνε κάθε τρεις και λίγο.
Ταυτόχρονα, έχω κολλήσει στο πληκτρολόγιο τα ρώσικα γράμματα, διότι η αντιστοιχία δεν έχει καμία σχέση, άσε που τα ρώσικα γράμματα είναι και περισσότερα και πιάνουν και τα κόμματα, τις τελείες κι όλα αυτά, οπότε καταλαβαίνετε τι γίνεται: προσπαθώ να διακρίνω κάτω από τα αυτοκόλλητα τα ελληνικά γράμματα και φωνάζω στο Γιάννη «που είναι το ψ;» και δεν καταλαβαίνει τι τον ρωτάω και εκνευρίζομαι χειρότερα. Και μην αρχίσετε τις εξυπνάδες, ξέρω και τα διάφανα αυτοκόλλητα (και τα έχω παραγγείλει) και τα εικονικά πληκτρολόγια-αλλά αυτά κι αν είναι σπαστικά.
Με τούτα και με κείνα, δύσκολο να γράψω (το bloody ψ!), δεν είχα και χρόνο, καθώς φτιάχνουμε μια ντουλάπα και προσπαθώ να πείσω το Γιάννη ότι, όχι, ΔΕΝ φτάνω στο ράφι που είναι σε ύψος 2 μέτρων από το πάτωμα κι αυτός λέει μα, γιατί, άμα τεντωθείς λιγάκι;-οι ψηλοί άνθρωποι νομίζουν πως είναι κι οι υπόλοιποι ψηλοί, αλλά δεν ξέρουν πως στην πραγματικότητα οι ίδιοι είναι υπηρέτες των κοντών.
Παραληρώ: σύνηθες το φαινόμενο. Ήθελα να σας περιγράψω πως πέρασα το Πάσχα, την επόμενη φορά θα έχουμε θέμα «Περιμένω το καλοκαίρι». Ξεκινήσαμε, που λέτε,  Μεγάλη Πέμπτη να πάμε στη Λαμία κι ο Γιάννης λέει έφερα κι ωραία μουσική να μη βαριέσαι στο ταξίδι. Κι αρχίζει η Μακαρένα. Αγάπη μου, του λέω, μπέρδεψες τις γιορτές, Μ. Πέμπτη έχουμε όχι τριήμερο των Αποκρεών. Θα φτιάξει μετά, μωρέ, μου λέει, κατά λάθος μπήκε. Τρίχες, 3 ώρες πέρασαν με σάμπα, αφού ανά μισάωρο γυρνούσα πίσω να δω μην είχε ξεφυτρώσει κάνα άρμα με μαύρες γαζέλες ή με το βασιλιά καρνάβαλο και το σέρναμε στην Εθνική, όπου παρεμπιπτόντως δεν κυκλοφορούσε ψυχή-να ‘ναι το δίευρο της βενζίνης, να ‘ναι τα 17.000 διόδια που συναντάς, τι να ‘ναι; Πάντως, τα διόδια είναι πληγή, ο Γιάννης ταραζόταν τόσο πολύ κάθε φορά, που μπέρδευε τα λόγια του και τους έλεγε «καλό δρόμο» αντί για ευχαριστώ. Μετά, βέβαια, τους έβριζε τη μάνα και τον πατέρα, αλλά ο καλός δρόμος, καλός δρόμος.
Με τα πολλά κι αφού συναντήσαμε μια επιχείρηση με το τουλάχιστον αξιοπρόσεκτο όνομα «Προβατοτεχνική» (δηλαδή, τι φτιάχνουν εκεί; Σας κάνουμε το πρόβατο καινούργιο, κάνει μπεε σα νεογέννητο!) φτάσαμε στη μαγευτική Λαμία.
Το Πάσχα στη Λαμία είναι καταπληκτικό, μη σας πω καλύτερο κι από το Πάσχα στην Κέρκυρα (βλασφημία). Απ’ όλα έχουμε: και μπάντα έχουμε, φοβερή, με κλαρίνα και τρομπόνια και σαξόφωνα (όπου εγώ θυμήθηκα τα νιάτα μου, που έπαιζα σαξόφωνο και χαιρόμουν κι ας με λένε άμουση τώρα), και επιταφίους έχουμε, που μαζεύονται όλοι μαζί σε μια πλατεία και γίνεται της παλαβής, με όλες τις θειες να προσπαθούν να σου κάψουν το μαλλί και τους προύχοντες της πόλης να κορδώνονται, και πυροτεχνήματα στην Ανάσταση έχουμε, αμ πως. Στον Επιτάφιο, εμείς στεκόμασταν έξω από την εκκλησία, διότι είχαμε και τα δίδυμα μαζί, τα οποία βέβαια, τα γλυκά μου, ήταν πολύ ήσυχα κι άκουγαν τη μαμά τους που τους έλεγε πως τώρα θα βγει ο Χριστούλης μέσα στο σπιτάκι του που είναι στολισμένο με λουλούδια και μυρίζει όμορφα. Μετά, η μαμά των διδύμων έπαθε κρίση ειλικρίνειας και τους είπε «τρίχες. Τάφος είναι, εντάξει; Και πάνε να τον θάψουνε». Ήταν έτοιμη να τους πει και για τον Άγιο Βασίλη, ότι δεν υπάρχει, αλλά την κοίταζε έντρομο ένα άλλο μεγαλύτερο παιδάκι και τη σταματήσαμε για να μη φάμε ξύλο.
Μετά, εγώ έπαθα γαστρεντερίτιδα ή γαστρίτιδα ή δηλητηρίαση ή όλα μαζί κι ήμουν μισοπεθαμένη κι έχασα κι όλο το ωραίο φαγητό (γιατί, ρε γαμώτο, αυτά τα στομαχικά τα παθαίνεις πάντα τέτοιες περιόδους κι ενώ όλοι τρώνε ωραία πράματα εσύ τρως λαπά;), αλλά συνόδεψα το μπαμπά μου και το Γιάννη, που πήγανε να πάρουνε το κατσίκι από την ταβέρνα όπου το είχαμε δώσει για ψήσιμο. Διότι, η Λαμία, ως γνωστόν, είναι στη Ρούμελη και Πάσχα στη Ρούμελη δίχως ψητό δε γίνεται. Ο Γιάννης έπαθε σοκ στη θέα και στην οσμή τόσων ψητών αρνιών που τα τεμαχίζανε άσπλαχνα και μου έλεγε στο αυτί «μα, δεν είναι σα μικρά παιδάκια;». Μετά, βέβαια, καταβρόχθισε περίπου το μισό. Εγώ, μεγαλωμένη γαρ στη Λαμία, δεν έχω τέτοιες ευαισθησίες, αλλά είχα τη δηλητηρίαση και μόνο το μύριζα το κατσίκι.
Μετά από όλα αυτά, επιστρέψαμε στην Κατερίνη και στο ιατρείο-σπίτι κι εγώ συνειδητοποίησα πως οι εκλογές θα μου χαλάσουν τα γενέθλια, αλλά θα υποχωρήσω για το καλό της πατρίδας. Σας φιλώ και την άλλη φορά θα προσπαθήσω να σας πείσω να πάτε να ψηφίσετε.

2 σχόλια:

olga είπε...

Περιττό να σου πω, ότι αυτό που με συνεκλόνισε είναι η γαστρεντερίτιδα ή γαστρίτιδα ή δηλητηρίαση, λίγο πριν από την εφόρμηση στο δόλιο ερίφιο!Μη σου τύχει, ούτε στον χειρότερο οχτρό σου!

Fri είπε...

Καλέ πεπεισμένοι είμαστε ήδη! Τι, να χάσουμε αυτήν την μοναδική ευκαιρία να τους συγχύσουμε τους άχρηστους;

Μα βρε κορίτσι γιατί να πάθεις αυτήν την άτιμη την αρρώστια τις ημέρες που είναι αφιερωμένες στη μάσα; Κρίμα!
Μα πες την αλήθεια, μήπως έφαγες κρυφά τίποτα αυγά και σε τιμώρησε ο από πάνω; Μήπως βούτηξες από πουθενά κανένα μεζέ και τόση ώρα στην τσέπη μέχρι να βρεις την κατάλληλη στιγμή για να μασαμπουκώσεις ήρθε και χάλασε και σε πείραξε; Μα πες!