Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012

Το παλιό μου παλτό.


Στο βιβλίο που διαβάζω τον τελευταίο καιρό, το «Γύρνα σπίτι άγγελέ μου» του Τόμας Γουλφ (άλλος ένας εκπρόσωπος αυτού του φοβερά παρεξηγημένου πράγματος που λέγεται αμερικανική λογοτεχνία), λέει κάπου πως η άνοιξη είναι η πιο ωραία και η πιο άπονη εποχή. Δεν είναι έτσι; Η άνοιξη έρχεται πάντα, θριαμβευτική και αδυσώπητη, ότι και να γίνεται μέσα σου και έξω σου, η άνοιξη έρχεται πάντα και δε τη νοιάζουν και πολλά, δεν τη νοιάζει αν έχεις λεφτά, εσύ και όλοι οι άλλοι, δεν τη νοιάζει αν ο φόβος έχει φωλιάσει στην ψυχή σου (τουλάχιστον ξεπλυμένη φράση, αλλά έχουμε πει πόσο λατρεύω τα κλισέ) και σίγουρα δε τη νοιάζει αν είσαι έτοιμος να τη δεις. Αυτή έρχεται και σου κατσικώνεται. Σου χώνει στη μούρη λουλούδια, μυρωδιές και χρώματα, σε πετάει με μια σπρωξιά στη μέση των ανθισμένων λειμώνων (μα, δε με αγαπάτε;) και σε πνίγει στα φιλιά.
Νομίζω ότι έχω πάθει υπερκόπωση ή κατάθλιψη ή και τα δύο μαζί, διότι δεν εξηγείται αλλιώς η κακοριζιά μου. Σίγουρα πάντως, έχω κάνει μόνιμη ζημιά στο δεξί μου χέρι από τα βαψίματα σκαρφαλωμένη στη σκάλα σαν κατσίκι (κι αυτή η σκάλα που έχουμε της λείπει το ένα ποδαράκι και πάει πέρα δώθε κι είναι πολύ τρομακτικό), αυτή η ανακαίνιση δεν τελειώνει άλλο, κάνεις μια δουλειά και σου βγαίνουν άλλες πεντακόσιες. Μια κολώνα στο χωλ τη βάψαμε 4 φορές, καθώς τις δύο πρώτες δεν πετύχαμε καθόλου το χρώμα, μας βγήκε ένα άθλιο φούξια, εντελώς δεύτερο. Μετά τη βάψαμε μαύρη, όπου ταίριαξε θαύμα, αλλά περίσσευαν φούξια σταγονίτσες γύρω γύρω κι ήταν σα να έχουμε σφάξει κανέναν και τρέξανε τα αίματα, οπότε έπρεπε πολύ προσεκτικά να ξαναβάψουμε τις σταγονίτσες, άι σιχτίρ πια.
Και δεν έχουμε παραγγείλει και τα έπιπλα, αυτό που το πάτε; Όπως μας είπε κι ένας φίλος του Γιάννη τις προάλλες, «καλά, δεν έχετε παραγγείλει ακόμα τα έπιπλα; Και πότε θα σας έρθουν; Εμάς άργησαν πολύ να μας τα φέρουν!» κι εγώ κόντεψα να πάθω αποπληξία, τι λε, ρε φίλε, ποια έπιπλα; Ρε, που ζει ο κόσμος; Σε ποια χώρα; Σε άλλη, πάντως, από αυτή που ζω εγώ. Εμείς, μια κουρτίνα θέλουμε να αγοράσουμε και το σκεφτόμαστε 2 μήνες τώρα, μέχρι που λέμε να βρούμε από το e-bay, κι υπάρχουν άνθρωποι που παραγγέλνουν έπιπλα που κάνουν 4 και 5 χιλιάδες ευρώ;  
Τρομακτικό. Ο ρεαλισμός έχει πάει περίπατο (μάλλον κοιτάει για ντουλάπια κουζίνας).
Όλοι λένε για τη φούσκα που έσκασε, αλλά όλοι συνεχίζουν να ζουν μέσα στη δική τους προσωπική φούσκα κι άμα κινδυνέψει κι αυτή να σκάσει, τότε ανατσουτσουρώνουν κι αρχίζουν να ωρύονται για τα δικαιώματά τους και τα επιδόματά τους, που απειλούνται και καταστρατηγούνται από τους σατανάδες και απρόσωπους πολιτικούς και, φυσικά, τους εξαποδώ ξένους, ώσπου όμως να κινδυνέψει η φούσκα του καθενός, όλα πάνε καλά και παραγγέλνουν τα ωραία τους έπιπλα.
Πολύ μου τη σπάει αυτό, να ξέρετε. Με εκνευρίζουν αυτοί που μέχρι να θιχτούν οι ίδιοι τους, νομίζουν ότι όλα αυτά συμβαίνουν μόνο στην τηλεόραση κι ότι καλά να πάθουν όλοι αυτοί που κλέβανε ως τώρα και τώρα πρέπει να δώσουν λόγο, αλλά όταν φτάνει η ώρα να δώσουν κι αυτοί λόγο, τότε όλα είναι άδικα και πρέπει να αντισταθούμε. Με εκνευρίζει που όλοι βγάζουμε την ουρά μας απέξω, λες και κανείς δε φταίει, παρά ένας κακός μάγος ζήλεψε τη χώρα μας και της έκανε μάγια και ήρθαν όλοι αυτοί οι κακοί και τη λυμαίνονται. Έλα, Παναγία μου, ζω σε μια χώρα σχιζοφρενών, που κανείς δε θυμάται τι έκανε και αν και πως επωφελήθηκε από την κατάσταση και το σύστημα, κανείς ποτέ δε θυμάται να χρησιμοποίησε το οικογενειακό βύσμα κι είναι όλοι υπεράνω υποψίας, αδιάφθοροι σαν τον Δικαστή Ντρεντ και εύθικτοι σαν τον Τσακ Νόρις.
Επίσης, με εκνευρίζει που όλοι κατηγορούν τους πολιτικούς (οι οποίοι είναι σαν τους καλικάντζαρους, απρόσωποι και συνεκδοχικά κακοί) και λένε πως πρέπει να εξαφανιστούν όλοι και να μπουν στη φυλακή, κι όμως, έτσι και κάνει κάνας καινούργιος να ξεμυτίσει και να πει κάτι, ρε παιδί μου, την ιδέα του, ξέρω γω, να φανεί καμιά φάτσα που δεν έχουμε ξαναδεί, η δυσπιστία υψώνεται σαν τσουνάμι. Δηλαδή, ρε παιδιά, συγγνώμη κιόλας, αλλά πως θα αλλάξει το πολιτικό κι οποιοδήποτε άλλο σκηνικό; Έτσι, από μόνο του; Δεν πρέπει να φανούν και μερικοί καινούργιοι; Αφού υποτίθεται πως οι παλιοί δε μας αρέσουν πια, έτσι δεν είναι;
Αν έχεις ένα παλτό, πολύ ωραίο, ζεστό, ανθεκτικό, κλπ, αλλά κάποια στιγμή το δεις ότι έχει λιώσει, δεν σε ζεσταίνει πια, κρέμεται σαν κουρέλι από πάνω σου, δε θα κοιτάξεις να βρεις ένα καινούργιο παλτό; Θα κάτσεις εκεί, με το παλιό, να κρυώνεις, να σιχαίνεσαι που το φοράς, επειδή δεν έχεις εμπιστοσύνη στα μαγαζιά; Συγγνώμη, αυτό δεν είναι κοτσάνα; Βγες μια βόλτα στα μαγαζιά, φίλε μου, κάνε μια έρευνα αγοράς, κάπου θα βρεις ένα ωραίο παλτό, διαφορετικό από το παλιό σου, ίσως λίγο πιο κοντό ή άλλο στιλ, αλλά πάντως θα είναι καινούργιο κι εσύ θα έχεις κάνει την προσπάθειά σου να αλλάξεις το παλτό.
Συμπέρασμα: καλύτερα να πάρεις ένα καινούργιο παλτό, παρά να παραγγείλεις έπιπλα (ως συνήθως, η παράνοια μας συντροφεύει). Τελικά, μάλλον θυμωμένη ήμουν, παρά καταθλιμμένη, τώρα που τα είπα, ηρέμησα.

2 σχόλια:

ΣΚΥΛΟΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ είπε...

Ξεκινάς ποιητικα , σχεδόν φιλοσοφικά , βάζεις τα επιπλα στη μεση ετσι χωρίς λόγο . Αναφέρεσαι στη πολιτικη κατασταση χρησιμοποιώντας το παράδειγμα με το παλτό και κει που πας να το σώσεις ξαναπετάς τα επιπλα και κλείνεις με το αμιμητο "τώρα που τα είπα, ηρέμησα" . Συμπέρασμα : Ζόρικη η Ανοιξη τελικα...

Κατερίνα είπε...

Ακριβώς, φίλε Θανάση! Πολύ ζόρικη.