Σάββατο, 3 Μαρτίου 2012

Μπλακ μπλοκ.


Έχω χάσει την έμπνευσή μου. Έχω πάθει αυτό που αγγλιστί (ή μάλλον αμερικανιστί) το λένε writers block. Εντάξει, δεν ανησυχώ, το πάθαινε κι ο Στίβεν Κινγκ πότε πότε, και μετά ονειρευόταν τέρατα κι έγραφε τηλεφωνικούς καταλόγους. Απλά, δεν μπορώ να γράψω, δεν ξέρω και για τι να γράψω και περιπλανιέμαι άπραγη στους δρόμους του διαδικτύου, θαμπώνομαι από τις λαμπερές βιτρίνες, ζηλεύω και συλλογίζομαι, μετά διαβάζω το «Γύρνα σπίτι άγγελέ μου» του Τόμας Γουλφ που μου δάνεισε η Δώρα και που μου αρέσει πολύ, γιατί κι αυτός δε βάζει ποτέ καμία τελεία και χρησιμοποιεί πολλά επίθετα στη σειρά και λέω εντάξει, άσε μας τώρα που θα γράψω κι εγώ μετά τον Τόμας Γουλφ και μετά το Χαρούκι Μουρακάμι, να σηκωθεί η συγγραφή η ίδια να με βαρέσει.
Ωστόσο έχω να σας διηγηθώ τις περιπέτειές μου στη Θεσσαλονίκη αυτές τις μέρες, όπου περπάτησα όλο το κέντρο τουλάχιστον 3 φορές και μίλησα με ίσαμε 32 τουριστικά γραφεία και εννοείται γέλασα πάρα πολύ. Για άλλη μια φορά, με θράσος έμπαινα μέσα, με απίστευτο τουπέ καθόμουν αεράτη και σίγουρη (θυμάστε τον Τζόι στα Φιλαράκια; Im a strong, confident woman, έτσι κι εγώ, έλεγα από μέσα μου το μάντρα: είμαι ξεναγός, είμαι ξεναγός, είμαι ξεναγός) και μοίραζα κάρτες σαν φυλλάδια από ντελίβερι, αφού σε κάνα-δυο που δεν ήταν κανείς μέσα, τις πετούσα κάτω από την πόρτα. Αυτοί τώρα που ήταν μέσα στα γραφεία, με κοιτούσαν περίεργα, ειδικά όταν τους έλεγα ότι έφυγα από την Κέρκυρα και ήρθα στη Θεσσαλονίκη, λες και τους έλεγα ότι έφυγα από την Καραϊβική και ήρθα στο Αγρίνιο. Ένας, μάλιστα, μου είπε «να ξαναφύγετε, δεσποινίς, καλύτερα». Ένας άλλος μου είπε «α, είστε ξεναγός; Μπράβο, πολύ ωραία, αλλά εμείς κάνουμε μόνο Εβραίους», ότι οι Εβραίοι δηλαδή δεν έχουν δικαίωμα στην ξενάγηση προφανώς ή ότι, δεν ξέρω, βρίθουμε από εβραιόφωνους ξεναγούς πια σ’ αυτήν την πόλη.
Δουλειά; Τι δουλειά; Δουλειά στη Θεσσαλονίκη; Μπα, λάθος θα κάνατε. Πρέπει να ξέρετε πως η Θεσσαλονίκη μάλλον έχει μπει σε διεθνείς οδηγίες, από αυτές που εκδίδουν χώρες όπως οι ΗΠΑ ή η Μεγάλη Βρετανία, προκειμένου να μην επισκέπτονται οι κάτοικοί τους επικίνδυνα σημεία του πλανήτη. Αφού εγώ απορώ πως δεν έχει μπει η πόλη σε κανονική καραντίνα. Μήπως όντως να ξαναφύγω; Μπα, θα εμμείνω στην ουτοπία μου, η οποία υποστηρίζει ότι ακόμα έρχονται τουρίστες στη Θεσσαλονίκη κι άλλωστε, δε γεννηθήκαμε για τα εύκολα, τι διάτανο!
Παράλληλα, μαζευόμαστε καμιά φορά στης Δώρας και τρώμε σατανικούς λουκουμάδες: η Δώρα κάνει δίαιτα και μας ανάγκασε να φάμε εμείς όλους τους σοκολατένιους λουκουμάδες, με τους οποίους κοντέψαμε να πνιγούμε, διότι η Βάσια μας ενημέρωσε πως, σύμφωνα με την έγκριτη γνώμη μιας διεθνούς κύρους μουσικής ανθρωπολόγου που κατοικεί σεμνά στη Λαμία, οι Θεσσαλονικείς ακούνε τρανς κι η Όλγα επιτέλους έλυσε την απορία που είχε, μα γιατί κάθε Σάββατο πρωί ακούγεται στη Σταυρούπολη από κάθε μπαλκόνι τρανς. Γι’ αυτό: διότι οι Θεσσαλονικείς ακούνε τρανς. Δε φαντάζομαι να είστε Θεσσαλονικιός και να έχετε αντίθετη άποψη.
Γενικά, η Θεσσαλονίκη είναι μια παράξενη πόλη και πολύ καλά έκανα που ήρθα εδώ (η Κέρκυρα είναι μια πανέμορφη πόλη, αλλά διόλου παράξενη, ας το παραδεχτούμε-για την Κατερίνη θα σας πω άλλη φορά). Εδώ, οι άνθρωποι είναι σκυθρωποί και φοβισμένοι μερικές φορές κι εγώ είχα την εντύπωση πως έχουν αυξηθεί και οι άστεγοι-ζητιάνοι-πεινασμένοι, αλλά η Δώρα κι η Βάσια με διαψεύδουν και θεωρούν πως πάντα τόσοι ήταν. Επίσης, σ’ αυτή την πόλη έχει παντού ωραία τυροπιτάδικα και μεγάλες αντιθέσεις, κυρίες με γούνες περπατάνε δίπλα σε μεθυσμένους, βρώμικους ανθρώπους, κομμάτια από χαρτόκουτα που γράφουν «πιναο» στροβιλίζονται έξω από τα Ζάρα κι η πλατεία Αριστοτέλους έχει γεμίσει από καφετέριες που έχουν happy hours από τις 9 το πρωί μέχρι τις 9 το βράδυ με 1 ευρώ τον καφέ.
Κι εγώ χτυπάω με τις μαύρες μπότες μου τα πεζοδρόμια και στέκομαι στα φανάρια χαζεύοντας τους διπλανούς μου, αναρωτιέμαι αν έκανα καλά κι αν μπορούσα να κάνω αλλιώς, μπαινοβγαίνω στις πολυκατοικίες της Τσιμισκή και στις γυάλινες πόρτες της Μητροπόλεως και αγοράζω βιβλία με 3 ευρώ από την Πρωτοπορία. Κάτι είναι κι αυτό, δεν είναι;

3 σχόλια:

Calliope είπε...

Νομίζω ότι η Θεσσαλονίκη πνίγεται εδώ και πάνω από 1 δεκαετία στην ανεργία πάντως. Τώρα για ζητιάνους στην Τσιμισκή δε θυμάμαι κάτι. Μακάρι να βρεις την άκρη σου, αλλά ούτε και τουρίστες θυμάμαι. Ούτε καν το καλοκαίρι που είχαμε ξεμείνει λόγω ΟΤΕ. Θυμάσαι;

Ανώνυμος είπε...

μαύρες μπότες διάβασα....

πότε πήρες ΚΑΙ ΑΛΛΟ ΖΕΥΓΑΡΙ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ οέο??????

ούτε σαρανταποδαρούσα να ήσουνα....

και μετά μας λες για κρίση....
και κάθε μέρα ψάρια....
και ιδιόκτητο σπίτι...
και αγρόκτημα...
και πορτοκαλεώνες...
και αμπέλια...
και σε λίγο θα μπει η Κλαούντια Καρντινάλε στον Γατόπαρδο....

ΕΛΕΟΣ κεφαλαιοκράτη..!!!!

Κατερίνα είπε...

Καλλιόπη, θυμάμαι εκείνο το καυτό καλοκαίρι, ξεχνιούνται αυτά; Τότε είχα σκαρώσει και το αμίμητο δίστιχο:
Δε θα χορτάσω εγώ τον ύπνο μου ποτέ,
7.20 δουλεύω στον ΟΤΕ.
Υπήρχε το ταλέντο από τότε, αλλά με έτρωγε η βιοπάλη.

Όσο για σένα, ανώνυμε, που αλέητα ρίχνεις λάσπη στο άκρως προλεταριακό πρόσωπό μου, πρώτον μη σου πω πόσο έκαναν οι μπότες, μπορείς να φανταστείς και δεύτερον, τίποτε από αυτά δε μου ανήκουν. Άσε που ποτέ δεν ανέφερα πορτοκαλεώνες. Κι όσο για τα ιδιόχτητα, για δες ποιός μιλάει. Στο κάτω κάτω, μανδάμ, εμείς το φτιάχνουμε οι ίδιοι το σπίτι μας, εμείς ξύνουμε τα ταβάνια, εμείς βάφουμε, εμείς στοκάρουμε, μέχρι και τα μάρμαρα εμείς τα τρίψαμε, στα γόνατα 3 μέρες ήμουν, ούτε στα κάτεργα!