Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2011

Παλιά.


 Γράφω, σβήνω, ξαναγράφω, ξανασβήνω, που πήγαν, καλέ, οι λέξεις μου; Τρεις φορές άδειασα τη σελίδα και την ξαναγέμισα (με κοτσάνες, γι’ αυτό την άδειασα). Τζάμπα που με έβαλε κι η Νίνα στις αγαπημένες της… Επίσης, διόλου δε με βοηθάει κι ένα κενό που έχω στο στομάχι μου, έφαγα 2 γεμιστά το μεσημέρι, τι να σου κάνουν 2 γεμιστά, ούτε για το δόντι, που λέει κι η φίλη μου η Όλγα, κι έτσι τώρα έχω μια απέραντη λαχτάρα για σουβλάκια. Αντ’ αυτού, θα τραφώ με πνευματική τροφή και θα σας γράψω για τα παιδικά μου καλοκαίρια που τα θυμήθηκα προχτές που μίλησα με τον παιδικό μου φίλο, κι έτσι πρώτον θα νευριάσω το συγκεκριμένο φίλο και δεύτερον θα σταματήσει η αδελφή μου να γκρινιάζει που δεν ανέβασα άρθρο την Κυριακή.
Μετά, βέβαια, θα πάω να πάρω σουβλάκια ή πίτες ή γύρους ή όπως αλλιώς τα λέτε εσείς στην περιοχή που ζείτε-τι πράγμα κι αυτό, σε κάθε πόλη να το λένε και με άλλο όνομα αυτό το πανεθνικό έδεσμα και να μην ξέρεις τι σε περιμένει κάθε φορά που το παραγγέλνεις, αλλού θα φας τζατζίκι ενώ δεν θες, αλλού, και να θες, θα σου βάλουν με το ζόρι τυροσαλάτα, εδώ, στην ανώμαλη Κέρκυρα, βάζουν, στο Θεό σας, σάλτσα από κοκκινιστό στα σουβλάκια και πρέπει να θυμηθείς να το τονίσεις ότι δεν θέλεις, αλλιώς, θα σου τιγκάρουν την πίτα (που εδώ τη λένε ζυμάρι, ανώμαλοι, σας λέω) στη σάλτσα και θα είναι αηδιαστικό. Τέλοσπαντων, όπως είπε κι ο Αλέξανδρος, μπορεί κανείς να γράψει βιβλίο σχετικά με την ονοματοδοσία των σουβλακίων ανά την επικράτεια.
Εμείς, πάντως, όταν ήμασταν μικρά, το καλοκαίρι, για να φάμε σουβλάκια έπρεπε να περπατήσουμε καμιά ώρα να πάμε κι άλλο τόσο να έρθουμε, διότι το μέρος που παραθερίζαμε (τέλεια λέξη; Μου θυμίζει τη γιαγιά μου) ήταν 5 χιλιόμετρα από τον πολιτισμό, που αντιπροσωπευόταν από μια χαρακτηριστική παραθαλάσσια πόλη της ελληνικής επαρχίας, τη Γλύφα, αν έχετε ακουστά. Εμείς μέναμε σε ένα μικρό οικισμό στο φρύδι της θάλασσας (πάντα είχα την απορία, το σαγόνι, δηλαδή, της θάλασσας που είναι;), όπου υπήρχαν μόνο τα σπίτια μας, ούτε σουπερμάρκετ ούτε περίπτερα ούτε μπαράκια ούτε σουβλατζίδικα. Πάντα λέγαμε ότι θα ανοίγαμε εμείς ένα, αλλά τελικά πάντα καταλήγαμε ότι θα μπαίναμε μέσα, οπότε εγκαταλείπαμε τα μεγαλόπνοα επιχειρηματικά σχέδια για σουβλατζίδικο στη μέση του πουθενά κι απλώς ξαναπέφταμε ανάσκελα κάτω από τη συκιά, πράγμα που ήταν η βασική μας δραστηριότητα εκείνη την εποχή. Αχ.
Όπως καταλαβαίνετε, όταν ξεκινούσαμε να πάμε στο εξοχικό, φορτώναμε  το αυτοκίνητο με προμήθειες κάθε είδους και κυρίως τσιγάρα, καθότι οι γονείς μου καπνίζανε ωσάν την τσιμινιέρα που πάγωσε μετά. Τώρα πια, που έχουν περάσει τα χρόνια και τα αδικήματα έχουν παραγραφεί, ομολογώ πως έκλεβα τα τσιγάρα των γονιών μου για να τα δίνω στα ξαδέλφια μου και στους φίλους μου που καπνίζανε κρυφά, καθότι ήταν αλήτες και πολύ μάγκες, επίσης. Εγώ, από τη μεριά μου, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί τους άρεσε το κάπνισμα, ωστόσο, επειδή δε μπορούσα να τους χαλάσω χατίρι, πήγαινα και τους έφερνα τσιγάρα. Αίσχος.
Εκτός από το να καπνίζουνε αυτοί κρυφά κι εγώ να τρώω κρυφά και όλοι μαζί να λιώνουμε στον ίσκιο της συκιάς και πάνω σε κάτι βράχια που είχε στην παραλία, σαν τις φώκιες, παίζαμε τάβλι ατελείωτες ώρες, όπου ο προαναφερθείς παιδικός μου φίλος, ο Κλεάνθης (που τότε ήταν, και είναι ακόμα, σε μια μεριά της καρδιάς μου, ο άντρας της ζωής μου, μεγαλώσαμε μαζί, σαν αδέρφια, κι είναι όλα μου τα καλοκαίρια ο Κλεάνθης), μου έκανε και καλά ψυχολογικό πόλεμο για να χάσω, πράγμα το οποίο συνέβαινε μονίμως, αλλά μόνο και μόνο επειδή ο τύπος αυτός ήταν κωλόφαρδος κι έφερνε μόνο εξάρες, μόνο, όμως.
Επίσης, κάθε φορά που μιλάω για τάβλι, μου έρχεται στο μυαλό το εξής περιστατικό: ήμαστε περίπου 14, 15, κάπου εκεί, εγώ κι η φίλη μου η Στέλλα, που έχει έρθει επίσης στο εξοχικό, και παίζουμε Trivial στη βεράντα, με το μπαμπά μου να διαβάζει εφημερίδα δίπλα μας. Τώρα, ο μπαμπάς μου γενικώς είναι καλός άνθρωπος, απλά στην όψη είναι λίγο ψαρωτικός, λόγω επαγγέλματος, έπρεπε να είναι επιβλητικός στις δικαστικές αίθουσες, οπότε φαντάζεστε την όψη της Στέλλας, όταν μπερδεύει τους τόνους και μου κάνει τη φοβερή ερώτηση: «πως λένε το παιχνίδι στο οποίο πρέπει να πιάσεις το πουλί του αντιπάλου σου;». Ο μπαμπάς μου ξεράθηκε στα γέλια, εγώ έψαχνα να βρω το παιχνίδι κι η Στέλλα μια τρύπα να κρυφτεί από τη ντροπή της.
Καλά, έχω να λέω ιστορίες μέχρι την άλλη βδομάδα για τα καλοκαίρια στο Φανό. Την άλλη φορά, είχαμε πάει παρέα και καλά χωρίς γονείς, ήμασταν βέβαια καμιά 20 χρονών, δε θυμάμαι (ποιος ψήνει μπριζόλες, παιδιά, μου έχει σπάσει τη μύτη), εγώ κι οι 3 φιλενάδες μου, μιλάμε για πολύ γέλιο: το πρώτο βράδυ, κλειδώνω το σπίτι για να κοιμηθούμε και το πρωί που πάω να ανοίξω, σπάει το κλειδί στην κλειδαριά, οι θείες μου που μένουν στα διπλανά σπίτια να λείπουν όλες κι εμείς κλειδωμένες σε ένα σπίτι στη μέση του πουθενά, με σιδεριές στα παράθυρα, λόγω ασφάλειας, να ουρλιάζουμε μπας και μας ακούσει κανένας κι έρθει να μας βγάλει. Τελικά, γυρίσανε οι θειάδες από την εκκλησία και μας ανοίξανε. Το ίδιο βράδυ κατεβαίνουμε στην παραλία για ρομαντζάδα και καλά. Γυρίσαμε άρον άρον, διότι η Μαρίνα άκουσε έναν αρουραίο να χαρχαλεύει δίπλα στο κεφάλι της κι έφυγε σαν την κυνηγημένη, ενώ η Στέλλα, που ήταν από τότε πάρτι άνιμαλ, άκουγε τη μουσική από τα μπαράκια απέναντι στην Εύβοια και στενοχωριόταν που εμείς ήμασταν στην ερημιά του Αδάμ.
Πάντως, η αλήθεια είναι ότι όσο ερημιά και να ήταν, όσο κι αν σου έλειπε το έξω ή τα σουβλάκια, ήταν τέλεια τότε: όλη τη μέρα γυρνούσα ξυπόλητη και με το μαγιό, έμπαινα σε όλα τα σπίτια έτσι, κανείς δεν κλείδωνε, αυτοκίνητο δεν έβλεπες ούτε για πλάκα, η θάλασσα ήταν δική σου όλη, τα βράδια τρώγαμε κίτρινο καρπούζι (δηλαδή τηγανητές πατάτες, που τις λέγαμε έτσι γιατί κάναμε δίαιτα) και ξημερωνόμασταν στην παραλία, κυλιόμασταν στην άμμο από τα γέλια, γράφαμε τα ονόματά μας με σπρέι στα βράχια και παίζαμε γάιδαρο και τζαμί, τρώγαμε τεράστιες φέτες με μερέντα κι ήταν όλα απέραντα και καινούργια.
Τώρα, ένεκα και η απόστασις (για να πάω στην ηπειρωτική Ελλάδα, πρέπει να ταξιδεύω μια μέρα), έχω 3 χρόνια να πατήσω το πόδι μου στο Φανό κι ούτε ξέρω πόσα χρόνια έχω να δω τους παιδικούς μου φίλους. Α στο καλό, στενοχωρήθηκα, δε σηκώνει και το τηλέφωνο, θα πάω να δω Εζέλ, μου φαίνεται.

11 σχόλια:

ΣΚΥΛΟΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ είπε...

Ποπό, ρε Κατερίνα, διαβάζοντας σε χάθηκα κι εγώ σε κάτι μισολειωμένα μεσημέρια της παιδικής μου ηλικίας και κάτι βραδάκια, που οι μανάδες μας φώναζαν, για να μαζευτούμε στα σπίτια κι εμείς ήμασταν βουτηγμένοι στη σκόνη , με μαύρα δόντια από τα ψητά καλαμπόκια και με μαλλί καρφάκι (σαν να βάζαμε ζελέ) από το καρπούζι μιας και χώναμε το κεφάλι μας μέσα του για να το φχαριστηθούμε. Μπράβο....με ταξίδεψες!!!!

Κατερίνα είπε...

Έτσι ακριβώς, Θανάση, έτσι...
Από τα ωραιότερα ταξίδια, αυτά στα παιδικά καλοκαίρια!

Ανώνυμος είπε...

εσείς ήσασταν τα κωλόπαιδα που λερώνατε τα βράχια??
ου να μου χαθείτε βάνδαλοι!
στα συγκεκριμένα βράχια ευδοκιμούν μόνον αρχαία ρητά. (παρα θιν αλος κλπ.).
ωραίο όμως.
και του Θανάση.

Nina είπε...

Τί μου θύμισες?Κάπως έτσι κυλούσαν τα καλοκαίρια και στο δικό μου χωριό, το Αδελφικό Σερρών, μόνο που δεν βρίσκεται στο φρύδι της θάλασσας αλλά στου βοδιού το κέρατο.Κατα τα άλλα σουβλάκι κάθε μέρα, μερέντα με βούτυρο παρακαλώ επίσης και ατελείωτες βόλτες με τα ποδήλατα και πορτοκαλάδα με ανθρακικό στο παγουρίνο!

Κατερίνα είπε...

Ανώνυμε, ε, όχι και κωλόπαιδα, μας προσβάλλεις. Ούτως ή άλλως, τίποτα δεν έμενε για πολύ.
Νίνα, εννοείται το βούτυρο στη μερέντα (φοβερά υγιεινές διατροφικές συνήθειες), ποδήλατο, όμως, δεν ξέρω, ω, ναι, ήρθε η ώρα να εξομολογηθώ το φοβερό μυστικό μου.
Επίσης, θέλετε να γράψετε όλοι στα σχόλια αναμνήσεις από τα παιδικά σας καλοκαίρια που σας ξύπνησε το άρθρο μου; Πλάκα θα 'χει.

vaso είπε...

κατερίνα, εγώ θυμάμαι στο μαρίνι που έπρεπε να κλέψουμε λίγα ψιλά από την τσάντα της μαμάς (ο μπαμπάς δούλευε και έλειπε!)για να παίξουμε πάκμαν και τέτρις!!! και τα βράδυα κρυφτό πάνω στις ελιές!!! αυτά μέχρι τα 12! μετά τα 13 πάλι ηλεκτρονικά και το βράδυ φλέρτ μέχρι να μας κατσαδιάσουν!!! χαχααχα!!!!

ΤΒ είπε...

Περί ονοματολογίας των εδεσμάτων ταχυψητοπωλείου θα έπρεπε οπωσδήποτε να γραφτεί ένα βιβλίο, ή έστω να καταρτιστεί ένα πινακάκι που να δείχνει με τι λόγια παραγγέλνεις το ίδιο πράγμα σε διαφορετικά μέρη της Ελλάδας. Από σύμπτωση και μόνο, πρόσφατα είχα με την παρέα μου μια πολύ παρόμοια κουβέντα, και προσπαθήσαμε να περιγράψουμε σε Θεσσαλονική, Αθηναϊκή (κέντρο) και Ηρακλειώτικη (Κρήτης) πιτο-διάλεκτο το έδεσμα που τυλίγεις μέσα σε μια κλασική λαδωμένη πίτα γύρο από κοτόπουλο, πατάτες τηγανιτές, ντομάτα, κρεμύδι, μουστάρδα και τζατζίκι. Διορθώστε με αν κάναμε λάθος, αλλά να τα αποτελέσματα, από Β προς Ν:

Θεσσαλονίκη: Ένα σάντουιτς γύρο κοτόπουλο σε πίτα, με τζατζίκι, χωρίς κέτσαπ.

Αθηναϊκή: Ένα σουβλάκι γύρο κοτόπουλο με μουστάρδα.

Ηρακλειώτικη: Μία κοτογυρόπιτα χωρίς γιαούρτι με τζατζίκι και μουστάρδα

Αντίστοιχα, ένα ψωμάκι μέσα στο οποίο βάζουμε ένα χοιρινό σουβλάκι και λίγες πατάτες τηγανιτές μπορείς να το ζητήσεις (από Β προς Ν):

Ένα σάντουιτς σουβλάκι μόνο πατάτες
Ένα ψωμάκι με καλαμάκι μόνο πατάτες
Ένα σουβλακόψωμο μόνο πατάτες

κλπ. κλπ.

(συμπληρώστε παραδείγματα και διαλέκτους)

Vasia είπε...

Γιατί δε λες και για τότε που θεώρησες καλό να καθίσεις πάνω στον Κωστή μέσα στη θάλασσα κι εκείνος κόντεψε να σκάσει?
Ή για τότε που πήγατε για εξερεύνηση στο Τραγοβούνι και χαθήκατε?
Ή για την κούτα με τα πατατάκια που έφερνε η Στέλλα και την κρύβατε κάτω από υο κρεβάτι?
Να πω κι άλλα?

Κατερίνα είπε...

Βάσω,
Τα ψιλά από την τσάντα της μαμάς είναι διεθνής και all season συνήθεια... Επίσης, σας κατσάδιαζαν επειδή φλερτάρατε ή για τα ηλεκτρονικά; Ή μήπως λόγω αυτών με τους οποίους φλερτάρατε;

ΤΒ,
Πολύ ωραία, έχουμε ένα πρώτο υλικό για το βιβλίο. Συμπληρώνω το κερκυραϊκό "βάλε και δυο ζυμάρια έξτρα", πέρα από τη γνωστή σάλτσα. Άλλοι, παιδιά;

Βάσια,
Πες κι άλλα. Ρίξε κι άλλη λάσπη στο παρελθόν μου. Δε μου είχε πει κανείς ότι πνιγόταν. Δεν είχαμε χαθεί, απλά ξεκουραζόμασταν. Την κούτα την ανέφερα σε άλλο άρθρο.

Calliope είπε...

Στη Χίο πάντως, είναι διαχωρισμένα τα σουβλατζίδικα ανάλογα με το περιεχόμενο της πίτας. δηλαδή, στου Πίπη είχε μόνο σουζουκάκι, στου Αιμίλιου μόνο σουβλάκι, στου Πέτρου μόνο γύρο χοιρινό, στου Μανώλη μόνο μπιφτέκι. Ψωμάκια δεν υπήρχαν παρά για να ακουμπήσεις το σουβλάκι σου. Όλα σε πίτες αθηναϊκού μεγέθους με τζατζίκι υποχρεωτικά. Μετά ήρθαν κάτι βορειοελλαδίτες και κάτι πίτα του παπού κλπ. και πήραν την κάτω βόλτα αυτά.
Όσο για τα καλοκαίρια στο χωριό, στήναμε κάτι παραστάσεις καραγκιόζη στο σπίτι της θείας Σοφίας με είσοδο 5 δραχμές για να έρθουν οι γείτονες να δουν κάθε εβδομάδα, αλλά εμένα δε μου δίναν ποτέ ρόλο και έκανα την ταξιθέτρια στη σκάλα που αποτελούσε και καθίσματα.

Κατερίνα είπε...

Καλά, η Χίος είναι αθηναϊκά επηρεασμένο νησί, οπότε πάσχει στο θέμα πίτα.
Επίσης, συγγνώμη κιόλας, αλλά ειδικά σε σένα έπρεπε να δίνουν ρόλο στην παράσταση καραγκιόζη, Πιπίτσα μου! Η θεία Σοφία ήταν ο θεατρώνης κι έπαιρνε τα ποσοστά της;