Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011

Όλο μέλι μέλι κι από τηγανίτα τίποτα.

Καταρχάς, έχω να δηλώσω πως το φθινόπωρο δεν θα έρθει ποτέ εδώ και πως όσοι από εσάς δεν αντέχετε το κρύο, να μεταναστεύσετε πάραυτα στην Κέρκυρα: η ζέστη συνεχίζει να είναι φρικτή, δεν υπάρχει κανένας Σεπτέμβριος, είμαστε καταδικασμένοι σε έναν αιώνιο Αύγουστο. Το επόμενο μέρος που θα ζήσω θα είναι η Μόσχα. Μη σας πω η Πετρούπολη, που έχει και λευκές νύχτες. Επίσης, έχω να δηλώσω πως αυτές τις μέρες υπήρχαν πάρα πολλές συζητήσεις, πάρα πολλά τηλέφωνα, πάρα πολλά βρισίματα, πάρα πολλά κλάματα και πάρα πολλές φωτογραφίες για να μπορέσω να γράψω, οπότε αυτός είναι ο λόγος που εξαφανίστηκα. Δε φαντάζομαι να πιστέψατε πως τα παράτησα;
Το έχουμε πει: πονάν, ωρέ, τα παληκάρια; Δεν πονάν, βέβαια, κι ας έχουν φάει το βρίσιμο της ζωής τους και τις κατραπακιές της ζωής τους τις τελευταίες 5 μέρες. Η τελευταία δήλωση που έχω να κάνω είναι πως για πολλοστή φορά διαπίστωσα ότι η βλακεία είναι σαν το σύμπαν: δεν τελειώνει ποτέ. Μωρέ, εφεδρεία που χρειάζεται αυτή η χώρα.
Τέλοσπαντων, μέχρι η εφεδρεία να ενεργήσει, θα φάω εγώ τώρα τα μοβ και τραγανά σταφύλια μου και θα σας πω για μια ταινία που είδα τις προάλλες, η οποία μου θύμισε μια άλλη ταινία που είχα δει κάποτε στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης με την αδελφή μου κι είχαμε ρίξει τέτοιο γέλιο που έκτοτε δε μας ξαναβάλανε στο Ολύμπιον. Τη θυμήθηκα τώρα που μιλούσα με το αδέλφι μου κι είπα, δε γράφω να ξαλεγράρουμε λιγάκι, διότι αυτή η πανσέληνος μας έχει πάει, συγγνώμη κιόλας, γαμιώντας λίγο και θα αρχίσω να ουρλιάζω σαν το λυκάνθρωπο-και καλά να ουρλιάζω, άμα με πιάσει κι αρχίζω να δαγκώνω, να δω ποιος θα με μαζέψει.
Είδα, που λέτε, προχτές, αυτή την τούρκικη ταινία, το «Μέλι», δεν ξέρω αν την ξέρετε, εγώ πάντως δεν την ήξερα, αλλά όλοι οι άλλοι που ρώτησα την ήξεραν, με αποτέλεσμα για άλλη μια φορά να συνειδητοποιήσω το μέγεθος της ασχετοσύνης μου και να νιώσω ένα ανήξερο ζούδι. Το Μέλι, λοιπόν, πολύ ωραία ταινία, αν και λίγο αργή, ρε παιδί μου, μας έδειχνε για κάνα δεκάλεπτο το μελισσοκόμο που είχε κρεμαστεί από το κλαδί του δέντρου παράλληλα με το έδαφος, εντάξει, τον συμπόνεσα το μελισσοκόμο και το παιδάκι του που δεν ήθελε να μιλήσει, το καταλαβαίνω, αν ξεκινήσεις να μιλάς πρέπει να συνεχίσεις κι αυτό δεν ξέρεις που θα σε βγάλει, αλλά βάλε εκεί και μια ιστορία, υποτυπώδη έστω, να πεις έκανα μια ταινία, αυτό ήταν σαν έκθεση φωτογραφίας: εξαιρετικές εικόνες η μία δίπλα στην άλλη. Εντάξει, προφανώς κάτι είχε να πει η ταινία, εγώ μάλλον δεν το άκουσα, καλά, νύσταζα κιόλας και πρέπει να έχεις και μια πνευματική διαύγεια να τις παρακολουθήσεις αυτές τις ταινίες, που μοιάζουν με τα βιβλία αυτά για τα οποία κάποιος κάποτε (δε θυμάμαι ούτε ποιος ούτε πότε, γνωστός μου ήταν πάντως) είχε πει: εντάξει, φίλε, μη το λες βιβλίο, πες σκόρπιες σκέψεις ριγμένες τυχαία, μην παραπλανείς τον κόσμο.
Με ρώτησε η Βάσια πως μου φάνηκε η ταινία, διότι (και αυτή) έχει ακούσει, λέει, πολύ καλά λόγια κι εγώ της είπα ότι ήταν σαν αυτή που είχαμε δει τότε, στο Φεστιβάλ. Δε θυμάμαι με τίποτα πως τη λένε, την έψαξα λίγο στο Youtube, αλλά δε τη βρήκα, ρε γαμώτο, αν σας θυμίσει εσάς κάτι, να μου το πείτε.
Πάμε, λοιπόν, με τη Βάσια στο σινεμά, όλο χαρά που θα δούμε ωραία ταινία στο Φεστιβάλ, είχε προηγηθεί η σχετική έρευνα και υπολογισμός ωρών και εισιτηρίων με βάση το πρόγραμμα, καθόμαστε κι αρχίζει η ταινία. Και μας δείχνει την ανατολή του ηλίου. Σε πραγματικό χρόνο. Αφού είπα, πάει ξημέρωσε, πάμε να φύγουμε, να πάμε και στη δουλειά. Η Βάσια μου λέει, σκάσε, ηλίθια, τώρα θα αρχίσει. Αρχίζει. Βγαίνει ο ήλιος, ξημερώνει ο Θεός τη μέρα και μας δείχνει μια οικογένεια πολυμελή που κάνει την πρωινή προσευχή, πάνω από τα μπολ με το κουάκερ. Για κάνα τέταρτο προσεύχονταν. Σιωπηρά. Εγώ, όπως καταλαβαίνετε, έχω ήδη αρχίσει να γελάω. Τελειώνει η προσευχή, αλλάζουν μια κουβέντα, τρώνε το κουάκερ, σκορπίζουν όλοι στις αγροτικές εργασίες κι ο πατέρας της οικογένειας πάει και στέκεται στο κούφωμα της πόρτας και καπνίζει, πολύ σκεφτικός, εννοείται αμίλητος κι εννοείται για 10 λεπτά τουλάχιστον κάπνιζε. Φαινόταν ότι κάποιο μεγάλο πρόβλημα τον ταλάνιζε.
Εν πάση περιπτώσει, η ταινία παίρνει λίγο μπρος κι αντιλαμβανόμαστε πως το πρόβλημα του πατέρα έγκειται σε μια εξωσυζυγική σχέση που διατηρούσε, η οποία μεγάλες τύψεις του έκαμε, δεδομένου ότι επρόκειτο περί αρκούντως θρησκευάμενης και θεοφοβούμενης οικογενείας, την οποία αυτός πρόδιδε καθημερινά, καθώς δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, ήταν μεγάλος ο έρως και το πάθος. Σημειωτέον πως την κυρία της εν λόγω παράνομης σχέσης δε μας την έχει δείξει ακόμα, παρά μόνο ένα μπούτι εδώ, λίγο ώμο παραπέρα κι άλλα τέτοια ναζιάρικα. Σαφώς, ωστόσο, έχει υπονοηθεί πως είναι μεγάλη καλλονή και ηθοποιός διεθνούς κλάσεως. Εγώ συνεχίζω να γελάω, με είχε πιάσει νευρικό πια, καθότι συνειδητοποιούμε με την αδελφή πως μπροστά μας κάθεται ο βουκόλος, όπου βουκόλο εμείς στην οικογένειά μας λέμε αυτόν τον τύπο με το μουστάκι που παρουσίαζε το πάλαι ποτέ εκείνη την εκπομπή στην ΕΡΤ με τις ταινίες (κάθε Δευτέρα νομίζω ήτανε), τη θυμάστε; Και τόνε λέμε βουκόλο, διότι έλεγε περιγράφοντας την ταινία «ο βουκόλος κι η βουκόλα τρέχουν στις ραχούλες» και κάτι τέτοια.
Οπότε φανταστείτε τώρα: ο πάτερ φαμίλιας ασύστολα πηδιέται με τη μυστηριώδη ύπαρξη στα δάση, στα διαλείμματα προσεύχεται πάνω από το κουάκερ, εμείς έχουμε ξεραθεί στα γέλια και μπροστά μας κάθεται το ιερό τέρας του σινεμά των παιδικών μας χρόνων. Ώσπου κάποια στιγμή, μας δείχνει το πρόσωπο της μυστηριώδους, το οποίο χαρακτηρίζεται από μια μύτη σαν το νεροχύτη, στολισμένη και με μια κρεατοελιά ωσάν της μάγισσας. Εγώ πέφτω από την καρέκλα γελώντας, ο βουκόλος αυθορμήτως αναφωνεί «Παναγία μου!», οπότε πέφτει και η αδελφή μου από την καρέκλα και βάζει τα γέλια και η υπόλοιπη αίθουσα. Δικαιωνόμαστε.
Αφού ηρεμήσουμε, η ταινία συνεχίζεται και αποκαλύπτεται εν τέλει η παράνομη σχέση, με το σύζυγο να μη δέχεται να τη διακόψει και τη σύζυγο, μη μπορώντας να πάρει διαζύγιο, να παθαίνει εγκεφαλικό και να πεθαίνει αφήνοντας ορφανά τα περίπου 14 παιδιά τους (σίγουρα δεν είχαν τηλεόραση, για σινεμά δεν το συζητάμε). Στη δε κηδεία της μάνας, έρχεται και η τσούλα αντροχωρίστρα μυτόγκα ηθοποιός, που την κοιτάνε όλες με μισό μάτι, να υποβάλλει τα συλλυπητήριά της, αλλά εδώ πληρώνονται όλα, διότι ξεφτιλίζεται, ο ερωτευμένος ούτε να τη φτύσει και αποχωρεί. Και έρχεται το μεγαλειώδες φινάλε: το μικρότερο από τα περίπου 14 παιδιά πάει να φιλήσει τη μαμά του, που νομίζει πως κοιμάται, και της λέει «ξύπνα, μαμά, μην κοιμάσαι» και η πεθαμένη ξυπνάει. Ναι. Ανασταίνεται η νεκρή (και εσχατολογικό περιεχόμενο η ταινία), σηκώνεται από το νεκροκρέβατο και πάει να ετοιμάσει το δείπνο, σα να μην πέθανε ποτέ.
Η τελευταία σκηνή της ταινίας, όπως μπορείτε να φανταστείτε, μας έδειξε τη δύση του ηλίου. Σε πραγματικό χρόνο. Ευτυχώς που δε μας έδειξε και όλη την οικογένεια να κοιμάται σε πραγματικό χρόνο. Μετά την ταινία, είχε και συζήτηση με το σκηνοθέτη, όπου εμείς φύγαμε κρυφά, διότι ο σκηνοθέτης μας είχε δει που γελούσαμε. Ο βουκόλος, ωστόσο, αν και ιερό τέρας, είχε φύγει μεσούσης της ταινίας και κανείς δεν τον κακοχαρακτήρισε.
Σας εξορκίζω, πιστοί μου αναγνώστες, αν κάνετε ποτέ ταινία, κοιτάξτε να έχει ιστορία. Και τα πλάνα άνω των 3 λεπτών, δεν είναι πλάνα. Είναι φωτογραφίες.
Σας φιλώ.

2 σχόλια:

Vasia είπε...

Α) Πού τα θυμάσαι ρε θηρίο όλα αυτά;
Β)Ευτυχώς που υπάρχει η ισορροπία του σύμπαντος και μας έχει δωρίσει αυτές τις στιγμές του απίστευτου γέλωτος να έχουμε να θυμόμαστε αλλιώς δεν θα την είχαμε βγάλει καθαρή...

Κατερίνα είπε...

Αγαπημένη,
1)Θυμάμαι κι άλλα, αλλά δε χωρούσαν.
2)Το σύμπαν κάπου παραπάτησε, νομίζω, τον τελευταίο καιρό.