Κυριακή, 7 Αυγούστου 2011

Γιαγιά, έλα να με σώσεις.


Όλοι γράφουν για το καλοκαίρι στην Αθήνα, που είναι η πόλη φάντασμα, παντέρμη κι ορφανή από αυτοκίνητα και ανθρώπους.
Εγώ, ως συνήθως, ως αντιδραστικός και ανάποδος άνθρωπος, αλλά κυρίως επειδή δε ζω στην Αθήνα, θα γράψω για το καλοκαίρι στην Κέρκυρα, όπου, σε αντίθεση με την Αθήνα (φαντάζομαι και με τη Θεσσαλονίκη), γίνεται ο κακός χαμός. Αναρωτιέμαι, για ποιανής χώρας την οικονομική κρίση μιλάμε τόσο καιρό. Εδώ, το νησί, που δεν το λες και το πιο φτηνό του κόσμου, έχει γεμίσει μέχρι καταποντισμού. Κι όχι μόνο από πλούσιους Αμερικάνους, ακόμα πιο πλούσιους Ρώσους και λίγο φτωχότερους Ιταλούς.
Μιλάμε για Έλληνες, παιδιά μου, μιλιούνια από φασαριόζους, γκρινιάρηδες, απαιτητικούς, κουτοπόνηρους Έλληνες, με άπειρα παιδάκια που ουρλιάζουν (τα παιδάκια ουρλιάζουν πάντα; Δεν υπάρχει κάτι να τους κάνεις για να σκάσουν; Πείτε μου, σας παρακαλώ, αν δεν υπάρχει, εγώ δεν θα κάνω ποτέ παιδιά), αυτοκίνητα που κατακλύζουν δρόμους και πεζοδρόμους αδιακρίτως και προφανώς αρκετά χρήματα. Εν πάση περιπτώσει, δεν θα αναλύσω εδώ το θέμα «που βρήκανε λεφτά και ήρθανε στην Κέρκυρα», πρώτον διότι δεν ασχολούμαι με το οικονομικά των άλλων, μόνο με τα δικά μου κι αν κρίνουμε εκ του αποτελέσματος, πράττω άριστα, και δεύτερον διότι δεν είμαι σοβαρός άνθρωπος, είμαι μια αρκούντως ελαφρόμυαλη νεαρά.
Θα ήθελα, όμως, να αναλύσω το θέμα «γιατί είναι όλοι ζευγαρωμένοι». Όλοι, όμως, αλλά από ζευγάρια, που φιλιούνται κιόλας δημοσίως, δε βλέπεις στους δρόμους, τραγική η κατάσταση. Ζευγάρια ωραία, άσχημα, ταιριαστά, άσχετα, άκυρα, διακριτικά, ερωτευμένα, μαλωμένα, πάντως όλοι είναι σε ζευγάρια. Κι έρχεσαι εσύ, ο ταπεινός και καταφρονεμένος αζεύγαρος, και νομίζεις ότι έχεις κάποια αρρώστια ή ότι βρωμάνε τα πόδια σου, στην καλύτερη περίπτωση.
Βγαίνεις μια βόλτα με τη συγκάτοικο Ρενάτα και παθαίνεις κατάθλιψη-καλά έλεγα εγώ να κάτσουμε μέσα να δούμε Εζέλ, αλλά θα μου πεις, ακόμα κι αυτός, φυλακισμένος, άφραγκος, προδομένος και παράλληλα μονίμως ιδρωμένος, ακόμα και αυτός, ζευγαρωμένος είναι, α σιχτίρ πια.
Μετά, βέβαια, την ξεπερνάς την κατάθλιψη, διότι ακούς διάλογο Ρενάτας με τη νόνα της (τη γιαγιά της, δηλαδή, στα κερκυραϊκά), ετών 84, αλλά ακμαιότατη και πάντα σε θέση να δίνει ερωτικές συμβουλές. Λέει η Ρενάτα, «δεν έρχεται, νόνα, ο Οδυσσέας να με δει», «χέστον» απαντάει η νόνα, «μα, δε μπορώ, τον θέλω, κι αφού έχει υποσχεθεί ότι θα έρθει». Ρωτάει η νόνα, ευλόγως η γυναίκα, «αλληλογραφείτε, παιδί μου, με το νεαρό;», «τι νεαρός, καλέ νόνα, 35 χρονώ γάιδαρος», λέει η Ρενάτα, «και τι να αλληλογραφήσουμε, με μηνύματα στο κινητό μιλάμε» κι άντε να βγάλει άκρη η νόνα. «35 χρονών;» φρίττει η νόνα, «γιατί, βρε νόνα, εσύ δεν έλεγες ότι ο άντρας πρέπει να είναι 10 χρόνια πιο μεγάλος από τη γυναίκα;», μνήμη ελέφαντα το σκατό, όλα τα θυμάται πια, αναλογίζεται η νόνα. Δεν θυμάμαι να σας πω που κατέληξε η συζήτηση, γιατί είχα νυστάξει κι έπεσα για ύπνο, αλλά αυτό που η Ρενάτα τα λέει τα αισθηματικά της όλα στη νόνα, πολύ περίεργο μου φαίνεται.
Εγώ θυμάμαι τις δικές μου τις γιαγιάδες και φαντάζομαι να τους λέω τα αισθηματικά μου και ξεραίνομαι στα γέλια. Η μία, του μπαμπά, η γιαγιά Άννα, είχε έρθει η κακομοίρα ένα καλοκαίρι στο εξοχικό από το χωριό (που είναι στο βουνό) και δεν το χωρούσε ο νους της που κοιμόμασταν ως τις 11 το πρωί κι έμπαινε ορμητική μέσα στο δωμάτιο να μας ξυπνήσει. Φορούσε, εν τω μεταξύ, κάτι γυαλιά-πατομπούκαλα, ξέρετε, και οι αδελφές μου την ελέγανε the fly τη γυναίκα, την κοροϊδεύανε, αναίσθητα πλάσματα. Τίποτα, μετά από αυτό το καλοκαίρι, η γιαγιά Άννα δεν ξανακατέβηκε από το χωριό, είχε πάθει πολιτισμικό σοκ, όχι να μάθαινε και για γκόμενους και λοιπά.
Η άλλη γιαγιά, που είχε η γλυκιά μου και το όνομά μου, είχε παράπονο, που δε γνώρισε «έναν γαμπρό», όπως έλεγε, «από αυτά τα κορίτσια», εμένα δηλαδή και τις αδελφές μου, είμαστε, βλέπετε, από τα τελευταία εγγόνια και δεν προλάβαμε να παντρολογηθούμε μέχρι να μας αφήσει η γιαγιά. Καλύτερα, βέβαια, ίσως για τη γιαγιά που δε γνώρισε κανέναν γαμπρό από αυτά τα κορίτσια, διότι τι θα έλεγαν; Δεν είναι γαμπρός, γιαγιά, ένα φλερτ είναι; Δεύτερο πολιτισμικό σοκ.
Συμπέρασμα πρώτον: τελικά, πάλι για άσχετα σας μίλησα κι όχι για το καλοκαίρι στην Κέρκυρα, αλλά, το υπόσχομαι, θα σας γράψω ένα πολύ λυρικό κομμάτι για το κερκυραϊκό καλοκαίρι. Συμπέρασμα δεύτερον: ίσως, αν τελικά τα λέγαμε τα αισθηματικά μας στις γιαγιάδες μας, θα είχαμε λύσει πολλά από τα προβλήματά μας…

Δεν υπάρχουν σχόλια: