Σάββατο, 5 Φεβρουαρίου 2011

Κλέβοντας φαγητά

Έχω γυρίσει την πλάτη σε μια θεόρατη στοίβα από ρούχα για σίδερο, τα οποία με φωνάζουν μαυλιστικά για να καταφέρουν να με κάνουν να γυρίσω και να αρχίσω να τους δίνω σημασία και ίσως, σε ένα ιδανικό κόσμο, να τα σιδερώσω, αλλά εγώ τα αγνοώ και κάθομαι να γράψω.
Προηγουμένως, ανέβηκα στην ταράτσα να μαζέψω τα προαναφερθέντα ρούχα (την ταράτσα, μολονότι μένω εδώ κοντά τρία χρόνια, πολύ πρόσφατα την ανακαλύψαμε κι είμαι πολύ χαρούμενη γι’ αυτό, διότι είναι μια πολύ αξιοπρεπής ταράτσα, με υπέροχη θέα και καθαρό αέρα και πολλές κεραίες) κι αφού τα μάζεψα, καθόμουν και χάζευα μια φέτα από φεγγάρι που έλαμπε στον πορτοκαλί ουρανό. Πολύ μ’ αρέσουν οι φέτες από φεγγάρι, περισσότερο κι από τα ολόκληρα φεγγάρια, τα ολόκληρα φεγγάρια είναι λίγο απόλυτα και σκληρά, ενώ οι φέτες κρύβουν και μια υπόσχεση ολοκλήρωσης, είναι πιο υπαινικτικές και απαλές, μοιάζουν λίγο με χαμόγελα αρχαϊκά στον ουρανό.
Έχω μια λυρική τάση σήμερα, καλά πάντα την έχω, μην κοιτάτε που την κρύβω επιμελώς κάτω από το χειμαρρώδη λόγο μου, στην πραγματικότητα είμαι θιασώτις της λιγόλογης και μεστής ποίησης. Επίσης, είμαι και πολύ χαρούμενη σήμερα, διότι ήρθε στο νησί η αγαπημένη μου φιλενάδα που είχα πολύ καιρό να τη δω και ξαναείδα τον αριθμό της στην οθόνη του τηλεφώνου, και γι’ αυτό έχω πάθει λογοδιάρροια.
Ήρθε, λοιπόν, το Μαριλενάκι και ξαναβγήκαμε για καφέ το Σάββατο το πρωί στο Μπρίστολ. Τι να σας πω, παιδιά, είναι συνήθεια παλιά το Σάββατο στην πόλη να βγαίνουν απαξάπαντες έξω, μικροί και μεγάλοι, αναρχοαυτόνομοι (που, παρεμπιπτόντως, τον τελευταίο καιρό έχουν κατακλύσει το μέχρι πρότινος πιο απολιτίκ μέρος του κόσμου, μαύρισε το μάτι μας από ράστα και υφαντά ταγάρια, όλοι πια έχουν εκσυγχρονιστεί, μόνο οι αναρχοαυτόνομοι κρατούν ακόμα υφαντά ταγάρια, έλεος) και τρέντι, φτωχοί και πλούσιοι, είναι όλοι έξω.
Βγήκαμε κι εμείς, να θυμηθούμε τα παλιά και να μάθουμε τα νεότερα. Καθήσαμε σ’ ένα ωραίο τραπεζάκι πρώτη μούρη στο καβούρι και μπήκαμε στον πειρασμό να κλέψουμε τα λεφτά που είχαν αφήσει οι προηγούμενοι, καθώς εμείς δεν έχουμε καθόλου, μονίμως, πως τα καταφέρνουμε, δεν ξέρω. Είχαμε, όμως, μαζί μας την Ελένη, η οποία καθόλου δεν μπορεί να κρυφτεί: μια φορά, σε μια καφετέρια, μας έφεραν τα μπισκοτάκια πριν τους καφέδες. Η Βίβιαν κι εγώ τα φάγαμε όλα, κρύψαμε το πιατάκι κι όταν μας έφεραν τους καφέδες, παραπονεθήκαμε ότι δεν είχαμε μπισκοτάκια και μας έφεραν καινούργια. Η Ελένη μας έδωσε στεγνά στη σερβιτόρα και μας έκανε ρεζίλι. Τι πείραζε, δηλαδή, που θα τρώγαμε διπλή δόση μπισκοτάκια; Αφού μερικοί δεν τα τρώνε καθόλου.
Από τότε, δε μπορούμε να κάνουμε καμία παρανομία όταν είναι η Ελένη μαζί μας κι έτσι δεν κλέψαμε τα λεφτά, παρά παραγγείλαμε τους καφέδες-για κακή μας τύχη, σ’ αυτή την καφετέρια δε φέρνουν καθόλου μπισκοτάκια, πράγμα το οποίο καταγγέλλω εδώ. Γιατί, κύριέ μου, δε φέρνεις καθόλου μπισκοτάκια; Ξεροσφύρι θα τον πιούμε τον καφέ που τον χρυσοπληρώνουμε κιόλας; Τι ψυχή έχει ένα μπισκοτάκι;
Τώρα που λέμε για κλεψιές από τους προηγούμενους, θυμήθηκα και κάτι άλλο που είχαμε κάνει με μια παρέα κι είχαμε γελάσει πάρα πολύ. Ήταν 25 Μαρτίου κι είχαμε πάει σε μια ταβέρνα στην Κατερίνη για φαγητό (τότε ζούσα στη Θεσσαλονίκη, μη φανταστείτε ότι ξεκινήσαμε από την Κέρκυρα να πάμε για φαγητό στην Κατερίνη), μόνο που γινόταν της κακομοίρας και περιμέναμε πολλή ώρα κι ακόμα δεν είχαν έρθει ούτε παραγγελία να μας πάρουν. Εν τω μεταξύ, είχαμε ψωμολυσσάξει, καθώς εψάχναμε για τραπέζι καμιά ώρα πριν βρούμε εκεί. Παράλληλα, το διπλανό τραπέζι μόλις είχε αδειάσει και δεν είχαν μαζέψει ακόμα. Ανάμεσα στα πιάτα, λοιπόν, βρισκόταν και μια πιατέλα με τηγανητά κολοκυθάκια άθικτη, αλήθεια σας λέω, ούτε ένα δεν είχαν φάει. Εμάς γουργούριζαν οι κοιλιές μας και σερβιτόρος στον ορίζοντα δε φαινόταν, καθόμασταν κι έξω, δε μας έβλεπε και κανείς, οπότε αρπάζουμε την πιατέλα, μοιράζουμε τα κολοκυθάκια, τα καταβροχθίζουμε κι ούτε γάτα ούτε ζημιά. Σκουπίσαμε μετά και τα πιάτα και τα πιρούνια να μη φαίνονται λερωμένα και μας καταλάβουν, επιστρέψαμε και την άδεια πιατέλα στο διπλανό τραπέζι και μετά από λίγο ήρθε ο σερβιτόρος και παραγγείλαμε και φάγαμε τα πάντα, εκτός φυσικά από τηγανητά κολοκυθάκια, δεν υπήρχε λόγος.
Έχω κι άλλο περιστατικό με κλεμμένο φαγητό, διότι άρθρο σήμερα δε βλέπω να ανεβαίνει, έτσι, με φλυαρία θα τη βγάλουμε. Παλιά, στη Θεσσαλονίκη, δούλευα σε ένα μαγαζί με είδη δώρων, τη Ρεζέρβα, αν έχετε ακουστά, θα σας μιλήσω κάποτε για εκείνη την περίοδο της ζωής μου, μεγάλη πίκρα, όλη τη μέρα ήμουν εκεί, όλη όμως. Μία των ημερών, λοιπόν, μπαίνει στο μαγαζί μια κοπέλα που κουβαλούσε μια σακούλα, την οποία με παρακάλεσε να αφήσει στο ταμείο για να περιδιαβάσει με την ησυχία της. Βεβαίως, απαντώ εγώ, με την ευγένεια και την προσήνεια που με διακρίνει. Περνοδιαβαίνει η κοπέλα, αγοράζει το ψιλοπραγματάκι της και φεύγει, δίχως τη σακούλα. Κάποια στιγμή μέσα στη μέρα, αντιλαμβανόμαστε με το συνάδελφο Κυριάκο την ξεχασμένη σακούλα και φυσικά, μετά από μία μικρή πάλη με τη συνείδησή μας, την ανοίγουμε και ανακαλύπτουμε ένα τάπερ με λαχανοντολμάδες. Εγώ εκείνη την ώρα πεινούσα φριχτά, ο Κυριάκος το ίδιο. Τρώμε, λοιπόν, από ένα λαχανοντολμά έκαστος και τακτοποιούμε τους υπόλοιπους, ώστε να μη φαίνεται η απώλεια. Πάνω στην ώρα, τηλεφωνεί η κοπέλα και μας ενημερώνει πως είναι εκτός Θεσσαλονίκης και να πετάξουμε, λέει, τη σακούλα, διότι έχει φαγητό και θα χαλάσει. Α, κάνουμε εμείς τους ανήξερους, έτσι, ε; Κι ούτε που πήραμε χαμπάρι τη σακούλα. Εννοείται πως πήρα τους λαχανοντολμάδες στο σπίτι κι έγινε χαμός το βράδυ, το δε τάπερ το έχω ακόμα.
Λοιπόν, φίλοι μου, όπως βλέπετε σήμερα τρίχες, δεν είχα όρεξη να γράψω κανονικό άρθρο, αλλά και πάλι μοιράστηκα μαζί σας την πείρα μου από τη ζωή και σας δίδαξα τρόπους να επιβιώνετε στις δύσκολες μέρες που διανύουμε. Τώρα θα σας αφήσω να πάω να πιω μια μπίρα, θα σας συμβουλέψω να κάμετε το ίδιο και με ανυπομονησία περιμένω να σας ξανασυναντήσω.

7 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Δεν μου την εχεις πει αυτη την ιστορια με τη Ρεζερβα πικου...χαχα

Κατερίνα είπε...

αλήθεια; νόμιζα στην είχα πει, πολύ γέλιο, ο κυριάκος ακόμα τους θυμάται τους λαχανοντολμάδες!

irini είπε...

xaxaxaxaxa na sai kala katerina mou.................

Athens Girl είπε...

Μα τι κόσμος!!
Να θέλει να πετάξει λαχανοντολμαδες…
(ήταν με αυγολέμονο;)
αντί να πει:
σορυ, τους ξέχασα, καλή σας όρεξη…!!

Κατερίνα είπε...

Αθηναϊκό κορίτσι,
Με αυγολέμονο και ωραιότατοι ήταν. Ε, πες εσύ, αν είναι δυνατόν.
Δεν πειράζει, όμως, θα μάθουν καποτε την αξία του λαχανοντολμά.

Calliope είπε...

Από τα πιο χρήσιμα άρθρα που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια... Εύγε!

Κατερίνα είπε...

Καλλίοπε, παιδί μου, για σένα έχω κι άλλες συμβουλές, αλλά θα στις πω κατ'ιδίαν.