Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

Πόσα να αντέξει ένα στομάχι;

Αγαπημένοι μου αναγνώστες, ναι, το ξέρω ότι άργησα να γράψω, αλλά ΔΕΝ ΠΡΟΛΑΒΑΙΝΩ.
Σας το είπα και στην προηγούμενη ανάρτηση, η ζωή μου είναι ένας μικρός πόλεμος και, όπως φαντάζεστε, οι πόλεμοι είναι χρονοβόρες δραστηριότητες, όσο μικροί κι αν είναι. Αφήστε που επέρασα των παθών μου τον τάραχο το σαββατοκύριακο που πέρασε κι ήθελα λίγο χρόνο να συνέλθω.
Ήξερα, φίλοι μου, ότι με φθονούν όλοι για την πνευματική μου καλλιέργεια και την ανεπανάληπτη ομορφιά μου, αλλά όχι κι έτσι, που κόντεψα αυτό το σαββατοκύριακο να πεθάνω από το μάτι, κι εγώ κι όλοι οι κοντινοί μου. Προλαβαίνω τα κακεντρεχή σχόλια περί ύπαρξης της βασκανίας και σας διαβεβαιώ πως η βασκανία ζει και βασιλεύει, άλλωστε το επιβεβαιώνει και η εκκλησία μας και δε φαντάζομαι να υπάρχει κανείς που δεν πιστεύει την εκκλησία μας, ε;
Θα σας περιγράψω λοιπόν όλα αυτά που συνέβησαν το σαββατοκύριακο, συγκεκριμένα το Σάββατο δηλαδή, κι επίσης μια εξαιρετικά σουρεαλιστική σκηνή που διαδραματίστηκε στο σπίτι μας, το οποίο, ως γνωστόν, είναι ένα πολύ φιλήσυχο σπίτι, αλλά πως γίνεται και πάντα κάτι περίεργο συμβαίνει εδώ, δεν ξέρω.
Επιπλέον, θα καταθέσω ένα παράπονο που έχω, το οποίο, ως συνήθως, έχει να κάνει με τον καλό μου και μια ηλεκτρονική συσκευή. Καταρχήν, ο άνθρωπος αυτός (είναι ο άλλος σου εαυτός) έψαχνε να αγοράσει μια επαγγελματική φωτογραφική μηχανή και από όλον τον κόσμο και όλο το διαδίκτυο βρήκε να αγοράσει μηχανή από έναν κυριούλη εδώ, στην Κέρκυρα. Ως εκ τούτου και εφόσον τελικά συμφώνησαν για τη μηχανή, ο δικός μου έσπασε όλους τους κουμπαράδες του σπιτιού του για να μαζέψει τα λεφτά να έρθει στο νησί να πάρει τη μηχανή, διότι αδυνατούσε να περιμένει μια βδομάδα και να έρθει, ας πούμε, όταν θα είχε λεφτά. Θα μπορούσα τώρα εγώ να ρίξω λίγο φαρμάκι και να γκρινιάξω, αλλά είμαι ανώτερος άνθρωπος και διόλου κατίνα και δεν θα το κάνω.
Ήρθε, λοιπόν, και πήρε τη μηχανή κι από τότε, παιδιά μου, από τα χέρια του δεν την έχει αφήσει: εβάλαμε και τρίτο μαξιλάρι στο κρεβάτι για να ακουμπάμε τη φωτογραφική μηχανή. Χώρια που το (περιορισμένης ούτως ή άλλως χωρητικότητας) δωμάτιό μου έχει γεμίσει με καλώδια και φορτιστές συν έναν τερατώδες φακό, σαν αυτούς που έχει αυτός ο τρελαμένος παπαράτσι στο Dirt. Τραγική κατάσταση. Σας εξορκίζω, μην τα φτιάξετε ποτέ με gadget maniac. Αυτή τη στιγμή που σας μιλάω, είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι με τη φωτογραφική αγκαλιά, πόσο φυσιολογικό είναι αυτό;
Εν πάση περιπτώσει, το καταπίνω κι αυτό (αν κάποιος από εσάς ήταν σιχαμένος τύπος θα με ρωτούσε τι άλλο καταπίνω, αλλά είμαι σίγουρη πως κανείς δεν είναι) και συνεχίζω την εξιστόρηση των βασάνων μου: το Σάββατο το μεσημέρι, μετά την αγορά της μηχανής και μετά από διαδρομές χιλιομέτρων, όπου φωτογραφήθηκαν γατιά, σκυλιά, καντούνια, φρούρια, άνθρωποι, κάθε μικρό συννεφάκι στον ουρανό και κάθε ελάχιστο φύλλο χλόης, γυρίσαμε στο σπίτι και ένα κοτόπουλο είχε μπει στο τηγάνι να ψηθεί, παρέα με λίγο λάδι.
Το άτιμο το τηγάνι! Ξέχασε ότι ήταν αντικολλητικό: πήρε φωτιά.
Βέβαια, αυτό είναι νόμος της φυσικής (ή της χημείας, δεν είμαι και πάρα πολύ σίγουρη, είμαι όμως όμορφη κι αυτό τα διορθώνει όλα) και ως τέτοιος, είναι θεμελιώδης και απαράβατος. Το λάδι στη φωτιά καίγεται. Και παράγει μαύρα και πυκνά και οσμηρά σύννεφα καπνού. Και φλερτάρει και με τις κόκκινες καρό κουρτίνες. Ευτυχώς, όπως αντιλαμβάνεστε, εφόσον είμαι εδώ και γράφω, δεν ευοδώθηκε το φλερτ. Είπαμε, να είναι θερμό το σαββατοκύριακο (ένεκα και της έλευσης του καλού) αλλά όχι κι έτσι.
Στην πορεία, κι αφού ανοίξαμε τα παράθυρα, πετάξαμε το τηγάνι και φάγαμε τα κάρβουνα, έπεσα να κοιμηθώ, διότι με είχε πιάσει κι ένας μικρός στομαχόπονος, τον οποίο αντιμετώπισα με ένα παλιό, γνωστό και αποτελεσματικό φάρμακο: μακαρόνια με κιμά. Όταν ξύπνησα, αγνόησα τον συνεχιζόμενο πόνο και αποφάσισα ότι ήθελα να φτιάξω το γλυκό που είχε κάνει η αδελφή μου τα Χριστούγεννα και ήταν θεϊκό.
Αντ’ αυτού, έφτιαξα το χάος: η κρέμα γάλακτος δεν έπηζε με τίποτα, τα πουράκια που βουτούσαμε στη σοκολάτα έσπαγαν και παράλληλα, το στομάχι μου πονούσε φριχτά. Στο μεταξύ, ήρθανε κι η Σοφία με το Γιάννη στο σπίτι για να διαλέξουνε στέφανα, διότι παντρεύονται (μπερδεμένο τώρα αυτό, αλλά το θέμα είναι ότι έχουμε στο σπίτι έναν σχεδιαστή κοσμημάτων, κάτι που κάθε σπίτι πρέπει να έχει, οπότε τώρα εξηγείται), ήρθε κι η Ελένη να πει τη γνώμη της, εγώ παράτησα την κρέμα γάλακτος στη Ρενάτα και κατέρρευσα στο μπάνιο αγκαλιά με μια λεκάνη και βογκούσα.
Οπότε, φανταστείτε το: στο σαλόνι είναι 4 και συζητάνε για στέφανα και βέρες. Στο δωμάτιο είναι ένας και εξεμεί (είπαμε, έχουμε και επίπεδο και διευρυμένο λεξιλόγιο). Στην κουζίνα είναι άλλος ένας και πλένει τα πιάτα και μετά σπάει και ένα από αυτά. Στην κατάψυξη είναι μια νερουλή σούπα σοκολάτας και προσπαθεί να πήξει. Σουρεαλιστικό; Τουλάχιστον.
Μετά από αυτή την καταστροφή, η επόμενη μέρα μας βρήκε όλους πιο σοφούς και πιο δυνατούς: η σούπα έπηξε τόσο πολύ, που την έσπασα με ένα σφυράκι. Αγοράσαμε καινούργιο τηγάνι. Η Σοφία διάλεξε τελικά στέφανα. Ο Γιάννης έμαθε να κάνει λαπά κι εγώ κοιμήθηκα για δέκα ώρες συνεχόμενα.
Άμα σας λέω μικρός πόλεμος…

9 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ε, ναι, επιτέλους, περιμένουμε τόσες μέρες!!! Ο λαός σου σε θέλει...
Το φάρμακο για τον εμετό είναι ένα: ΚΟΚΑ ΚΟΛΑ ΜΕ ΚΟΥΤΑΛΑΚΙ

Ανώνυμος είπε...

Μπα. Μακαρόνια με κιμά. Δοκιμασμένο.

vivian είπε...

Ti,mono auta???Mmmmmm ksenerwma..... ithela ki alla na symvoun!

Κατερίνα είπε...

Ορή, αν συνέβαιναν κι άλλα, δε θα ήμουν εδώ για να τα γράψω!

irini είπε...

katerinaki perastikoulia kai na ksereis oti eimai super ksematiastra....to soi mou kai oi filoi mou me timoun me ena tilefonima gia tetoies periptoseis.......

Ανώνυμος είπε...

1. γράφοντας "οσμηρά" (ο Χριστός και η Παναγία !!!!), μήπως εννοείς "δύσοσμα'? διότι αυτά δεν είναι ελληνικά.

2. εγώ δεν είπα να τα βουτήξετε, είπα να τα αλείψετε. (τα πουράκια)

Κατερίνα είπε...

Αμάν!
Θ ομιλητικίσω τόσο, όσο δεν ομιλητικίσα ποτέ!
Το πινέλο μας είναι για κλάματα, οπότε είπαμε να δοκιμάσουμε το βουτηχτό.

Calliope είπε...

"...είμαι ανώτερος άνθρωπος και διόλου κατίνα", αλλά είσαι το Κατινάκι μας κι αυτό μετράει!

Κατερίνα είπε...

Ω, βέβαια, που θα'λεγε κι ο Πρέκας.