Κυριακή 10 Μαΐου 2015

Οι Μποριανοί, ο Αγγελάκας και ο Σαρτρ.



Ράδιο Ικαρία φορ έβερ, αγαπημένοι μου, έχω βρει την υγειά μου, βάζω το πρωί, έχει Μαραβέγια, βάζω το βράδυ, ακούω Μποφίλιου, έβαλα τώρα που γύρισα από τη δουλειά κι άκουσα τις Παροιμίες από τον Κρόνο, του Αγγελάκα, κι αναγάλλιασε η καρδιά μου, καλέ, τι τραγούδι, τι ομορφιά, ευτυχώς που υπάρχει η μουσική, φίλοι μου, και τα βιβλία και φτιάχνει λίγο αυτός ο κόσμος.
Τι να σας πω, πέρασε κι αυτή η βδομάδα, όπως όλες, βράχια, λεωφορεία, τουρίστες. Αυτή την εβδομάδα είχα υπέροχες εμπειρίες με μποριανούς οδηγούς. Μποριανούς λέμε εδώ στο νησί αυτούς που κατάγονται από ένα χωριό που το λένε Εμπορείο, οπότε οι κάτοικοι ονομάζονται Εμπορειανοί και χάριν συντομίας, Μποριανοί. Δε ξέρω αν φταίει το χωριό, ίσως κάτι έχει το νερό εκεί, αλλά πάντως μιλάμε για μοναδικές εμπειρίες. Επίσης, μια που πιάσαμε κουβέντα για το Εμπορείο, να σας πω ότι σε αυτό το χωριό κατέλυσε ο Ζαν Πωλ Σαρτρ το καλοκαίρι του 1937 μαζί με την αγαπημένη του Σιμόν ντε Μποβουάρ, και τόση εντύπωση του έκανε, λέει, το πλήθος από τις μύγες που μαστίζανε το χωριό, που εμπνεύστηκε ο φιλόσοφος κι έγραψε το θεατρικό έργο Les mouches, Οι μύγες, δηλαδή, στο οποίο θεατρικό έργο οι κάτοικοι του Άργους βασανίζονται από ανυπόφορες τύψεις με τη μορφή μυγών, μετά από το φόνο του Αγαμέμνονα από την Κλυταιμνήστρα, που βαραίνει το λαό της πόλης ως συλλογικό αμάρτημα. Καταλαβαίνετε περί τίνος πρόκειται, για να του ήρθε του Ζαν Πωλ Σαρτρ ντουβρουτζάς από τις μύγες.
Εν πάση περιπτώσει, ο Ζαν Πωλ Σαρτρ ήταν και φιλόσοφος, γέννησε και ένα έργο τέχνης από την εμπειρία του στο Εμπορείο, εγώ τι να φταίω σ’ αυτή τη ζήση και θα δημιουργήσω άραγε κάτι από την εμπειρία μου; Το λοιπό, ο πρώτος οδηγός που μου ‘τυχε από το Εμπορείο, καταρχάς, ήμασταν μισή ώρα στο ίδιο σημείο, είχα ανεβοκατέβει το δρόμο 17 φορές και τον είχα ρωτήσει 3 κι ακόμα δε με είχε πάρει χαμπάρι ότι ήμουν η ξεναγός που περίμενε. Καλά αρχίσαμε, σκέφτηκα. Στην πορεία δε, σταμάτησα να θεωρώ επίτευγμα το ότι πήρα δίπλωμα οδήγησης αφού το δώσανε σε αυτόν. Αλλά τελοσπάντων, με τα πολλά, πέρασε η μέρα.
Την αμέσως επόμενη, άλλος οδηγός από το ίδιο χωριό. Αυτός κι αν ήταν περίπτωση. Αυτός ήθελε να κάνει την ξενάγηση μόνος του. Ένα έλεγα εγώ, δέκα αυτός. Ήμασταν και σε μίνι μπας, δεν ήθελε και μικρόφωνο, δεν ήθελε γενικώς πολύ. Εμένα πολύ με βόλεψε, διότι σκυλοβαριόμουν εκείνη τη μέρα, είπα μια φάση να του πω, παλικάρι μου, δεν τα λες όλα εσύ, να απολαύσω τη διαδρομή, που δεν έχω δει τι έχει απέξω από το παράθυρο, αλλά φοβήθηκα μην παρεξηγηθεί και δεν το είπα. Έλεγα εγώ για την απαγωγή της Ευρώπης από το Δία (μην το ψάχνετε τώρα που κολλάει αυτό στη Σαντορίνη, θα σας πω άλλη φορά, και τελοσπάντων, δε μπορούμε να προδώσουμε κι όλα τα μυστικά της ξενάγησης, έχουμε και κάποια τέχνη) κι εκεί που έπαιρνα ανάσα να συνεχίσω, βγάζει ο δικός σου ένα δίευρω, που το είχε σε πρώτη ζήτηση ο άτιμος, κι αρχίζει «δείξ’ τους το, που έχει την απαγωγή της Ευρώπης» και βγάζει μετά κι άλλο ένα δίευρω με τον Ολυμπιονίκη επάνω και με έβαλε να τους το δείξω κι αυτό, γιατί ήταν, λέει, συλλεκτικό και είχε αξία 2,80 ευρώ, μιλάμε, μοναδικό, έτσι; Εγώ να λέω από μέσα μου what the fuck κι οι πελάτες το ίδιο νομίζω. Μετά, μου είπε ότι τα έχει εκεί τα δίευρα επίτηδες για να τα δείχνει. Παναγία μου. Στη συνέχεια, περάσαμε από το χωριό του και μπροστά από το σπίτι του και μόνο που δεν κατεβάσαμε τους πελάτες να τους τρατάρουμε. Σταματήσαμε για κάνα τέταρτο, για να δούμε τις μικρές ελιές του οδηγού και τον προσωπικό του ελαιώνα (what the fuck πάλι εγώ) και να εξηγήσουμε τι φυσικό λίπασμα χρησιμοποιούμε και πόσο μικρές αλλά νόστιμες βγαίνουν οι ελιές. Θεοί του Ολύμπου.
‘Όταν καθίσαμε να φάμε, όπως καταλαβαίνετε, εγώ έφαγα τα πάντα για να μη μιλήσω και μου ξεφύγει κάτι που δεν θα έπρεπε. Παιδιά μου, τα ήξερε όλα. Όλα, σας λέω. Μέχρι και για βελονάκι μου είπε, δεν κάνω πλάκα. Με πόνο αναζητούσα τους αγαπημένους μου οδηγούς και μετά που είδα το Μηνά, πήγα και τον αγκάλιασα και νόμιζε ότι του την έπεφτα, αλλά χαλάλι του, μετά τον Μποριανό; Όλα τα αντέχω.
Αλλά, οκ, δεν πειράζει, το άντεξα κι αυτό. Γενικώς αντέχω εδώ στα αδαμαντωρυχεία που δουλεύουμε! Και προσπαθώ σκληρά, αν και όχι πάντα με επιτυχία, να βρίσκω πάντα διαμάντια στη λάσπη και να βρίσκω πάντα κάτι μικρό να γελάω και να αγαπώ.
Όπως είπε και ο Αγγελάκας νωρίτερα, «τα σκυλιά και το φεγγάρι, το μαχαίρι του φονιά, σ’ όποιον ξέρει να κοιτάει φαίνονται όλα μαγικά». Δεν ξέρω να κοιτάω, αλλά να, προσπαθώ να μάθω, μάλλον σε όλη μου τη ζωή θα προσπαθώ και δεν θα το μάθω ποτέ, θα πεθάνω κι ακόμα να κοιτώ δεν θα έχω μάθει, αλλά τουλάχιστον, θα έχω περάσει τη ζωή μου προσπαθώντας κι αυτό, νομίζω, είναι κάτι.
Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε, κι εσείς και τα μωρά σας.

Κυριακή 3 Μαΐου 2015

Καμιά φορά, γίνεται το μιράκολο και σηκώνεται ο Θόλος.



Εδώ. Όσο και να σας απογοητεύω, όσο και να απογοητεύω τον εαυτό μου, εδώ, είμαι, ανοίγω ένα έγγραφο του Word και κάθομαι και το κοιτάω απλανώς (όπως με κοιτάνε οι Σιγκαπουριανοί όταν τους μιλώ για το Ακρωτήρι) μέχρι τα ριγέ νύχια μου να ακουμπήσουν τα γράμματα. Κάποιος Ρώσος συγγραφέας, μου διαφεύγει τώρα ποιος, έλεγε πως πρέπει κάθε μέρα λίγο να γράφεις, λίγο να διαβάζεις και λίγο να ακούς. Κανένας συγγραφέας ποτέ δεν είπε ότι πρέπει κάθε μέρα συνέχεια να μιλάς. Εμένα όμως η μοίρα που μου έλαχε ήταν αυτή. Πιστά, το λοιπό, και μοιρολατρικά την ακολουθώ και την υπηρετώ.
Χτες, η φίλη Ευγενία, που δε θέλει να χάσει το γκλίτερ που κυλάει στις φλέβες της και της το εύχομαι ολόψυχα, είναι καλό να έχεις κάτι που δε θέλεις να χάσεις, είπε μια μεγάλη κουβέντα και αποφάσισα να τη χρησιμοποιήσω για να γράψω κάτι το οποίο να μπορεί να χαϊδέψει τα αυστηρά μάτια των αναγνωστών μου (που πανηγυρικά έγιναν 117, ποιος είναι απόψε ο τυχερός, υποψιάζομαι, αλλά δε θα το ερευνήσω περαιτέρω, μεγαλώνοντας, αποφάσισα ότι δε θέλω να τα ξέρω όλα-ξέρω ήδη περισσότερα απ’ όσα μπορώ να αντέξω). Διότι, όσο και να μην το πιστεύετε, ναι, κάθε μέρα, λίγο γράφω, λίγο διαβάζω και λίγο ακούω. Λίγο, όμως, μην κακομαθαίνουμε κιόλας. Απλά, δεν είναι τίποτε της προκοπής. Οπότε, σκέφτηκα, όπως λέει κι ο Αλκίνοος, να πιάσω πάλι την αρχαία συνταγή, διότι το καιρώ εκείνω που ζούσα στην Κέρκυρα και αποφάσισα να ξεκινήσω το ιστολόγιο, κάθε βδομάδα, ορμώμενη από κάτι που άκουσα ή είδα, έγραφα κι ένα σχετικό κειμενάκι. Βέβαια, στη Κέρκυρα, αυτό ήταν εύκολο, διότι αντικειμενικά, και να με συμπαθάτε, η Κέρκυρα είναι πιο μεγάλο, πιο πράσινο, πιο καλλιεργημένο και πιο ευρύ νησί από τη Σαντορίνη, οπότε, κάθε βδομάδα όλο και κάτι έβλεπες ή άκουγες διαφορετικό.
Εδώ, ζούμε τη μέρα της μαρμότας. Το έχω ξαναπεί, όμως, αυτό.
Αχα, να, με τούτα και με κείνα, χαζογέμισε το έγγραφο. Αυτή η αίσθηση, που βγαίνουν οι λέξεις από τα δάχτυλά μου και ξαπλώνουν στο άσπρο της οθόνης και γεμίζουν οι σελίδες, είναι μια πραγματικά θεσπέσια αίσθηση. Προσοχή, δε λέω για σας, μιλάω για μένα, οι λέξεις είναι τα φιλαράκια μου, τις αραδιάζω και τις θαυμάζω, λέξεις κοινές, ανόητες, πολυχρησιμοποιημένες, αγαπημένες, παλιές, καινούργιες, κάθονται εκεί στη σειρά και ζωγραφίζουν κάθε φορά μια μοναδική εικόνα, δεν μπορώ να καταλάβω τους ανθρώπους που δε διαβάζουν, πως ζει κανείς χωρίς όλες αυτές τις εικόνες. Τελοσπάντων, θα κλάψουμε σε λίγο.
Είπε, λοιπόν, η φίλη Ευγενία χτες, πως είναι φοβερό το πόσο είμαστε χαμένοι εδώ στη Σαντορίνη στο μικρόκοσμό μας. Έξω, στον πραγματικό κόσμο, γίνεται της κακομοίρας, σεισμοί, λιμοί και καταποντισμοί (στην κυριολεξία), υπουργοί, πρωθυπουργοί και περιφερειάρχες, ο Σάκης τραγούδησε Θεοδωράκη, κάθε πρωί οι υπόλοιποι άνθρωποι ξυπνάνε κι αναρωτιούνται «είμαστε, καλέ, ακόμα στην ευρωζώνη;» κι εμείς εδώ κάθε πρωί ξυπνάμε κι αναρωτιόμαστε «είμαστε, καλέ, ακόμα ξεναγοί;».
Μεγάλη κουβέντα αυτή, αγαπημένοι μου. Συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες. Σε κάθε μέρος, σε κάθε ομάδα οιουδήποτε είδους, σε κάθε σπίτι, σε κάθε παρέα. Απλά, νομίζω πως εδώ είναι λίγο πιο έντονο. Θα μου πεις, στην Κέρκυρα δε γινότανε, δεν ήτανε μόνο τα ξεναγικά που σας απασχολούσανε; Ε, λοιπόν, όχι, στην Κέρκυρα όλο και κάτι από τον έξω κόσμο μας επηρέαζε. Εδώ, πραγματικά, η γη γυρίζει γύρω από μια λάντζα, το κέντρο του σύμπαντος είναι ένα κρουαζιερόπλοιο, οι πλανήτες μας είναι οι πράκτορες και οι δορυφόροι οι συνοδοί, εμείς είμαστε απλά τα συμπαντικά σκουπίδια, στην καλύτερη περίπτωση μετεωρίτες, και στη γη μας, το νησί, καμιά φορά νιώθεις ότι μπορεί και να μην ξημερώσει, αν δε βγάλει τόσα λεωφορεία όσα ήτανε γραφτό. Μιλάς με τους άλλους ανθρώπους στο τηλέφωνο και είναι λες και ζούνε όχι απλά σε άλλο τόπο, σε άλλη εποχή.
Το καταλαβαίνω πόσο άσχημο είναι, αλλά είναι αναπόφευκτο. Κι έχω την αίσθηση ότι όλοι μας, όλοι, όλοι ζούμε σε έναν τέτοιο μικρόκοσμο, ο κόσμος είναι φτιαγμένος από πολλούς μικρούς Θόλους, που περικλείουν τις προσωπικές κωμοπόλεις του καθενός, που κατεβαίνουν απότομα από τον ουρανό και κόβουν διάφορα πράγματα στη μέση, που καμιά φορά μας κόβουν και τον αέρα. Κολλάμε ο ένας πάνω στο Θόλο του άλλου και επικοινωνούμε κουτσά στραβά, με χειρονομίες και βλέμματα, γιατί ο ήχος δεν περνάει, κι έτσι πορευόμαστε. Εμείς εδώ έχουμε πολύ βαρύ και παχύ Θόλο, δεν ξέρω πως καταφέρνουμε κάθε Νοέμβρη και τον διαπερνάμε.
Εντάξει, δε σας είπα και καμιά μεγάλη πρωτοτυπία, εκτός από τον Στίβεν Κινγκ, το έχουν πει και οι Κατσιμιχαίοι, ζούμε τις μικρές μας ιστορίες, στο δρόμο και τις συνοικίες, αλλά ξέρετε πως είναι, μέσα στο Θόλο, νιώθεις καμιά φορά ότι έχεις ανακαλύψει την Αμερική και θέλεις αυτό να το μοιραστείς με τους άλλους.
Σας αγαπώ όλους και μου λείπετε, κι εσείς και τα μωρά σας.

Κυριακή 29 Μαρτίου 2015

Φτάσαμε, φτάσαμε, τα αγόρια βράσαμε.



Αχα, να, είδατε, ξαναγράφω μετά από μία εβδομάδα. Τουλάχιστον, μπόρεσα να κρατήσω αυτή την υπόσχεση. Δεν ξέρω ακόμα αν θα μπορέσω να κρατήσω την άλλη, δηλαδή, να βρω ένα στυλ γι’ αυτό το έρμο ιστολόγιο, αλλά το να ξεκινάς κρατώντας μία υπόσχεση είναι καλό σημάδι και μια καλή αρχή και, όπως έλεγαν οι αρχαίοι υμών, η αρχή είναι το ήμισυ του παντός. Το άλλο ήμισυ, βέβαια, είναι η συνέχεια, κι αυτό ποτέ κανείς δε μας το είπε, γενικώς, ποτέ δε σου το λένε και σε αφήνουν να παραδέρνεις στην αρχή, νομίζοντας ότι κοντεύεις στο τέλος, ακριβώς όπως συμβαίνει με τις προτάσεις που φτιάχνω-κι έρχομαι εδώ να επισημάνω για άλλη μια φορά την αδυναμία μου στο μακροπερίοδο λόγο, που αντιλαμβάνομαι ότι είναι απαιτητικός και δύσκολος, αλλά έτσι είναι, αγαπητοί, όταν συναγελάζεσαι με έναν λογοτέχνη: ακονίζεις την αναγνωστική σου ικανότητα.
Το λοιπό, να, εδώ, στο νησί. Επιστρέψαμε. Και, όπως σοφά παρατήρησε η Ευγενία, αυτό εδώ το μέρος έχει μια φοβερή ιδιότητα: όταν φεύγεις, είναι σα να μην είχες έρθει ποτέ, τα ξεχνάς, όλα, τα σβήνεις, κι όταν έρχεσαι, είναι σα να μην είχες φύγει ποτέ, είναι όλα ίδια, σα να μην πέρασε μια μέρα. Η καλντέρα μαυρολογάει, τα βράχια υψώνονται, οι Κινέζοι φωτογραφίζονται, οι δρόμοι σκάβονται. Ο κύριος Νίκος είναι πάντα ψηλός και μιλάει στο τηλέφωνο (μια μέρα θα αφιερώσω ένα ολόκληρο άρθρο στον κύριο Νίκο, είναι ένας απίθανος άνθρωπος, σκέφτομαι φέτος να τον εντάξουμε στην εκδρομή, ως ατραξιόν του νησιού), η Τάνια πάντα τρέχει να προλάβει κάτι, η Ευγενία πάντα θέλει να μαυρίσει κι εγώ πάντα τεμπελιάζω σε βαθμό αυτοκτονίας, αγναντεύοντας την Ανάφη.
Φτάσαμε στη Σαντορίνη ένα βροχερό απόγευμα και ήταν ακριβώς τόσο θλιβερό όσο ακούγεται.
Δεν υπάρχει χειρότερη στιγμή να φτάσεις κάπου, απ’ ότι ένα βροχερό απόγευμα, εκτός κι αν αυτό το κάπου είναι ένα ζεστό, στεγνό, φιλόξενο σπίτι, του γκόμενού σου, κατά προτίμηση, όπου σε περιμένει ένας μεγάλος ωραίος καφές (δεν ξέρω τι νομίζατε ότι θα γράψω). Στην περίπτωσή μας, ωστόσο, αυτό δεν ίσχυε. Αντιθέτως, φτάσαμε στα κρύα, υγρά, άδεια σπίτια μας, όπου μας περίμενε μια ωραία μεγάλη βρώμα, τα οποία σπίτια κάποιοι βάλθηκαν πάραυτα να καθαρίσουν και κάποιοι άλλοι απλά τα αγνόησαν και πήγαν για φαγητό. Μαντέψτε ανάμεσα σε ποιους κάποιους ήμουν εγώ. 
Με τα πολλά, καθάρισα κι εγώ, πανευτυχής διότι, ως προνοητικός Ταύρος, είχα αφήσει όλα τα καθαριστικά και τα χαρτικά ανέγγιχτα: με πόση χαρά θυμήθηκα τη μαθητεία μου δίπλα στην αξεπέραστη νοικοκυρά, τη μητέρα, η οποία, κάθε φορά που φεύγαμε από το εξοχικό, με υποχρέωνε να τακτοποιήσω σχολαστικά και να καθαρίσω, σκεπάσω, αποθηκεύσω τα πάντα, ώστε όταν ξαναπηγαίναμε, τα βρίσκαμε όλα στη θέση τους, απλά με αράχνες. Έτσι, λοιπόν, χάρη σε όλα αυτά τα τελευταία φθινοπωρινά απογεύματα στο Φανό, που εγώ φυσικά θα προτιμούσα να τα περάσω αποχαιρετώντας την παραλία ως γνήσια έφηβη, κοιτώντας στοχαστικά και κενά τη θάλασσα, αλλά τα περνούσα συμμαζεύοντας το σπίτι, το σπίτι μου στη Σαντορίνη με περίμενε ήσυχο, καθαρό και τακτοποιημένο. Το μόνο πρόβλημα που αντιμετώπισα είναι πως τα μισά παράθυρα έχουν σκεβρώσει και δεν ανοίγουν κι επίσης η πόρτα έχει σκεβρώσει και ανοιγοκλείνει με κλωτσιές. Δεν κλειδώνω, διότι ο επίδοξος κλέφτης δεν παίζει να μπορέσει να ανοίξει τη σκεβρωμένη πόρτα με τίποτα.
Τώρα πια, σε ένα καθαρό, ασφαλές σπίτι, τεμπελιάζω και κόβω φρουτάκια με την ησυχία μου.
Να σκεφτείτε, τόσο γρήγορα προσαρμόστηκα, που χτες πήγα και στον κινηματογράφο, βέβαια! Έχει εδώ μια κινηματογραφική λέσχη, σε ένα οινοποιείο στη μέση του πουθενά, όπου κάνει μαύρο ψόφο-καλά, παντού στη Σαντορίνη κάνει μαύρο ψόφο. Σ’ αυτή την κινηματογραφική λέσχη, όπως σε κάθε κινηματογραφική λέσχη που σέβεται τον εαυτό της συχνάζουν οι κουλτουριάρηδες του νησιού και οι ελάχιστοι, πλην υπαρκτοί, αναρχοαυτόνομοί του, κι εγώ κι η Τάνια. Με μεγάλη επιτυχία, παρακολουθήσαμε την ταινία «Η ζωή της Αντέλ». Σήμερα, κατόπιν ωρίμου σκέψεως, κατέληξα πως η ταινία μου άρεσε, αν και ήταν λίγο αργόσυρτη. Αλλά, ήταν μια γαλλική ταινία και οι γαλλικές ταινίες συνήθως είναι αργόσυρτες. Κατά τη γνώμη μου, η ταινία θα έπρεπε να λέγεται «Η σεξουαλική ζωή της Αντέλ» διότι, δεν ξέρω αν ξέρετε, αυτό πραγματεύεται. Είδαμε πολλά πράγματα, μερικά εκ των οποίων δύνανται να φέρουν κάποιους σε αμηχανία. Μην τη δείτε με τη μαμά σας, για παράδειγμα. Επίσης, η ταινία έδειχνε συνέχεια δείπνα, γεύματα και γενικώς φαγοπότια, ως επί το πλείστον με μακαρονάδες. Ως εκ τούτου, όταν τελείωσε η ταινία, στη 1 το πρωί, όλο το σινεμά έψαχνε να βρει μια μακαρονάδα να φάει. Πουθενά. Είχαν κλείσει όλα, ακόμη και το Yogi Gyros, αξεπέραστη αξία στην πλατεία των Φηρών.
Με τούτα και με κείνα, πέρασε η πρώτη δύσκολη στιγμή στη Σαντορίνη. Οι επιστροφές έχουν δύσκολες και εύκολες στιγμές, όπως και τα φευγιά. Επειδή, όμως, η ζωή μου εμένα, όπως και οι δικές σας, φαντάζομαι, είναι γεμάτη από φευγιά κι επιστροφές, πρέπει να μάθω να αντιμετωπίζω τις δύσκολες και να χαίρομαι τις εύκολες. Όσο ζω, μαθαίνω, που έλεγε κι εκείνος ο άλλος. Τώρα πάω να δω σάνσετ με την Ευγενία. Σας αγαπώ όλους. Και μου λείπετε. Ήδη.