Παρασκευή, 27 Απριλίου 2018

Τρέχοντας τον κόσμο.


Λοιπόν, ναι, εδώ είμαστε ακόμα, γυρνάμε τον κόσμο, πάμε, ερχόμαστε, κι όπως έγραψε και μια συνάδελφος, ο χρόνος ταυτόχρονα επιμηκύνεται και συρρικνώνεται, κι είναι ακόμα Απρίλης, βάλτε με το νου σας τι έχουμε να πάθουμε ως τον Οκτώβριο.
Άνοιξε η σεζόν, άνοιξε η τύχη μας, άνοιξαν οι άκρες από τα μαλλιά μας, μαύρισαν τα πόδια μας, λίγο η ψυχή μας καθώς αφήνουμε πίσω μας τις αγάπες μας για να κυνηγάμε αστραλοπίθηκους, κι ενώ οι υπόλοιποι ψάχνουν σε ποιόν αγώνα θα πάνε και πόσες μέρες θα κολλήσουν στην Πρωτομαγιά, εγώ μόλις γύρισα από ένα μαγευτικό τετραήμερο.
Πριν απ’ αυτό, δε, έτρεξα, φίλοι μου κι αδελφοί, τον τελευταίο αγώνα της σεζόν και παραλίγο της ζωής μου, διότι κόντεψα να αφήσω την τελευταία μου πνοή πάνω στο βουνό, στην Οίτη, συγκεκριμένα, δεν ξέρω αν έχετε πάει, εγώ είχα διαβάσει πως είναι ανώμαλο βουνό, στους πρόποδες έχει απότομες πλαγιές και ψηλά έχει λιβάδια και οροπέδια. Τα λιβάδια μας τα ‘χε πει κι ο κόουτς, θα τρέχετε, έλεγε, σε κάτι ωραία, πράσινα, αφράτα λιβάδια και θ’ ανεμίζουν οι κοτσίδες σας, εγώ όταν κατάφερα να φτάσω σε εκείνα τα λιβάδια, έβριζα θεούς, δαίμονες, τον κόουτς, τις κοτσίδες μου τις είχα φάει, και τα λυσσακά μου επίσης. Ποιος να ξέρει ποιο πνεύμα αρχαίο και ταραχοποιό με κατέλαβε κι αποφάσισα να τρέξω 14 χιλιόμετρα ανήφορο, δίχως μία σταφίδα για ανεφοδιασμό. Περνούσα μπροστά από κάτι νεκροταφεία κι έλεγα, να θα μπω μέσα να ξαπλώσω από τώρα, να ησυχάσω.
Εκεί στους αγώνες βουνού που πάμε και που εσείς μην πάτε ποτέ, ευχή και κατάρα, πίσω από όλους τους δρομείς, στο τέλος, τρέχει η λεγόμενη σκούπα, ένας με μηχανή δηλαδή, επιφορτισμένος με το καθήκον να μαζεύει τα πτώματα. Ένα θα σας πω. Άκουγα τη μηχανή. Με τα πολλά, ακόμα δεν ξέρω πως μου συνέβη αυτό, τερμάτισα. Κλαίγοντας. Σίγουρη ότι δεν κάνω γι’ αυτό, οικτίροντας τον εαυτό μου και δίχως την ελάχιστη ικμάδα ενέργειας. Είπα, πάει, κρεμάω τα παπούτσια μου διά να μην κρεμαστώ εγώ.
Όπως καταλαβαίνετε, βέβαια, μετά από μια μπανανιά μπανάνες κι ένα μοσχάρι με μακαρόνια κοκκινιστό, μου πέρασαν όλα. Δύσκολος αγώνας, αλλά παπούτσια δεν κρεμάστηκαν ούτε και κανένας άλλος.
Μετά από τα 14 χιλιόμετρα, δενξερωπως, ξεκίνησα το πρώτο τετραήμερο της σεζόν. Ακόμα γελάνε τα μάρμαρα. Την πρώτη μέρα, για διάφορους λόγους που τώρα δεν είναι της παρούσης, έπρεπε 2 λεωφορεία να πηγαίνουμε παράλληλα. Κάναμε την ηλιόλουστη Αργολίδα, πάρα πολύ ωραία, Ισθμός, Μυκήνες, Ναύπλιο, Επίδαυρος, γοητεία. Ο ένας οδηγός έτρεχε, ο άλλος σερνόταν, ένας χανόταν από το ένα γκρουπ, ένας κατουριόταν από το άλλο, και στη μέση δυο ξεναγοί να συμμαζέψουν τα ασυμμάζευτα. Με τα πολλά φτάσαμε στην Ολυμπία. Να ‘χω μια θεια μες στο λεωφορείο, που έφυγε από τον Καναδά με πνευμονία, για να μαζέψει ήλιο στην Ελλάδα να γιάνει. Να βήχει σαν δεινόσαυρος, να φταρνίζεται 12 φορές στη σειρά, να φυσάει μύτη, να βαριαναστενάζει, και να έχει κάτσει και πρώτη θέση, πίσω από τον οδηγό, ο οποίος κάθε φορά που έβηχε η θεια, άνοιγε διακριτικά το παράθυρο και μετά περνούσε τιμόνι και βολάν γενικώς με αντισηπτικά μαντιλάκια. Σε λίγο, που είχαμε νέα κρίση βήχα, πάλι από την αρχή, παράθυρο, μαντιλάκια. Κι αυτό τώρα σε επανάληψη. Η ξεναγός έπαθε κλονισμό.
Την τρίτη μέρα κατά τας γραφάς, μαζεύω ακόμα μερικούς από τους Δελφούς, που είχαν μόνο διήμερο, και πάμε όλοι μαζί στα επιβλητικά Μετέωρα. Και Μετέωρα, που γενικώς δεν έχω χειρότερο, και βήχουσα-παράθυρο-μαντιλάκι και δίγλωσσο και καμία σωτηρία δε φαινόταν. Έχω, το λοιπό, στο γκρουπ ένα ζευγάρι από τη Νότιο Αφρική, με άχυρα αντί για μυαλό. Μονδέλα και οι δύο. Τι να το κάνεις; Άχυρα. Λέγω, λοιπόν, πριν τα Μετέωρα, ότι καλό είναι να φορέσωμε κάτι σεμνόν την άλλη μέρα, όχι σορτς, κοντές φούστες, κλπ (άλλη φορά θα σχολιάσω ότι οι κοντές φούστες μας μάραναν στα Μετέωρα, στις οδούς της οικονομικής απωλείας). Κατεβαίνω στη ρεσεψιό να φύγουμε, η κοπέλα φορούσε κάτι σε φούστα, ανεπαρκούς μήκους. Το δε αγόρι φορούσε ένα σορτσάκι τόσο κοντό και στενό, που μη σας πω καλύτερα. Η κοπέλα στη ρεσεψιόν ακόμα γελάει, άμα τους πας έτσι πάνω, μου λέει, τράβα ρε συ ένα βίντεο να γελάσουμε. Τους κοιτώ. Με κοιτούν. Θα αλλάξουμε, μου λένε. Αλλάζουν. Βάζει ο νεαρός ένα τζιν με γυρισμένα μπατζάκια εννοείται και η νεαρά ένα κολάν. Ας άφηνε τη φούστα καλύτερα. Όπως είπε κι ο οδηγός, κόντευε να μιλήσει, το ξέρετετι.
Δεν περιγράφω άλλο. Ευτυχώς είχε τόσους Κινέζους στα μοναστήρια που δε μας πήρανε χαμπάρι και μας βάλανε.
Μετά από όλα αυτά, φτάσαμε στην Αθήνα ευτυχείς που αποχωριζόμασταν ο ένας τον άλλον, εγώ γύρισα στο σπιτάκι μου με τόση χαρά και με πονεμένα πόδια κι ετοιμάζομαι για νέες περιπέτειες, μέσα στις οποίες περιλαμβάνεται και η προπόνηση για το μαραθώνιο, εκεί να δείτε γέλιο, να για παράδειγμα σήμερα μου λέει ο κόουτς, Κατερίνα, αύριο θα ζυγιστείς, χαχαχαχαχαχαχαχαχα, όπως είδα και προχτές στο fb, ρε πως παίρνουν πτυχία, είναι επικίνδυνοι, άκου θα ζυγιστείς, εγώ που πρώτα θα βάλω τηλεόραση στο σπίτι μου και μετά ζυγαριά.
Λοιπόν, επειδή δεν ξέρω πως θα είναι η ζωή μετά το ζύγισμα, μπορεί να σταματήσει ο Κόσμος να γυρίζει, σας αφήνω με όλη μου την αγάπη και με λίγο ιδρώτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: